Tag Archives: Λουίζ Μισέλ

Λουίζ Μισέλ, η κόκκινη παρθένα (μέρος β΄)

Μέχρι το τέλος…

Η Γαλλική Κυβέρνηση συναινεί στο να δοθεί αμνηστία στους φυλακισμένους της Παρισινής Κομμούνας. Όταν αφήνει το νησί, το 1880, οι Κανάκ θα οργανώσουν γι’ αυτήν έναν συγκινητικό αποχαιρετισμό.

Αλλά και στο Παρίσι, δεν θα πάνε πίσω: δέκα χιλιάδες άτομα θα την περιμένουν για να την επευφημήσουν. «Η πεθαμένη Επανάσταση, θα πει στον πρώτο της λόγο, είναι η αναστημένη Επανάσταση […]. Τη μέρα που όλοι όσοι έχουν συκοφαντήσει την Κομμούνα δεν θα υπάρχουν πια, θα έχουμε πάρει την εκδίκηση μας. Οι θρησκείες σκορπίζονται στο φύσημα του ανέμου, και είμαστε πια εμείς οι μόνοι αφέντες της μοίρας μας. Δεχόμαστε τις επευφημίες όχι για μας, αλλά για την Κομμούνα και τους υπερασπιστές της. Σήμερα, το καράβι-φάντασμα προχωρεί. Ο λαός, ακόμα δεσμώτης, που σέρνει τις αλυσίδες του, θα μας απαλλάξει από τους ανθρώπους που μας χαντάκωσαν, και θα κατακτήσει κι αυτός την ελευθερία του».

«Σπέρνεις το μίσος», την προκαλεί κάποιος από το πλήθος. «Ναι, μισώ, απαντά. Να συνεννοηθούμε όμως! Αν χαστουκίζω τον αφέντη, δεν τα βάζω με τους λακέδες του. Δεν τα είχα με το φανατισμένο πλήθος που με γιουχάιζε στις Βερσαλλίες, όμως μισώ αυτούς που αντί να σκοτώσουν έναν, και να τους στείλουν γι’ αυτό στα κάτεργα, σκοτώνουν χιλιάδες, και γίνονται Κυβέρνηση». Αυτό το διάστημα γράφει πολλά άρθρα για την σημαντική επίδραση που έχουν στον κοινωνικό αγώνα οι απεργίες. Όταν οι φυλακισμένοι επιστρέφουν από την εξορία, πολλοί απ’ αυτούς δεν βρίσκουν δουλειά και πεινούν. Η Μισέλ εργάζεται σκληρά για να οργανώσει συσσίτιο γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Συνέχεια

Λουίζ Μισέλ, η κόκκινη παρθένα (μέρος α΄)

Η Λουίζ Μισέλ γεννήθηκε στις 29 Μαΐου του 1830. Είναι κόρη μιας υπηρέτριας της Marianne Michel και ενός πυργοδεσπότη, του Etienne Charles Demahis. Μεγάλωσε με τη μητέρα της και τους γονείς του πατέρα της. Στα παιδικά της χρόνια, το αγαπημένο της παιχνίδι είναι να «ανεβαίνει στο ικρίωμα» μαζί με τον εξάδελφο της και «πριν πεθάνει» να βγάζει λόγο στον λαό για την ελευθερία. Η αγάπη και η κατανόηση που έδειχνε στους καταπιεσμένους, σε ανθρώπους και ζώα εκδηλώθηκε από νωρίς. Η ευαισθησία και η συμπόνια της προς όσους υποφέρουν μεγάλωνε όσο μεγάλωνε κι αυτή. Αυτό μαζί με το ένστικτο της εξέγερσης ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες, την οδήγησε στο δρόμο της αναρχίας.

Έφηβη, στέλνει τους πρώτους της στίχους στον Βίκτωρα Ουγκώ, που της απαντά ενθαρρύνοντάς την. Θα διατηρήσει αλληλογραφία μαζί της για είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Τον Ιανουάριο του 1853, είκοσι δύο ετών πλέον, διορίζεται δασκάλα στο Audelancourt. Επιλέγει ένα ιδιωτικό σχολείο για να μην αναγκασθεί να δώσει όρκο στον Αυτοκράτορα. Κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας της εκεί συνέχεια ονειρεύεται να πάει στο Παρίσι. Αισθάνεται ότι μόνο εκεί μπορούν οι άνθρωποι να πολεμήσουν την αυτοκρατορία. Συνέχεια