Τι είναι η εξουσία;

BakouninΟ αγώνας για την Αναρχία δεν χωρά σε αγιογραφίες. Δεν αναδεικνύει αυθεντίες, ούτε, βεβαίως, τα όποια θέσφατα αυτών. Ρέει ελεύθερα, θεωρεί, αναθεωρεί, διδάσκεται από τα λάθη και τις παραλείψεις του, ενσωματώνει νέες ιδέες κι απόψεις συνολικά απελευθερωτικές, που, ενδεχομένως, να λογίζονταν ως «περιττές» ή και «άχρηστες» στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Δεν φοβάται να παραδεχτεί σφάλματα, αστοχίες, επιλογές που εν τέλει αποδείχθηκαν λανθασμένες, ακόμη κι αν έγιναν με τις καλύτερες προθέσεις. Δεν ταυτίζει τον ίδιο τον αγώνα με συντρόφους ή «συντρόφους» που για τον έναν ή τον άλλον λόγο εγκατέλειψαν, είτε γιατί ο βόρβορος του «χώρου» τούς έφραζε την αναπνοή, είτε διότι είχαν απλώς «καλύτερα» πράγματα να κάνουν. Όπως και δεν ταυτίζεται με κανέναν, όσο μεγάλη κι ανυστερόβουλη κι αν ήταν η προσφορά του για το προχώρημα των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Κι αυτές, με την σειρά τους, δεν μας ατενίζουν από κάποιο περίτεχνο βάθρο στα σύννεφα, δεν είναι υπεράνω της Ζωής διότι, απλούστατα, είναι σύμφυτες με αυτήν. Ο αναρχικός αγώνας δεν βρίσκεται ούτε μια σπιθαμή ψηλότερα από τον άνθρωπο και το σύνολο του φυσικού κόσμου. Με άλλα λόγια, οι «προφήτες» και τα «ευαγγέλια» ταιριάζουν στις ιδεολογίες –και δη στις πολιτικές– κι όχι στον αναρχικό αγώνα. Τα μελανέρυθρα «εικονοστάσια» τα χαρίζουμε μεγαλοθύμως στους αριστεριστές και τους γλυκανάλατους του «κοινωνικού αναρχισμού», όπως επίσης και στις «επαναστατικές» τους ορντινάντσες της «λύσσας και συνείδησης».

Για τον ίδιο λόγο, όμως, που περιφρονούμε τις αγιογραφίες, δεν συμφωνούμε και με το να βαπτίζονται αφειδώς ως «ξεπερασμένοι» κι «άνευ σημασίας» σπουδαίοι για την προσφορά τους αναρχικοί του παρελθόντος, με το αιόλο επιχείρημα πως η κατατεθειμένη άποψή τους παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από όσα, πραγματικά, θεωρούνται κομμάτι της απελευθερωτικής θεώρησης στο σήμερα. Και μάλιστα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, τούτο να συμβαίνει δίχως ουσιαστική κριτική, παράθεση επιχειρημάτων κι απόψεων. Η στενοκεφαλιά δεν υπήρξε ποτέ αρετή κανενός.

Για όλους τους αναφερθέντες λόγους μεταφράσαμε το παρακάτω κείμενο του Μιχαήλ Μπακούνιν, 200+1 χρόνια από την γέννησή του. Οι ουκ ολίγες διαφωνίες μας, τόσο με τις θεωρήσεις όσο και με τις πρακτικές του ρώσου αναρχικού, δεν μας καθιστούν τυφλούς κι ανίκανους να δούμε το εμφανές, πως οι απόψεις του μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στο διαρκώς εξελισσόμενο σύνολο της συνολικής απελευθερωτικής πρότασης. Στο κείμενό του, που ακολουθεί, διαπραγματεύονται από αναρχικής σκοπιάς σημαντικότατα ζητήματα, όπως η εξουσία εν συνόλω, η επιστημονική αυθεντία, οι φυσικοί νόμοι και η σχέση της ελευθερίας με αυτούς κ.α. Γράφτηκε το 1871. To αγγλικό κείμενο απ’ όπου έγινε η μετάφραση προέρχεται από το theanarchistlibrary.org.

Τι είναι η εξουσία; Είναι η αναπόφευκτη δύναμη των φυσικών νόμων, που εκδηλώνονται με την αναγκαιότητα σύνδεσης και διαδοχής των φαινομένων στους φυσικούς και κοινωνικούς κόσμους; Πράγματι, απέναντι σε αυτούς τους νόμους, η εξέγερση είναι όχι μόνο απαγορευμένη – είναι ακόμη και αδύνατη. Εμείς μπορούμε να τους παρερμηνεύουμε ή να τους αγνοούμε πλήρως, αλλά δεν μπορούμε να τους παρακούσουμε· επειδή αποτελούν τη βάση και τις θεμελιώδεις συνθήκες της ύπαρξής μας· μας περιβάλλουν, διεισδύουν μέσα μας, ρυθμίζουν όλες τις κινήσεις, τις σκέψεις και τις πράξεις μας· ακόμη κι όταν πιστεύουμε ότι τους έχουμε παρακούσει, το μόνο που κάνουμε είναι να υπογραμμίζουμε την παντοδυναμία τους.

Ναι, είμαστε απολύτως οι σκλάβοι των νόμων αυτών. Αλλά σε τέτοια σκλαβιά δεν υπάρχει ταπείνωση ή, μάλλον, καθόλου δουλεία. Επειδή η δουλεία προϋποθέτει έναν εξωτερικό αφέντη, ένα νομοθέτη, ανεπηρέαστο απ’ αυτόν τον οποίον διατάζει, ενώ αυτοί οι νόμοι δεν είναι έξω από εμάς· είναι εγγενείς σε εμάς· αποτελούν την ύπαρξή μας, όλο το είναι μας, σωματικά, διανοητικά και ηθικά· ζούμε, αναπνέουμε, ενεργούμε, σκεφτόμαστε, επιθυμούμε μόνο μέσω αυτών των νόμων. Χωρίς αυτούς δεν είμαστε τίποτε, δεν υπάρχουμε. Από πού, λοιπόν, θα μπορούσαμε να αντλούμε τη δύναμη και την επιθυμία να ξεσηκωθούμε εναντίον τους;

Στη σχέση του με τους φυσικούς νόμους, μόνο μία ελευθερία είναι δυνατή για τον άνθρωπο: να αναγνωρίσει και να εφαρμόσει τους νόμους αυτούς πάνω σε μια ολοένα αυξανόμενη κλίμακα συμμόρφωσης με το αντικείμενο της συλλογικής κι ατομικής απελευθέρωσης της ανθρωπινότητας που επιδιώ­κει. Αυτοί οι νόμοι, μόλις αναγνωριστούν, ασκούν ένα είδος εξουσίας που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ απ’ τη μάζα των ανθρώπων. Κάποιος πρέπει, για παράδειγμα, να είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής, είτε ανόητος είτε θεολόγος ή τουλάχιστον ένας μεταφυσικός, νομικός ή αστός οικονομολόγος, για να επαναστατήσει ενάντια στο νόμο, σύμφωνα με τον οποίο δύο επί δύο κάνουν τέσσερα. Πρέπει, κάποιος, να έχει πίστη για να φανταστεί ότι δεν θα καεί από την φωτιά, ούτε θα πνιγεί μέσα στο νερό, εκτός εάν στην πραγματικότητα προσφύγει σε κάποια τεχνάσματα, που οφείλονται, με τη σειρά τους, σε κάποιον άλλον φυσικό νόμο. Αλλά αυτές οι εξεγέρσεις ή, μάλλον, αυτές οι απόπειρες ή οι ανόητες φαντασιώσεις μιας ανέφικτης εξέγερσης, είναι αναμφισβήτητα η εξαίρεση: επειδή, σε γενικές γραμμές, μπορεί να ειπωθεί ότι η μάζα των ανθρώπων, στην καθημερινή της ζωή, αναγνωρίζει την διακυβέρνηση της κοινής λογικής –η οποία είναι, με βάση το άθροισμα των γενικών νόμων, καθολικά αναγνωρισμένη– με έναν σχεδόν απόλυτο τρόπο.

Η μεγάλη ατυχία είναι πως ένας μεγάλος αριθμός φυσικών νόμων, που έχουν ήδη καθοριστεί ως τέτοιοι απ’ την επιστήμη, παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό, χάρη στην επαγρύπνηση αυτών των κηδεμονικών κυβερνή­σεων που υπάρχουν, όπως γνωρίζουμε, μόνο για το καλό του λαού! Υπάρχει και μια άλλη δυσκολία –ότι, δηλαδή, το μεγαλύτερο μέρος των φυσικών νόμων που συνδέονται με την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας, οι οποίοι είναι τόσο αναγκαίοι, αμετάβλητοι, μοιραίοι, όσο και οι νόμοι που κυβερνούν τον φυσικό κόσμο, δεν έχουν αποδειχτεί δεόντως και δεν έχουν αναγνωρισθεί απ’ την ίδια την επιστήμη.

Απ’ τη στιγμή που θα έχουν αναγνωριστεί απ’ την επιστήμη και στη συνέχεια απ’ τους επιστήμονες, μέσω ενός εκτεταμένου συστήματος λαϊκής εκπαίδευσης και διδασκαλίας, θα έχουν περάσει στη συνείδηση όλων, το ζήτημα της ελευθερίας θα έχει επιλυθεί πλήρως. Οι πλέον πεισμώδεις εξουσίες θα πρέπει να παραδεχθούν ότι δεν υπάρχει ανάγκη ούτε πολιτικής οργάνωσης, ούτε καθοδήγησης, ούτε νομοθεσίας, τριών πραγμάτων τα οποία αν προέρχονται από τη βούληση του κυρίαρχου ή απ’ την καθολική ψηφοφορία ενός εκλεγμένου κοινοβουλίου ακόμη κι αν θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με το σύστημα των φυσικών νόμων –που ποτέ δεν υπάρχει περίπτωση και ποτέ δε θα συμβεί–, είναι πάντα εξ ίσου μοιραία και εχθρικά προς την ελευθερία των μαζών απ’ το ιδιαίτερο γεγονός ότι τους επιβάλλουν ένα σύστημα εξωτερικών και, ως εκ τούτου, δεσποτικών νόμων.

Η Ελευθερία του ανθρώπου συνίσταται αποκλειστικά σε αυτό: ότι υπακούει τους φυσικούς νόμους, επειδή ο ίδιος τους έχει αναγνωρίσει ως τέτοιους κι όχι επειδή του έχουν επιβληθεί εξωτερικά από μιαν οποιαδήποτε εξωγενή βούληση, θεία ή ανθρώπινη, συλλογική ή ατομική.

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια ακαδημία με γνώσεις, που αποτελείται απ’ τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της επιστήμης· ας υποθέσουμε ότι σ’ αυτή την ακαδημία έχει ανατεθεί η νομοθεσία και η οργάνωση της κοινωνίας και ότι, καθώς εμπνέεται μόνο απ’ την αγνή αγάπη της αλήθειας, δεν πλαισιώνει κανέναν πέρα απ’ τους νόμους, αλλά ότι οι νόμοι είναι σε απόλυτη αρμονία με τις τελευταίες ανακαλύψεις της επιστήμης. Λοιπόν, επιμένω απ’ την πλευρά μου ότι η εν λόγω νομοθεσία κι η οργάνωση θα είναι ένα τερατούργημα για δύο λόγους: πρώτον, επειδή η ανθρώπινη επιστήμη είναι πάντοτε κι αναγκαστικά ατελής κι επειδή, συγκρίνοντας αυτό που ανακάλυψε μ’ αυτό που μένει ν’ ανακαλύψει, μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθεί να είναι το λίκνο της. Έτσι που, αν προσπαθήσουμε να αναγκάσουμε την πρακτική ζωή των ανθρώπων, τόσο συλλογικά όσο κι ατομικά, σε αυστηρή κι αποκλειστική συμφωνία με τα τελευταία δεδομένα της επιστήμης, πρέπει να καταδικάσουμε την κοινωνία, καθώς και τα άτομα, να υποστούν το μαρτύριο της Προκρούστειας κλίνης, το οποίο σύντομα θα τελειώσει με την εξάρθρωση και τον πνιγμό τους, καθώς η ζωή πάντοτε παραμένει απείρως σημαντικότερη απ’ την επιστήμη.

Ο δεύτερος λόγος είναι ο εξής: μια κοινωνία που θα πρέπει να υπακούει σε νομοθεσία, η οποία προέρχεται από επιστημονικές ακαδημίες, όχι επειδή κατανοείται ο ορθολογικός χαρακτήρας αυτής της νομοθεσίας (σε μια τέτοια περίπτωση η ύπαρξη της ακαδημίας θα καταστεί άχρηστη), αλλά επειδή αυτή η νομοθεσία, που προήλθε απ’ την ακαδημία, επιβλήθηκε στο όνομα μιας επιστήμης που τιμάται χωρίς κατανόηση –μια τέτοια κοινωνία θα είναι μια κοινωνία, όχι ανθρώπων, αλλά θηρίων. Θα ήταν μια δεύτερη εκδοχή εκείνων των αποστολών στην Παραγουάη, οι οποίες υπέκυπταν επί μακρόν στην διακυβέρνηση των Ιησουιτών. Θα ήταν σίγουρη και γρήγορη η κάθοδος στο χαμηλότερο στάδιο της ηλιθιότητας.

Αλλά υπάρχει ακόμη ένας τρίτος λόγος, που θα καταστήσει μια τέτοια κυβέρνηση αδύνατη – ότι, δηλαδή, μια ακαδημία επενδύει, να το πω έτσι, σε μια απόλυτη κυριαρχία· ακόμη κι αν αποτελείται απ’ τους πιο επιφανείς ανθρώπους, αλάνθαστα και σύντομα θα κατέληγε στην δική της ηθική και πνευματική διαφθορά. Ακόμη και σήμερα, με τα λίγα προνόμια που τους παραχωρούνται, τέτοια είναι η ιστορία όλων των ακαδημιών. Η μεγαλύτερη επιστημονική ιδιοφυΐα, απ’ τη στιγμή που γίνεται ακαδημαϊκή, ένας επίσημα αναγνωρισμένος σοφός, αναπόφευκτα καταπίπτει στη νωθρότητα. Χάνει τον αυθορμητισμό της, την επαναστατική τόλμη της κι όλη αυτήν την ενοχλητική κι άγρια ενέργεια, χαρακτηριστική των μεγαλύτερων ιδιοφυϊών, οι ο­ποίες πάντοτε καλούνται να καταστρέψουν τους παλιούς παραπαίοντες κόσμους και να θέσουν τις βάσεις νέων. Αναμφίβολα, κερδίζει σε ευγένεια, σε χρηστική και πρακτική σοφία, ό,τι χάνει σε δύναμη σκέψης. Με μια λέξη, διαφθείρεται.

Είναι χαρακτηριστικό των προνομίων και κάθε προνομιούχας θέσης να σκοτώνουν το πνεύμα και την καρδιά των ανθρώπων. Ο προνομιούχος άνθρωπος, είτε πρακτικά είτε οικονομικά, είναι εξαχρειωμένος στο μυαλό και την καρδιά. Αυτό είναι κοινωνικός νόμος, που δεν επιδέχεται καμιά εξαίρεση κι είναι το ίδιο εφαρμόσιμος σε όλα τα έθνη και τις τάξεις, στους οργανισμούς και στα άτομα. Είναι ο νόμος της ισότητας, η υπέρτατη κατάσταση της ελευθερίας και της ανθρωπότητας. Το κύριο αντικείμενο αυτής της θεώρησης είναι ακριβώς να αποδείξει αυτή την αλήθεια σ’ όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής.

Ένα επιστημονικό σώμα, στο οποίο ανατέθηκε η διακυβέρνηση της κοινωνίας, σύντομα θα τελειώσει, αφιερώνοντας τον εαυτό του όχι πλέον στην επιστήμη, αλλά σε μια τελείως διαφορετική υπόθεση· κι αυτή η υπόθεση, όπως και στην περίπτωση όλων των κατεστημένων εξουσιών, θα είναι η δική της αιώνια διαιώνιση, καθιστώντας την κοινωνία, η οποία της εμπιστεύτηκε την φροντίδα της, ακόμη πιο ηλίθια και, κατά συνέπεια, να νοιώθει περισσότερο την ανάγκη διακυβέρνησης και καθοδήγησής της.

Αλλά αυτό που είναι αλήθεια για τις επιστημονικές ακαδημίες, είναι επίσης αλήθεια για όλα τα θεσμικά και νομοθετικά σώματα, ακόμη κι αυτά που εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία. Στην τελευταία περίπτωση, μπορεί να ανανεώνουν τη σύστασή τους, είναι αλήθεια, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον σχηματισμό σε λίγα χρόνια ενός σώματος πολιτικών, προνομιούχων στην πραγματικότητα, αν και όχι σύμφωνα με το νόμο, που, αφιερώνοντας τους εαυτούς τους αποκλειστικά σ’ αυτή την κατεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων μιας χώρας, συνιστούν τελικά ένα είδος πολιτικής αριστοκρατίας ή ολιγαρχίας. Το μαρτυρούν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής κι η Ελβετία.

Κατά συνέπεια, καμιά εξωτερική νομοθεσία και καμιά εξουσία – το ένα, για αυτό το ζήτημα, είναι ξεχωριστό απ’ το άλλο και τα δύο τείνουν προς την υποτέλεια της κοινωνίας και την υποβάθμιση των ίδιων των νομοθετών.

Συνεπάγεται ότι απορρίπτω κάθε εξουσία; Μακριά από μένα μια τέτοια σκέψη. Για το ζήτημα των υποδημάτων, αναφέρομαι στην εξουσία του υποδηματοποιού· σχετικά με τα σπίτια, τα κανάλια ή τους σιδηροδρόμους, συμβουλεύομαι τον αρχιτέκτονα ή τον μηχανικό. Για την τάδε ή την δείνα ειδική γνώση απευθύνομαι στον αντίστοιχο ειδικό.[1] Αλλά δεν επιτρέπω ούτε στον υποδηματοποιό, ούτε στον αρχιτέκτονα, ούτε στον σοφό να επιβάλλει την εξουσία του πάνω μου. Τους ακούω ελεύθερα και με όλο το σεβασμό που τους αξίζει για την ευφυΐα τους, τον χαρακτήρα και τις γνώσεις τους, διατηρώντας πάντα αδιαμφισβήτητα το δικαίωμα της κριτικής μου και της δυσπιστίας μου. Δε θα περιοριστώ σε μια διαβούλευση με μια και μόνη αρχή σε οποιοδήποτε ειδικό κλάδο· συμβουλεύομαι πολλές· μπορώ να συγκρίνω τις απόψεις τους και να επιλέξω αυτή που φαίνεται η σωστότερη. Αλλά δεν αναγνωρίζω καμιά αλάνθαστη αρχή, ακόμη και σε ειδικά ζητήματα· συνεπώς, ανεξάρτητα από το σεβασμό που μπορεί να έχω για την εντιμότητα και την ειλικρίνεια του τάδε ή του δείνα συγκεκριμένου ατόμου, δεν έχω καμιά απόλυτη πίστη σε κανένα, ιδιαίτερα, άτομο. Μια τέτοια πίστη θα ήταν μοιραία για την λογική μου, για την ελευθερία μου, ακόμη και για την επιτυχία των προσπαθειών μου· θα με μετέτρεπε αμέσως σε έναν ηλίθιο σκλάβο, σε ένα όργανο της βούλησης και των συμφερόντων των άλλων.

Αν υποκλιθώ μπροστά στην εξουσία των ειδικών και ομολογήσω ότι είμαι έτοιμος να ακολουθήσω, σε κάποιον βαθμό και για όσο το θεωρήσω αναγκαίο, τις υποδείξεις τους και ακόμη περισσότερο τις κατευθύνσεις τους, είναι επειδή η αρχή τους δεν επιβάλλεται πάνω μου από κάποιον, ούτε άνθρωπο ούτε θεό. Διαφορετικά, θα ήθελα να τους απωθήσω με φρίκη και να πάρει ο διάβολος τους συμβούλους τους, τις κατευθύνσεις τους, καθώς και τις υπηρεσίες τους, βέβαιος ότι θα με κάνει να πληρώσω με την απώλεια της ελευθερίας μου και του αυτοσεβασμού μου, για τόσα ψήγματα αλήθειας, τυλιγμένα σε πλήθος ψεμάτων, όπως ίσως μου προσφερθούν.

Υποκλίνομαι μπροστά στην αρχή των ειδικών, επειδή μου επιβάλλεται από δική μου ευθύνη. Συνειδητοποιώ την αδυναμία μου ν’ αντιληφθώ, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τη θετική του εξέλιξη, οποιοδήποτε μεγάλο μέρος της ανθρώπινης γνώσης. Η μεγαλύτερη ευφυΐα δε θα μπορούσε να κατανοήσει το όλον. Από αυτό προκύπτει, τόσο για την επιστήμη, όσο και για τη βιομηχανία, η αναγκαιότητα της διαίρεσης και της συνένωσης του εργατικού δυναμικού. Λαμβάνω και προσφέρω – όπως και στην ανθρώπινη ζωή. Ο καθένας κατευθύνει και κατευθύνεται με τη σειρά του. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καθορισμένη και σταθερή εξουσία, αλλά μια συνεχής ανταλλαγή αμοιβαίας, προσωρινής και, πάνω απ’ όλα, εθελοντικής εξουσίας και ευπείθειας.

Αυτός ο ίδιος λόγος μού απαγο­ρεύει, τότε, να αναγνωρίσω μια σταθερή, διαρ­κή και καθολική αρχή, επειδή δεν υπάρχει καθολικός άνθρωπος, κανείς άνθρωπος δεν είναι ικανός να μπορεί να την αντιληφθεί σε όλο τον πλούτο των λεπτομερειών της, χωρίς την οποία είναι αδύνατη η εφαρμογή της επιστήμης στη ζωή, σε όλες τις επιστήμες, σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Κι αν μια τέτοια καθολικότητα θα μπορούσε να γίνει ποτέ αντιληπτή από έναν μόνο άνθρωπο κι αν ήθελε να την εκμεταλλευτεί, για να επιβάλει την εξουσία του πάνω μας, θα ήταν αναγκαίο να οδηγήσουμε αυτόν τον άνθρωπο έξω απ’ την κοινωνία, επειδή η εξουσία του θα έριχνε αναπόφευκτα όλους τους άλλους στη σκλαβιά και στην ανοησία. Δεν νομίζω ότι η κοινωνία θα έπρεπε να κακομεταχειρίζεται τους ανθρώπους τέτοιας ευφυΐας, όπως έχει κάνει ως τώρα: αλλά ούτε πιστεύω ότι θα πρέπει να τους αποδώσουμε υπερβολικά πολλά ή ακόμη λιγότερο να τους παραχωρήσουμε τυχόν προνόμια ή απόλυτα αποκλειστικά δικαιώματα. Κι αυτό για τρεις λόγους· πρώτον, επειδή θα μπερδεύαμε συχνά έναν τσαρλατάνο με έναν ευφυή άνθρωπο· δεύτερον, επειδή μέσα από ένα τέτοιο σύστημα προνομίων, θα μπορούσε να μετατραπεί σε τσαρλατάνο, ακόμη κι ένας πραγματικά ευ­φυής άνθρωπος, από-ηθικοποιούμενος και υποβαθμιζόμενος· και τέλος, επειδή θα εγκαθίδρυε έναν αφέντη πάνω απ’ αυτήν.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 153, Οκτώβριος 2015

[1]. ΣτΜ: αυτή η παράγραφος, ως το εν λόγω σημείο, είναι ταυτόσημη με την άποψη του Σωκράτη στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, όταν αναζητά απάντηση στο ερώτημα αν η αρετή είναι διδακτή.

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.