Tag Archives: ταξίδι

Τα πολλά πρόσωπα των λέξεων: το ταξίδι της γλώσσας στο ανθρώπινο πνεύμα (Δ΄)

Τελικά η γλώσσα είναι μόνο σκέψη και η σκέψη μόνο γλώσσα;

Καμιά οριστική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, απ’ τη στιγμή, που όπως λέει η Hilary Putnam, στο Meaning and the moral sciences (1978), είμαστε μερικώς αδιαφανείς στους εαυτούς μας, με την έννοια ότι δεν έχουμε την ικανότητα να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον όπως κατανοούμε τα άτομα του υδρογόνου. Ίσως, όλες οι παραπάνω απόψεις να μην καταφέρνουν παρά να αγγίξουν μόλις την άκρη ενός νήματος, που χρειάζεται κι άλλες πλευρές της πνευματικότητάς μας, για να ξετυλιχτεί. Η ενότητα του κόσμου, η θέση μας μέσα σε αυτόν ως πλάσματα, η ένωση του ενός με το όλον του σύμπαντος, δεν αρκούνται μάλλον σε λεκτικές διατυπώσεις. Ίσως οι παραπάνω προβληματισμοί να μην είναι τίποτε άλλο, παρά η εθελούσια παρατήρηση του ανθρώπου απ’ τον εαυτό του σ’ ένα αποστειρωμένο μικροσκόπιο.

Η αξία τους έγκειται ακριβώς στο ότι παραμένουν προβληματισμοί, στο ότι μένουν ως αναπάντητα ερωτήματα, που κινητοποιούν τη σκέψη, την κρατούν σε εγρήγορση. Ωστόσο, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε το προφανές: όλα τα παραπάνω είναι λέξεις που μιλούν για τις λέξεις, γλώσσες που μιλούν για τις γλώσσες και σκέψεις που μιλούν για τις σκέψεις. Αυτό δε μειώνει την αξία τους, αλλά αναδεικνύει ποιες είναι οι πνευματικές δυνατότητες του ανθρώπου, αν καταφέρει να απελευθερώσει τη σκέψη του. Αυτό που σήμερα θεωρείται εξέλιξη και ανάπτυξη δεν είναι παρά υποδούλωση και εξάρτηση. Οι αληθινές μας δυνατότητες, που μπορούν μόνο σε συνθήκες ελευθερίας να ξεδιπλωθούν, είναι πέρα από τα όρια που έχουμε θέσει στον εαυτό μας. Και πιθανόν να χρειάζονται νέες γλώσσες, για να εκφραστούν. Συνέχεια

Τα πολλά πρόσωπα των λέξεων: το ταξίδι της γλώσσας στο ανθρώπινο πνεύμα (Γ΄)

Απόψεις για την γλώσσα ως σκέψη

Άν δεν κά­νω λά­θος, οι ι­δέ­ες α­πό ο­λό­κλη­ρη τη με­τα­φυ­σι­κή μας ο­ντο­λο­γί­α μέ­χρι και τη φυ­σι­κή σο­φί­α του θε­ού –στις ο­ποί­ες σκέ­τες λέ­ξεις έ­χουν δώ­σει ά­δεια ει­σό­δου και ψεύ­τι­κη πο­λι­το­γρά­φη­ση– θα χα­θούν με τον και­ρό· και γι’ αυ­τές κυ­ρί­ως –για τις λέ­ξεις, δη­λα­δή– εί­ναι που έ­χει γί­νει η πε­ρισ­σό­τε­ρη συ­ζή­τη­ση. Για τί­πο­τε δεν γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη συ­ζή­τη­ση απ’ ό­ση για κα­θέ­να α­πό τα δύ­ο μέ­ρη δεν κα­τα­λα­βαί­νει· και δυ­στυ­χώς τί­πο­τε δεν α­ρέ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο στους αν­θρώ­πους α­πό το να θέ­λουν να ε­ξη­γή­σουν ό,τι δεν μπο­ρούν να ε­ξη­γή­σουν στον ε­αυ­τό τους. Johann Gottfried Herder

Η επιστήμη της γλώσσας, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν υπήρξε ανεπηρέαστη από συγκεκριμένες πολιτικές στοχεύσεις. Πολλές θεωρίες απέβλεπαν στο να δικαιολογήσουν εξουσιαστικού τύπου προκαταλήψεις, προκειμένου να επιβληθούν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις έναντι άλλων. Αλλά κυρίως, για να δικαιολογηθούν οι καταστροφές εις βάρος των γλωσσών των ελεύθερων κοινοτήτων. Ωστόσο, οι απόψεις κάποιων εξ αυτών συμβάλλουν στο να κάνει ο καθένας τις διαπιστώσεις του.

Οι Johann Gottfried Herder και Leo Weisgeber (με το έργο τους Von den Kräften der deutschen Sprache) εξήραν τον ενεργό ρόλο της μητρικής γλώσσας στη διάπλαση της κοσμοθεωρίας που διαμορφώνει ο καθένας για τον κόσμο. Ο Herder, φιλόσοφος, ποιητής και θεολόγος, υποστήριξε ότι το σύστημα της γλώσσας που μιλάει ένα έθνος διαπλάθει την κοσμοθεωρία των μελών του. Ήταν πρόδρομος πολλών ιδεών πάνω στη γλώσσα και τη γλωσσολογία, όπως το σημαίνον και το σημαινόμενο[1]. Συνέχεια

Τα πολλά πρόσωπα των λέξεων: το ταξίδι της γλώσσας στο ανθρώπινο πνεύμα (Β΄)

Γλώσσα και λόγος

Η γλώσσα είναι ένα χάρισμα πολύμορφο και ετερόκλητο, φυσικό και κληρονομικό[1], που διακρίνεται στον λόγο, ένα «γλωσσικό σύστημα» για την αποθήκευση λέξεων και εικόνων στο σύνολο των εγκεφάλων μιας γλωσσικής κοινότητας και στην ομιλία, που αποτελεί την συγκεκριμένη «πράξη του ομιλείν» ενός ατόμου. Επομένως, ο λόγος είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, ενώ η ομιλία προσωπική ενέργεια, σύμφωνα με τη διάκριση του Ferdinand de Saussure. Η γλώσσα είναι μια έμφυτη νοητική/εκφραστική ικανότητα του ανθρώπου, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Η χρήση της συνεπάγεται σκέψη, η οποία με τη σειρά της εκφράζεται με την γλώσσα. Είναι η εικόνα της σκέψης. Οι φθόγγοι και οι λέξεις συνθέτουν την υλική μορφή της γλώσσας. Οι σημασίες των φθόγγων και των λέξεων, που δημιουργούνται στον εγκέφαλο, αναπτύσσονται σ’ ένα εννοιολογικό σύνολο, που αποτελεί το περιεχόμενο της γλώσσας. Οι ήχοι εξωτερικεύουν φωνητικά τη μορφή και το περιεχόμενό της και δικαιώνουν την ύπαρξη και των δύο. Οι παραστατικές απεικονίσεις είναι ένα εξελιγμένο ανθρώπινο επινόημα για την εκφραστική δραστηριοποίηση της γλώσσας, μέσω γραφικών συμβόλων, που δεν απευθύνονται στην ακοή, αλλά στην όραση.

Μια αλληλουχία ήχων (προφορικός λόγος) ή μια συμπαράταξη γραφικών συμβόλων (γραπτός λόγος) κάνουν αισθητή την παρουσία της σκέψης. Η γλώσσα και η σκέψη δεν υπάρχουν η μια δίχως την άλλη, είναι αλληλένδετες. Ενώ διαθέτουμε πεπερασμένα μέσα, λέει ο Noam Chomsky, δηλαδή τα γράμματα, μπορούμε να κάνουμε άπειρους συνδυασμούς και να έχουμε στη διάθεσή μας ένα απέραντα δημιουργικό μέσο, καθιστώντας την δυναμική δημιουργική δυνατότητα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε παρά μόνον γι’ αυτό το οποίο δεν μπορούμε να συλλάβουμε νοητικά, οπότε ξεκινούν τα όρια της γλώσσας του καθενός, σύμφωνα με τον Ludwig Wittgenstein. Οι Edward Sapir και Benjamin Lee Whorf διατύπωσαν την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα άποψη ότι η γλώσσα που μαθαίνουμε να μιλάμε είναι αυτή που διαμορφώνει την αντίληψή μας για τον κόσμο. Συνέχεια

Τα πολλά πρόσωπα των λέξεων: το ταξίδι της γλώσσας στο ανθρώπινο πνεύμα (Α΄)

Αν ή­μουν τό­σο σο­φός, ό­σο λέ­νε οι ά­γριοι
ό­τι εί­ναι οι μα­ϊ­μού­δες, δεν θα εί­χα γί­νει γνω­στός
ως συγ­γρα­φέ­ας βι­βλί­ων.
Λέ­νε ό­τι οι ά­γριοι πι­στεύ­ουν πως
οι μα­ϊ­μού­δες θα μπο­ρού­σαν να μι­λή­σουν,
αν το ή­θε­λαν, αλ­λά α­πέ­χουν απ’ την ο­μι­λί­α,
για να μην α­να­γκα­στούν να δου­λέ­ψουν. Rene Descartes, The philosophical writings of Decartes: Volume 3, The correspondence (Letter to Hector Pierre Chanut, 1 November, 1646)

Η γλώσσα είναι μια πολυσύνθετη ενότητα: περιλαμβάνει τη νευροεγκεφαλική λειτουργία, την ομιλία-επικοινωνία, είναι προφορική και γραπτή, φέρει ένα μήνυμα ή ένα νόημα, συνθέτει μια κοσμοαντίληψη. Εκφράζει, βέβαια, ψυχικές διαθέσεις (αγάπη, μίσος, απάθεια, φόβο κλπ.), μια ανάγκη. Έχει κανόνες ή τρόπους λειτουργίας, μπορεί να είναι αποσπασματική, εικονική ή συνολική. Πάνω απ’ όλα, είναι μια σκέψη. Ακολουθεί μια πορεία μέσα στον χρόνο και φορτίζεται με όσα πράττουν οι φορείς της. Έχει μια απαρχή και πολλές ιστορίες. Μπορεί, όπως η μουσική, να βαρύνεται και απ’ τις σιωπές, να συνοδεύεται από χειρονομίες και εκφράσεις. Και η γλώσσα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως πηγή ελευθερίας, αλλά και ως προϊόν καταπίεσης. Ως ένα πέρασμα προς την εσωτερική αναζήτηση και την πληρότητα, αλλά και ως ένα κατασκεύασμα μιας εξουσίας, που θέλει να επιβάλλει την αποσπασματικότητα, την πνευματική στείρωση (την αδυναμία, δηλαδή, ενός προσώπου να γεννά ιδέες και σκέψεις) και την απογύμνωση από την ίδια την επιθυμία της ελευθερίας.

Ποιός είναι ο λόγος ενός ανθρώπου που θεωρείται τρελός ή περιθωριακός; Ο λόγος και η γλώσσα έχουν να κάνουν μόνο με αυτόν που μιλάει ή γράφει; Όχι, βέβαια. Αφορούν εξ ίσου αυτόν που ακούει ή διαβάζει. Αλλά κι αυτόν που χρησιμοποιεί νοήματα, για να συνεννοηθεί. Για αυτό υπάρχει· για να συμβάλλει στην επικοινωνία. Ομιλώ σημαίνει αρχικά συναναστρέφομαι. Η ομιλία είναι μια ανταλλαγή. Γιατί προέκυψε η γλώσσα με την μορφή λέξεων; Γιατί ο άνθρωπος δεν αρκέστηκε στην επικοινωνία μέσω νοημάτων; Πέρασε στη λέξη, αργά ή γρήγορα (σήμερα γνωρίζουμε πως ακόμη και ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ χρησιμοποιούσε πιθανότατα λέξεις για να επικοινωνεί). Η λογική κραυγάζει ότι δεν υπάρχει μία αρχική γλώσσα, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές, από την οποία προέκυψαν μια σειρά από άλλες θυγατρικές, αλλά ότι εξ αρχής οι γλώσσες που γεννήθηκαν ήταν περίπου όσες και οι φυλές που ζούσαν στη γη. Μία γλώσσα, ως ένα οργανωμένο σύστημα λόγου, είναι ένας κόσμος. Γιατί, λοιπόν, να μιλούν την ίδια γλώσσα οι Αβορίγινες με τους Πελασγούς ή τους Ινουίτ; Έχουν ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον να διαχειριστούν πνευματικά. Συνέχεια

Αφηγήσεις των Blackfoot για τη διατροφή: ένα ταξίδι στον κόσμο της φύσης

blf1Οι παρακάτω μύθοι των Blackfoot, που συνδέονται με όσα περιγράψαμε σε προηγούμενο κείμενο (Blackfoot: κυνηγώντας στην ελευθερία), δείχνουν την ενότητα που διέτρεχε την ζωή τους. Η διατροφή και το πνεύμα τους, άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, είχαν ένα νόημα, που ο μύθος τού έδινε σχήμα. Όσα έτρωγαν ήταν όσα τους πρόσφερε απλόχερα η φύση. Η επικοινωνία τους με τα άλλα ζώα και το άρρητο της ύπαρξης είχαν να κάνουν και με την επιβίωσή τους. Το πνεύμα και το σώμα ήταν δεμένα σε μια ενότητα, που δεν αποζητούσε εξηγήσεις κι αποδείξεις. Οι βίσωνες δεν αποτελούσαν απλώς ένα θήραμα, αλλά μια πηγή ζωής, που εκτιμούσαν απεριόριστα. Τα Κογιότ συχνά στέκονταν πνευματικοί σύμμαχοι στην πορεία τους.

Το κυνήγι για τις ινδιάνικες φυλές, γενικά, προετοιμαζόταν με θρησκευτικές τελετές. Οι μύθοι και θρύλοι που δείχνουν τη φιλία των ζώων προς τους ανθρώπους είναι πολλοί. Επειδή περνούσαν περιόδους πείνας, πρόσφεραν (ως επί το πλείστον αναίμακτες) θυσίες στα ζώα που κυνηγούσαν. Κάθε φυλή είχε δικούς της κανόνες για το κυνήγι, με βασικό σκοπό να διατηρήσουν αγαθές σχέσεις με τα ζώα. Η συνάντηση με ένα από αυτά σε όνειρο ήταν ευπρόσδεκτη, αλλά θεωρούνταν επικίνδυνο να συναντήσουν ένα ζώο με μορφή ανθρώπου. Το πιο σημαντικό κυνήγι ήταν του βίσωνα, απ’ τον οποίο χρησιμοποιούσαν κάθε μέρος. Σε όλα τα χωριά υπήρχαν «χοροί βισώνων», που συνόδευαν τις προσευχές και βοηθούσαν τους βίσωνες να τρώνε και να πολλαπλασιάζονται, γιατί απ’ αυτούς εξαρτιόταν και η ζωή της κοινότητας. Για τους ινδιάνους της πεδιάδας, το ζώο αυτό ήταν απαραίτητο στοιχείο της ελεύθερης ζωής. Οι λευκοί, καταστρέφοντας τους βίσωνες, πρόσθεσαν αναντίρρητα ακόμη μερικά σταθμά για τον αφανισμό των ελεύθερων ινδιάνικων κοινοτήτων.

Τρεφόμενος από ένα Πνεύμα

Κάποτε ένας άνδρας κατασκήνωσε μόνος [με την οικογένειά του]. Είχε φύγει, για να κυνηγήσει δίχως συντροφιά. Τη νύχτα, blf2άκουσαν μια φωνή να τους λέει «η μητέρα μου θέλει να χρησιμοποιήσει το δοχείο σας». Τότε ο άνδρας είπε στην γυναίκα του. «Γυναίκα, άφησέ τους να το πάρουν». Μετά από κάποιο διάστημα, ο κάδος επέστρεψε πίσω στο κατάλυμα και άκουσαν μια φωνή να τους λέει «Μπορείτε να φάτε ό,τι έχει μέσα. Είναι κρέας». Μόλις κοίταξαν μέσα στον κάδο, βρήκαν ένα κομμάτι ενός παλιού καλύμματος σκηνής, που είχε βραστεί. Μετά από λίγο το Πνεύμα ξαναήρθε και είπε «Δεν το φάγατε. Θα σας προσφέρω κάτι άλλο». «Όχι», είπε ο άντρας, «δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο. Το φάγαμε». Απάντησε έτσι, γιατί το είχαν κρύψει. «Τότε», είπε το πνεύμα, «θέλω να δανειστώ πάλι τον κάδο». Έτσι, ο άνδρας είπε «Γυναίκα, άστον να το πάρει». Μετά από λίγο, το πνεύμα τον έφερε πάλι πίσω γεμάτο και είπε: «Ορίστε, μερικά κομμάτια κρέας και εντόσθια». Τώρα, μόλις κοίταξαν μέσα, βρήκαν μερικά πολύ παλιά κόκκαλα και ξύλινα ραβδιά, χωρίς κρέας. Ο άντρας είπε: «θα πρέπει να στείλω έναν νέο να σκοτώσει κάποιο θήραμα». Το επόμενο πρωί, καθώς έβγαινε απ’ το κατάλυμά του, άκουσε κάποιον να λέει «ορίστε το κρέας». Κοιτάζοντας γύρω, είδε έναν βίσωνα να βρίσκεται στο έδαφος. Τότε άρχισε να τον κόβει σε κομμάτια. Τώρα ένιωθε χαρούμενος, που είχε κάτι να φάει. Ήταν άφθονο.

Τρεφόμενος από ένα κογιότ

Κάποτε ένας νέος κι ο μικρός του αδερφός ταξίδευαν κι έχασαν τον δρόμο τους σ’ ένα λιβάδι. Ξέμειναν από φαγητό και πεινούσαν πολύ. Κάποια μέρα, είδαν ένα κογιότ να τρώει και το πλησίασαν. Κι οι δυο τους ήταν λεπτοί, τίποτε άλλο πέρα από blf3πετσί και κόκκαλο. Ο νέος είπε στο κογιότ «Δώσε στον μικρό μου αδερφό κάτι να φάει και κάθε φορά που θα κυνηγώ, θα αφήνω πάντα στο μονοπάτι φαγητό για σένα». «Εντάξει», συμφώνησε το κογιότ, «θα είσαι ασφαλής». Το κογιότ είχε αφήσει ένα μικρό κομμάτι, όταν ο νέος εμφανίστηκε, και τους είπε «θα μείνετε εδώ και θα φάτε, μέχρι να δυναμώσετε και τότε θα σας πάω σπίτι». Υπήρχε μια κορυφογραμμή εκεί κοντά και το κογιότ είπε: «θα δω πώς θα βρείτε περισσότερο φαγητό, αλλά δεν πρέπει να με παρακολουθείτε. Τώρα κλείστε τα μάτια σας». Μετάαπό λίγο, άκουσαν το Κογιότ να τραγουδάει «Ψάχνω στα δυτικά κάτι, για να φάω» [αυτό τραγουδιόταν με μια χαμηλόφωνη μελωδία, όπως όλα τα τραγούδια στις παιδικές ιστορίες]. «Τώρα, ελάτε εδώ», τους είπε το Κογιότ. Έτσι, άνοιξαν τα μάτια τους και πήγαν. Το Κογιότ είχε μαζί του ένα νεαρό βίσωνα. Τον έκοψε κομμάτια και τον έφαγαν. Έτσι συνεχίστηκε από μέρα σε μέρα. Το Κογιότ ταξίδεψε κατά μήκος της κορυφογραμμής προς το σπίτι τους. Κάθε φορά που το Κογιότ κοιτούσε προς τη δύση και τραγουδούσε το τραγούδι του, έπεφτε απ’ την κορυφή προς την πλευρά τους κομμάτι κρέας. Έτσι, το Κογιότ τους οδήγησε σπίτι τους.

Οι μύθοι τους, λοιπόν, αναφέρονταν σε ιερές πράξεις∙ δεν είχαν διδακτικό περιεχόμενο. Τα παραμύθια έπλεκαν το θαυμαστό με το καθημερινό και αντιμετωπίζονταν με σοβαρότητα κι όχι σαν ιστοριούλες, για να περνάει η ώρα, ενώ οι κωμικές ιστορίες λέγονταν απλώς για διασκέδαση οποιαδήποτε στιγμή. Συχνά κορόιδευαν τις ανθρώπινες αδυναμίες, παρουσιάζοντάς τες με αστείο τρόπο. Οι αφηγήσεις των ινδιάνων δεν είχαν ηθικά διδάγματα, που έθεταν κανόνες ούτε έδιναν ένα τελεσίδικο ξεκάθαρο μήνυμα. Ο καθένας μπορούσε να τις ερμηνεύσει όπως του ταίριαζε και να βρει τις δικές του αλήθειες. Γιατί έτσι μόνο γίνονταν πραγματικά, αφημένα στη διαίσθηση, που τις μετέπλαθε.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση