Tag Archives: Παρισινή Κομμούνα

Παρισινή Κομμούνα 1871 (Μέρος Β΄)

Το πα­νη­γύ­ρι των κα­τα­πιε­σμέ­νων

Α­πό πολ­λές α­πό­ψεις, έ­να α­πό τα πιο ε­ντυ­πω­σια­κά ση­μεία της Κομ­μού­νας εί­ναι η εύ­θυ­μη, πα­νη­γυ­ρι­κή και ε­ορ­τα­στι­κή πλευ­ρά του Πα­ρι­σιού. Κα­τά τη διάρ­κεια της Κομ­μού­νας δη­μιουρ­γού­νται θε­α­τρι­κές ο­μά­δες, λέ­σχες, λο­γο­τε­χνι­κοί ό­μι­λοι κ.τ.λ., ε­νώ δη­μιουρ­γεί­ται «η Έ­νω­ση Καλ­λι­τε­χνών με πρό­ταγ­μα το ό­τι «η αν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη εκ­φρα­σμέ­νη μέ­σα α­πό την καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή συμ­βά­λει δυ­να­μι­κά στην κοι­νω­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση». «Το Πα­ρί­σι ε­κεί­νο τον και­ρό εί­ναι γιορ­τή. Συ­ναυ­λί­ες με ά­πει­ρο πλή­θος δί­νο­νται στον Κε­ρα­μι­κό, ρε­σι­τάλ στη Γαλ­λι­κή Κω­μω­δί­α, θε­ά­μα­τα στους δρό­μους…»

Η α­τμό­σφαι­ρα μέ­σα στην πό­λη δεν εί­ναι αυ­τή που θα θύ­μι­ζε μια πό­λη σε πό­λε­μο, αλ­λά α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Ό­μως αυ­τό γρή­γο­ρα άλ­λα­ξε. Οι κη­δεί­ες ε­ξε­γερ­μέ­νων κομ­μου­νά­ρων ή των με­λών της ε­θνο­φρου­ράς με­τα­τρέ­πο­νται σε τε­ρά­στιες πο­μπές που δια­σχί­ζουν την πό­λη. Πραγ­μα­το­ποιού­νται δη­μό­σιες «τε­λε­τουρ­γί­ες» ό­πως το κά­ψι­μο της γκι­λο­τί­νας και το γκρέ­μι­σμα της στή­λης του Vendome, η ο­ποί­α συμ­βό­λι­ζε την αυ­το­κρα­το­ρί­α. Ο εν­θου­σια­σμός ε­πι­κρα­τεί απ’ ά­κρη σ’ ά­κρη στην πό­λη. Α­κό­μα και την η­μέ­ρα ό­που οι δυ­νά­μεις των Βερ­σαλ­λιών ει­σέ­βαλ­λαν στο Πα­ρί­σι, στις 21 Μα­ΐ­ου, πο­λύς κό­σμος βρι­σκό­ταν στους κή­πους Tuileries, α­κού­γο­ντας συ­ναυ­λί­ες μου­σι­κής που πραγ­μα­το­ποιού­νταν για φι­λαν­θρω­πι­κούς σκο­πούς. Συνέχεια

Παρισινή Κομμούνα 1871 (Μέρος Α΄)

«…το Πα­ρί­σι εί­χε με­τα­τρα­πεί ξαφ­νι­κά σε Καύ­κα­σο: σε κά­θε δρό­μο, σχε­δόν πα­ντού, υ­ψώ­νο­νταν ο­δο­φράγ­μα­τα, βου­νά ο­λό­κλη­ρα ως τις σκε­πές. Πά­νω στα ο­δο­φράγ­μα­τα, α­νά­με­σα στις πέ­τρες και τα σα­ρα­βα­λια­σμέ­να έ­πι­πλα, σαν τους Γε­ωρ­για­νούς μέ­σα στα διά­σε­λά τους, ερ­γά­τες που φο­ρού­σαν παρ­δα­λές μπλού­ζες, μπα­ρου­το­κα­πνι­σμέ­νοι, ο­πλι­σμέ­νοι ως τα δό­ντια, χο­ντρο­μπα­κά­λη­δες, με τα πρό­σω­πα α­πο­χαυ­νω­μέ­να α­πό τον τρό­μο, κοί­τα­ζαν φο­βι­σμέ­να α­πό τα πα­ρά­θυ­ρα… Ε­ξα­φα­νί­στη­καν ό­λοι οι γε­ρο­φα­ντα­σμέ­νοι, ό­λοι οι α­παί­σιοι δαν­δή­δες με το λορ­νιόν και το λε­πτό μπα­στου­νά­κι και, στη θέ­ση τους ερ­γά­τες που κρά­δαι­ναν κόκ­κι­νες ση­μαί­ες, τρα­γου­δού­σαν στρα­τιω­τι­κά τρα­γού­δια, με­θυ­σμέ­νοι α­πό τη νί­κη τους…

Ή­ταν μια γιορ­τή χω­ρίς αρ­χή, μή­τε τέ­λος. Έ­βλε­πα ό­λο τον κό­σμο, και δεν έ­βλε­πα κα­νέ­να, για­τί το κά­θε ά­το­μο χα­νό­ταν μέ­σα στο ί­διο ά­πει­ρο, πε­ρι­πλα­νώ­με­νο πλή­θος. Μι­λού­σα σε ό­λο τον κό­σμο, χω­ρίς να θυ­μά­μαι τα λό­για μου, ού­τε τα λό­για των άλ­λων… Άλ­λω­στε αυ­τόν τον γε­νι­κό πυ­ρε­τό τον συ­ντη­ρού­σαν και τον φού­ντω­ναν οι ει­δή­σεις που έ­φτα­ναν α­πό τα άλ­λα μέ­ρη της Ευ­ρώ­πης…Το α­πί­στευ­το εί­χε γί­νει συ­νη­θι­σμέ­νο, και το πι­θα­νόν και το σύ­νη­θες πα­ρά­λο­γα…»

Στις αρχές του 1871 η Γαλ­λί­α υπογράψει ανακωχή με τους Πρώσους. Ο ε­πι­κε­φα­λής της ε­θνι­κής κυ­βέρ­νη­σης Adolphe Thiers (Αδόλφος Θιέρσος), εί­ναι αυ­τός που συ­ζη­τά και δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τους ό­ρους της «ει­ρή­νης». Με­τά α­πό αυ­τό, α­ντι­με­τω­πί­ζει το πρό­βλη­μα του να α­να­κτή­σει τον έ­λεγ­χο του Πα­ρι­σιού και να πεί­σει την πό­λη ό­τι ο πό­λε­μος με την Πρω­σί­α έ­χει λή­ξει, κα­θώς και να α­φο­πλί­σει την Ε­θνο­φρου­ρά. Στον Thiers έ­χουν α­πο­μεί­νει μό­νο 12 χι­λιά­δες τα­κτι­κοί στρα­τιώ­τες με­τά την συν­θή­κη ει­ρή­νης, τους ο­ποί­ους πρέ­πει να α­ντι­πα­ρα­τά­ξει α­πέ­να­ντι σε ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ε­θνο­φρου­ρούς.

Δεν έ­χει χρό­νο. Η πλειο­ψη­φί­α της Ε­θνο­συ­νέ­λευ­σης με­τα­φέ­ρε­ται α­πό το Bordeaux ό­που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν οι πρώ­τες συ­νε­λεύ­σεις της, στις Βερ­σαλ­λί­ες, κο­ντά στο Πα­ρί­σι.

Οι Πρώ­σοι έ­χουν κα­τα­λά­βει την Βό­ρεια Γαλ­λί­α, ως εγ­γύ­η­ση και δι­κλεί­δα α­σφα­λεί­ας για την πο­λε­μι­κή α­πο­ζη­μί­ω­ση, που εί­χε συμ­φω­νή­σει να πλη­ρώ­σει η Γαλ­λί­α στα πλαί­σια της συν­θή­κης ει­ρή­νης. Για να μπο­ρέ­σει να πλη­ρώ­σει τις πρώ­τες δό­σεις αυ­τής της α­πο­ζη­μί­ω­σης και να ε­ξα­σφα­λί­σει την εκ­κέ­νω­ση της Βό­ρειας Γαλ­λί­ας α­πό τα Πρω­σι­κά στρα­τεύ­μα­τα, η γαλ­λι­κή κυ­βέρ­νη­ση πρέ­πει να δα­νει­στεί. Δά­νεια και νέ­οι φό­ροι θα μπο­ρού­σαν να ε­ξα­σφα­λι­στούν μό­νο αν ο κό­σμος α­πο­κτού­σε «ε­μπι­στο­σύ­νη» και σι­γου­ριά στην κυ­βέρ­νη­ση. Αυ­τό ή­ταν και το βα­σι­κό πρό­βλη­μα του Thi­ers, η α­νά­κτη­ση της ε­μπι­στο­σύ­νης α­πό τους αν­θρώ­πους. Θα έ­πρε­πε να α­πο­κα­τα­στα­θεί η τά­ξη, τα κα­τα­στή­μα­τα να ξα­να­νοί­ξουν, η ε­μπο­ρι­κο-οι­κο­νο­μι­κή ζω­ή και η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα να ξα­να­βρεί τους «φυ­σιο­λο­γι­κούς» της ρυθ­μούς. Πά­νω, απ’ ό­λα, α­φού το Πα­ρί­σι ή­ταν η καρ­διά της Γαλ­λί­ας, θα έ­πρε­πε η ε­θνι­κή κυ­βέρ­νη­ση να το θέ­σει υ­πό τον πλή­ρη έ­λεγ­χό της.

Συνέχεια