Επιφόρτωση …των εγκεφαλικών λειτουργιών στον υπολογιστή (Μέρος 1ο)

Η επιφόρτωση (η οποία κατά περίσταση αναφέρεται ως μεταφόρτωση) είναι η επιστήμη που μελετά τη μεταφορά της ανθρώπινης συνείδησης και μνήμης από έναν οργανικό ιστό σε ένα αυτοματοποιημένο ακριβές αντίγραφο, η οποία συνήθως, με τη στενή έννοια, ορίζεται ως η μεταφορά εγκεφαλικών λειτουργιών στον υπολογιστή.

Η επιφόρτωση, που δεν είναι ευρέως γνωστή σε κύκλους πέρα των φίλων της τεχνολογίας, παραμένει ως η πιο αμφιλεγόμενη από όλες τις πιθανές τεχνολογίες, όπου γίνεται αναφορά σε αυτήν. Και αυτό, παρά το γεγονός πως κατά τα φαινόμενα καμία τεχνολογία στην ιστορία που βασίζεται σε θεωρητικά μοντέλα –ούτε καν η ίδια η νανοτεχνολογία– δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι παρέχει πιο ασυνήθιστες δυνάμεις στην ανθρωπότητα.

Το εύρος των δυνατοτήτων που ανοίγονται σε ένα ον με συνείδηση στον κυβερνοχώρο είναι δύσκολο ακόμη και να το φανταστούμε αρχικά. Εντός ενός προγράμματος η/υ θα γίνεις αθάνατος, θα αποκτήσεις ανοσία στις ασθένειες, δεν θα γερνάς και δεν θα μπορείς να υποστείς τραυματισμούς. Θα μπορείς να ζεις μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο ο οποίος δεν υπόκειται στους νόμους της φύσης, θα μπορείς να παίρνεις οποιαδήποτε μορφή, ή να εμφυσήσεις την συνείδησή σου σε οποιοδήποτε αντικείμενο μέσα στο πρόγραμμα. Θα μπορείς να πετάς ή να μετακινείς αντικείμενα με τηλεκίνηση. Θα μπορείς να τροποποιείς το περιβάλλον σου σύμφωνα με τα καπρίτσια σου σε μορφές άγνωστες στην Γη ή άγνωστες, κατά τα φαινόμενα, και οπουδήποτε αλλού.

Όχι πως η επιφόρτωση περιορίζεται στο περιβάλλον εντός ενός προγράμματος. Εάν η ιδέα είναι εφικτή – υλοποιήσιμη, τότε θα μπορούμε να τοποθετήσουμε το πρόγραμμα η/υ σε οποιοδήποτε πλαίσιο μπορεί να το υποστηρίξει. Ήδη καταστρώνονται ενδιαφέρουσες θεωρίες σε σχέση με αυτό το επίτευγμα.

Τόσο η χρήσιμη ομίχλη (ομιχλοσωματίδια) όσο και το δενδρικό ρομπότ του Μόραβεκ (Μόραβεκ 1988: 102-108), θα μπορούσαν να είναι υποψήφιοι αποδέκτες μιας επιφόρτωσης. Με λιγότερες δυνατότητες, ίσως, είναι οι θεωρίες του Ρόμπιν Χάνσον. Ο τελευταίος οραματίζεται μικροσκοπικές επιφορτώσεις που λειτουργούν σε υψηλή ταχύτητα: «Πιο γρήγορες επιφορτώσεις που χρειάζονται σώματα που να μπορούν να ανταπεξέλθουν στους ρυθμούς των πιο γρήγορων εγκεφάλων τους ίσως να χρησιμοποιούν αναλογικά πιο μικρά σώματα… Ένα ανθρωπόμορφο σώμα ύψους 7 χιλιοστόμετρων μπορεί να έχει έναν εγκέφαλο που να χωράει στην εγκεφαλική του κοιλότητα, να μπορεί να αντεπεξέλθει στις κατά 260 φορές γρηγορότερες κινήσεις του σώματος του, και να καταναλώνει μόλις 16 Βαττ σε ενέργεια. Τέτοιες επιφορτώσεις θα λάμπουν σαν την Τίνκερμπελ στον αέρα ή θα ζουν στο νερό για να διατηρούν μια χαμηλή θερμοκρασία.

Δισεκατομμύρια τέτοιες επιφορτώσεις μπορούν να ζουν και να δουλεύουν σε ένα και μόνο ουρανοξύστη, με ευρύχωρες εγκαταστάσεις για όλες, εφόσον υπήρχε αρκετή ενέργεια και ψύξη του αέρα. Για να αποφευχθεί η απομόνωση, πολλές επιφορτώσεις μπορεί να νιώσουν άνετα ζώντας σε μικροσκοπικά δέντρα με γνώριμα χαρακτηριστικά, σπιτάκια κτλ., κάτω από έναν τεχνητό ήλιο που θα ανατέλλει και θα δύει 260 φορές την ημέρα. Άλλες μπορεί να απορρίψουν το γνώριμο και να εξερευνήσουν επιθετικά νέες δυνατότητες» (Χάνσον 1994: 11).

Προτού εμβαθύνουμε τόσο πολύ στις αντικρουόμενες απόψεις και τις σχετικές θεωρίες γύρω από τις επιφορτώσεις, μια ιδεούλα για το σε τι μπορεί να συνίσταται η διαδικασία της επιφόρτωσης μπορεί να δώσει στον αναγνώστη μια καλύτερη αίσθηση του τί πράγματι επιχειρείται.

Ένα σενάριο το οποίο έχει εκπονηθεί (Μόραβεκ 1988: 109-110) εκτυλίσσεται γύρω από ένα ρομπότ χειρούργο εγκεφάλου που ανοίγει το κρανίο του ασθενή που βρίσκεται σε καταστολή, και τοποθετεί το χέρι του στην επιφάνεια του εγκεφάλου. Το χέρι έχει τριχίδια με μικροσκοπικά όργανα, που μπορούν να σαρώσουν το περιεχόμενο των πρώτων χιλιοστών της επιφάνειας του εγκεφάλου. Υψηλής ανάλυσης μετρήσεις μαγνητικού τομογράφου χτίζουν έναν τρισδιάστατο χημικό χάρτη, ενώ ένα σετ ηλεκτρικών κεραιών καταγράφει τους παλμούς γύρω από τους νευρώνες. Ένας υπολογιστής συνδεδεμένος με το ρομπότ αποθηκεύει τις παραπάνω πληροφορίες σαν ένα πρόγραμμα βασισμένο στον σαρωμένο εγκεφαλικό ιστό. Στον/στην ασθενή παρέχεται ένα κουμπί με το οποίο μπορεί να δοκιμάσει την προσομοίωση. Όταν ο/η ασθενής το πατά, ενεργοποιούνται τα ηλεκτρόδια στα χέρια του ρομπότ τα οποία υπερισχύουν έναντι του συνήθους σήματος που εκπέμπει η λειτουργία των νευρώνων που σαρώνονται. Όσο το κουμπί παραμένει πατημένο, ένα μικρό τμήμα του εγκεφάλου του/της ασθενούς αντικαθίσταται από την προσομοίωση με υπολογιστή. Αφ’ ότου πατήσουμε το κουμπί αρκετές φορές ώστε να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχει κάποια διαφορά, ο/η ασθενής επιτρέπει στην προσομοίωση να ενεργοποιηθεί σε μόνιμη βάση. Ο εγκεφαλικός ιστός που σαρώθηκε είναι τώρα αποδυναμωμένος, στέλνει και δέχεται σήματα όπως και προηγουμένως, όμως το υπόλοιπο μέρος του εγκεφάλου τα αγνοεί.

Μικροσκοπικοί χειριστές που βρίσκονται στα χέρια του ρομπότ προσεκτικά εισέρχονται στον περιττό εγκεφαλικό ιστό και τον απομακρύνουν με απορρόφηση.

Τα χέρια του ρομπότ βυθίζονται ελαφρώς πιο βαθειά στον εγκέφαλο, και η διαδικασία ξεκινάει από την αρχή. Κάποια στιγμή το κρανίο είναι κενό, και το χέρι του ρομπότ βρίσκεται βαθειά στο εγκεφαλικό στέλεχος του/της ασθενούς. Ο εγκέφαλος θεωρούμε πως μεταφέρθηκε από το ανθρώπινο σώμα σε έναν υπολογιστή. Σε μια τελευταία σκηνή, με μπόλικο δράμα, το ρομπότ βγάζει το χέρι του από το κρανίο. Η σύνδεση κόβεται, το σώμα νεκρώνει και πεθαίνει.

Ένα άλλο σενάριο (Ρος 1992: 16) έχει να κάνει με την ενέσιμη τοποθέτηση νανομηχανών στο αίμα, οι οποίες θα αντικαταστήσουν κάθε εγκεφαλικό και αισθητήριο νευρώνα με μια τεχνητή δομή με ανάλογες λειτουργίες. Η νανομηχανή θα εμπεριέχει ένα πρόγραμμα το οποίο θα προσομοιώνει τον νευρώνα, ενώ ταυτόχρονα θα αλληλεπιδρά με τα γειτνιάζοντα κύτταρα σαν να βρισκόταν ακόμη εκεί ο νευρώνας που αντικαταστάθηκε. Τα κύτταρα που περιβάλλουν τον νευρώνα δεν θα αντιλαμβάνονται την όποια αλλαγή. Σταδιακά, κάθε σύναψη μέσα στον εγκέφαλο θα μετατραπεί σε πληροφορίες μέσα σε ένα πρόγραμμα η/υ, παραμένοντας λειτουργική αλλά χωρίς την προηγούμενη φυσική δομή της.

Όταν η διαδικασία ολοκληρωθεί, ό,τι αντιλαμβανόμασταν προηγουμένως ως το «άτομο» θα ξεκινάει μια νέα ζωή μέσα στον κυβερνοχώρο.

Ταυτότητα αρχέτυπου

Μια συνήθης παρεξήγηση που ανακύπτει στις συζητήσεις σχετικά με την επιφόρτωση είναι η διαφορά μεταξύ αντίγραφου και μεταφερόμενου δεδομένου. Το ερώτημα είναι κατά πόσον το τελευταίο είναι δυνατό να επιτευχθεί και αποτελεί την πιο σκληρή και βασική αντιπαράθεση πάνω στο ζήτημα της επιφόρτωσης.

Το αντίγραφο είναι η προσομοίωση ενός ατόμου που μπορεί να ομοιάζει σε πολλά σημεία με το αρχέτυπο, όμως δεν αποσκοπεί στο να είναι το αρχέτυπο. Δεδομένου του υπάρχοντος ρυθμού της τεχνολογικής προόδου, η δυνατότητα να κατασκευάζει κάποιος αντίγραφα ως ένα βαθμό, συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής Τούρινγκ, το να πιάσεις κορόιδα φίλους, συγγενείς κτλ., μοιάζει δυνατή.

Η μεταφορά δεδομένου είναι πολύ πιο δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Η μεταφορά συνείδησης από τον εγκέφαλο σε έναν η/υ προϋποθέτει την αντιγραφή σε ένα αρκετά βαθύ επίπεδο, τουλάχιστον τόσο ώστε να αντιγράφει μεμονωμένους νευρώνες, ενώ ταυτόχρονα θα καταστρέφει το αρχέτυπο και θα διατηρεί την λειτουργική συνοχή του συνόλου στην διάρκεια της όλης διαδικασίας. Αυτοί είναι οι ελάχιστοι περιορισμοί που μπορούν να υποτεθούν σε μια μελλοντική διαδικασία επιφόρτωσης, όμως δεν απαντούν στο πιο κρίσιμο ερώτημα: τι αποδείξεις ή λογικό συμπέρασμα υπάρχει πως η επιφόρτωση είναι πράγματι εφικτή.

Η θεωρία που προβάλλουν οι υποστηρικτές της επιφόρτωσης, για να υποστηρίξουν την πεποίθηση τους σχετικά με την εφαρμοσιμότητα της, λέγεται ταυτότητα αρχέτυπου. Ο Μόραβεκ έχει γράψει και εκδώσει την πιο πλήρη έκθεση αυτής της άποψης σχετικά με την επιφόρτωση, και τα παρακάτω αποτελούν την σύνοψη των επιχειρημάτων του και την απάντηση στα όποια ερωτήματα, (Μόραβεκ 1988: 116-122).

Η ταυτότητα του αρχέτυπου βασίζεται στην βασική υπόθεση, ότι η συνέχιση της ζωής καθορίζεται από τα πρότυπα και από την διαδικασία, όχι από την ύλη που τα περικλείει. Ο Μόραβεκ αντιπαραθέτει την θέση του βάσει της ταυτότητας του αρχέτυπου με αυτό που αποκαλεί σώμα-ταυτότητα, την ιδέα ότι το άτομο καθορίζεται από την ουσία από την οποία αποτελείται. Αν και κάποια ενδιαφέροντα επιχειρήματα συγκεντρώνονται υπέρ της ταυτότητας του προτύπου, δεν χρειάζεται κάποιος να ακολουθήσει άκριτα την άλλη άποψη του σώματος-ταυτότητα για να επισημάνει τα αδύναμα σημεία τους.

Ξεκινάει με την παρατήρηση ότι η διατήρηση της ταυτότητας και η μη διατήρηση της ύλης, της ουσίας, αποτελεί κανονικό μέρος της οργανικής ζωής, ότι οι άνθρωποι τρώνε και αποκρίνουν, ότι τα παλιά κύτταρα πεθαίνουν για να αντικατασταθούν από νέα, ότι μέρη μέσα στα κύτταρα σιγά-σιγά ξαναχτίζονται και αντικαθίστανται, κτλ… Το πιο ισχυρό του επιχείρημα υπαινίσσεται πως έχει μια δόση αλήθειας, όσον αφορά στην ταυτότητα-αρχέτυπο και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα.

Αν και είναι αλήθεια πως η ουσία δεν αλλάζει τις ζωτικές λειτουργίες, το ίδιο ισχύει και για το αρχέτυπο. Κάποιος μπορεί, ας πούμε, να χάσει χιλιάδες νευρώνες από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, και παρά ταύτα να παραμείνει ο ίδιος άνθρωπος, αν και η ταυτότητα των νευρώνων έχει αλλάξει. Μπορεί, ακόμη, η επίδραση να μην γίνει αντιληπτή. Πράγματι, αρχέτυπα που προέρχονται από την οργανική φόρμα συνεχώς αλλάζουν χωρίς να επιδρούν στην ταυτότητα. Όλοι αλλάζουμε στην διάρκεια του χρόνου, αλλά παραμένουμε ο εαυτός μας.

Ο αναγνώστης ίσως τώρα να μπορεί να διακρίνει τον βασικό τομέα των επιστημών που αγνοεί η θεωρία της επιφόρτωσης: την χημεία. Στην χημεία, το υλικό είναι το μήνυμα όπως το αντιλαμβανόμαστε άμεσα. Διαφορετική σύσταση σημαίνει διαφορετικό αρχέτυπο.

Αν και ένα δεδομένο μήνυμα ή αρχέτυπο μπορεί να μεταφερθεί από διαφορετικά μέσα, κάθε αυταπάτη περί ταυτότητας μπορεί να λήξει εδώ. Το μέσο (σε αυτή την περίπτωση, οι οργανικοί νευρώνες εναντίον των η/υ) προφανώς κατέχει διαφορετικές ιδιότητες και μια διαφορετική «ζωή».

Η ταυτότητα αρχέτυπο, όπως περιγράφεται από τον Μόραβεκ, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια μονοδιάστατη περιγραφή της ζωής και όχι ένα μαγικό κλειδί για την μετεξέλιξη της.

Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, πως οι πολύ σταδιακές αλλαγές στην ουσία, οι οποίες παρατηρούνται στην μεταβολική διαδικασία, ελέγχονται πλήρως από τον οργανισμό και δεν προέρχονται από μια εξωτερική δύναμη, όπως οι ασταμάτητα εργαζόμενες νανομηχανές. Προφανώς, όλες οι αλλαγές στην ουσία πρέπει να συμβαίνουν μέσα σε ένα πολύ στενό πλαίσιο ώστε να διατηρηθεί η ζωή.

Επί πλέον, δεν υπάρχουν διαθέσιμες αποδείξεις για τον σχηματισμό ζωής πέρα από τα μόρια που βασίζονται στον άνθρακα οπουδήποτε στην Γη, ή, από όσο ξέρουμε, στο Σύμπαν, παρ’ όλα τα δισεκατομμύρια έτη που έχουν περάσει και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είχε συμβεί. Αυτό σημαίνει πως όχι μόνο δεν αναπτύχθηκε από μόνη της καμία μορφή ζωής η οποία έχει ως βάση τον άνθρακα, αλλά και πως καμία μορφή ζωής με βάση τον άνθρακα ποτέ δεν άλλαξε την χημική της σύσταση σε νέα στοιχεία, παρ’ όλες τις αφόρητες πιέσεις της ε-ξέλιξης (ώστε να εκμεταλλευτεί νέες ουσίες, νέες ιδιότητες και νέα περιβάλλοντα).

Παρακάτω, η επιχειρηματολογία του Μόραβεκ υπέρ της ταυτότητας-αρχέτυπο, προβάλλει τον αναγωγισμό που υπάρχει στην θεωρία του.

Ο Μόραβεκ ξεκινά με το μήνυμα «Δεν είμαι μια μέδουσα». (Θα εύχονταν, ίσως όσοι δεν είναι ευχαριστημένοι με την ύπαρξη τους ως πρωτοπλάσματα.)

«Καθώς δακτυλογραφώ το κείμενο, αυτό πηγαίνει από τον εγκέφαλο στο πληκτρολόγιο του η/υ μου, διαμέσου χιλιάδων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, και περνώντας πολλά μέτρα καλωδίου. Μετά από αναρίθμητες περιπέτειες, το μήνυμα εμφανίζεται σε πολλά βιβλία σαν αυτό που κρατάτε. Πόσα μηνύματα υπάρχουν; Υποστηρίζω πως είναι πιο χρήσιμο να σκεφτόμαστε πως υπάρχει μόνον ένα, παρ’ όλη την μαζική αντιγραφή του. Εάν το επαναλάβω εδώ πως «Δεν είμαι μια μέδουσα», πάλι θα είναι ένα το μήνυμα… Το μήνυμα είναι η πληροφορία που μεταφέρεται, όχι το μέσο διαμέσου του οποίου γίνεται η κωδικοποίηση/μεταφορά. Το «αρχέτυπο» που αξιώνω είναι πως το αληθινό εγώ έχει τις ίδιες ιδιότητες με αυτό το μήνυμα», (Μόραβεκ 1988: 118-119).

Η σύγχυση εδώ γίνεται μεταξύ ενός υπαρκτού αντικειμένου και της συμβολικής του αναπαράστασης. Το σύμβολο είναι εξ ορισμού, κάτι το οποίο υπάρχει στην θέση κάποιου πράγματος, μια μινιμαλιστική εκδοχή της πραγματικότητας που μπορεί να αναπαραχθεί ασταμάτητα. Στο παράδειγμα που δίνει ο Μόραβεκ, αυτό που ήταν αληθινό και μοναδικό ήταν η όλη νοητική διεργασία η οποία τον έκανε να σκεφτεί την φράση «Δεν είμαι μια μέδουσα». Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς μια απλή αναπαράσταση.

Τζων Φίλις
Μετάφραση Κ.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 124, Φεβρουάριος 2013

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.