Tag Archives: χρυσούν γένος

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος θ΄)

Αυτές οι πρώτες κοινωνίες, που καλύπτονται από την ομίχλη του χρόνου και συχνά για μας πατούν μεταξύ φαντασίας και απόμακρης άρρητης μνήμης, αντιμετωπίζονται άλλοτε με αμηχανία και άλλοτε με την εμπορική διάθεση του τηλεπλασιέ βιβλίων, που τις αποδίδει σε εξωγήινους πληθυσμούς. Είναι πιο εύκολο συχνά για τους ανθρώπους να θεωρούν αυτές τις ελεύθερες κοινωνίες ως δημιουργήματα εξωγήινων πολιτισμών, παρά ελεύθερων ανθρώπων. Άλλοτε πάλι οι εκπολιτιστές είναι οι εξωγήινοι, σα να χρειάζεται να έρθουν πλάσματα από άλλους πλανήτες, για να επιβληθεί μία εξουσία· λες και δεν είναι επαρκείς οι γη-γενείς εξουσιαστές.

Οι ουτοπιστές που ανατράφηκαν μέσα στα όρια του πολιτισμού, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Μωρ και τον Λεκατσά, φαντάζονται την ιδανική πολιτεία ως κοινοκτημοσύνη. Πρώτα από όλα, ο ιδανικός τους κόσμος είναι μία πολιτεία, διαθέτει άρα πολίτευμα, επεξεργάζεται επομένως νοητικά τη διαχείριση της εξουσίας. Έπειτα, η κοινοκτημοσύνη διαμοιράζει απλώς την γη σε ίσα μέρη στην καλύτερη περίπτωση, αν δε μιλάει και για σωστή διαχείριση της βιομηχανίας. Προσπαθούν να λύσουν ένα αίνιγμα, πιάνοντάς το από τη μέση της διαδρομής, χωρίς να αναζητούν τα αρχικά αίτια που υπέταξαν τον άνθρωπο. Άλλωστε, δεν χάνουν στιγμή την εμπιστοσύνη τους στον πολιτισμό, δεν αμφιβάλουν σχεδόν ποτέ για τις συνέπειές του, γεγονός που δημιουργεί όχι μόνο μία μερική αντιμετώπιση του θέματος, αλλά και του δίνει ακριβώς την αίσθηση του απραγματοποίητου. Δεν γίνεται από τη μία να κρατάμε όσα φυλάκισαν τον άνθρωπο και τον υπέταξαν και από την άλλη να επιδιώκουμε μία ελεύθερη κοινότητα ανθρώπων. Ακριβώς για αυτό οι κοινωνίες αυτές είναι ουτοπικές με όλη τη σημασία της λέξης: ου-τόπος. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος η΄)

«Το χαμόγελο [των Νεμάντι, μιας νομαδικής φυλής στη Σαχάρα] ήταν ένα μήνυμα από την Χρυσή Εποχή. Μου είχε μάθει να απορρίπτω χωρίς δισταγμό όλα τα επιχειρήματα για την ασκήμια της ανθρώπινης φύσης. Η ιδέα της επιστροφής σε μία «αρχική απλότητα» δεν ήταν αφελής ή αντιεπιστημονική ή εκτός πραγματικότητας. Η αποκήρυξη. Η αποκήρυξη μπορεί να πετύχει, ακόμη και σε τούτη την προχωρημένη εποχή». Bruce Chatwin,  Τα μονοπάτια των τραγουδιών.

Ο μύθος του χαμένου παραδείσου απαντάται σε αμέτρητους λαούς, για να εκφράσει μια εποχή που οι άνθρωποι δεν διαχώριζαν το καθημερινό από το ιερό. Ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους, με τα ζώα και τη φύση, θέτοντας στο κέντρο του κόσμου ένα σημείο (ένα δέντρο, έναν στύλο), που λειτουργούσε ως πέρασμα ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ώστε να μπορούν να φτάσουν στον κόσμο των θεών. Μας θυμίζει τη σκάλα του Ιακώβ ή τη σκάλα του Μωάμεθ. Μετά την καταστροφή αυτού του κόσμου το πέρασμα ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει. Ο μύθος εκφράζει μία πραγματικότητα πέρα από τα όρια της απτής καθημερινότητας, που απελευθερώνει τους ανθρώπους από τις υλικές ανάγκες. Άλλωστε, πολύ συχνά η κατοχή αντικειμένων, πέρα απ’ τα απολύτως απαραίτητα, θεωρείται ότι φυλακίζει τους ανθρώπους. Εδώ και πολλούς αιώνες η ανθρωπότητα, διαχωρίζοντας τη λογική από το μύθο σε πολύ μεγάλο βαθμό, απομάκρυνε το καθημερινό από το μεταφυσικό, κάνοντας τη ζωή ένα αβάσταχτο καθήκον, γεμάτο ενοχές, νόμους και υποχρεώσεις, που δεν έχουν σκοπό να εξυψώσουν τον άνθρωπο, αλλά να τον τιμωρήσουν, καλύπτοντας κάτω από τόνους άχρηστων προϊόντων του πολιτισμού, το θαύμα που έχει μέσα του. Οι μύθοι ήταν συμμετοχή στην πνευματική διάσταση του κόσμου. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος ζ΄)

Η Εδέμ και ο Παράδεισος είναι ο περιφραγμένος κήπος των απολαύσεων. Των απολαύσεων φυσικά όπως τους όριζε η κρατική μηχανή. Έναν τέτοιο κήπο επιφυλάσσει και το Ισλάμ (= η υποταγή στο θεό) για τους πιστούς του Αλλάχ. Ο επουράνιος αιώνιος κήπος διαποτίζει τη συνείδηση του πιστού και την καθημερινότητά του και οι επίγειοι κήποι σε διάφορα ανατολικά κράτη έχουν το σκοπό της υπενθύμισης: του κήπου που κάθε απόλαυση τον κατακλύζει δίχως τους πόνους της επίγειας ζωής, είναι το βραβείο των θυσιών και των μαρτυρίων. Οι μυθολογικοί συγγενείς του «χρυσού γένους» δεν αναφέρονταν σε περιφραγμένους κήπους, γιατί άχρονος κήπος ήταν όλη η γη. Η χριστιανική παράδοση, αν και παρουσιάζει πολλά κοινά με την ισλαμική, άλλωστε η μία τροφοδότησε την άλλη, εμφανίζουν μία ουσιαστική διαφορά που εδώ μας ενδιαφέρει, γιατί αλλάζει την έννοια του παραδείσου για τις δύο θρησκείες. Ο θεός του κορανίου συγχωρεί το προπατορικό αμάρτημα του Αδάμ, ο οποίος δεν το κληροδοτεί στους απογόνους του, όπως κάνει αυτός της παλαιάς διαθήκης. Έτσι, στο Ισλάμ απουσιάζει και το σχέδιο σωτηρίας της ανθρωπότητας με την αποστολή του Χριστού. Από την άλλη το Ισλάμ δεν είναι, κατά βάση, μυστηριακή θρησκεία, όπως ο χριστιανισμός και δεν διακρίνεται η θρησκευτική δραστηριότητα από την καθημερινή. Η πολιτική και θρησκευτική εξουσία είναι ενιαία. Αφού δεν υπάρχει μεσσίας, δεν υπάρχει ιερατείο που τελεί τα μυστήρια. Υπάρχουν νομοδιδάσκαλοι («ulama» και «fuguha»), που μελετούν και γνωρίζουν το θεϊκό νόμο, καθοδηγώντας την κοινότητα, χωρίς να διαθέτουν ένα ιδιαίτερο ιερατικό χάρισμα. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος στ΄)

«Ο παράδεισος, έτσι όπως συμβατικά περιγράφεται, είναι ένα μέρος τόσο μάταιο, τόσο αδιάφορο, τόσο άχρηστο, τόσο άθλιο, που κανείς δεν επιχείρησε ποτέ να περιγράψει μια ολόκληρη μέρα στον παράδεισο, παρότι αρκετοί έχουν περιγράψει μια μέρα στην ακροθαλασσιά». Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω

Οργανώνοντας τον πολιτισμένο παράδεισο

Με την καθιέρωση των οργανωμένων θρησκειών, οι οποίες επέβαλαν ιεραρχικές και εξουσιαστικές τελετουργίες και κατόπιν δόγματα –το έχουμε εν μέρει αναπτύξει και σε προηγούμενο κείμενο, ας μην κουράσουμε εδώ– η «χρυσή εποχή», μετατράπηκε σε παράδεισο, που παγίωσε κάποια χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα ο χριστιανικός και ο ισλαμικός παράδεισος αποτέλεσαν ένα είδος υπόσχεσης, επιστροφής, άρα και ένα μέσο υποδούλωσης και εκμετάλλευσης. Με την ψεύτικη υπόσχεση της επιστροφής στον παράδεισο, όσοι ήθελαν να γευτούν τους αιώνιους καρπούς του, έπρεπε να είναι καλοί και πιστοί, σύμφωνα με τα προστάγματα του δόγματος. Δηλαδή, να ακολουθούν αυστηρά τους θρησκευτικούς νόμους. Ήταν βέβαια ελεύθεροι να παρακούσουν, αλλά βέβαια θα έπρεπε να ξέρουν ότι αυτή η λάθος επιλογή θα τους οδηγούσε στο «πυρ το εξώτερον». Επί πλέον, ο παράδεισος δεν αποτελεί μια κατάσταση που ανά πάσα στιγμή μπορεί να καταστραφεί, όπως είδαμε στους πρώτους μύθους για την «χρυσή εποχή», από έναν κατακλυσμό ή ένα άλλο φυσικό φαινόμενο, αλλά είναι αιώνιος και περιμένει τους εκλεκτούς. Άλλωστε, η ίδια η προέλευση της λέξης Παράδεισος (από την περσική λέξη pardez=κήπος/ pairi-daeza= περίκλειστος κήπος), σημαίνει έναν περιφραγμένο τόπο ομορφιάς και αγαλλίασης, που δεν προορίζεται για όλους, αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να διαθέτει σύνορα. Επομένως, η λέξη Παράδεισος από μόνη της σηματοδοτεί μία άλλη διάσταση από αυτήν που συμπυκνώνει η έννοια του «χρυσού γένους». Αξίζει, λοιπόν, να εξετάσουμε κάποιες επιμέρους πτυχές του θέματος, για να δείξουμε ότι ο πολιτισμός και οι εξουσιαστικές σχέσεις που τον συνοδεύουν κατάφεραν να αξιοποιήσουν ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά ακόμη και τις πιο όμορφες πλευρές της φύσης. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος ε΄)

Στη Λατινική Αμερική αντίστοιχες ιστορίες του χαμένου παραδείσου που ακολουθούνται από έναν κατακλυσμό, είναι διάσπαρτες. Στον μύθο των Πουρέπετσα, στο Μεξικό, υπήρχε μία εποχή που ζούσαν μόνο ζώα στη γη, που μεγάλωναν ανενόχλητα. Ο βασιλιάς του κόσμου, ο Τουκούπ Ατσά έφτιαξε μια γυναίκα και έναν άνδρα από χώμα, αλλά το νερό τους διέλυσε, όταν πήγε στο ποτάμι να τους πλύνει. Γι αυτό τους έφτιαξε από στάχτη, αλλά και πάλι διαλύθηκαν στο νερό. Έτσι, τους έφτιαξε από μέταλλο κι αυτοί όχι απλώς δε διαλύθηκαν, αλλά πολλαπλασιάστηκαν και έφτιαξαν τις φυλές της γης. Έπειτα από αυτό όμως ακολούθησε ο κατακλυσμός, από τον οποίο επέζησε μόνο ο Τέσπι και η οικογένειά του, αφού έφτιαξε ένα μεγάλο κανό, όπου, εκτός από τους δικούς του, έβαλε και όλα τα ζώα. Ταξίδεψαν για καιρό στα κύματα, φτάνοντας μέχρι τα σύννεφα. Τελικά, έστειλε τα πουλιά να δουν εάν σταμάτησε ο κατακλυσμός. Επέστρεψε ένα κολίμπρι, που έφερε στα φτερά του τις αντανακλάσεις της φύσης και στο ράμφος του ένα λουλούδι. Έτσι, ο Τέσπι πήρε το μήνυμα και επέστρεψε στη στεριά. Σε έναν θρύλο των Ίνκας, στο Περού, η λίμνη Τιτικάκα παρουσιάζεται ως μια εύφορη κοιλάδα, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ήσυχοι κι ευτυχισμένοι και τίποτε δεν τους έλειπε. Η γη ήταν πλούσια και έδινε στους ανθρώπους ό,τι χρειάζονταν. Οι Άπους, οι θεοί των βουνών, προστάτευαν τους ανθρώπους που κατοικούσαν στην περιοχή και δεν υπήρχαν ούτε βίαιοι θάνατοι, ούτε μίσος, ούτε ανταγωνισμός. Απαγορευόταν, μόνο, να κατέβουν στο εσωτερικό του βουνού και να φτάσουν στην Ιερή Φωτιά. Για καιρό ζούσαν χωρίς να σκεφτούν να παραβούν τον κανόνα, αλλά το κακό πνεύμα τους έβαλε να αποδείξουν τη γενναιότητά τους. Έτσι, αυτοί, παρασυρμένοι από την πρόκληση, παράκουσαν την απαγόρευση και κατέβηκαν, με αποτέλεσμα χιλιάδες πούμα να ξεπηδούν από το βουνό και να τους επιτίθενται. Ο θεός Ήλιος από τη στεναχώρια του για τους ανθρώπους έβαλε τα κλάματα και προκάλεσε πλημμύρα. Από την πλημμύρα μόνον ένας άνδρας και μια γυναίκα κατάφεραν να σωθούν. Όταν ο Ήλιος σταμάτησε να κλαίει, διαπίστωσαν ότι όλοι είχαν πνιγεί και τα πούμα είχαν μεταμορφωθεί σε πέτρες. Για αυτό και η λίμνη ονομάστηκε Τιτικάκα (η λίμνη των πέτρινων πούμα). Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος δ΄)

Σε ένα μύθο της Ινδονησίας, περιγράφεται η περιπέτεια πέντε αδερφών (τρία αγόρια και δύο κορίτσια), που ζουν στον ουράνιο κόσμο. Εξ αιτίας μίας φάρσας που σκαρώνει ο ένας αδερφός στον άλλο, ανακαλύπτουν άθελά τους, μετά από πολύ βαθύ σκάψιμο, τον κάτω κόσμο. Στην αρχή φοβούνται και στέλνουν το σκύλο τους, δεμένο με ένα σκοινί στον πάτο του λάκκου, για να εξερευνήσουν τι βρίσκεται εκεί. Όταν ο σκύλος επιστρέφει, έχει άμμο στα πόδια. Η περιέργειά τους υπερισχύει και αποφασίζουν όλοι μαζί πια (εκτός μιας αδερφής τους), συνοδευόμενος ο καθένας από ένα σκύλο, να κατέβουν στον κάτω κόσμο. Όμως τελικά εγκλωβίστηκαν για πάντα στον κάτω κόσμο, ο οποίος έγινε ο κόσμος που ζούμε τώρα. Η αδερφή τους, που μένει πίσω στον ουράνιο κόσμο, συμβολίζει την ελπίδα της επιστροφής στην ευτυχία που ζούσαν πρωτύτερα. Προφανώς και ο μύθος αυτός εκφράζει, μέσα από μια αλληγορία, την «πτώση» του ανθρώπινου γένους απ’ την κατάσταση της ελεύθερης κοινότητας στην ατέλειωτη θλίψη του πολιτισμού. Ο κόσμος που ζούμε είναι μία κάθοδος. Μάλιστα, δε φαίνεται άνευ σημασίας το ότι ο καθένας συνοδευόταν από έναν σκύλο, το ζώο που εξημέρωσε ο άνθρωπος για να του χρησιμεύει ως φύλακας. Η εξημέρωση που ενέχει την υποδούλωση της φύσης τον έδιωξε από τον παράδεισο, όπου όλοι ήταν μέρος ενός κοινού σώματος, της φύσης. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος». (Μέρος γ΄)

«Πολιτισμός είναι ένας φαλαινοθηρικός σταθμός,
όπου ο ξένος που κάνει τον περίπατό του
ανάμεσα σε άσπρα αετώματα
και παιδιά που παίζουν,
παρόλα αυτά,
με κάθε ανάσα που παίρνει αισθάνεται
την παρουσία του φονευμένου γίγαντα».
Tomas Transtru..mer, Ελεγεία (από τα 17 Ποιήματα)

Όλες οι μυθολογίες, στο ξεκίνημά τους, μιλούν για τη δημιουργία του κόσμου. Η απαρχή του κόσμου σε πολλούς λαούς έχει τα χαρακτηριστικά της «χρυσής εποχής» του Ησίοδου. Οι Βίκινγκ, οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι 500 περίπου φυλές των Ινδιάνων της Αμερικής, συνέθεσαν τους δικούς τους μύθους για αυτή την εποχή, που περιλαμβάνει ευτυχισμένους ανθρώπους. Οι Αβορίγινες, που χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή Ονειροχρόνο, της δίνουν μία αιώνια διάσταση, καθώς είναι κομμάτι του ονείρου, που βρίσκεται πάντα στο παρόν ή, όπως θα μπορούσε να πει κανείς καλύτερα, είναι άχρονο. Όπως λέει και ο Neil Phillip, «οι μύθοι είναι τα όνειρα της ανθρωπότητας». Σε λαούς, όπως οι Κινέζοι και οι Αιγύπτιοι, όπου είχε από νωρίς κυριαρχήσει η γεωργία, οι μύθοι έδιναν βάρος σε αυτήν, ενώ σε λαούς όπως οι Αβορίγινες, που ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, δίνουν γνώσεις για την επιβίωσή τους. Για τους Πολυνήσιους η ζωή, η πίστη και η γη συνδέονται στενά.

Στην Αίγυπτο, οι πρώτοι άνθρωποι δημιουργήθηκαν από τα δάκρυα του θεού Ρα, που είναι και ο δημιουργός του σύμπαντος. Στους σκανδιναβικούς μύθους οι άνθρωποι γεννήθηκαν από τον ιδρώτα του θεού, για αυτό ήταν φτιαγμένοι για μια ζωή γεμάτη μόχθο. Στην κινέζικη μυθολογία, τα αντιμαχόμενα στοιχεία, το Γιν και το Γιανγκ, βρίσκονταν μέσα σε ένα αβγό, που κάποια στιγμή έσπασε[1] και βγήκε από αυτό ο Παν-κου, ένα τριχωτό, δυνατό πλάσμα που κρατούσε σε απόσταση αυτά τα αντιμαχόμενα στοιχεία. Σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, ο κόσμος έγινε από τα μέλη του σώματός του που διασκορπίστηκαν και οι άνθρωποι έγιναν από τους ψύλλους του. Σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, ο Παν-κου, αφού ταξίδεψε στον κόσμο με τα τέσσερα ζώα του (τον δράκο, τη χελώνα, το μονόκερο και τον φοίνικα), έδωσε σχήμα στο σύμπαν με σφυρί και καλέμι. Έμαθε στους πρώτους ανθρώπους τα πάντα για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και μόλις τους μετέδωσε τη σοφία του για τον κόσμο, εξαφανίστηκε. Στον Ιαπωνικό μύθο ο Καμούι είναι ο θεός δημιουργός, που πάνω στη ράχη μιας τεράστιας πέστροφας έφτιαξε τον κόσμο, ο οποίος πριν ήταν ένα απέραντο βαλτοτόπι. Μάλιστα, οι πρώτοι άνθρωποι, οι Αϊνού, είχαν σώμα από χώμα, μαλλιά από φυτό στελλαρία και ραχοκοκαλιά από κλωνάρια ιτιάς. Για αυτό και καμπουριάζουμε, όταν γερνάμε. Βλέπουμε ότι θεωρούσαν το ανθρώπινο σώμα ως αναπόσπαστο τμήμα της φύσης γύρω τους. Αλλιώς για ποιον λόγο να σκαρφίζονταν τέτοιες ιστορίες; Η φύση όμως δεν ήταν μόνο γύρω αλλά και μέσα τους. Για τον λόγο αυτό ένιωθαν ότι είναι πλασμένοι απ’ τα ίδια υλικά. Το πέλμα τους, σε κάθε βήμα, επικύρωνε μια αιώνια σχέση ανάμεσα στην Γη και τα παιδιά της. Οι Αϊνού είναι οι ιθαγενείς κάτοικοι των βόρειων ιαπωνικών νησιών Χοκάιντο (Ιαπωνία) και Σαχαλίνης (Ρωσία). Η αρχαία θρησκεία τους είναι πολυθεϊστική και λατρεύει πνεύματα της φύσης. Στην κοινωνία τους οι γυναίκες οργάνωναν την κοινότητα και οι άνδρες ήταν κυνηγοί. Ο Αϊοΐνα ήταν ένας θεάνθρωπος, που κατέβηκε από τον ουρανό στη γη, για να διδάξει στους ανθρώπους να κυνηγούν, να μαγειρεύουν και να κάνουν διάφορα άλλα πράγματα και τέλος επέστρεψε στον ουρανό. Οι Ιάπωνες αναπολούν την Αγνή Χώρα, τους Αιώνιους Κήπους, στο τέλος του δρόμου της θλίψης και επιθυμούν να επιστρέψουν σε αυτήν. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (μέρος β΄)

Είναι πιθανόν οι ρίζες του πολιτισμού να έχουν συνδεθεί με τη γέννηση και τη θεμελίωση της έννοιας «φυλακή». Μετά την τσάπα ο άνθρωπος, που πλέον έχει γυρίσει την κλεψύδρα και η άμμος της, που συμβολίζει την ελευθερία του, χάνεται σιγά-σιγά στον χρόνο, επινοεί την πρώτη φυλακή. Εξημερώνει άγρια ζώα και τα εκμεταλλεύεται για φαγητό και ένδυση κυρίως. Η μετατροπή του ανθρώπου-κυνηγού σε άνθρωπο-κτηνοτρόφο γίνεται ακόμη ένας δυνατός βοριάς στον ανεμόμυλο του πολιτισμού. Έτσι αρχίζει η φυλάκιση και εκμετάλλευση άλλων πλασμάτων. Μαλλί, γάλα και στο τέλος κρέας και δέρμα (ανάλογα με το είδος). Ο άνθρωπος μοιράζεται πλέον την τροφή του με τα ζώα που εκτρέφει. Τα φροντίζει και τα περιποιείται ενδεχομένως, για να τα εκμεταλλευτεί… καλύτερα. Αναπτύσσει έντονη οικειότητα με ένα άλλο είδος, για πρώτη φορά, πέρα από το δικό του. Η μοιρασιά της τροφής –στοιχείο δεσίματος στις κοινότητες των κυνηγών– δεν είναι γεγονός πλέον που ορίζει σχέσεις συντροφιάς. Τρέφω ένα άλλο πλάσμα και νοιάζομαι για αυτό, με σκοπό να το εκμεταλλευτώ όσο γίνεται και στο τέλος να του αφαιρέσω και τη ζωή. Ο πρώτος κτηνοτρόφος σίγουρα θα είχε στιγμές συναισθηματικής σύγχυσης το δίχως άλλο. Ο άνθρωπος-κυνηγός δεν προλάβαινε –πώς ήταν δυνατόν άλλωστε;– να αναπτύξει κανένα άμεσο, συναισθηματικό δεσμό με τα θηράματά του. Η διαδικασία της δολοφονίας για αυτόν είχε άλλη σημασία, δεν έχανε την υπερβατικότητά της, καθώς ήταν μία παρέμβαση στην ενότητα. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (μέρος α΄)

Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος,
τον δρόμο δεν βρίσκεις,
τον έχασες αλίμονο!
Είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο! Φραντς Κάφκα, «Η πληγή και η λέξη»

Σαν το κόκκινο νήμα του παραμυθιού, ένας κοινός μύθος ενώνει τις λαϊκές αφηγήσεις πολλών λαών· η ανάμνηση μίας παλιάς εποχής, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, σε αρμονία με τη φύση. Αυτή η εποχή, που αντιστοιχούσε σε έναν τέτοιο τρόπο ζωής, ονομάστηκε από τον Ησίοδο «χρυσούν γένος». Ο Ησίοδος ήταν ένας βοσκός που αγαπούσε να λέει ιστορίες, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του και δεν εμπιστευόταν τον κόσμο του εμπορίου και της ναυπηγικής που εκθείαζε η εποχή του. Και αυτός είχε γεννηθεί μέσα σε συνθήκες πολιτισμού στα δικά του μέρη, για αυτό και ζούσε ως βοσκός και όχι ως κυνηγός ή τροφοσυλλέκτης. Έτσι, ακόμη και o ίδιος, αναπολεί ήδη την «χρυσή εποχή» ως κάτι μακρινό. Οι εποχές που την ακολουθούσαν, κατά τον Ησίοδο, είχαν τα χαρακτηριστικά άλλων μετάλλων, πιο ευτελών, ακολουθώντας μία σχεδόν φθίνουσα πορεία ως τα δικά του χρόνια. Αν ζούσε σήμερα, προφανώς θα χαρακτήριζε το δικό μας γένος πλαστικό, χαλύβδινο ή κάτι παρόμοιο. Την ανάμνηση μίας άλλης ζωής που χάθηκε διατήρησαν στους μύθους τους και άλλοι λαοί, πολύ διαφορετικοί και πολύ απομακρυσμένοι μεταξύ τους, όπως οι Ίνκας, οι Αβορίγινες, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ιαπωνίας, αλλά και οι σύγχρονοι πληθυσμοί της Λατινικής Αμερικής. Άλλωστε, η ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση χρησιμοποίησε αυτό το μύθο και τον προσάρμοσε στο μοτίβο των πρωτοπλάστων, που εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο, ως τιμωρία για το αμάρτημα της γνώσης. Η ανάμνηση αυτού του «χρυσού γένους», όμως, δεν ανήκει στον ουράνιο κόσμο των θεών· διαδραματίστηκε εδώ, στη γη και μάλιστα δεν την έφεραν… άγνωστες ομάδες εξωγήινων. Συνέχεια