Tag Archives: Ρωσσία 1917

Ρωσσία 1917. Το κίνημα του Κορνιλώφ και το πραξικόπημα των μπολσεβίκων.

Έχοντες υπ’ όψιν μας τα όσα συνέβησαν μετά την επανάστασι στη Ρωσσία, το 1917,[1] μας δίνεται η δυνατότητα να προσεγγίσουμε ορισμένες ιδιαίτερα καθοριστικές καταστάσεις, οι οποίες συνθέτουν το σύνολο του πλέγματος των εξουσιαστικών σχέσεων και αντιθέσεων κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Οφείλουμε να παραδεχθούμε, ότι η πολυσυνθετότητα των καταστάσεων οι οποίες ανεδείχθησαν, αμέσως μετά την επανάστασι, είχαν σχέση με το ζήτημα των διαδικασιών αναδιοργανώσεως της Τάξεως επί νέων βάσεων και συμφώνως προς τα δεδομένα, τα οποία ανέδειξε ο επαναστατημένος κοινωνικός χώρος. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει όλα τα, εν δράσει και κατεστημένα, μέχρι την στιγμή της κοινωνικής έκρηξης τμήματά της, καθώς και εκείνα τα οποία εκμεταλλευόμενα τις συνθήκες αναταραχής και κρίσεως επιδιώκουν να συσσωματωθούν ή ακόμη και να αναδειχθούν ως καθοριστικοί συντελεστές της Ταξικής μεταμορφώσεως.

Προκειμένου να μην υπάρξουν παρερμηνείες, οφείλουμε να κάνουμε σαφές πως αυτό το οποίον ίσχυσε ήταν η προσπάθεια μιας μερίδας ατόμων, οι οποίοι ανήκαν στα μεσαία στρώματα της κοινωνίας και πλαισιώθηκαν, μέσω οργανωτικών δομών (όπως το εκάστοτε κόμμα και οι οργανώσεις του), τόσον από άτομα παρεμφερούς κοινωνικής συστάσεως όσον και από εργατικά στοιχεία. Αυτή η πλαισίωσις υλοποιήθηκε μέσω πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων, ένα μέρος των οποίων επαγγελόταν την κυριαρχία μιας ανύπαρκτης, εν γένει, εργατικής τάξεως. Στην πραγματικότητα, επιδιώκετο η ενσωμάτωση των υψηλών και μεσαίων στελεχών του κόμματος στην ήδη υπάρχουσα Τάξι. Συνέχεια

Τα γεγονότα του Ιουλίου 1917 στην Ρωσσία (Μέρος 2ο)

Τα γεγονότα του Ιουλίου

4 Ιουλίου 1917. Η διαδήλωση.

Η προσπάθεια ανατροπής βασίσθηκε, εν μέρει, στην αναταραχή που προέκυψε στους κόλπους της κυβέρνησης, καθώς στις 2 Ιουλίου το Κόμμα της Ελευθερίας του Λαού, γνωστό και ως Καντέτ, αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό με την απειλή της διάλυσής του. Την ίδια μέρα η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία του Πέτρογκραντ, ενεργώντας ως αιχμή του δόρατος των μπολσεβίκων, μετά από μυστική σύσκεψι, αποφάσισε να καλέσει τους εργάτες και στρατιώτες της πόλεως σε αντικυβερνητική διαδήλωσι. Ήδη η υποχώρηση των ρωσσικών στρατευμάτων στο μέτωπο (μετά τις αρχικές επιτυχίες της επίθεσης) βάρυνε το κλίμα γενικώτερα, σε συνδυασμό με την μπολσεβίκικη προπαγάνδα.

Στο Πέτρογκραντ, το Πρώτο σύνταγμα Πολυβολητών συναντήθηκε με μια αναρχική αυτοαποκαλούμενη Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή και αποφάσισαν προκλητικά να διαδηλώσουν στις 3 Ιουλίου, καλώντας την φρουρά και τους εργάτες να κάνουν το ίδιο. Στις 7 το βράδυ, φορτηγά γεμάτα πολυβολητές κατέλαβαν στρατηγικά σημεία στην πρωτεύουσα και έστησαν τα πολυβόλα τους στις προσβάσεις των γεφυρών που οδηγούσαν προς το κέντρο τη πόλεως. Μολονότι στην κίνησι συμμετείχαν τα συντάγματα Μόσχας, Γρεναδιέρων, Παβλόβσκι, το 6ο Τάγμα Μηχανικού, και το 180 Εφεδρείας Πεζικού και το Φινλάντσκι, αρκετά συντάγματα που συμμετείχαν στη επανάστασι κατά τον Φεβρουάριο, είτε δήλωσαν ουδετερότητα είτε αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την κίνησι αυτή. Στις 8μμ η διαδήλωσις ξεκίνησε με επικεφαλής αρχικά την αναρχοκομμουνιστική Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή. Πάνοπλες φάλαγγες εργατών και στρατιωτών έφτασαν στο κέντρο της πόλης και κατευθύνθηκαν στην έδρα του κόμματος των Μπολσεβίκων. Οι μπολσεβίκοι μπήκαν επικεφαλής της ανταρσίας ενάντια στο Σοβιέτ του Πέτρογκραντ «για να περάση η εξουσία στα Σοβιέτ(!)». Συνέχεια

Τα γεγονότα του Ιουλίου 1917 στην Ρωσσία (Μέρος 1ο)

Τα προηγηθέντα

4 Ιουλίου 1917. Στρατιώτες του 1ου Συντάγματος Πολυβολητών κινούνται για την κατάληψη θέσεων στο κέντρο του Πέτρογκραντ.

Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η κατάσταση την οποία δημιούργησε το καθεστώς της Προσωρινής Κυβερνήσεως η οποία, πέραν του αμφιλεγομένου ζητήματος της συνέχειας του πολέμου, άφησε ένα πλούσιο έργο.

Εκτός των ήδη αναφερθέντων[1] το έργο αυτό περιελάμβανε την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ένα ειδικό εκκλησιαστικό συμβούλιο, το οποίο από τον Μάρτιο προετοίμασε την σύνοδο δια της οποίας θα επικυρωνόταν αυτή η ανεξαρτησία. Η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της στις 15 Αυγούστου. Επίσης, όλες οι εκκλησίες, οι αιρέσεις και οι θρησκείες, είχαν το ελεύθερο να προσηλυτίζουν.

Είναι γεγονός η κατάργηση της θανατικής ποινής, η οποία επαναφέρθηκε μετά τα γεγονότα του Ιουλίου (χωρίς να τύχει ιδιαιτέρας εφαρμογής) με σκοπό την επίτευξη πειθαρχίας στο στράτευμα. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η Εκτελεστική Επιτροπή (του σοβιέτ) του Πέτρογκραντ αντιτάχθηκε στην κατάργησή της, γνωστοποιώντας την θέση της στον Α. Κέρενσκυ δια του αρχισυντάκτη της Ισβέστια[2] Στεκλώφ. Αυτή η εναντίωση, εν συνεχεία, όχι μόνον αποσύρθηκε, αλλά και διαγράφηκε από τα πρακτικά.

Θα πρέπει, επί προσθέτως, να υπομιμνησθεί πως, σε ό,τι αφορά τον αναδασμό, η Προσωρινή Κυβέρνησις προέβαλε επαναστατικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούσαν στην μεταβίβασιν όλης της γης σ’ εκείνους, οι οποίοι την καλλιεργούσαν. Όμως, παρά τα μεγάλα βήματα που πραγματοποίησε προς την κατεύθυνσιν του αναδασμού δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το έργο αυτό,[3] τόσον λόγω της δεδομένης εμπλοκής στην παγκόσμια ανθρωποσφαγή, όσον και εκ του γεγονότος της τεράστιας σε έκτασι ρωσσικής γης, αλλά και της ανάγκης συγκομιδής προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού, πολιτικού και στρατιωτικού. Συνέχεια

ΡΩΣΣΙΑ 1917. Από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως τα γεγονότα του Ιουλίου. (Μέρος 2ο)

Η άφιξη του Λένιν

Παρά το ότι η κομμουνιστική αριστερά προσπαθεί να ξεχάσει το γεγονός, η αλήθεια είναι ότι η μετακίνηση του Λένιν από την Ελβετία στην Ρωσσία, πραγματοποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας του με το Γερμανικό κράτος, το οποίο και διέσχισε μαζί με την ακολουθία του μέσα σε ένα σφραγισμένο τραίνο. Από εκεί μέσω Σουηδίας πέρασε στην Ρωσσία. Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, πλέον, ότι η συμφωνία περιελάμβανε, εκτός από την μεταφορά του Λένιν, την ενεργότερη βοήθεια της Γερμανίας προς τους Μπολσεβίκους με αντάλλαγμα την σύναψη ειρήνης μεταξύ Ρωσσίας και Γερμανίας, το ταχύτερον δυνατόν, ώστε τα γερμανικά στρατεύματα να δυνηθούν, μετά τον τερματισμό του πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους κατά της Γαλλίας, της Βρετανίας και των συμμαχικών δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο.

Ο Λένιν αφικνείται στην Ρωσσία την νύκτα της 3ης Απριλίου και ανακοινώνει τις Θέσεις του Απρίλη. Πρόκειται για κείμενο εκ 10 σημείων, το οποίο ο Πλεχάνωφ χαρακτήρισε ως προϊόν παραληρήματος.

Είναι αλήθεια ότι το κείμενο διαπνέεται από αντιφάσεις, εμφυλιοπολεμικό πνεύμα και αστικοδημοκρατική φρασεολογία και κατεύθυνση, που γαρνίρεται από βαρύγδουπη αντικεφαλαιοκρατική κουτοπονηριά. Χαρακτηριστικά –και επιγραμματικά– αξιώνει και συναρτά «το τέλος του πολέμου με την ανατροπή του κεφαλαίου που θα επιφέρει ειρήνη αληθινά δημοκρατική(!), όχι εξαναγκαστική» (θέση 2), διακηρύσσει το πέρασμα «της εξουσίας στα σοβιέτ των εργατών βουλευτών» (θέση 4), ενώ αμέσως μετά προτάσσει αντί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας την «δημοκρατία των σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών» (θέση 5) και στην συνέχεια διακηρύσσει ότι «δεν τίθεται ως άμεσο καθήκον η εφαρμογή του σοσιαλισμού» (θέση 8). Πρόκειται για ένα αστικοδημοκρατικό πρόγραμμα που έχει σκοπό να αντικαταστήσει την ήδη χαραχθείσα από την Προσωρινή Κυβέρνηση αστικοδημοκρατική πορεία.[1] Μόνο που στην ουσία υστερεί. Συνέχεια

ΡΩΣΣΙΑ 1917. Από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως τα γεγονότα του Ιουλίου. (Μέρος 1ο)

Περί επανεγγραφής της ιστορίας

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από το ψεύδος. Η επίδρασή του στον πληθυσμό είναι τόσον καταλυτική ώστε εκείνος, ο οποίος θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια, είναι σφόδρα ενδεχόμενο να διατρέξει διαφόρους κινδύνους και να υποστεί συκοφαντικές επιθέσεις, επειδή είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το εδραιωμένο ψεύδος ανατρέπεται με μεγάλη δυσκολία. Όταν, μάλιστα, τα ψεύδη σχετίζονται με καταστάσεις υψηλού ενδιαφέροντος και συμφερόντων, τότε τα πράγματα γίνονται ιδιαίτερα δύσκολα αν όχι επικίνδυνα για εκείνους, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν την κατεστημένη συνθήκη ψεύδους.

Η έλλειψη ευθυκρισίας και η άκριτος αποδοχή απόψεων και θέσεων σε συνδυασμό με την συνεχή επανάληψη και διάδοση τους, που επιτυγχάνει την «πλύση» του εγκεφάλου των ανθρώπων, μετατρέπει το ψεύδος σε καθεστώς. Αυτοί οι οποίοι συνειδητά το διασπείρουν υποκρύπτουν την ουσία που υπάρχει πίσω από τα επιφαινόμενα. Αυτή η απόκρυψη πραγματοποιείται με την δόμηση υλικών παραπετασμάτων (ιδεολογία, βιβλιογραφία, μυθιστορία, τέχνη, κ.λπ. ) με τα οποία εμφανίζουν το ψεύδος ως αλήθεια. Συνέχεια

Ο ρόλος της Wall Street στην Οκτωβριανή Επανάσταση: Μια ενδιαφέρουσα άποψη από τον Antony C. Sutton (Α΄ μέρος)

Λέγεται ότι η διαφορά μιας αληθινής από μια κίβδηλη αφήγηση καθορίζεται από το πόσες φορές επαναλαμβάνεται η μία έναντι της άλλης. Ως εκ τούτου, αυτοί που διαθέτουν τα μέσα για να καταγράφουν και να επαναλαμβάνουν μονοπωλιακά στα ανθρώπινα πλήθη τις ψευδείς τους αφηγήσεις, ανά τους αιώνες, μπορούν, σε βάθος χρόνου, να δομούν ιδεολογίες, ιδεολογήματα κι εν τέλει πλαστές συνειδήσεις.

Θεωρούμε πως το άνωθι σχήμα ουδείς εχέφρων μπορεί να το αμφισβητήσει. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων, από την αρχαιότητα έως και τις μέρες μας, που καταδεικνύουν το αληθές του εν λόγω σχήματος. Ας αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, ένα από το μακρινό παρελθόν κι ένα έτερο της περασμένης δεκαετίας.

Είναι γνωστό πως τα ιερά κείμενα των πρώτων χριστιανών, όσο ο χριστιανισμός παρέμενε μια περιθωριακή αίρεση, μια εκ των πολλών στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν πολυάριθμα, είχαν μεταξύ τους άπειρες διαφορές κι αντιφάσεις. Τα ευαγγέλια, δε, αριθμούσαν αρκετές δεκάδες, εκ των οποίων το καθένα τους εξιστορούσε μιαν αφήγηση του Ιησού, είτε μερικώς είτε πλήρως διαφορετική από τις άλλες. Αν μάλιστα δούμε τη διαφοροποίηση στις λατρευτικές τελετές, στο τελετουργικό, στην σχέση του πιστού με το μεταφυσικό στοιχείο, τότε πραγματικά θα χανόμασταν στα αναρίθμητα παραδείγματα και λεπτομέρειες. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι από τα μέσα του 4ου αιώνα κι έπειτα τα πάντα αλλάζουν. Η περιθωριακή αυτή ιουδαϊκή αίρεση μετασχηματίζεται σε μια κρατική θρησκεία, γίνεται συνδιαχειριστής μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, αποκτά τεράστια περιουσία και δύναμη, ενώ παράλληλα ασκεί αυστηρό έλεγχο στους υπηκόους της. Ο κρατικοποιημένος, λοιπόν, χριστιανισμός χρειάζεται –και μάλιστα επειγόντως– μια αυστηρή, απαράκλητη κυρίαρχη αφήγηση. Έτσι, συγκαλείται η σύνοδος της Νίκαιας στη Βιθυνία, το 325, όπου τα αφεντικά της κρατικοποιημένης θρησκείας, μαζί με την κοσμική αρχή, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, αποφασίζουν να σβήσουν από την ιστορία κάθε διαφορετική χριστιανική αφήγηση, που υφίστατο μέχρι τότε, επιβάλλοντας τα γνωστά έως τις μέρες μας τέσσερα ευαγγέλια. Ακολούθησαν, βεβαίως, κι άλλες οικουμενικές σύνοδοι, για να συντηρήσουν και να επαυξήσουν το «πνεύμα» της πρώτης. Οποιαδήποτε καταγραφή για τον Ιησού θεωρήθηκε «αναληθής» από τη σύνοδο της Νίκαιας, κυνηγήθηκε ανηλεώς και καταστράφηκε ανά τους αιώνες, όπως ομοίως δεινοπάθησαν κι όσοι τολμούσαν να τις κατέχουν, να τις διατηρούν, να τις μελετούν. Σπαράγματα αυτής της γνώσης έχει φέρει στο φως σχετικά πρόσφατα η αρχαιολογική έρευνα. Η κυρίαρχη αφήγηση του κρατικού χριστιανισμού επαναλαμβάνεται, αενάως, έως και τις μέρες μας. Έπειτα από δύο χιλιάδες χρόνια διαρκούς επαναλήψεως, η «αλήθεια» πλέον για το πρόσωπο του Ιησού είναι στη συνείδηση των περισσοτέρων ταυτόσημη με την κυρίαρχη αφήγηση της εν λόγω κρατικοποιημένης θρησκείας. Συνέχεια

Κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της αναρχικής αρχειοθήκης

Από την αναρχική αρχειοθήκη κυκλοφόρησε το βιβλίο: Ρωσσία 1917, Από την θύελλα στην καταχνιά.

Συνέχεια