ΚΑΜΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ; (Μέρος Α΄)

Μια είδηση[1] που ανάφερε πως ο ηλικίας 41 ετών Βενσάν Ρενουάρ, ο οποίος έχει σπουδάσει χημικός μηχανικός και είναι πατέρας οκτώ παιδιών, βρίσκεται στη φυλακή από τις 19 Αυγούστου, έθετε συγκεκριμένα ζητήματα «επί τάπητος». Το ιδιαίτερο αυτής της είδησης είναι πως το εν λόγω άτομο είχε καταδικασθεί το 2007 για «αδίκημα γνώμης». Το συγκεκριμένο αδίκημα είναι το ότι είχε δημοσιεύσει, τότε, μια 16σέλιδη μπροσούρα με το τίτλο: «Ολοκαύτωμα. Αυτά που σας κρύβουν…».

Ο Βενσάν Ρενουάρ θα παρέμενει φυλακισμένος για ένα ολόκληρο χρόνο με βάση τον νόμο Γκεσώ, ο οποίος τιμωρεί με φυλάκιση και πρόστιμα, όσους προβαίνουν σε «ρατσιστικές, αντισημιτικές ή ξενοφοβικές» δηλώσεις.

Η πρώτη εντύπωση που δημιουργείται από την περιεκτική περιγραφή της ουσίας του νόμου Γκεσώ είναι πως δεν φωτογραφίζει απλά τον Σαρκοζί, αλλά και τους ιθύνοντες του Γαλλικού κράτους. Επειδή, όχι μόνον έχουμε απλά δηλώσεις εναντίον των Ρομά αλλά και πρακτικές που ισοδυναμούν με Χιτλερικές. Αν μάλιστα αντιστοιχηθεί το περιεχόμενου του νόμου Γκεσώ με τις ενέργειες εναντίον των Ρομά, τότε έχουμε κάτι πολύ βαρύτερο, δηλαδή κακουργηματικές πράξεις. Κι όμως, τελικά αυτός που φυλακίστηκε επειδή έκφρασε μία γνώμη ήταν ο Βενσάν Ρενουάρ.

Ας σοβαρευτούμε, όμως. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα νόμο του κράτους που στην ουσία τιμωρεί όσους εκφράζουν κάποια γνώμη η οποία δεν θα είναι αρεστή στην εξουσία. Η εφαρμογή του προς όσους αμφισβητούν το «ολοκαύτωμα» είναι χαρακτηριστική. Αντίστοιχοι νόμοι υπάρχουν στην Γερμανία και την Αυστρία, για παράδειγμα.

Μια παρένθεση σχετικά με το «ολοκαύτωμα»

Δεν είναι στις προθέσεις του παρόντος κειμένου να καταπιαστούμε με το «ολοκαύτωμα». Απλά θα επισημάνουμε πως αυτός ο όρος εμφανίστηκε δύο δεκαετίες μετά την λήξη της Β΄ Παγκόσμιας ανθρωποσφαγής και συγκεκριμένα μετά την οργάνωση της αντίστασης των εξόριστων Παλαιστινίων ενάντια στους κατακτητές Σιωνιστές και ιδιαίτερα μετά τον κατακτητικό «πόλεμο των έξη ημερών», το 1967.

Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον σκεπτικισμός για την αποδοχή αυτού του όρου, για δύο κυρίως λόγους, οι οποίοι σχετίζονται α) τόσο με τον χρόνο και β) όσο και με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την «κυκλοφορία» του.

Ας σημειωθεί, μάλιστα, ότι αυτός ο όρος τείνει να ταυτιστεί αποκλειστικά με την εξόντωση των εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα. Πολύ, απέχει, βέβαια, από την πραγματικότητα, αυτή η ταύτιση, από τη στιγμή που τουλάχιστον 500.000 Αθίγγανοι και περισσότεροι από 2.000.000 σοβιετικοί στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν από την Βέρμαχτ, (για να αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένα από τα δεδομένα των ναζιστικών εγκλημάτων), εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Όμως, δεν περνά απαρατήρητο πως η κατασκευή αυτού του νεολογισμού επιδιώκει, πράγματι, τον εντυπωσιασμό αυτών προς τους οποίους απευθύνεται, διεμβολίζοντάς τους συναισθηματικά. Οι σκοπιμότητες γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς όταν ο όρος μέσα από πολύπλευρη ενίσχυσή του εκ μέρους της κυριαρχίας (ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες) καθιερώνεται σαν μια πραγματικότητα μέσα από καταστάσεις που κατασκευάστηκαν με την ανάμιξη μυθοπλασιών και χονδροειδέστατων ψεμάτων[2]. Σκοπός βέβαια, ήταν να εδραιωθεί με Γκαιμπελικές μεθόδους, η πεποίθηση πως το εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη είναι η ψυχή των νεκρών από βασανιστήρια εβραίων, στα ναζιστικά στρατόπεδα. Ουδέν ψευδέστερον. Άλλωστε, η 60χρονη και πλέον κατοχή της Παλαιστίνης είναι αποκαλυπτικότατη.

Μπροστά στις χοντροκοπιές της σιωνιστικής προπαγάνδας δεν λείπουν οι αντιδράσεις, τόσο από ιστορικής πλευράς, όσο και από όσους διακατέχονται από φυλετιστικά ιδεολογήματα και πολιτικές. Οι τελευταίοι, μάλιστα, δεν χάνουν ευκαιρία να αναζητούν και να διατυμπανίζουν τα ψεύδη αποσκοπώντας, μέσω αυτών, να ανατρέψουν την πραγματικότητα των ναζιστικών στρατοπέδων, προσπαθώντας να εμφανίζουν τα εκατομμύρια δολοφονημένων κρατούμενων σαν καταστάσεις που προήλθαν εξαναγκαστικά από τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε.

Άλλωστε, είναι γνωστή –και σε ζητήματα που αφορούν σημαντικά γεγονότα– η πρακτική με την οποία από την κατεδάφιση του μέρους επιχειρείται η υποβάθμιση ή η απαξίωση ενός γεγονότος. Αυτή η απόπειρα έγινε και με τα εγκλήματα που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της εξέγερσης του Νοέμβρη του 1973. Η αφορμή στα εθνικιστικά στοιχεία δόθηκε, όταν ένα βλακόμουτρο (ή ενδεχομένως και εγκάθετος) παρουσίασε ένα σκίτσο μιας δήθεν δολοφονημένης στο Πολυτεχνείο ονόματι ΗΛΕΝΙΑΣ. Το σκίτσο βέβαια ήταν αντιγραφή από διαφήμιση σαμπουάν της αγγλικής εταιρίας «ΜΠΡΕΚ» και είχε δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά αλλά και στην αγγλική έκδοση του τριμηνιαίου «Βογκ».

Στην τεχνική της προπαγάνδας, λοιπόν, μέσα από ένα ψέμα επιχειρείται να χτιστεί ή να καταρρεύσει το σύνολο των όσων συναρτώνται με αυτό. Για παράδειγμα: Το αν στο Άουσβιτς, δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων, δεν αναιρεί τα όσα συνέβησαν σ’ αυτό.

Επειδή, όμως, το θέμα του «ολοκαυτώματος» ταλαιπωρεί τους πολιτικοποιημένους, τους ιστορικούς και όποιον ασχολείται με την αναζήτηση της ουσίας κι όχι της επιφάνειας είναι εύκολο να τραβήξει σε μάκρος μια τοποθέτηση πάνω σ’ αυτό. Δεν σκοπεύουμε να αναλωθούμε στο αν οι νεκροί εβραίοι στα στρατόπεδα συγκέντρωση ήταν έξη εκατομμύρια ή λιγότεροι. Ούτε θα μας απασχολήσει αυτή τη στιγμή αν υπήρχαν ή δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων στο Άουσβιτς. Αυτού του είδους οι αντιπαραθέσεις (χωρίς να αμφισβητούμε ότι η μία από τις δύο πλευρές δικαιώνεται από τις αποδείξεις που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν για το κάθε συγκεκριμένο ζήτημα) διευκολύνουν, εν μέρει, την εκατέρωθεν προπαγάνδα.

Εκείνο που παραμένει αδιαμφισβήτητο είναι η εξόντωση ανθρώπων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που κατασκεύασε το ναζιστικό καθεστώς. Όπως είναι δεδομένη η πολιτική και οικονομική εκμετάλλευση των νεκρών εβραίων που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο «σιδηρούς νόμος» των εξουσιαστών είναι να υπερασπίζονται τις συμμαχίες τους, όσο τα κοινά τους συμφέροντα εξυπηρετούνται και όσο μέσω αυτής της πολιτικής κατορθώνουν να σφίγγουν, όσο χρειάζεται, τα δεσμά των υπηκόων, όταν αυτά αρχίζουν να χαλαρώνουν. Αυτά ισχύουν για τις περιπτώσεις συμμαχιών.

Όταν έχουμε, όμως, κάτι πιο ισχυρό, πιο σταθερό και πιο μακροπρόθεσμο, όπως η επανενοποίηση της κυριαρχίας σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, τότε τα πράγματα έχουν προχωρήσει ακόμα περισσότερο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από τις διάφορες μορφές άσκησης της πολιτικής εξουσίας εφαρμόζονται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε κράτους. Γι’ αυτό οι αριστερές ή και κομμουνιστικής απόχρωσης πρακτικές και λογικές που εφαρμόζουν ή εκφράζουν κατά καιρούς οι ιθύνοντες του ελλαδικού κράτους (π.χ. «αντιεξουσιαστές στην εξουσία») φαντάζουν παράξενες για όσους δεν έχουν κατανοήσει ή δεν έχουν ασχοληθεί με τη διαδικασία ενοποίησης της κυριαρχίας. Για τον ίδιο λόγο ξενίζει η εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων εναντίον εκφρασμένης γνώμης που διαταράσσει την ενότητα της κυριαρχίας. Ως διατάραξη μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και το να βρεθεί σε δύσκολη θέση ένα τμήμα της, στη προκειμένη περίπτωση ο σιωνισμός και το κράτος που έχει εγκαθιδρυθεί στην Παλαιστίνη.

Έτσι, στην πατρίδα του Χίτλερ, την Αυστρία, εφαρμόζεται, από το τέλος της Β΄ Παγκόσμιας Ανθρωποσφαγής, ο «Νόμος για την αναβίωση του Ναζισμού», στην Γαλλία ο νόμος Γκεσώ κ.ο.κ. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Αυστριακό νόμο φυλακίστηκε (για «αδίκημα γνώμης», μετά από παραποίηση τόσο των απόψεων, όσο και συνέντευξης που είχε δώσει) ο Άγγλος ιστορικός Ντέϊβιντ Ίρβινγκ (τον οποίο τάσεις του φιλοσιωνιστικού στερεώματος χαρακτηρίζουν φασίστα ή ναζιστή). Η μέθοδος Nacht und Nebel[3]3, είναι συστατικό στοιχείο του «Νόμου για την αναβίωση του Ναζισμού». Τα ίχνη του Ίρβινγκ, είχαν εξαφανιστεί για ενάμισυ μήνα από τη σύλληψή του, η οποία έγινε με το πρόσχημα της κλοπής αυτοκινήτου.

Στις συνθήκες ενοποιημένης και ενοποιούμενης κυριαρχίας οι δεσμοί που αναπτύσσονται ανάμεσα στους κυρίαρχους είναι ισχυροί. Κανείς δεν θα αμφισβητήσει ένα αίτημα του εβραϊκού λόμπι ή του σιωνιστικού κράτους, από τη στιγμή που θα ζητηθεί μέσα στα πλαίσια και τους στόχους της ενοποιημένης κυριαρχίας. Τελείως διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση των Σιωνιστών μετά το πόλεμο του 1967. Τότε, που η διαδικασία επανενοποίησης της κυριαρχίας δεν είχε προχωρήσει, παρ’ ότι έδρασε μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δυτικής κυριαρχίας, το Ισραήλ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από μέρος των εδαφών που κατέκτησε στον «πόλεμο των έξη ημερών».

Η πολιτική εκμετάλλευση του γεγονότος δεν γίνεται μόνο από τους σιωνιστές. Τα ευρωπαϊκά κράτη βρήκαν μια καλή ευκαιρία να εφαρμόσουν χιτλερικές μεθόδους προκειμένου να καθιερώσουν και να εντείνουν την καταστολή γνώμης. Ουσιαστικά, όμως, όλο αυτό το πλέγμα προάσπισης της δημοκρατίας από το ναζισμό αποσκοπεί στην ενίσχυση των κυριαρχικών επιδιώξεων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Η «προάσπιση της δημοκρατίας» γίνεται με τη εφαρμογή ναζιστικών και χιτλερικών μεθόδων και ιδεολογημάτων (όπως αυτό της «αναβίωσης»).

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 98, Οκτώβριος 2010

(Συνεχίζεται)

[1] ΤΑ ΝΕΑ, Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010.

[2] Αναφερόμαστε ενδεικτικά σε δύο πολυσυζητημένα βιβλία όπως το Painted Bird, του Jerzy Kosinski, New York, 1965 και το Fragments του Binjamin Wilkomirski, New York, 1996.

[3] Nacht und Nebel (=Νύχτα και Ομίχλη). Πρόκειται για την κωδική ονομασία της διαταγής που εξέδωσε ο Χίτλερ την 7η Δεκεμβρίου 1941, σύμφωνα με την οποία όσοι ήσαν ή θεωρούνταν εχθροί του Γ΄ Ράϊχ θα συλλαμβάνονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να χάνονται τα ίχνη τους προκαλώντας με αυτή την ενέργεια τρόμο, πανικό, αμφιβολία, ανησυχία και ανασφάλεια στο πληθυσμό και στους συγγενείς τους. Ας σημειωθεί πως αυτή η πρακτική είχε εφαρμοστεί προηγούμενα από το κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία, κυρίως επί Στάλιν.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.