Category Archives: Φιλοσοφία

Ο θεμελιώδης κοινωνικός νόμος

Δοκίμιο του Rudolf Steiner[1]

Το θέμα θα παρουσιαστεί εν συντομία, αλλά υπάρχουν πάντα άνθρωποι, που με το συναίσθημα τους αναγνωρίζουν την αλήθεια αυτών των πραγμάτων, παρόλο που δεν είναι δυνατόν να συζητηθούν εδώ διεξοδικά. Υπάρχει ένας θεμελιώδης κοινωνικός νόμος, όπως μας διδάσκει η πνευματική επιστήμη:

«Η ευημερία μιας κοινότητας ανθρώπων που εργάζονται μαζί είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο λιγότερο το κάθε άτομο αξιώνει για τον εαυτό του τις απολαβές από την εργασία του, όσο δηλαδή παραχωρεί τα έσοδα στους συνεργάτες του και όσο περισσότερο οι ανάγκες του ικανοποιούνται, όχι από τη δική του εργασία, αλλά από την εργασία των άλλων».

Κάθε οργάνωση της κοινότητας που αντιβαίνει σ’ αυτό το νόμο, θα δημιουργήσει αργά ή γρήγορα στέρηση και δυστυχία. Είναι ένας βασικός νόμος που ισχύει στο σύνολο της κοινωνικής ζωής, με την ίδια αναγκαιότητα και αυστηρότητα, όπως οι φυσικοί νόμοι σε συγκεκριμένους τομείς της φύσης. Δεν πρέπει όμως να νομίζουμε ότι είναι αρκετό να παραδεχτούμε αυτό το νόμο απλά ως μια ηθική αρχή συμπεριφοράς, ή να τον ερμηνεύσουμε συναισθηματικά: ότι δηλαδή ο καθένας πρέπει να εργάζεται στην υπηρεσία των συνανθρώπων του. Όχι, ο νόμος αυτός λειτουργεί στην πράξη όταν μια κοινότητα ανθρώπων καταφέρνει να δημιουργήσει τέτοιες προϋποθέσεις, ώστε κανένας να μην απαιτεί για τον εαυτό του τους καρπούς της εργασίας του, αλλά αυτοί να αποδίδονται εξ’ ολοκλήρου στην κοινότητα. Κι αυτός με τη σειρά του πρέπει να υποστηρίζεται από την εργασία των συνανθρώπων του. Το σημαντικό σημείο λοιπόν είναι να διαχωριστούν, απ’ τη μια πλευρά, η εργασία για τους συνανθρώπους και από την άλλη, η αποκόμιση εισοδήματος, όντας δυο διαφορετικά πράγματα. Συνέχεια

Με αφορμή αυτήν την ημέρα…

Πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινὰ καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσιν καθότι ἂν τὶς χρείαν εἶχεν. (Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κεφ. β΄, 44-45)

Όλοι δε ανεξαιρέτως οι εμμένοντες εις την πίστην ήσαν ενωμένοι ως να ήταν ΕΝΑ και τα είχαν όλα κοινά. Πουλούσαν τα κτήματά τους και τα κινητά υπάρχοντά τους και διαμοίραζαν τις εισπράξεις στους στερουμένους ανάλογα με την ανάγκην που είχε ο καθένας τους. Συνέχεια

Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (ΣΤ΄)

H αποτυχία επίτευξης της δεύτερης παραμέτρου του σχεδίου του Πλάτωνα, (εύρεση διεθνούς κέντρου εξουσίας) έχει ως αποτέλεσμα και τη συγγραφή των «Νόμων», οι οποίοι αποτελούν συμπλήρωμα της «Πολιτείας» και όπου η επιβολή των νόμων πλέον, δεν επαφίεται στην «ευγενική ρητορική του διαλόγου, στο διαρκώς ανοιχτό έργο της συλλογικής διαπαιδαγώγησης. Πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένους νόμους με υποχρεωτικό κύρος. Οι νόμοι αυτοί πρέπει να επιβληθούν, εάν είναι απαραίτητο δια της βίας και, συγκεκριμένα, δια της καταστολής».

Εκεί πλέον, υπάρχει μια «αυστηρή σύνδεση μεταξύ γαιοκτησίας και δικαιώματος υπηκοότητας. Εκδίωξη όσων ασκούν χειρωνακτικά και εμπορικά επαγγέλματα από το κοινωνικό σώμα (εφόσον δεν έχουν γη, θα κρατηθούν σε κατάσταση ημί – δουλείας). Διαπαιδαγώγηση των πολιτών ρυθμιζόμενη λεπτομερώς από το κράτος. Υποχρεωτική δημόσια θρησκεία (η οποία βασίζεται στα άστρα) ως εγγύηση της δημόσιας τάξης. Εξορία και θανατική ποινή για όσους παραβιάζουν τους νόμους και ιδιαίτερα τους θρησκευτικούς ή προτείνουν καινοτομίες επικίνδυνες για το κράτος. Ανώτατο νομοθετικό και εκτελεστικό όργανο θα είναι ένα συμβούλιο δέκα πολιτών, επιλεγμένων μεταξύ των σοφοτέρων». Συνέχεια

Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Ε΄)

Από το 499 π.χ. όπου οι Αθηναίοι στέλνουν βοήθεια στις εξεγερμένες ιωνικές πόλεις μέχρι και το 479 π.χ. (μάχη των Πλαταιών, μάχη της Μυκάλης), οι πόλεις-κράτη του ελλαδικού χώρου, καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς της εισβολή των Περσών. Στα 478 π.χ. διαμορφώνεται η Α΄ Αθηναϊκή συμμαχία. Το 441 π.χ. ξεσπά ο πελοποννησιακός πόλεμος. Το 404 π.χ. Η αθηναϊκή δημοκρατία έχει ηττηθεί.

Μετά από ένα μακρόχρονο πόλεμο (πελοποννησιακός – 38 χρόνια) η παλινορθωμένη μορφή της σε καμμία περίπτωση δεν είχε σχέση με την μορφή που είχε στην ακμή της. Είναι μια μεταβατική για την κυριαρχία της εποχής περίοδος, όπου η μακεδονική ηγεμονία δεν έχει ακόμη επιβληθεί, η παραδοσιακή μορφή της πόλης-κράτους δεν έχει την δυναμική του παρελθόντος ενώ νέα, μεταβατικά στάδια και μοντέλα επιβολής εμφανίζονται (συνεργασίες μεταξύ πόλεων – κρατών με τη μορφή συμπολιτειών κ.λπ.) έως την ολοκληρωτική επιβολή της μακεδονικής μοναρχίας.

Μετά τις ανατροπές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας το 411 και το 404 –η δημοκρατία επανήλθε– το πρόβλημα ήταν να βρεθεί ένα νέο σύστημα αξιών που να αντικαθιστά την παλαιότερη απλοϊκή ταύτιση του ατόμου με την πόλη. Και αυτό, γιατί αυξήθηκε η δυσαρέσκεια και αντιπάθεια μεταξύ των υποστηρικτών της ολιγαρχίας (αριστοκράτες) και του λαού, όπου «θα ήταν παράλογο να περιμένει κανείς από τα ανώτερα στρώματα να δείχνουν άκριτη νομιμοφροσύνη απέναντι στην πόλη και τους οδηγούς της». Συνέχεια

Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Δ΄)

Η ελληνική φιλοσοφία είναι σίγουρα ζήτημα ενδιαφέρον και ανεξάντλητο, πλην όμως αδύνατο να εξεταστεί ενδελεχώς μέσα από αυτές τις σελίδες. Έτσι, σκοπός του κειμένου αυτού, δεν είναι η αναλυτική παρουσίαση, σύγκριση ή κριτική στις τάσεις, τις θεωρίες και τα πρόσωπα που την χαρακτηρίζουν.

Αυτό που θα επιχειρηθεί να γίνει, είναι μια όσο το δυνατόν περιεκτικότερη αναφορά, στη σχέση κάποιων από τις σημαντικότερες παραμέτρους, μερικών από των πιο γνωστών φιλοσοφικών συστημάτων και θεωριών, με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής.

Μέσα από την αναφορά αυτή, σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί κάποιος να διακρίνει θέσεις και θεωρίες, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και αντί – εξουσιαστικές. Η πραγματικότητα όμως είναι, πως μέσα από την χρήση τους και μέσα από την ανάπτυξη της Φιλοσοφίας, μεταρρυθμίζεται και αναπτύσσεται συνεχώς η δημοκρατία αλλά και άλλα μοντέλα επιβολής.

Η φιλοσοφία λοιπόν, αρχίζει να επινοείται στην περιοχή της Ιωνίας, λειτουργώντας στην κατεύθυνση της ανάδειξης της «υπεροχής» της πόλης – κράτους, ως μορφή (εξουσιαστικά δομημένης) κοινωνικής οργάνωσης. Στο πρώιμο αυτό στάδιο, το περιεχόμενο του λόγου των σοφών (και όχι ακόμη των φιλόσοφων), που εμφανίζονται αρχικά στην Ιωνία και στη συνέχεια στη μεγάλη Ελλάδα και την Σικελία, δεν έχει πολλές διαφορές από τον μύθο. Τη στιγμή μάλιστα, που «αυτό που γεννήθηκε στη Μίλητο τον 6ο αιώνα δεν είναι ακριβώς ‘‘φιλοσοφία’’, αλλά μια ευφυής και απροκάλυπτη μορφή ορθολογικής σκέψης, η οποία φιλοδοξούσε να βάλει σε τάξη ένα νέο κόσμο και να εξεύρει τρόπους ελέγχου των πραγμάτων, στηριζόμενη σε μια στενή συνεργασία των τεχνικών-πρακτικών δυνατοτήτων της εποχής, με τη θεωρητική επεξεργασία των φυσικών και κοινωνικών προβλημάτων». Συνέχεια

Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Γ΄)

Πόλη-κράτος και Δημοκρατία, Ολιγαρχία κ.λ.π.

Η πόλη λοιπόν, αρχίζει να διαμορφώνεται με το τέλος των μετακινήσεων που οφείλονταν στην λεγόμενη κάθοδο των Δωριέων. Οι διάφορες φυλές αρχίζουν να εγκαθίστανται μόνιμα σε κάποιο γεωγραφικό χώρο, τα χωράφια δεν καλλιεργούνται μέχρι εξάντλησης, (με τη μέθοδο της αγρανάπαυσης) και οι φύλαρχοι αρχίζουν να «μεταμορφώνονται σε αριστοκράτες γαιοκτήμονες». Επίσης, οι «αριστοκρατικές οικογένειες που έπαιζαν κάποιο ρόλο στην κυβέρνηση, άρχισαν να επιδιώκουν διαμονή κοντά στην έδρα της διοίκησης, που βαθμιαία έτσι, απέκτησε τον χαρακτήρα πόλεως. Ένα τέτοιο κέντρο, που επιλέγονταν συνήθως για την αμυντική του ισχύ, τραβούσε επίσης τεχνίτες και εμπόρους, αν και οι ομάδες αυτές αρχικά δεν έπαιζαν και τόσο σημαντικό ρόλο. Έτσι, η αστική ζωή ήταν αρχικά αριστοκρατική και όχι εμπορική ή βιοτεχνική».

Η δύναμη των «πρώην φυλάρχων», πηγάζει από τους νόμους και την στρατιωτική ισχύ. Η κατοχή μεγαλύτερων εκτάσεων γης, βοηθά τόσο στο να αντεπεξέλθουν σε «κακές σοδειές» όσο και να δανείσουν σε κατόχους μικρότερων, με αποτέλεσμα την αποκομιδή των εκτάσεων των δανειοληπτών σε περίπτωση μη έγκαιρης αποπληρωμής όσο και στον εξανδραποδισμό χιλιάδων «μικροκατόχων» γης. Συνέχεια

Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Β΄)

Η… Ε­πι­νό­η­ση της Φι­λο­σο­φί­ας

Η πρώ­τη –ε­πί­ση­μα– εμ­φά­νι­ση της έν­νοιας της φι­λο­σο­φί­ας, ε­ντο­πί­ζε­ται στην πε­ριο­χή της Ιω­νί­ας, (πα­ρά­λια μ. Α­σί­ας), γύ­ρω στο 600π.χ. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Θα­λής α­πό τη Μί­λη­το, θε­ω­ρεί­ται ως ο «πα­ρα­δο­σια­κός ι­δρυ­τής της ελ­λη­νι­κής φι­λο­σο­φί­ας», (ε­κεί γύ­ρω στο 585 π.χ.).

Η Ιω­νι­κή φι­λο­σο­φί­α, μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως μια «ορ­θο­λο­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση της Ο­λύ­μπιας θε­ο­λο­γί­ας».

Οι φι­λό­σο­φοι αυ­τοί, (Θα­λής, Α­να­ξί­μαν­δρος, Α­να­ξι­μέ­νης), στρά­φη­καν στην α­νά­λυ­ση της έν­νοιας της Μοί­ρας, ό­πως αυ­τή πα­ρου­σιά­ζε­ται στα ο­μη­ρι­κά έ­πη. Αν και οι μέ­θο­δοι τους εί­χαν να κά­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο με τον ι­σχυ­ρι­σμό πα­ρά με το αι­τιο­λο­γη­μέ­νο ε­πι­χεί­ρη­μα, κά­που ε­κεί, άρ­χι­σαν να δια­μορ­φώ­νο­νται και οι βά­σεις ε­κεί­νες των με­τέ­πει­τα συ­στη­μά­των με «αυ­στη­ρούς κα­νό­νες ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας», (Α­να­ξί­μαν­δρος).

Ε­δώ εμ­φα­νί­ζε­ται και κά­ποια μορ­φή α­θε­ϊ­σμού, ό­που η Ιω­νι­κή σχο­λή α­γνο­εί τους θε­ούς και κη­ρύτ­τει πως «το σύ­μπαν υ­πα­κού­ει σε νό­μους και ά­ρα εί­ναι κα­τα­λη­πτό». Α­πό την άλ­λη βέ­βαια, δεν αρ­νού­νταν για πα­ρά­δειγ­μα την ύ­παρ­ξη πνευ­μά­των ή ψυ­χών, που πί­στευαν πως ε­πί­σης «υ­πό­κει­νται σε φυ­σι­κούς νό­μους». Και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ί­σως, το ό­τι πα­ρό­λη την ι­διό­τυ­πη α­πόρ­ρι­ψη των θε­ών, δεν έ­πα­ψαν να πι­στεύ­ουν σε μια δια­φο­ρε­τι­κής μορ­φής α­νώ­τε­ρη δύ­να­μη, «α­πρό­σω­πη και α­δυ­σώ­πη­τη Μοί­ρα, που λο­γί­ζο­νταν κρυ­φά και τε­λι­κά ε­πέ­βαλ­λε τον έ­λεγ­χό της πά­νω σε θε­ούς και αν­θρώ­πους». Συνέχεια

Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Α΄)

Το πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο, δεν α­πο­τε­λεί σε κα­μμί­α πε­ρί­πτω­ση μια, ού­τως ή άλ­λως, α­νύ­παρ­κτη ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια. Εί­ναι α­δύ­να­το να γί­νει α­να­φο­ρά σε ό­λες τις πα­ρα­μέ­τρους των ζη­τη­μά­των, που το κεί­με­νο πραγ­μα­τεύ­ε­ται, που ου­σια­στι­κά δια­μόρ­φω­σαν μια συ­γκε­κρι­μέ­νη μορ­φή κρα­τι­σμού στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο. Εί­ναι μια α­πό­πει­ρα προ­σέγ­γι­σης μιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, κά­τω α­πό έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πρί­σμα. Με, ό­σο το δυ­να­τό, πε­ριε­κτι­κό­τε­ρες και α­πλού­στε­ρες α­να­φο­ρές, σε ε­ρω­τή­μα­τα σχε­τι­κά με τη σύ­στα­ση των πό­λε­ων-κρα­τών, την Δη­μο­κρα­τί­α, το ρό­λο της Φι­λο­σο­φί­ας κ.λπ.

Τα στοι­χεί­α έ­χουν παρ­θεί κα­τά κύ­ριο λό­γο α­πό βι­βλί­α, που κα­τα­γρά­φουν –ό­σο το δυ­να­τόν α­ντι­κει­με­νι­κό­τε­ρα– το πα­ρελ­θόν και τα ό­ποια «ι­στο­ρι­κά στοι­χεί­α» έ­χουν δια­σταυ­ρω­θεί στην κα­τεύ­θυν­ση της ό­σο το δυ­να­τόν κοι­νής α­πο­δο­χής τους. Έν­νοιες, ό­πως «Μυ­κη­να­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός», χρη­σι­μο­ποιού­νται για να γί­νει πιο κα­τα­νο­η­τό σε τι γί­νε­ται α­να­φο­ρά ε­νώ το ν.χ. και π.χ., με­τα­φρά­ζε­ται σε νέ­α χρο­νο­λο­γί­α και πα­λιά χρο­νο­λο­γί­α.

Τα πρώ­τα ελ­λη­νό­φω­να φύ­λα, άρ­χι­σαν να κα­τα­φθά­νουν στην βαλ­κα­νι­κή χερ­σό­νη­σο γύ­ρω στο 2000 π.χ., σε μια ε­πο­χή ό­που πα­ρα­τη­ρεί­ται μια γε­νι­κό­τε­ρη με­τα­κί­νη­ση με­γά­λων πλη­θυ­σμια­κών κομ­μα­τιών, προς τον ευ­ρω­πα­ϊ­κό χώ­ρο. Ταυ­τό­χρο­να, αρ­χί­ζει να δια­δί­δε­ται και η ε­πε­ξερ­γα­σί­α και χρή­ση ο­ρεί­χαλ­κου κα­θώς και οι λε­γό­με­νες Ιν­δό-Ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες.

Πε­ρί­που στα 1600 π.χ., ι­σχυ­ρο­ποιεί­ται στην κυ­ρί­ως Ελ­λά­δα έ­νας συ­γκε­κρι­μέ­νος τρό­πος ζω­ής, προ­ηγ­μέ­νος σε σχέ­ση με τα μέ­χρι τό­τε δε­δο­μέ­να, που α­να­φέ­ρε­ται ως Μυ­κη­να­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός. Ι­σχυ­ρά ο­χυ­ρά δε­σπό­ζουν σε στρα­τη­γι­κές θέ­σεις, (με τις Μυ­κή­νες να δί­νουν και την ο­νο­μα­σί­α στην πε­ρί­ο­δο αυ­τή), σε κά­ποιον λό­φο για πα­ρά­δειγ­μα, ό­που στην πε­ριο­χή γύ­ρω α­πό αυ­τό να συ­γκε­ντρώ­νο­νται πλη­θυ­σμια­κά κομ­μά­τια, μια πρώ­ι­μη μορ­φή των με­τέ­πει­τα γνω­στών πό­λε­ων-κρα­τών, (στις ο­ποί­ες θα γί­νει α­να­φο­ρά πα­ρα­κά­τω). Συνέχεια

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ δεν γεννήθηκε σε μια μέρα, ούτε προήλθε εκ του μηδενός

Η λέξη φιλοσοφία προέρχεται, ως γνωστόν, από το ρήμα φιλέω-ῶ (= αγαπώ) και το ουσιαστικό σοφία (= ευφυΐα, φρόνηση, φρονιμάδα, ορθή κρίση, μάθηση, παιδεία [για τον Όμηρο ο καλός τεχνίτης και ο ικανός ναυτικός είναι σοφοί!)]. Ο όρος φιλοσοφία δεν υπάρχει πριν τον 6ο π.Χ. αιώνα. Καθιερώνεται από τον λέξη-πλάστη Πυθαγόρα ο οποίος με την λέξη ερμηνεύει την προσπάθεια «της ανθρώπινης συνείδησης, που αν και ατελής και περιορισμένη, ωστόσο δεν παύει να αναζητά την Αλήθεια, σε δρόμους που βασίζονται στις δικές της δυνατότητες, χωρίς την υποστήριξη θεσμών, τελετουργιών και μυστηρίων».

Το φιλοσοφείν εκφράζει –ιδιαίτερα στον αρχαίο κόσμο– την αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα που αφορούν την γέννηση και την σύσταση του κόσμου (κοσμοθεωρία και κοσμοερμηνεία), και την σχέση και θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν (ανθρωπολογική θεώρηση κ.ά.).

Ο ορισμός της φιλοσοφίας είναι δύσκολο να τεθεί, αφού ποικίλει ανάλογα με το εκάστοτε περιεχόμενο της θεωρητικής αναζήτησης και των διαφορετικών απόψεων και εννοιών των προτάσεων των φιλοσοφούντων. Ίσως, γι’ αυτόν τον λόγο ο Bertrand Russel αναφέρει ότι, γενικότερα, η «φιλοσοφία είναι μια δεξαμενή γνώσεων που ακόμα είναι ανέτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική διαπραγμάτευση». Φιλοσοφία, λοιπόν, φαίνεται να είναι η διεργασία κατά την οποία θεμελιώδη ερωτήματα «που ξεπερνούν τις ανθρώπινες γνωστικές δυνατότητες», υποβάλλονται σε συστηματική διανοητική διερεύνηση. Συνέχεια

Αρχαία Φιλοσοφία και Κυριαρχία (Μέρος Β΄)

aristotelisΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο Αριστοτέλης είναι ο φιλόσοφος που ασχολήθηκε με κάθε τι το επιστητό. Κατεβάζει την φιλοσοφία από τα πλατωνικά ύψη στην γήινη σφαίρα. Καταρρίπτει τις ιδέες του Πλάτωνα ως υπαρκτές οντότητες, γιατί αυτές δεν μπορεί να βρίσκονται πριν από τα πράγματα [ante rem] αλλά μέσα στα πράγματα [in rem] με βασικό επιχείρημα αυτό του τρίτου ανθρώπου.

Αν, για τον Αριστοτέλη, υπάρχει μια ιδέα του ανθρώπου αναλλοίωτη στον υπεραίσθητο κόσμο, τότε λογικά θα πρέπει να υπάρχει και μια τρίτη ιδέα, που να επιβεβαιώνει την πρώτη και μια τέταρτη που να επιβεβαιώνει την τρίτη κ.λ.π, αυτό είναι αδύνατο, αποφαίνεται ο Αριστοτέλης, άρα οι ιδέες δεν υπάρχουν ως ξεχωριστές οντότητες. Βρίσκονται λοιπόν μέσα στα πράγματα [in rem]. Παράδειγμα, όλα τα λευκά αντικείμενα συνθέτουν την ιδέα του λευκού, ανεξάρτητα από το νου που τη συλλαμβάνει ως τέτοια.

Η διαφορά Πλάτωνα Αριστοτέλη βρίσκεται στο ότι ο μεν ένας πηγαίνει από τις καθολικές έννοιες στις επί μέρους, ενώ ο άλλος από τις επί μέρους στις καθολικές και οι δύο όμως θεωρούν ότι οι ιδέες είναι υπαρκτές από μόνες τους. Η διαφορά τους οφείλεται, ότι η άποψη του Πλάτωνα για την ύπαρξη των ιδεών ως ξεχωριστών οντοτήτων είναι ακατανόητη και παράδοξη, ενώ του Αριστοτέλη πιο κατανοητή. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που ο Αριστοτέλης θεωρείται πιο έγκυρος από φιλοσόφους, θεολόγους, επιστήμονες κ.λ.π. Η διαφορά τους δεν είναι σημαντική αφού και οι δύο θεωρούν τις ιδέες ως αυθύπαρκτες, μόνο που στον Πλάτωνα αυτές είναι στον ουρανό ενώ στον Αριστοτέλη στην γη.

Συνέχεια

Αρχαία Φιλοσοφία και Κυριαρχία (Μέρος Α΄)

θαλήςΠρόλογος 

Μέχρι τον 6ο αιώνα π. Χ. η ερμηνεία του κόσμου γίνεται με τους όρους της θρησκείας και της μυθολογίας. Η θρησκεία και ο μύθος είναι τα κυρίαρχα στοιχεία στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αυτό έχει σαν συνέπεια να υπερισχύουν τα πνεύματα, οι θεοί, οι δαίμονες [Με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, που σημαίνει τον κατώτερο θεό.] και τα διάφορα υπερφυσικά τέρατα. Ο κόσμος λοιπόν δεν είναι προσπελάσιμος στην ανθρώπινη νόηση παρά μονάχα σαν μια μαγική εικόνα ή καλύτερα σαν μια μαγική παράσταση, που την θέτουν σε κίνηση υπερφυσικές δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονται έξω από την αντιληπτική του ικανότητα. Αυτή η άγνοια αποτελεί μια καθώς πρέπει εκμεταλεύσιμη συνθήκη για τις κυρίαρχες πολιτικο-οικονομικές ομάδες. Το αποτέλεσμα είναι οι νόμοι να έχουν θεία καταγωγή, είτε πρόκειται για τις δέκα εντολές του Μωϋσή, είτε για τους νόμους του Σόλωνα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο νομοθέτης της Σπάρτης Λυκούργος είναι ένα μυθικό πρόσωπο, που κινείται μεταξύ υπαρκτού και ανύπαρκτου ιστορικού προσώπου. Γιατί δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αν υπήρξαν ή δεν υπήρξαν, ως ιστορικά πρόσωπα οι διάφοροι νομοθέτες, αλλά το κύρος του νομοθετικού τους έργου. Αυτό γίνεται αποδεκτό από τον λαό, όταν είναι αποκάλυψη μιας θεϊκής δύναμης, που φροντίζει για το καλό των ανθρώπων. Σε αυτό το σημείο γίνεται ολοφάνερο, πως ο νομοθέτης έχει συνείδηση της άγνοιας του λαού και την εκμεταλλεύεται στο έπακρο, για να κτίσει το οικοδόμημα, που στην ουσία σημαίνει την προστασία των συμφερόντων των κυρίαρχων ομάδων.

Συνέχεια

Δύσθυμη αναγέννηση:[1] H περίπτωση του Giordano Bruno

Η νυχτοπεταλούδα τον θάνατο δεν αντικρίζει, όσο πετάει μπροστά,
μέσα στο μεγαλείο της ζωντανής φλόγας·
η καρδιά, διψασμένη, στα κρυστάλλινα νερά αγωνίζεται
ούτε προσέχει την άτρακτο ούτε φοβάται τον στόχο του κυνηγού·
το δειλό πουλί, επιστρέφοντας από πάνω,
για να ενωθεί με τους συντρόφους του, δεν βλέπει ότι το δίχτυ πλησιάζει […]
Giordano Bruno, Ανταμοιβή

 

bruno-1Έζησε στην εποχή που οι ιστορικοί ονομάζουν Αναγέννηση. Την εποχή, μάλιστα, που υποτίθεται ότι είχε ωριμάσει αυτή η αναγέννηση. Ιταλός ων, βρέθηκε στην καρδιά των γεγονότων. Ούτε η δική του εποχή δεν τον αναγνώριζε σαν επιστήμονα, με τα τότε μέτρα για το τί είναι επιστήμη. Ούτε και σήμερα θα τον θεωρούσαν, βέβαια, αμιγή επιστήμονα. Και καλά θα έκαναν, αφού η σύγχρονη επιστήμη υπακούει σε νέες αυθεντίες και διαθέτει άλλου τύπου όπλα. Άλλωστε, η εξειδίκευση έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, που απογυμνώνεται όλο και περισσότερο από τις πιθανότητες μιας συνολικής και βαθύτερης γνώσης της ίδιας της ζωής. Ο Giordano Bruno, λοιπόν, δεν ήταν επιστήμονας. Το εύρος των γνώσεων, μα κυρίως των αναζητήσεών του θα τον κατέτασσε απευθείας στους προσωκρατικούς, που δήλωναν ότι είναι επιστήμονες, ούτε φιλόσοφοι, ούτε τίποτε, αλλά ήταν όλα αυτά και ακόμη περισσότερα. Συνέχεια