Tag Archives: Geronimo

Αφηγήσεις του Geronimo υπό τη σκιά του πολιτισμού (μέρος Β΄)

Κεφάλαιο 2: Υποδιαιρέσεις της φυλής των Απάτσι

jeronymo3Οι Ινδιάνοι Απάτσι υποδιαιρούνται σε έξι υπό-φυλές. Σε μια από αυτές, τους Be-don-ko-he, ανήκω.

Η φυλή μας κατοίκησε αυτή την περιοχή της ορεινής χώρας, που εκτείνεται δυτικά απ’ την ανατολική γραμμή της Αριζόνας και νότια από τις πηγές του ποταμού Gila.

Ανατολικά από εμάς, ζούσαν οι Chi-hen-ne (Ojo Caliente, δηλαδή καυτό μάτι στα ισπανικά, καυτές πηγές) Απάτσι. Η φυλή μας δεν είχε ποτέ κανένα πρόβλημα μαζί τους. Ο Victoria, ο αρχηγός τους, ήταν πάντοτε φίλος μου. Πάντοτε βοηθούσε τη φυλή μας, όταν του ζητούσαμε βοήθεια. Έχασε τη ζωή του υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα του λαού του. Ήταν καλός άνθρωπος και γενναίος πολεμιστής. Ο γιος του Charlie τώρα ζει εδώ στον καταυλισμό, μαζί μας.

Στα βόρειά μας ζούσαν οι Απάτσι του Λευκού Βουνού. Δεν ήταν πάντα με τους καλύτερους όρους με τη φυλή μας, αν και σπάνια είχαμε πόλεμο μεταξύ μας. Ήξερα τον αρχηγό τους, τον Hash-ka-ai-la, προσωπικά και τον θεωρούσα καλό πολεμιστή. Η εμβέλειά τους έφτανε μέχρι κοντά στους Ινδιάνους Ναβάχο, που δεν προέρχονταν απ’ το ίδιο αίμα με τους Απάτσι. Κάναμε συμβούλια με όλες τις φυλές Απάτσι, αλλά ποτέ με τους Ναβάχο. Ωστόσο, κάναμε ανταλλαγή αγαθών μαζί τους και κάποιες φορές τους επισκεπτόμασταν. Συνέχεια

Αφηγήσεις του Geronimo υπό τη σκιά του πολιτισμού (μέρος Α΄)

jeronymo1Κι ένα νεκρό δέντρο αφήνει την σκιά του. Αυτοί όμως που έκαψαν τα πάντα βλέπουν μόνο σκιές. Κι αυτές οι σκιές είναι χειρότερο που μένουν. Καλύτερα να μην είχε μείνει τίποτα. Αυτές οι σκιές κινούνται και σε κυνηγούν σα φαντάσματα με το πρώτο αναιμικό αεράκι. Γλιστρούν μέσα στο θόρυβο να γίνουν άλικη βροχή, δοσμένη σε μια καταιγίδα που μαστιγώνει την όραση. Προσπερνούν τον χρόνο και το χώρο μέσα μας, δίχως μιλιά και χρώματα. Είναι οι εμπειρίες που δεν έγιναν γνώση, τα τρίμματα της ψυχής που δεν γέννησαν σπόρους ελευθερίας. Όλα γύρω και δίπλα μας. Σε μια συνεχή κατάτμηση άνευ όρων. Μέρα με την μέρα, με τα πόδια γυμνά να πληγιάζουν στο γαρμπίλι τ’ ανήφορου.

Κι ένα νεκρό δέντρο αφήνει την δροσιά του. Δακρύζει πορφύρα να γλυκάνει τις καμένες του ρίζες. Κι ο ιστός της γριάς αράχνης γίνεται φυλαχτό. Σφουγγίζει το ξέπνοο δάκρυ στα σπλάχνα του, δίνει φύση απ’ την φύση του. Λάφυρο από εφιάλτη. Αστικός τρόμος κι εν τάφω επιβίωση. Η μνήμη σμιλεμένη σε πρωινές δροσοσταλίδες. Η μνήμη που δεν υπακούει στα θέλγητρα του νόστου και προχωρεί εμπρός μονάχη. Η μνήμη που εκριζώνει τους οφθαλμούς της να υβρίσει τις οθόνες. Η γλύκα της καθαρής ύπαρξης και η κόσα του πολιτισμού πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τα σκιάχτρα που ξεπληρώνουν τον θάνατο με τις ζωές μας. Οι αχυρένιες τους μπούκλες βαμμένες στο αίμα∙ ξέθωρες κι ευάλωτες στου χρόνου τ’ ανεμογύρισμα. Ο χρόνος όμως δεν είναι με κανέναν. Συνωμοτεί ασταμάτητα εις βάρος όλων.

Συνέχεια