Tag Archives: ρεμπέτικο

Το Ρεμπέτικο ως «άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας»

Κι έτσι τα χρόνια πέρασαν, αμάν αμάν

και τώρα μας εγέρασαν.

Τώρα βγήκαν νέοι μάγκες,

όλο τρίχες ματσαράγκες

Κάπου στην μακρινή Νότια Κορέα, στα μέσα του Δεκέμβρη του 2017, η Unesco ενέταξε το Ρεμπέτικο τραγούδι στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Ο όρος «άυλα πολιτιστικά αγαθά» θεσπίστηκε κρατικά το 2002 και σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού, «νοούνται εκφράσεις, δραστηριότητες, γνώσεις και πληροφορίες, όπως μύθοι, έθιμα, προφορικές παραδόσεις, χοροί, δρώμενα, μουσική, τραγούδια, δεξιότητες ή τεχνικές που αποτελούν μαρτυρίες του παραδοσιακού, λαϊκού και λόγιου πολιτισμού». Τον φάκελο της πρότασης τον συνέταξε επιστημονική ομάδα του Υπουργείο Πολιτισμού. Έτσι, το Ρεμπέτικο τραγούδι είναι και με την βούλα του ΟΗΕ, άυλο πολιτιστικό αγαθό τής ανθρωπότητας. Πληροφοριακά, από πλευράς ελλαδικού χώρου, στον ίδιο κατάλογο της Unesco έχει ενταχθεί η Μεσογειακή Δίαιτα, (από κοινού με την Ιταλία, Ισπανία, Μαρόκο, Πορτογαλία, Κύπρο, Κροατία), η Παραδοσιακή Μαστιχοκαλλιέργεια στη Χίο, η Τηνιακή Μαρμαροτεχνία, καθώς και το δρώμενο των Μωμόγερων στην Κοζάνη.

Τί μπορεί, όμως, να σημαίνουν όλα αυτά; Γιατί μια λαϊκή έκφραση που γεννήθηκε και εξελίχτηκε στα μικρασιατικά παράλια, στην Σύρο, στον Πειραιά, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο και σε άλλα αστικά κέντρα του ελλαδικού χώρου, χρειάστηκε να πακεταριστεί και να ταξιδέψει ως την Νότια Κορέα για να αναγνωριστεί; Γιατί τέτοιες κινήσεις από πλευράς κράτους, αλλά και παγκοσμιοποιημένων κέντρων, μπορεί να μας ενδιαφέρουν; Έχει μια μουσική, ένα δρώμενο, ένας χορός, ή ένας μύθος ανάγκη αναγνώρισης; Συνέχεια

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»).

Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9-%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b1%cf%82-1Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο. Συνέχεια