Tag Archives: Κροπότκιν

ΠΙΟΤΡ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΙΤΣ ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, 1789- 1793

Μτφ: Γιάννης Καστανάρας, Σελ. 687, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2015

«Η Μεγάλη Επανάσταση είναι το εκτενέστερο βιβλίο του Κροπότκιν και, με εξαίρεση τα κεφάλαια Αλληλοβοήθεια που εξετάζουν τις πρωτόγονες κοινωνίες και τις μεσαιωνικές πόλεις, το σημαντικότερο ιστοριογραφικό έργο του. Αλλά είναι και κάτι περισσότερο από την εξιστόρηση ενός μεμονωμένου γεγονότος οσοδήποτε σημαντικού, επειδή ο Κροπότκιν χρησιμοποιεί τις παρατηρήσεις του για τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης για να αναστοχαστεί πάνω στο γιατί τελικά έμεινε ανολοκλήρωτη, και να αντλήσει διδάγματα για τη φύση της επανάστασης […] Όπως τόσο πειστικά καταδεικνύει ο Κροπότκιν, τα μέλη των περίφημων λεσχών, που κατέχουν περίοπτη θέση στις πολιτικές ιστορίες της Επανάστασης, ανήκαν –της Λέσχης των Ιακωβίνων μη εξαιρουμένης- στις μεσαίες τάξεις ως προς τη σύνθεσή τους κι επίσης προς τον προσανατολισμό τους, εκτός από τις περιπτώσεις που ο λαός τις έσπρωχνε σε ριζοσπαστικές κατευθύνσεις. Αλλά ο πιο κρίσιμος ρόλος στην Επανάσταση ήταν ίσως ο ρόλος των χωρικών, της πιο καταπιεσμένης τάξης στο Παλαιό Καθεστώς.

Συνέχεια

Κροπότκιν για τον παρόντα πόλεμο

Του Πίτερ Κροπότκιν

[Διάφορες φήμες έχουν κυκλοφορήσει σχετικά με τη στάση του Πέτρου Κροπότκιν (Peter Kropotkin) απέναντι στον Ευρωπαϊκό Πόλεμο. Το περιοδικό Μητέρα Γη* (Μοther Earth) μέχρι στιγμής αγνόησε τις φήμες, περιμένοντας την άμεση απάντηση από τον ίδιο τον Κροπότκιν. Παρακάτω, αναπαράγουμε από το περιοδικό London Freedom την επιστολή του Κροπότκιν στον Σουηδό καθηγητή Gustav Steffen —ο οποίος είχε ζητήσει τη γνώμη του– συμπεριλαμβανομένων των προσθηκών που έκανε ο Κροπότκιν στις τρεις τελευταίες παραγράφους.]

Επιστολή:

Μου ζητάς τη γνώμη μου για τον πόλεμο. Την έχω εκφράσει σε πολλές περιπτώσεις στη Γαλλία και τα σημερινά γεγονότα, δυστυχώς, απλώς την ενισχύουν.

Θεωρώ ότι το καθήκον του καθενός που αγαπά τα ιδανικά της ανθρώπινης προόδου, και ιδιαίτερα εκείνα που χαράχτηκαν από τους ευρωπαίους προλετάριους στη σημαία της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, είναι να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του και ανάλογα με τις δυνατότητές του, για να συντρίψει την εισβολή των Γερμανών στη Δυτική Ευρώπη.

Συνέχεια

Από τη φυλακή στο νεκροταφείο:

Πώς οι αναρχικοί της Ουκρανίας και της Μόσχας μετέτρεψαν την κηδεία του Κροπότκιν σε πολιτική συγκέντρωση

από τον Anatoly Dubovik

Στις 13 Φεβρουαρίου 1921, ο 78χρονος Πέτρος Κροπότκιν – «ο παππούς της Ρωσικής Επανάστασης» και ο «απόστολος του αναρχισμού», όπως ήταν γνωστός στους συγχρόνους του, θάφτηκε στη Μόσχα. Αυτή η κηδεία ήταν η τελευταία πολιτική διαδήλωση που διοργανώθηκε από ένα μη μπολσεβίκικο κόμμα στη Μόσχα εκείνη την εποχή. Αναρχικοί από την Ουκρανία έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτό το γεγονός.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1920, η κυβέρνηση της Ουκρανικής ΣΣΔ [Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία] ακύρωσε τη στρατιωτική-πολιτική συμφωνία με τους Μαχνοβίτες και συνέτριψε το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία. Εκατοντάδες αναρχικοί κατέληξαν στη φυλακή.

Σύντομα 40 από αυτούς τους ακτιβιστές στάλθηκαν στη Μόσχα στη διάθεση του VChK [Cheka]. Μεταξύ αυτών ήταν ηγέτες της Συνομοσπονδίας Αναρχικών Οργανώσεων Ουκρανίας «Nabat» και όλοι οι εκπρόσωποι του Μαχνοβίτικου κινήματος που ήταν παρόντες στο Χάρκοβο τη στιγμή των συλλήψεων. Αυτοί ήταν έμπειροι προπαγανδιστές και οργανωτές, ιδεολόγοι και αγωνιστές, που είχαν πολεμήσει για χρόνια εναντίον τόσο του Κόκκινου όσο και του Λευκού καθεστώτος.

Αλλά δεν ήταν πολύ βολικό για τους ηγεμόνες της RSFSR [Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία] να τους κρατήσουν πίσω από τα κάγκελα. Έχοντας νικήσει τους Λευκούς, οι Μπολσεβίκοι στράφηκαν ξανά στα σχέδια για επανάσταση στην Ευρώπη και ήλπιζαν να κάνουν τους δυτικούς αναρχικούς συμμάχους τους. Έτσι, η καταστολή εναντίον των αναρχικών στη Ρωσία και την Ουκρανία έπρεπε να περιοριστεί. Και τον Ιανουάριο του 1921, άρχισαν να απελευθερώνουν τους «Nabatsi». Φυσικά, δεν τους απελευθέρωσαν όλους, αλλά μόνο τους «λιγότερο επικίνδυνους» και, φυσικά, η απελευθέρωσή τους δεν ήταν άνευ όρων αλλά δεσμεύονταν να μην εγκαταλείψουν τη Μόσχα.

Με την απελευθέρωσή τους, οι Ουκρανοί αναρχικοί ξεκίνησαν και πάλι τη διάδοση των ιδεών τους. Παραδόξως, βρέθηκαν αμέσως αντιμέτωποι με την αντίθεση των Ρώσων ομολόγων τους. Δείτε πώς το θυμήθηκε ο Ναβατιστής Ανατόλι Γκορέλικ:

«Σταματήστε να εργάζεστε στη Μόσχα. Η Μόσχα είναι το κέντρο των Μπολσεβίκων. Η Μόσχα είναι κόκκινη, δεν υπάρχει χώρος για αναρχικούς σε αυτήν. Εδώ δεν είναι η Ουκρανία σας. Σύντομα θα χάσετε την καρδιά σας».

«Αυτή ήταν η απάντηση που έλαβα λίγο πολύ από εξέχοντες αναρχικούς όταν τους ρώτησα για το αναρχικό έργο στη Μόσχα. Στην πραγματικότητα, αρχικά βρέθηκα να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο στο αναρχικό περιβάλλον της Μόσχας. Σε όποιον και να μίλησα για δουλειά, η απάντηση ήταν ένα συγκαταβατικό χαμόγελο ή χειρότερα.»

Αλλά μετά από μερικές εβδομάδες, η προπαγάνδα των Nabatsi άρχισε να αποδίδει καρπούς. Ο ίδιος ο Gorelik περιέγραψε τις δραστηριότητές του τον Φεβρουάριο του 1921, ως εξής:

«Δεν υπήρχε σχεδόν καμία συνάντηση εργοστασίου στο οποίο δεν είχαν προσκληθεί οι αναρχικοί. Κάθε βράδυ οι εργάτες γέμιζαν τους αναρχικούς συλλόγους στο Λεοντιέφσκι [Λέιν] και αλλού. Παντού, στους συλλόγους του Λεοντιέφσκι, στις συναντήσεις των εργαζομένων, στην αποθήκη αυτοκινήτων του Σοβναρκόμ [Σοβιέτ των Λαϊκών Επιτρόπων], στο ουκρανικό θέατρο, στο Σεργκιέφ [πόλη κοντά στη Μόσχα] και στα πανεπιστήμια όπου έδινα διαλέξεις και μίλησα σε συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, υπήρξαν σοβαρές συζητήσεις και ερωτήματα».

Συνέχεια

Αλεξάντερ Μπέρκμαν: Μια Μπολσεβίκικη δίκη

(απόσπασμα από το βιβλίο του
The Bolshevik Myth –

Ο Μπολσεβίκικος Μύθος, κεφ. 33)

     Έχοντας μάθει ότι η Έκτακτη Επιτροπή (ΣτΜ: Η Τσε-Κα) έχει στην κατοχή της παλιά αρχεία της αστυνομίας, επισκέφτηκα τον Μπούροβ, τον πρόεδρο (predsedatel) της Τσε-Κα. Πολύ ψηλός και φαρδύς, με τραχιά χαρακτηριστικά και κοφτή συμπεριφορά, μου έδωσε την εντύπωση ενός χωροφύλακα της εποχής των Ρωμανόφ. Μιλούσε με έναν απότομο, διατάζοντα τόνο, απέφευγε τη ματιά μου, και φαινόταν να ενδιαφέρεται πιο πολύ για το μεγάλο Σιβηριανό σκυλί που στεκόταν δίπλα του παρά για την αποστολή μου. Απέφυγε να μου δώσει άδεια να εξετάσω τα αρχεία του Τρίτου Τμήματος, αλλά υποσχέθηκε να επιλέξει κάποιο υλικό για το οποίο θα ενδιαφερόταν το Μουσείο, και μου ζήτησε να τον καλέσω την επόμενη μέρα.

Ο τρόπος του δεν ήταν πειστικός, και δεν τον πίστεψα και πολύ όταν με διαβεβαίωνε ότι θα στηρίξει την προσπάθειά μου. Το ακόλουθο πρωινό η γραμματέας του με ενημέρωσε ότι ο Μπούροβ ήταν πολύ απασχολημένος για να υλοποιήσει το αίτημά μου, αλλά θα μπορούσα να τον δω στην Επαναστατική Ειδική Ανακριτική Επιτροπή, όπου μια δίκη ήταν σε εξέλιξη.

Στην εξέδρα της Ειδικής Ανακριτικής Επιτροπής, τρεις άνδρες κάθονταν σε ένα πάγκο καλυμμένο με κόκκινο πανί, και ο τοίχος πίσω ήταν διακοσμημένος με λιθογραφίες του Λένιν και του Τρότσκυ. Σε ένα μικρό τραπέζι κάτω απ’ την εξέδρα βρίσκονταν ο κατηγορούμενος, ένας λιγνός νεαρός με μικροσκοπικό μουστάκι, και κοντά σ’ αυτόν ένας ηλικιωμένος, ο δικηγόρος του. Ο Μπούροβ, με το τεράστιο σκυλί στα πόδια του, λειτουργούσε σαν εισαγγελέας της κυβέρνησης. Στους πάγκους κάθονταν οι μάρτυρες, και στρατιώτες βρίσκονταν στους διαδρόμους για να διατηρούν την τάξη.
Ο κρατούμενος κατηγορούνταν για «αντεπαναστατικές δραστηριότητες», κατηγορία που του προσάπτει μια νεαρή γυναίκα επειδή την είχε «αποκηρύξει σαν Κομμουνίστρια στους Λευκούς». Οι μάρτυρες ανακρίθηκαν πρώτα από την υπεράσπιση, μετά από τον εισαγγελέα και τους δικαστές. Φάνηκε απ’ τις καταθέσεις τους ότι ο κατηγορούμενος και η κοπέλα που τον κατηγορούσε είχαν ζήσει μαζί στο ίδιο σπίτι και είχαν στενές σχέσεις. Η διαδικασία τράβηξε μ’ ένα κοιμισμένο και αδιάφορο τρόπο μέχρι που ο εισαγγελέας της υπεράσπισης προσπάθησε να δείξει ότι η γυναίκα, τώρα μέλος της Τσε-Κα, είχε προηγουμένως μια ανυπόληπτη ζωή. Ο Μπούροβ σιγά-σιγά σηκώθηκε απ’ τη θέση του και δείχνοντας με το δάκτυλό του το δικηγόρο, φώναξε: «Τολμάτε να επιτίθεστε στη φήμη της Έκτακτης Επιτροπής;» Ο δικηγόρος κάλεσε συνεσταλμένα το δικαστήριο για προστασία. Ο προεδρεύων δικαστής, με ψηλές μπότες και κοτλέ σακάκι, που φαινόταν πολύ κουρασμένος καθώς έριχνε κρύο καφέ στην κούπα του, εξέφρασε την επαναστατική του συμπάθεια με τα κοινωνικά θύματα της καπιταλιστικής τάξης που είχε ανατραπεί και επέπληξε το δικηγόρο που επέμενε σε αστικές προκαταλήψεις.

O Μπούροβ εξέτασε τους μάρτυρες της υπεράσπισης σε σχέση με την προηγούμενη ζωή τους και τις τωρινές πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αναφέρθηκε στον κρατούμενο με το χαρακτηρισμό «αυτός ο αχρείος αντεπαναστάτης», και συνέχισε αναφέροντας θετικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που τέθηκαν από τους ίδιους μάρτυρες. Ένας απ’ τους τελευταίους, μια νεαρή γυναίκα, κατέθεσε για την καλή φήμη του κατηγορούμενου και το μη-κομματισμό του. Φαινόταν φοβισμένη καθώς ο Μπούροβ σηκωνόταν από πάνω της. Την πίεσε με ερωτήσεις, και βρέθηκε σε σύγχυση. Υπό τη διατάζουσα φωνή του Τσεκιστή παραδέχθηκε τελικά ότι ο κατηγορούμενος ήταν αδερφός της.
Ένα ξέσπασμα αγανάκτησης ξέφυγε από το δικαστήριο. Στον πάγκο μπροστά από μένα ένας ηλικιωμένος φώναξε ταραγμένος: «Την τρομοκρατήσατε! Δεν είναι συγγενής του — είναι κόρη μου!» Ο προεδρεύων δικαστής φώναξε: «Σιωπή!» και διέταξε τη σύλληψη του ηλικιωμένου για «συμπεριφορά που προσβάλλει την ανώτατη ειδική ανακριτική επιτροπή».

Στη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω με τον Μπούροβ. Του επέστησα την προσοχή στο χαρακτήρα της κατάθεσης. Ήταν ανάξια, τόνισα. Οι μάρτυρες εκφοβίστηκαν. Ο Μπούροβ ευχαριστήθηκε. «Δεν μπορούν να παίξουν με μας, και το ξέρουν», είπε, υποδεικνύοντας ότι όλοι οι μη-Κομμουνιστές θεωρούνται φυσικοί εχθροί του Μπολσεβίκικου καθεστώτος.

«Οι καταθέσεις είναι αμφισβητούμενες» επέμεινα. «Θα καταδικαστεί ο κατηγορούμενος;»

«Θα ζητήσω την υψηλότερη ποινή» απάντησε, χρησιμοποιώντας τον επίσημο όρο για τη θανατική ποινή.

«Αλλά ο άνθρωπος μπορεί να είναι αθώος», διαμαρτυρήθηκα.

«Πώς μπορείς να μιλάς έτσι, tovarishtch;» με επέπληξε. «Μιλάς για αποδείξεις! Γιατί, ο θείος αυτού του τύπου ήταν μεγαλοαστός, μεγάλος τραπεζίτης. Διέφυγε με τους Λευκούς, και όλη του η οικογένεια είναι αντεπαναστάτες. Το καλύτερο πράγμα που έχουμε να κάνουμε μ’ αυτούς είναι να τους «razmenyat» (να τους «αλλάξουμε» — η έκφραση που χρησιμοποιείται στο Νότο για τη συνοπτική εκτέλεση).
Φεύγοντας από την αίθουσα του δικαστηρίου, μπήκα απρόσκλητος σε μια μικρή αίθουσα, όπου δυο γυναίκες κάθονταν σε ένα πάγκο. «Ο Tovarishtch απ’ το κέντρο» μια απ’ αυτές με χαιρέτησε. «Σε είδα στου Μπούροβ χθες».

Προφανώς με πέρασε για κάποιο αξιωματούχο της Μοσχοβίτικης Τσε-Κα, και αμέσως μου μίλησε εμπιστευτικά. Αυτή ήταν που άσκησε την κατηγορία εναντίον του κρατούμενου, είπε. Είχαν συλληφθεί μαζί από τους Λευκούς, και όταν τους πήγαν στο αστυνομικό τμήμα ο κατηγορούμενος ψιθύρισε κάτι σε έναν αξιωματικό. Δεν μπορούσε να ακούσει τι του είπε, αλλά ήταν σίγουρη ότι έγνεψε προς την κατεύθυνσή της. Και οι δύο φυλακίστηκαν, αλλά μετά από λίγο ο άνδρας απελευθέρωθηκε ενώ αυτή θα εκτελούνταν. Πίστευε ότι ο άνδρας αυτός την είχε κατηγορήσει ότι ήταν Μπολσεβίκα — ενώ δεν ήταν εκείνο τον καιρό. Από τότε έγινε Κομμουνίστρια, και τώρα βοηθάει στην καταπολέμηση των αντεπαναστατών, «όπως κι εσύ, tovarishtch,» πρόσθεσε με νόημα.

Το πρόσωπό της, με μια ενόχληση που διαγράφονταν μέχρι τα χείλη της, ήταν χονδροειδές και αισθαντικό. Τα μάτια της έλαμπαν με ένα εκδικητικό φως και τη συνείδηση της εξουσίας. Η συνοδός της, νεαρότερη και πιο χαριτωμένη, της έμοιαζε αξιοθαύμαστα.

«Είστε αδερφές;» Ρώτησα.

«Ξαδέρφες», απάντησε η νεαρότερη κοπέλα. «Η Κάτια λέει ψέματα» ξέσπασε ορμητικά, «ζηλεύει — ο νεαρός την παράτησε — δε νοιαζόταν γι’ αυτή — θέλει να τον εκδικηθεί».

«Σιγά που νοιάζεται για σένα!» τη χλεύασε η άλλη. «Είσαι πιο νέα — αυτό είναι όλο. Και αυτός είναι ένας βρωμιάρης αντεπαναστάτης».

H πόρτα άνοιξε και μια γυναίκα μπήκε μέσα. Φαινόταν πολύ γριά, αλλά η όψη της ήταν εντυπωσιακή και το λυπημένο της πρόσωπο όμορφο μέσα σ’ ένα πλαίσιο χιονισμένου λευκού. «Είσαι μάρτυρας;» η κοπέλα της Τσε-Κα τη ρώτησε. «Έχεις καλεστεί;»

«Όχι, αγαπητή μου» απάντησε χαμηλόφωνα η ηλικιωμένη κυρία. «Ήρθα μόνη μου». Χαμογέλασε καλοπροαίρετα και συνέχισε με μια απαλή, μελωδική φωνή: «Άκουσε αγαπητή μου, είμαι γριά γυναίκα και σύντομα θα πεθάνω. Ήρθα να πω την αλήθεια. Γιατί να προκαλέσεις το θάνατο αυτού του αγοριού;» Κοιτούσε ευγενικά στην Τσεκίστρια. «Σκέψου, αγαπητή μου. Δεν σου έχει κάνει κανένα κακό».

«Δεν έχει;!» απάντησε θυμωμένα η άλλη.

«Αγαπητή μου», ισχυρίστηκε η ηλικιωμένη κυρία, βάζοντας το χέρι της στοργικά στον ώμο της κοπέλας, «περασμένα ξεχασμένα. Νοιαζόταν για σένα και έπαψε να νοιάζεται — αξίζει να πεθάνει, αγαπητή μου; Ε, είμαι γριά και έχω δει πολύ κακό στη ζωή μου. Πρέπει συνέχεια να μισούμε και να σκοτώνουμε—«

«Στο δικαστήριο!» φώναξε ένας στρατιώτης στο δωμάτιο. Και τα δυο κορίτσια ορθώθηκαν ξαφνικά, έστρωσαν τα μαλλιά τους, και βγήκαν έξω.

«Πρέπει πάντα να μισούμε και να σκοτώνουμε;» επανέλαβε η γριά καθώς τις ακολούθησε σιγά-σιγά.

Φωτογραφίες:

1. Ένα εξώφυλλο του βιβλίου
2. Τσεκιστές
3. Αναρχικοί που πήραν άδεια από τη φυλακή για να παρακολουθήσουν την κηδεία του Κροπότκιν
4. Από την κηδεία του Κροπότκιν
5. Το προεδρείο της Τσε-Κα – 1921 (από αριστερά προς τα δεξιά): Yakov Peters, Józef Unszlicht, A. Ya. Belenky, Felix Dzerzhinsky, Vyacheslav Menzhinsky.

Δημοσιεύθηκε από τον Αναρχικό Πυρήνα ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Αρέσει σε %d bloggers: