Tag Archives: πτώχευση

Η «πτώχευση» του 1893 και ο πλούτος των «κοινωνιών μοιράσματος»

ptoxefsiΣτην καπιταλιστική αμερική, λέγεται ότι, δεν σε ρωτάνε τι δουλειά κάνεις αλλά πόσα παίρνεις. Η ζωή των κατοίκων σε μεγάλο βαθμό περιστρέφεται γύρω από το χρήμα και οι αναφορές στην οικονομία είναι πάμπολλες. Αργήσαμε αλλά εν τέλει, η ελλάδα έγινε αμερική, οι οικονομικοί όροι μπήκαν στο καθημερινό λεξιλόγιο σε επίπεδο πανεπιστημιακό. Ας όψονται αι βουλαί των αρχόντων…

Αλλά, εν τέλει, τί είναι οικονομία; Ετυμολογικά προέρχεται από το οίκος+νέμω και αφορά τη διαχείριση των καταστάσεων στα πλαίσια ενός νοικοκυριού. Η έννοια του νοικοκυριού έχει μεγαλύτερη και πολύμορφη σημασία, απ’ ότι συνήθως πιστεύεται. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία μπορούμε να ορίσουμε ως οικονομία: ένα σύνολο ανθρώπων που αλληλεπιδρούν και λαμβάνουν αποφάσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν τα αναγκαία μέσα για τη διαβίωσή τους. Σήμερα αυτός ο ορισμός φαντάζει παρμένος και δοσμένος σε μια άλλη εποχή. Διότι ούτε σύνολα ανθρώπων αλληλεπιδρούν, ούτε αυτά λαμβάνουν αποφάσεις και φυσικά δεν εξασφαλίζουν τα αναγκαία για τη διαβίωσή τους. Στην ύπαρξη και λειτουργία του κράτους υπάρχουν στεγανά που δεν διαφοροποιούνται με την πάροδο του χρόνου (άσκηση εξουσίας/πολιτικής, επιβολή φόρων κλπ) αλλά αντίθετα μπορούμε να πούμε ότι ενισχύονται. Αν, όμως, πιστέψουμε τους πρόσφατους και σύγχρονους διαχειριστές κρατών και τραπεζών, οικονομία είναι, έτσι όπως βιώνεται σήμερα, η δημοσιονομική πειθαρχία, ο περιορισμός του κράτους στην οικονομία, η ρευστότητα των τραπεζών. Η οικονομία τους δεν έχει σχέση με τη διαχείριση των φυσικών πόρων αλλά με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων, ομολόγων, μετοχών, «κρίσεων» και «πτωχεύσεων».

Τo ελληνικό κράτος δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που «πτωχεύει». Έχουν ακολουθήσει και άλλες πτωχεύσεις, κυρίως κατά το 19ο αι. Παρουσιάζει, πράγματι, ενδιαφέρον να δούμε τις συνθήκες και τις αντιδράσεις κρατών και οργανισμών που υπήρχαν κατά την περίοδο των τότε «πτωχεύσεων». Τον τρόπο που έδρασαν οι πιστωτές, όπου εμφανίζονται πολλές ομοιότητες με τη παρούσα κατάσταση. Η «πτώχευση» που θα μας απασχολήσει κυρίως είναι εκείνη του 1893, με την συνακόλουθη εμπλοκή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ) το 1898. Σύμφωνα με την Σοφία Λαζαρέτου, (Από την πτώχευση στην ύφεση, εκδ. Gutenberg,2013) με τον όρο «Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο» εννοούμε τον έλεγχο της διαχείρισης των οικονομικών του κράτους, των εσόδων και των δαπανών του από μια πολυμερή επιτροπή εκπροσώπων των διεθνών δανειστών του με σκοπό την εξασφάλιση της αποπληρωμής των ξένων δανείων. Η επιβολή του ΔΟΕ στην ελλάδα το 1898 δεν αποτέλεσε μοναδική περίπτωση οικονομικού ελέγχου στην εγχώρια και διεθνή οικονομική ιστορία. Είχαν προηγηθεί τα παραδείγματα της σύστασης τριμερούς επιτροπής από γαλλία, γερμανία, ιταλία μετά τη πτώχευση της τυνησίας το 1869, της αιγύπτου το 1876 και της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1881. Η τελευταία είχε κηρύξει στάση πληρωμών το 1876, αλλά εν τέλει εισήλθε στο Συμβούλιο για τη Διαχείριση του Οθωμανικού Χρέους. Στον ελλαδικό χώρο η πρώτη φορά που συστήθηκε επιτροπή διεθνούς ελέγχου ήταν τον Φεβρουάριο του 1857. Με μοχλό πίεσης την παρουσία στρατευμάτων από Βρετανία και Γαλλία, δημιουργήθηκε ειδική επιτροπή ελέγχου και υπόδειξης μέτρων για την αποπληρωμή του ληξιπρόθεσμου χρέους. Ιστορικά, η αρνητική απόφαση μιας χώρας σχετικά με την αποπληρωμή των υποχρεώσεων της λαμβάνει δυο μορφές: αθέτηση ή επαναδιαπραγμάτευση. Η επαναδιαπραγμάτευση αποτέλεσε το πιο συνηθισμένο γεγονός κινδύνου πτώχευσης χώρας μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ πριν από αυτόν συνηθέστερη ήταν η αθέτηση πληρωμών. Ο λόγος αυτής της διαφοροποίησης είναι οι τράπεζες. Πριν από τον πόλεμο τα κράτη δανείζονταν μέσω της έκδοσης ομολογιακών δανείων, ενώ μετά μέσω τραπεζικού δανεισμού. Όμως η Σοφία Λαζαρέτου θέτει το ερώτημα: Γιατί οι πτωχευμένες χώρες σχεδόν πάντοτε αποπλήρωναν τα χρέη τους; Για να απαντήσει παρακάτω: Η ιστορική εμπειρία του 19ου αι. παρέχει πλούσια παραδείγματα (…)η απειλή του μόνιμου αποκλεισμού από τις διεθνείς χρηματαγορές(…), μέσω άμεσων οικονομικών κυρώσεων και ναυτικών αποκλεισμών, όπως η «διπλωματία των κανονιοφόρων». Και συνεχίζει: Η μείωση αυτή (ενν. του διμερούς εμπορίου) ήταν εξαιρετικά σημαντική και μακροχρόνια όταν η πτώχευση συνοδευόταν από εξαιρετικά αυστηρές κυρώσεις, όπως ο έλεγχος της εσωτερικής πολιτικής από τους δανειστές ή στρατιωτικού τύπου επεμβάσεις, με σκοπό τον παραδειγματισμό των άλλων υπερχρεωμένων χωρών και τη συμμόρφωση προς αποφυγή μελλοντικών περιστατικών πτώχευσης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Στην εποχή του Χρυσού Κανόνα, η «τιμωρία» της χώρας με πτώχευση ήταν υπερβολικά βαριά ενώ ο συμβιβασμός σχεδόν πάντοτε συνοδευόταν από τη σύσταση με νόμο μιας διεθνούς επιτροπής οικονομικού ελέγχου. Είναι ξεκάθαρο και σαφές, λοιπόν, ότι ο παραδειγματισμός και η τιμωρία δεν είναι ούτε μια νέα εφαρμογή ούτε εμφανίζεται επιλεκτικά. Ανέκαθεν οι πιστώτριες χώρες ασκούσαν την ίδια απαρέγκλιτη πολιτική και κανένας εξουσιαστής δεν μπορεί να εμφανίζεται και να δηλώνει ότι τα «μνημόνια» του 2010 είναι πρωτοφανή στην οικονομική ιστορία. Το αντίθετο μάλιστα. Όπως ο φερόμενος ως σημερινός παραδειγματισμός των άλλων υπερχρεωμένων χωρών δεν είναι μια «γερμανική επίδειξη ηγεμονίας» αλλά μια βαθύτατη κυρίαρχη κρατική στάση που έρχεται από παλιά και συνεχίζεται. Η οικονομική ιστορία των δανειστών έχει να επιδείξει πολλά πρόσωπα τύπου Σόυμπλε ή Μέρκελ, ανέκαθεν υπήρχαν και θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν εξουσιαστικές σχέσεις.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε το περιβάλλον και τις ομοιότητες που προβάλλουν οι «πτωχεύσεις» του 1893 και 2010 του ελληνικού κράτους. Ασφαλώς και τότε οι κρατικές οντότητες ήταν διαφορετικών ταχυτήτων με τις ισχυρές/κέντρο να ορίζουν και τις αδύναμες/περιφέρεια να ακολουθούν. Οι χώρες στην περιφέρεια του συστήματος, αποφασίζοντας την σύνδεσή τους με μια λέσχη ισχυρών οικονομιών νομισματικής σταθερότητας, υιοθετούν το κοινά αποδεκτό από τη λέσχη νομισματικό μέσο που θα τους εξασφαλίσει άνετη πρόσβαση σε φθηνά δανειακά κεφάλαια. Αυτό φυσικά δεν γίνεται χωρίς κόστος, αφού επιβάλλουν αυστηρά προγράμματα εσωτερικής υποτίμησης, κάτι που εφαρμόστηκε και προ του 1893 και προ του 2010. Επί πλέον, η δεκαετία του 1880 μπορεί να χαρακτηριστεί ως περίοδος ευφορίας, με υπερβάλλουσα διεθνή ρευστότητα, που επέτρεψε την άνετη και φθηνή χρηματοδότηση. Οι πιστώτριες χώρες παρείχαν αφειδώς κεφάλαια διεθνώς με χαμηλά επιτόκια, συχνά χωρίς εγγυήσεις, τροφοδοτώντας μια «φούσκα» ομολόγων, μετοχών και γης. Ακριβώς η ίδια πολιτική εφαρμόστηκε εντός και εκτός ελλαδικού χώρου και κατά τη τελευταία σύγχρονη περίοδο (μετά-Μάαστριχτ εποχή), ίδια «πετυχημένη» συνταγή θα μπορούσε να πει κάποιος. Που ταυτόχρονα παρουσιάζει και άλλες ομοιότητες όπως ότι το 1890 είχαμε τη πτώχευση της Αργεντινής, το 1891 της Πορτογαλίας, υποτίμηση δολαρίου και τραπεζική κρίση και πανικό σε Αυστραλία και Ιταλία την περίοδο 1892-93. Ένα επί πλέον κοινό χαρακτηριστικό είναι και η καταβολή πάγιας ετήσιας δόσης των 39,6εκ. δραχμών για τριάντα χρόνια στους πιστωτές του 1898 ενώ σήμερα έχει οριστεί ένα σύστημα σταθερών ετήσιων πληρωμών περίπου 9 δισ. από το 2016 έως το 2046.

Οι διαπραγματεύσεις του ελληνικού κράτους κατά τη πτώχευση του 1893 κράτησαν με τους δανειστές πέντε χρόνια. Κάθε φορά που κατέληγαν σε αδιέξοδο, ξεκινούσαν πάλι έπειτα από πρωτοβουλία της πτωχευμένης χώρας, αλλά από δυσμενέστερη αφετηρία. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 ήταν απόρροια της «διπλωματίας των κανονιοφόρων», που κατέληξε στην εκδίκαση πολεμικών αποζημιώσεων στην τουρκία και στην εφαρμογή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Μετά και την διεξοδική καταγραφή των κοινών στοιχείων που υπάρχουν μεταξύ των «πτωχεύσεων» 1898 και 2010, δεν υπάρχει χώρος ούτε για συνωμοσιολογίες ούτε για τυχαιότητες καταστάσεων αλλά για πιστή εφαρμογή διαχρονικά βασικών αρχών διεθνών οικονομικών σχέσεων μεταξύ κρατών. Οι εποχές μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές και σε ζητήματα οικονομίας και διαχείρισης, αλλά παρ’ όλα αυτά οι βασικοί κανόνες του παιχνιδιού δεν έχουν αλλάξει.

Εάν, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος πιστεύει ότι του ταιριάζει να στέκεται μπροστά στην τηλεόραση και να κρέμεται από τα χείλη του κάθε Τσίπρα και του κάθε Βαρουφάκη, για το πόσο, ή μη, μάγκες εμφανίστηκαν στους «ευρωπαίους», και πόσο καλοί διαπραγματευτές είναι, τότε ο κατήφορος δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ένας κατήφορος που οδηγεί στη θλίψη της εναπόθεσης «ελπίδας», με τις «ανάσες αξιοπρέπειας» να συν-γελούν με τις «ανάσες ελευθερίας». Μια θλίψη που γίνεται μεγαλύτερη όταν αναλογιζόμαστε το πόσο απλά, ήρεμα και όμορφα ζούσαν κάποτε οι άνθρωποι. Χωρίς να εξωραΐζονται οι καταστάσεις, αλλά μελετώντας τον τρόπο που σκέφτονταν και δρούσαν οι άνθρωποι στις προ-εξουσιαστικές κοινωνίες, μπορούμε να δούμε ποια είναι η πραγματική οικονομία. Ποιοί ήταν οι πραγματικοί οικονομολόγοι και διαχειριστές των φυσικών πόρων της σπάνιδος. Μια διαχείριση, που για να είμαστε ακριβείς, έφτανε στα πλαίσια της κοινότητας μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, παρ’ ότι εντασσόταν στην επικράτεια ενός κράτους. Χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η κεντρική εξουσία ενίσχυσε το θεσμό των κοινοτήτων, καθώς αυτό διευκόλυνε τη συγκέντρωση των φόρων, μπορούμε να πούμε ότι ο βαθμός διείσδυσης του κράτους ποίκιλλε μεταξύ γεωγραφικών περιοχών. Στο πλαίσιο της οικονομικής και παραγωγικής λειτουργίας της κοινότητας, τα μέλη της προσπαθούσαν με τα μέσα που διέθεταν να τιθασεύσουν τα στοιχεία της φύσης και ν’ αξιοποιήσουν το φυσικό περιβάλλον, το οποίο τους περιέβαλε. Έτσι, συνεργάζονται και αναπτύσσονται κοινωνικές σχέσεις, καλλιεργώντας ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους και η αλληλεγγύη να είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των σχέσεων που τους ενώνουν.

Αλλά εάν οι κοινότητες παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον σίγουρα μεγαλύτερα διδάγματα μπορούμε να λάβουμε από τις κυνηγετικές-τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, οι οποίες διαθέτουν οικονομίες βασισμένες στην άμεση, κυρίως, απόδοση. Η ισότητα μεταξύ των μελών γίνεται πράξη με την πρόσβαση όλων στους φυσικούς πόρους, μέσα από διαδικασίες που εμποδίζουν την αποταμίευση και τη συσσώρευση και επιβάλλουν το μοίρασμα. Ο Τζέημς Γούντμπερν ταξινομεί τις κυνηγετικές-συλλεκτικές κοινωνίες σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στα συστήματα άμεσης απόδοσης και στα μακροπρόθεσμης απόδοσης. Στην πρώτη, οι συλλέκτες καταναλώνουν τα τρόφιμα που συγκεντρώνουν την ίδια μέρα ή χωρίς πρόγραμμα στη διάρκεια των επόμενων ημερών. Στη δεύτερη κατηγορία υπάρχουν έντονα συνθήκες αποθήκευσης καθώς και αναγνώρισης δικαιωμάτων πάνω σε ορισμένα προσφιλή μέσα. Συγκρίνοντας τις δυο κατηγορίες, στην πρώτη εμφανίζονται οι εξισωτικές κοινωνίες, αν και με διαφορετική ένταση και εύρος. Σε αυτές τις κοινωνίες οι άνθρωποι δεν απολαμβάνουν δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης πάνω στα εδάφη και τους φυσικούς πόρους. Καθένας έχει άμεση πρόσβαση σε τροφή, νερό και εργαλεία, με το μοίρασμα του κρέατος να είναι υποχρεωτικό. Οι κοινωνίες αυτές διακρίνονται από την έλλειψη προσώπων εξουσίας και την ύπαρξη ισοτιμίας μεταξύ των δυο συζύγων/συντρόφων. Να τονίσουμε εδώ ότι και τα μέλη κοινωνιών άμεσης απόδοσης ενδέχεται να αποθηκεύσουν ορισμένα είδη που είναι εποχικά, αλλά αυτό γίνεται σε μικρή κλίμακα και επί πλέον είναι κάτι που δεν τους αρέσει. Προτιμούν το μοίρασμα από τη συσσώρευση. Η κοινωνικότητα βασίζεται στο μοίρασμα και επ’ ουδενί στη συσσώρευση που αποδοκιμάζεται. Απαιτώντας από τους ανθρώπους να μοιράζονται περισσότερο από ότι το να παράγουν περισσότερο, προβάλλοντας μια άλλη ηθική.

Δεν είναι ούτε κυνηγοί χρήματος ούτε κυνηγοί αποπληρωμής φόρων και χαρατσιών αλλά συλλέκτες της τροφής, της ύψιστης αξίας που αυτή έχει για την επιβίωση αλλά και για την υγεία των ανθρώπων. Η συλλογική αυτή δράση δημιουργεί ισότιμες σχέσεις μεταξύ των μελών, μεταξύ των συζύγων. Οι παρατηρούμενες από ανθρωπολόγους και σήμερα ομάδες ανθρώπων που ζουν με αυτά τα χαρακτηριστικά, έχουν να μας προσφέρουν απτά παραδείγματα και καταστάσεις συμπεριφοράς. Το πως επιλύουν τα προβλήματα από φυσικά γεγονότα, την προσαρμοστικότητα τους και την ευστροφία τους σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τη ζωή. Αλλά, όπως έχουμε ξαναπεί η μελέτη και ανάλυση αυτών δεν γίνεται για να κοπιαριστούν ιδέες και εφαρμογές, που έτσι και αλλιώς δεν μπορούν δια της αντιγραφής να έχουν την οποιαδήποτε τύχη. Αλλά για να αντλούνται τα χρήσιμα εκείνα συμπεράσματα που μας βοηθούν να φτιάχνουμε το μονοπάτι προς την ελευθερία, πατώντας όσο το δυνατόν λιγότερα αγκάθια. Δεν χρειαζόμαστε για να ζήσουμε τη περιττή γνώση των PSI, των σπρέντς, των δομημένων ομολόγων και λοιπών άλλων κατασκευασμάτων, αλλά την απλότητα της κοινότητας με τον πλούτο των σχέσεων που αναπτύσσονται.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Πηγές:
Από την πτώχευση στην ύφεση, Σοφία Λαζαρέτου, εκδ. Gutenberg, 2013.
Κοινωνίες Μοιράσματος, Πολιτειακές εκδόσεις

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 147, Μάρτιος 2015

ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ Ή ΤΑ ΤΑΝΚΣ;;; ΤΑ ΤΑΝΚΣ, ΤΑ ΤΑΝΚΣ…

Μέχρι και την τελευταία «στιγμή» πριν την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας συνεχιζόταν η «διαμάχη» για τον αν είναι θεσμικός ή όχι ο εκβιασμός του αδίστακτου (όπως αυτοαποκαλείται) Παπανδρέου, που «απειλεί» σε προσφυγή στην βουλευτική πλέον κάλπη, εάν δεν τον ικανοποιήσει το εκλογικό αποτέλεσμα των δημοτικών-περιφερειακών εκλογών με την ταυτόχρονη επιβολή του «Καλλικράτη», και αν συνεχιστεί, όπως διατείνεται, η «αντιπατριωτική υπονόμευση» της «μεγαλειώδους» του προσπάθειας.

Συνέχεια

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΠΕΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ

Ή αλλιώς

Το παραμύθι της χρεοκοπίας και το όραμα της κρατικής παλινόρθωσης

«Μετά το 1878, μάλιστα όταν οι Δυνάμεις θα έχουν στέρξει στον συμβιβασμό, η ρύθμιση του χρέους θα ανοίξει τον δρόμο του κράτους προς τις διεθνείς χρηματαγορές, προς νέους δανεισμούς, προς νέες αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών και νέα υπερχρέωση, μέσα σ’ έναν νέο φαύλο κύκλο, ακόμη ευρύτερο από τον προηγούμενο.

Ωστόσο, η εμπλοκή στον φαύλο κύκλο ήταν αναπόφευκτη για όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής. Η εθνικιστική πλειοδοσία και οι εξοπλισμοί συνδέονταν μοιραία με την αδήριτη ανάγκη τους να οικοδομήσουν ένα κράτος, το οποίο θα ήταν αναποφεύκτως κράτος εθνικό -ειδάλλως δεν θα μπορούσε να επιβιώσει στον 19ο αιώνα, στην εποχή του εθνικισμού. Η αυθεντία και η νομιμότητά του θα θεμελιωνόταν αναγκαστικά στην εθνικιστική ιδεολογία. Και στην εθνική νομιμότητα του ελληνικού κράτους θα στηριζόταν και η νομιμοποίηση του όλου πλέγματος εξουσίας που περιέβαλλε το κράτος, το υπηρετούσε και το στήριζε· του πλέγματος που περιελάμβανε όχι μόνο την κρατική διοικητική ιεραρχία, όχι μόνο την δυναστεία και την οποιαδήποτε κυβέρνηση και το οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα και τις δικαστικές αρχές, αλλά και τα άτυπα κέντρα εξουσίας, τις κοινωνικές και οικονομικές αρχηγεσίες της ελληνικής κοινωνίας, αυτές που σχεδόν αυτομάτως συγκεντρώθηκαν γύρω από το νεαρό κράτος και το πλαισίωσαν ευθύς μετά την ίδρυσή του, καθώς και αυτές που το ίδιο το κράτος διαμόρφωσε βαθμιαίως γύρω του». (Γ.Β. Δερτιλής, Η Ιστορία του ελληνικού κράτους, 1830-1920, Ένα καταχρεωμένο νεογέννητο κράτος)

«Αγαπητέ Κύριε Hammond,

Είμαι απολύτως διατεθειμένος να συναινέσω με το συνημμένο προσχέδιο σχετικά με το ελληνικό δάνειο. Αλλά […] θα μπορούσαμε, νομίζω, να προτείνουμε τρία χρόνια [παράταση] αντί για πέντε […] ούτως ώστε να μας δοθεί κάποιος χρόνος για να εξετάσουμε περαιτέρω την υπόθεση […] Πράγματι, τώρα που το σκέφτομαι θα έφθανα στο σημείο να συστήσω τα τρία χρόνια: είναι άβολο να ανανεώσουμε για το ίδιο χρονικό διάστημα όπως και στο παρελθόν, μυρίζει μονιμότητα. ενώ, αν βραχύνουμε τον χρόνο, η ελληνική κυβέρνηση θα αντιληφθεί ότι αντιμετωπίζουμε το θέμα πραγματιστικά.

Το πραγματικό ερώτημα, πολύ ευρύτερο από το μικρό ποσό που συζητείται, είναι νομίζω το αν σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε στην κατάλληλη στιγμή τον μοχλό του δανείου για να ωθήσουμε την Ελλάδα να λάβει μέτρα πραγματικού περιορισμού των δαπανών της, ώστε να ανοίξει τον δρόμο γι’ αυτό που τώρα δεν διαθέτει, δηλαδή μια ελπίδα να αυξήσει την [οικονομική της] δύναμη και την φερεγγυότητά της.

Η άποψή μου για την πολιτική της Ελλάδας θεμελιώνεται κατά μέγα μέρος στην εξής βάση: εφόσον η εγγύηση των τριών Προστατιδών Δυνάμεων την προστατεύει από τυχόν επίθεση, οφείλει να μην έχει στρατό και στόλο, αλλ’ απλώς και μόνο αστυνομία». (Γλάδστων, πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, 24-9-1869,σε ιδιωτική επιστολή προς τον υφυπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησής του)

Πολλοί θα αναρωτηθούν –και θα έχουν δίκιο–, αν υπάρχει λόγος οι αναρχικοί να ασχολούνται με τα οικονομικά ενός κράτους όπως το ελληνικό, «καταχρεωμένου από την κούνια του». Πράγματι, στα 1824-25 οι επαναστατικές κυβερνήσεις χρεώθηκαν στο Λονδίνο με δάνεια ύψους 2.800.000 λιρών στερλινών με εγγύηση «εθνικά» κτήματα. Από το ποσό αυτό εισέπραξαν λίγο παραπάνω από μισό εκατομμύριο, για να κηρύξουν λίγα χρόνια αργότερα, το 1827, παύση πληρωμών, αλλά και να τους επιβληθεί ο πρώτος αποκλεισμός από τα δυτικά χρηματιστήρια.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας υπογράφει ψήφισμα για την ίδρυση της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας, ενώ ύστερα από εκκλήσεις προς «τους ευκαταστάτους πολίτας, τους κατά το Αιγαίον Πέλαγος και τας επαρχίας της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος», συγκεντρώνονται κεφάλαια πάνω από 2.000.000 γρόσια (το γρόσι εξακολουθούσε να κυκλοφορεί, όπως και πολλά άλλα νομίσματα, για δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους). Το επόμενο βήμα ήταν η απόκτηση εθνικού νομίσματος, του φοίνικα, που εκδόθηκε με μορφή τραπεζογραμματίων.

Οι «Μεγάλες Δυνάμεις» εγγυώνται τη σύναψη νέου δανείου με την Συνθήκη του Λονδίνου του 1832. Και πάλι το ελληνικό κράτος αναστέλλει τις πληρωμές τοκοχρεολυσίων πρώτα το 1835, ύστερα το 1837 και τέλος το 1843 που ουσιαστικά ήταν και οριστική παύση. Από τότε και μέχρι το 1878 το ελληνικό κράτος δεν έχει καμία πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Τα χρέη, όμως, πρέπει να πληρώνονται πράγμα που έκαναν οι «εγγυήτριες Δυνάμεις», οι οποίες σύμφωνα με την Συνθήκη του 1832 μπορούσαν να ελέγχουν τις υπέγγυες τελωνειακές εισπράξεις του ελληνικού κράτους ακόμα και με τη βία, καταλαμβάνοντας τα τελωνεία (πράγμα που έκαναν άγγλοι και γάλλοι, όταν κατέλαβαν το λιμάνι του Πειραιά για τρία χρόνια έως τις 3 Μαρτίου 1857 και ενώ είχε τερματιστεί πριν από έναν χρόνο ο Κριμαϊκός πόλεμος με την ήττα της Ρωσίας από την Τουρκία την οποία έσπευσαν να βοηθήσουν Ναπολέων και Βικτώρια την ίδια στιγμή που ο Όθωνας στήριζε με μικρής κλίμακας εχθροπραξίες στην Θεσσαλία τους Ρώσους).

Παρ’ όλα αυτά ο «Αλυτρωτισμός» που τον είπανε και «Μεγάλη Ιδέα» δεν έπαψε να ανθίζει, και δεν φαινόταν παράταιρος δίπλα στην «εξάρτηση». Κέρβερος βέβαια οι «εγγυήτριες δυνάμεις», ή αλλιώς «προστάτιδες», διαρκής «μοχλός» τα δάνεια, όσο βασίλευε ο θρόνος και με τα χρειαζούμενα «προικιά» του, αλλά και με το «νέο» συνταγματικό καθεστώς, κοινοβουλευτικό, δημοκρατικό και εστεμμένο, που δεν επηρεαζόταν βέβαια από την (κάθε) λήξη της προθεσμίας αποπληρωμής των «δανεικών», από τον κάθε (νέο) «συμβιβασμό» που φούντωνε ή σίγαζε για λίγο τις κάθε λογής εθνικές «μειοδοσίες» ή «πλειοδοσίες».

Γιατί τα θυμηθήκαμε όλα αυτά; Γιατί πολύ απλά είναι πραγματικά για γέλια οι ισχυρισμοί των διαφόρων εξουσιαστών αλλά και διαφόρων δημοσιογράφων που σαν μηρυκαστικά αναμασούν ό,τι τους προστάξουν πως τάχα οι καπάτσοι έλληνες θα ξεγελάσουν τους κουτόφραγκους, για μιαν ακόμα φορά, με το ύψος των ελλειμμάτων τους και άλλα παρόμοια κουραφέξαλα. Αυτό που θέλουν να κρύψουν είναι για ποιο λόγο, ενώ η οικονομική κατάσταση του ελληνικού κράτους είναι γνωστή, προ πολλού, τόσο στην Ε.Ε. όσο και στο ΔΝΤ, η πίεση ασκείται το συγκεκριμένο διάστημα.

Στις 30 Νοεμβρίου δημοσιεύματα μας πληροφορούν ότι σύμφωνα με πόρισμα της Κομισιόν που θα δημοσιευτεί τις επόμενες ημέρες «κάποιες δημόσιες δαπάνες» του ελληνικού κράτους θα πρέπει να παραμείνουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, επειδή δεν το αντέχει η ελληνική οικονομία που βρίσκεται σε ύφεση. Μαθαίνουμε ακόμη ότι τις επόμενες ημέρες ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου θα παρουσιάσει τον προϋπολογισμό και τα επιπλέον μέτρα «προσαρμογής» στους «ομολόγους και να τους πείσει για την επιτυχία τους, ώστε να αποφύγει σκληρές δηλώσεις που ίσως πυροδοτήσουν νέα όξυνση στην αγορά ομολόγων».

Επίσης πληροφορούμαστε ότι το ελληνικό κράτος, σύμφωνα με το πόρισμα της Κομισιόν, εξ αιτίας του ότι δεν έλαβε επαρκή μέτρα «προσαρμογής», εισέρχεται στον προθάλαμο του άρθρου 104 παράγραφος 9 της Συνθήκης της Ε.Ε., δηλαδή της «σκληρής επιτήρησης» στο καθεστώς της οποίας εισέρχεται τον Ιανουάριο. Τι σημαίνει αυτό; Συνεπάγεται πολύ απλά διαρκή –μηνιαίο κατά την κυβέρνηση– έλεγχο των δημοσιονομικών λεγόμενων στοιχείων, αλλά και, το βασικότερο, το δικαίωμα της Κομισιόν να επιβάλλει συγκεκριμένης αξίας και είδους μέτρα «προσαρμογής».

Μ’ άλλα λόγια αν απαιτηθεί από το ελληνικό κράτος αυτό που προτείνουν κάποια κράτη του Βορρά, δηλαδή η λεγόμενη «προσαρμογή-σοκ», τότε η «απειλή» συνίσταται στην αναίρεση του κυβερνητικού προγράμματος πλέον ανοικτά και ουσιαστικά στην κατάργησή του, τουλάχιστον με τον τρόπο που λειτουργούσε έως τώρα…

Ας ρίξουμε, όμως, και μια ματιά σ’ ορισμένα από τα πολυπληθή δημοσιεύματα ευρωπαϊκών και όχι μόνο εφημερίδων.

Στις 30 Νοεμβρίου οι Financial Times αναφέρουν: «Αν η Ελλάδα δεν ήταν στην ευρωζώνη θα είχε οδηγηθεί στην χρεοκοπία […] η τρέχουσα στρατηγική της Ε.Ε. είναι να ασκήσει πολιτική πίεση –  προκαλώντας ακόμα και πολιτική κρίση– με στρατηγικό στόχο η ελληνική κυβέρνηση να ενδώσει […] Θα ήταν ίσως ευκολότερο πολιτικά για τη σημερινή κυβέρνηση η λιτότητα να επιβαλλόταν απ’ έξω. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος γιατί η Ε.Ε. θα ήταν ευτυχής να αφήσει το ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) να κάνει παιχνίδι». Την ίδια στιγμή από την Κίνα, όπου βρίσκονται για μια σύνοδο Ε.Ε.-Κίνας, ο προεδρεύων του Εurogroup πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν βλέπει κανένα πρόβλημα χρεοκοπίας στην ευρωζώνη, ενώ την συμφωνία του με αυτήν τη δήλωση επιβεβαιώνει και ο Ζαν Κλοντ Τρισέ πρόεδρος της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας).

Στις 20 Δεκεμβρίου οι Sunday Times, σε σχετικό τους άρθρο με τίτλο «Το πάρτυ τελείωσε, το καρναβάλι της διαφθοράς έφερε την χώρα στα πρόθυρα της καταστροφής», ανέφεραν ότι: «Οι συζητήσεις για επαναστατικές οργανώσεις και τη βοήθεια από το ΔΝΤ δεν είναι το θέμα για την Ελλάδα αυτές τις ημέρες, που θυμίζει μπανανία. Γυναίκες ψαχούλευαν σε κάδους σκουπιδιών για τρόφιμα σε περιοχή της Αθήνας την προηγούμενη εβδομάδα και παιδιά ζητιανεύουν στο κέντρο της πόλης». Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον υπουργό Εργασίας Α. Λοβέρδο, το Ασφαλιστικό αποτελεί «νάρκη που εξερράγη», ενώ από κοινού με τον υπουργό Οικονομίας Γ. Παπακωνσταντίνου προβλέπουν «μεγάλες συγκρούσεις» για την αναμόρφωση του συστήματος.

Τώρα, βέβαια, δεν μπορεί να είναι ακόμη κανείς σίγουρος εάν είναι για γέλια ή για κλάματα η θεατρική παράσταση, στο πρώτο μέρος της οποίας ο Παπανδρέου κάνει το κοκοράκι στους θεσμικούς οικονομικούς παράγοντες της Ε.Ε. καταγγέλλοντας τους από το βήμα συνεδρίων (όπως εκείνο του Ελληνοαμερικάνικου Επιμελητηρίου στα τέλη Νοέμβρη), ότι «ανέχθηκαν επί τόσο χρόνια και συγκάλυψαν τις αλχημείες, τις σπατάλες της προηγούμενης κυβέρνησης». Στο δεύτερο μέρος της ίδιας παράστασης ζητάει την συμμετοχή και τη συνυπευθυνότητα των κομμάτων, της κοινωνίας και των κοινωνικών εταίρων στις κυβερνητικές αποφάσεις εν όψει των «πιθανών» σκληρών μέτρων.

Ο πρωθυπουργός της «διαφάνειας» (γκλάστνοστ στα ρώσικα), αποφασισμένος για τα …καλά να πολεμήσει την «διαφθορά» ανακοίνωσε την υποχρεωτική ανάρτηση στο Διαδίκτυο νόμων και πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, προεδρικά διατάγματα, διορισμούς, μετατάξεις, αναθέσεις δημοσίων έργων και προμηθειών, συγκρότηση επιτροπών και των αμοιβών των συμμετεχόντων, χωροθετήσεων και καθορισμού δασικών εκτάσεων, αιγιαλού και ορίων δόμησης κ.ά. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι «ούτε κουμπάροι, ούτε άγονες γραμμές, ούτε Βατοπέδιο, ούτε ομόλογα θα υπήρχαν» αν η προηγούμενη κυβέρνηση τον είχε ακούσει και είχε υιοθετήσει αυτό το «σωτήριο» μέτρο.

Να λοιπόν γιατί θεωρήθηκε κατάλληλη στιγμή να παρθούν σκληρά μέτρα από τα τσακάλια της Κομισιόν. Αυτά που κάποτε τα λέγανε «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» ή «πρόγραμμα λιτότητας» ή «στενωπός» ή «τούνελ».

Η πολιτική συναίνεση είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη.

Ο Καρατζαφέρης δηλώνει έτοιμος για την σωτηρία της πατρίδας και έτοιμος να συναινέσει σε κάθε μέτρο για τον «σκοπό αυτό»: μείωση των μισθών κλπ.

Η εκλογή Σαμαρά βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή την κατεύθυνση. Ο «λαός γκρεμίζει τα παλιά τζάκια» ξεσπαθώνει η Αυριανή, αναφερόμενη στον νέο αρχηγό της ΝΔ, στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τριάντης της Ελευθεροτυπίας που επιχαίρει και αυτός για το αποτέλεσμα, αφού «η πρωτοφανής –για τον καθ’ ημάς συντηρητικό χώρο– συμμετοχή του νεοδημοκρατικού κόσμου αποκατέστησε την ουσία του πολιτικώς δραν, σαρώνοντας μηχανισμούς, βιλαέτια, «ονόματα», ΜΜΕ, διαπλοκή, και κατάφερε συντριπτικό πλήγμα στην ψευδώνυμη αντιπροσώπευση, η οποία θα είχε αναδείξει την κ. Μπακογιάννη αρχηγό, αν η ψηφοφορία είχε περιοριστεί στο ασφυκτικό πλαίσιο του ελεγχόμενου ιστού των Συνέδρων». Και ο νέος αρχηγός εμφανίζεται έτοιμος να ανταποκριθεί στην πρόσκληση: «να βάλει πλάτη στην μεγάλη εθνική προσπάθεια».

Με το αζημίωτο βέβαια. Στην εμπέδωση και κατοχύρωση μιας ευρύτερης πολιτικής αποδοχής του νέου ηγέτη της ΝΔ, ανήκουν και οι ενθουσιώδεις δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη, του Απόστολου Κακλαμάνη, αλλά και κάθε σοβαροφανούς ή μη αναλυτή που διαπίστωσε με την πρέπουσα προσποιητή έκπληξη ή αμηχανία την επιστροφή στην πολιτική, όπως εκφράστηκε από τους 800.000 ψηφοφόρους του Σαμαρά, προερχόμενους από μια συντηρητική δεξαμενή «ασυνήθιστη» σε τέτοιες διαδικασίες.

Άλλοι βρήκαν την ευκαιρία να ξιφουλκήσουν ενάντια στις προηγούμενες δεξαμενές σκέψης, που πλέον θεωρούνται υπεύθυνες για αυτόν τον «πολτό» του μεσαίου χώρου, ο οποίος τελικά δεν μπόρεσε να παίξει τον αναμενόμενο χειραγωγικό ρόλο σε πλατιά κοινωνικά κομμάτια, προσφέροντας την επιθυμητή πολιτική σταθερότητα. Και έτσι οι «βουβοί» μέχρι πρότινος και «ζορισμένοι» νεοδημοκράτες, οι ταπεινωμένοι από τους Βουλγαράκηδες, Μαντούβαλους και λοιπούς διεφθαρμένους κομματικούς συγγενείς, επιστρέφουν στο προσκήνιο για να καθορίσουν την πολιτική ατζέντα. Η μπαρούφα, βέβαια, είναι απλά τεράστια παρ’ ότι διαφημίζεται και ανακυκλώνεται σε τέτοιο βαθμό.

Λες και την εκδοχή Σαμαρά δεν την στήριξαν το ίδιο ισχυρά κέντρα εξουσίας εγχώρια ή μη, αλλά απλά η υποψηφιότητά του στόχευσε στον «νου και την ψύχη του νεοδημοκράτη».

Τα σκληρά μέτρα όχι μόνο θα έρθουν αλλά θα επιβληθούν δια ροπάλου, όπως ουσιαστικά ξεκαθάρισε το υπουργείο προστασίας του πολίτη μ’ αφορμή τις κινητοποιήσεις έναν χρόνο αργότερα από την δολοφονία του Α. Γρηγορόπουλου και την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Τελικά θα «πτωχεύσουμε» ή όχι; Έχουν δίκιο εκείνοι που υποστηρίζουν ότι στην ιστορία των κρατικών δανείων κανόνας είναι ο συμβιβασμός, δηλαδή μ’ άλλα λόγια τα κράτη δεν πτωχεύουν, απλώς για κάποιο διάστημα αναστέλλουν τις πληρωμές τους χωρίς φυσικά να ζημιώνονται οι κερδοσκόποι;

Μα το πράσινο κουτόχορτο νέας εσοδείας θα φάμε τώρα;

Όχι βέβαια, ας το φάνε οι ίδιοι.

Θα τους περιμένουμε απέναντι, όπως πάντα, και με τα χέρια γεμάτα…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην  ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 90, Ιανουάριος 2010

www.anarchy.gr