Tag Archives: ανάσταση

Υπέρ της ανάστασης των «νεκρών» (Μέρος Γ΄)

[…]Κάποιος έθιξε το θέμα της μέλλουσας ζωής, πως να τη δημιουργήσουμε, πως να αποφύγουμε τον τελικό θάνατο, πως να μην πεθάνουμε.

Για να γίνει αυτό πρέπει να «είμαστε». Αν ένας άνθρωπος αλλάζει κάθε στιγμή, αν δεν υπάρχει τίποτε μέσα του που να μπορεί να αντισταθεί στις εξωτερικές επιδράσεις, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε μέσα του που να μπορεί να αντισταθεί στο θάνατο. Αλλά αν γίνει ανεξάρτητος από τις εξωτερικές επιδράσεις, αν εμφανιστεί μέσα του κάτι που να μπορεί να ζήσει μόνο του, αυτό το κάτι μπορεί να μην πεθάνει. Κάτω από τις συνηθισμένες συνθήκες πεθαίνουμε κάθε στιγμή. Οι εξωτερικές επιδράσεις αλλάζουν και αλλάζουμε κι εμείς μ’ αυτές, δηλαδή πολλά από τα εγώ μας πεθαίνουν. Αν ο άνθρωπος αναπτύξει μέσα του ένα μόνιμο Εγώ που να μπορεί να εξακολουθεί να ζει μετά από μια αλλαγή στις εξωτερικές συνθήκες, αυτό μπορεί να ζει και μετά από το θάνατο του υλικού σώματος. Όλο το μυστικό είναι ότι κανείς δεν μπορεί να εργαστεί για μια μέλλουσα ζωή χωρίς να εργαστεί γι’ αυτή τη ζωή. Όταν ο άνθρωπος εργάζεται για τη ζωή, εργάζεται για το θάνατο ή καλύτερα για την αθανασία[…] Συνέχεια

Υπέρ της ανάστασης των «νεκρών» (Μέρος Β΄)

Το βασίλειο των «νεκρών»

Η ευαισθησία είναι η αρχή κάθε γνώσης (Μάνος Ελευθερίου)

Από την οπτική γωνία της διδασκαλίας, δηλαδή από την οπτική γωνία του –σχηματικά λεγόμενου– «ανώτερου Εγώ» που βρίσκεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, εάν έχουμε την περιέργεια να δούμε με τί μοιάζει ο κόσμος των νεκρών, τότε δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας –και μέσα μας.

Πρόκειται για έναν πολύ ισχυρό συμβολισμό. Οι αρχαίοι ταύτισαν το σύνολο των ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τον κόσμο με βάση τον συνηθισμένο καθημερινό «εαυτό» –ο οποίος σχηματικά αντιστοιχίζεται στο «κατώτερο Εγώ»– με νεκρούς, οι οποίοι είναι «νεκροί» επειδή δεν «βλέπουν», δεν «ακούν», δεν «αισθάνονται». Αυτό που δεν βλέπουν και δεν ακούν είναι το «ανώτερο Εγώ» ή αλλοιώς ο «πραγματικός τους Εαυτός». Ένας «Εαυτός», με τον οποίο –μολονότι είναι πλήρως ανεπτυγμένος μέσα τους, στην καθημερινότητα– για κάποιον άγνωστο λόγο της εξέλιξης, δεν έχουν καμμιά επαφή. Τα φευγαλέα αγγίγματά του πολύ γρήγορα φροντίζουν να τα ξεχνούν, ίσως θεωρώντας τα ένα παράξενα «περισσότερο αληθινό» όνειρο. Οι «νεκροί» ζουν μέσα στη φαντασίωση γι’ αυτό και η ζωή τους μοιάζει με όνειρο. «Κοιμούνται» όντας στον τυπικό ξύπνιο τους. Κανένας δεν εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα. Πλούσιοι και φτωχοί, σπουδαγμένοι και αγράμματοι, μαχητές και δειλοί, νομιμόφρονες κι εγκληματίες. Συνέχεια

Υπέρ της ανάστασης των «νεκρών» (Μέρος Α΄)

Όπως έχουν τα πράγματα, ο νους είναι αποτέλεσμα πολλών χιλιάδων χρόνων επιρροής -βιολογικής, κοινωνιολογικής, περιβαλλοντικής, κλιματικής, διατροφικής και λοιπά. […] Αν ο νους δεν έχει ελευθερία, δεν μπορεί να ανακαλύψει τί είναι αλήθεια και τί όχι· και το να έχει ελευθερία σημαίνει να είναι απαλλαγμένος από κάθε επιρροή. (Τζίντου Κρισναμούρτι)

Οι θνήσκοντες και ανασταινόμενοι θεοί

Στον αρχαίο κόσμο, αιώνες πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, υπήρχε μια ευρέως διαδεδομένη θρησκευτική μυθολογική αφήγηση σε όλη την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και στον Ελλαδικό χώρο. Ο μύθος, σε κάθε περίπτωση, αναφερόταν σε έναν θεό, ο οποίος πέθαινε μαρτυρικά και στη συνέχεια ανασταινόταν.

Ο κάθε τόπος διέθετε τη δική του εκδοχή του μύθου και απέδιδε στον θεό αυτόν διαφορετικές ονομασίες. Στην φαραωνική Αίγυπτο λεγόταν Όσιρις, στον μείζονα Ελλαδικό χώρο Διόνυσος, στη Μικρά Ασία Άττις, στη λεγόμενη Συροπαλαιστίνη Άδωνις, στην Περσία Μίθρας και στην Ιταλική χερσόνησο Βάκχος. Η μυθική αφήγηση, ωστόσο, εμπεριείχε στον πυρήνα της παντού τα ίδια χαρακτηριστικά. Ο θεός γεννιόταν από μια παρθένο σε μια σπηλιά ή σε έναν στάβλο στις 25 Δεκεμβρίου. Αργότερα, εισερχόταν θριαμβευτικά σε μια πόλη επί όνου και γινόταν δεκτός από τον λαό, ο οποίος κράδαινε κλάδους φοινικιάς. Στη συνέχεια πέθαινε, θυσιαζόμενος για την αποκατάσταση του κόσμου, κατέβαινε στον Άδη (ή σε άλλη αντίστοιχη θεότητα του λεγόμενου Κάτω Κόσμου) και την τρίτη ημέρα ανασταινόταν εκ νεκρών, ανερχόμενος στον ουρανό. Η θυσία αποκαθιστούσε την ιερότητα του κόσμου, καθαρίζοντας τον καθημερινό χρόνο και τόπο και αναγεννώντας τον. Η αναγέννηση αυτή νοούνταν ως μεταμόρφωση, που ξαναδημιουργούσε τον χρόνο και τον τόπο, αλλά και κάθε ον εντός τους, σε ένα ιερό εδώ και τώρα.

Φαίνεται, πως στοιχεία τουλάχιστον του συγκεκριμένου μύθου είναι πανάρχαια. Η Margaret Murray, αρχαιολόγος και αιγυπτιολόγος των αρχών του περασμένου αιώνα, με ανασκαφές στις πυραμίδες της Αιγύπτου στο ενεργητικό της μαζί με τον περισσότερο γνωστό Flinders Petrie (ο οποίος ανακάλυψε τις πυραμίδες της Γκίζας και τη στήλη του Μερνεφθά) αναφέρει ότι «το ιερό δράμα της αφοσίωσης και της θυσίας του ενσαρκωμένου θεού μπορούμε να το παρακολουθήσουμε στα κείμενα των Πυραμίδων», δηλαδή το 2.700 π.Χ,, περίπου. Συνέχεια

Τοῦτὸ μού ἐστί τὸ σῶμα τὸ ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον

xristosΥπήρξε ο Ιησούς ιστορικό πρόσωπο; Είναι τα τέσσερα γνωστά Ευαγγέλια των σχολαστικών χριστιανών κίβδηλα ή τα υπόλοιπα που αφόρισε ως αιρετικά η σύνοδος της Νίκαιας το 325 Ν.χ; Μήπως η «νέα» θρησκεία που κατέστρεψε deprofundis τον αρχαίο κόσμο, θα έπρεπε να ονομάζεται, κατά το ορθότερον, παυλικιανισμός[1]; Όχι, δεν δύναται ν’ αναλυθούν τόσο σημαντικά ζητήματα σε λίγες μόνον σελίδες∙ αλοίμονο αν πιστεύαμε κάτι τέτοιο. Ωστόσο, θεωρούμε σημαίνουσα κάθε μικρή ή μεγάλη προσπάθεια να ειδωθεί το σύνολο των αμφιλεγόμενων ζητημάτων απροκατάληπτα και με γνώμονα, βεβαίως, την αναζήτηση της αλήθειας∙ διότι, σε πείσμα της πολιτικής και των εργολάβων της, η αλήθεια πάντοτε θα λειτουργεί απελευθερωτικά.

Συνέχεια