Category Archives: Ποιητικός Λόγος

Άκης Πάνου: Ένας αδιόρθωτος αναρχικός στην δικιά του ιδεολογική φάση

Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή
όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να ’χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός.
Άκης Πάνου

ακης-πανουΥπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να καταταχθούν σε κατηγορίες. Που δύσκολα ορίζονται με λέξεις. Άνθρωποι, που όταν κάποιος προσπαθήσει να μιλήσει γι’ αυτούς, άθελά του, τους στρεβλώνει. Είναι αυτό που κάποιοι θα έλεγαν, ότι είναι μια κατηγορία από μόνοι τους. Συνήθως πρόκειται για κάποιους που η κοινωνία τούς θεωρεί στρεβλούς, παράξενους και καμμιά φορά επικίνδυνους. Για ανθρώπους που σπούδασαν μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό και κατά επέκταση «ξεζούμισαν» τον κόσμο που έζησαν. Ανεβοκατέβηκαν εσωτερικές σκάλες, ψάχνοντας να ανακαλύψουν την θέση τους στην κοινωνία που έτυχε να γεννηθούν και επέλεξαν να μην της έχουν εμπιστοσύνη.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο λαϊκός καλλιτέχνης Άκης Πάνου. Πίστευε ότι το λαϊκό τραγούδι είναι το μελοποιημένο χρονογράφημα κάθε εποχής. Άνθρωπος ανυπότακτος, πολύπλευρος, φιλοσοφημένος και σπουδαγμένος στα πανεπιστήμια της λαϊκής ψυχής του. Με ελεύθερη κοινωνική θεώρηση και συγχρόνως με ισχυρό και σφιχτό προσωπικό αξιακό κώδικα. Μια άναρχη προσωπικότητα, που πολλά διαφορετικά στοιχεία συνυπήρχαν με αρμονία στο ίδιο πρόσωπο.

Εθελοντής αλήτης

μπουζούκι-Ακη-πάνουΓεννήθηκε στις 15 Δεκέμβρη του 1933 στην Αθήνα. Ήταν το τρίτο παιδί από τα συνολικά έξι που είχε η οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν υπεύθυνος για τον επισιτισμό της βασιλικής φρουράς. Στην κατοχή η οικογένεια του Πάνου μετακομίζει στην Καλλιθέα, στου Χαροκόπου, όπου προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης, ο Άκης Πάνου σταματάει το δημοτικό σχολείο. Το γεγονός αυτό δεν τον περιορίζει να μορφωθεί και να συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του μαθητή: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μορφωμένο, γιατί έχω πει ότι θα είμαι μαθητής μέχρι να πεθάνω».

Ασχολείται με διάφορες δουλειές. Εργάζεται σε εργοστάσιο βερνικιών, σε τυπογραφείο, πουλάει τσιγάρα και συγχρόνως παίζει μπουζούκι σε ταβέρνες.

Από το 1943, σε ηλικία 10 χρονών, ο Άκης Πάνου βγαίνει στο «πεζοδρόμιο» όπως έλεγε και παίζει μπουζούκι επαγγελματικά σε ταβερνάκια. Παρ’ ότι προέρχεται από μια οικογένεια με υψηλό κοινωνικό κύρος, ο ίδιος επιλέγει να αποστασιοποιηθεί από την κοινωνική ζωή που του προσφέρονταν, ακολουθώντας την ζωή του «εθελοντή αλήτη», όπως συνήθως ανέφερε. Ο πατέρας του συχνά του έλεγε, τί δουλειά έχει αυτός με αυτή την αλητεία. Έτσι, λοιπόν, έχοντας επιλέξει να αποστασιοποιηθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, διαγράφοντας μια ξεχωριστή πορεία, καθοδική, δηλαδή έξω από την βασιλική φρουρά και με κατεύθυνση προς τον κόσμο, ο Πάνου ξεκινάει την πορεία του ως λαϊκός καλλιτέχνης.

Σχηματικά, εξηγούσε στους συναδέλφους του καλλιτέχνες, που ξεκίνησαν από διαφορετικές κοινωνικά αφετηρίες, δηλαδή από φτωχές οικογένειες και οι οποίοι με την δουλειά τους αποκτούσαν χρήματα και διακριτή κοινωνική επιφάνεια, ότι μοιραία οι δρόμοι τους κάπου συναντιόνται, αλλά είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Έχουν διαφορετικό στόχο.

Μέχρι να βγει στην δισκογραφία το 1958, ο Άκης Πάνου έκανε υδρομετρήσεις στην Κρήτη και ασχολήθηκε επαγγελματικά με την οργανοποιία, με εξειδικευμένη δουλειά στις φιγούρες οργάνων. Μάλιστα, ήταν ο πρώτος που εξέλιξε τις φιγούρες των οργάνων προσθέτοντας τους έντονο καλλιτεχνικό στοιχείο. Οι φιγούρες των λαϊκών οργάνων με τον Πάνου αποκτούν θεματικές παραστάσεις. Επίσης, κατασκευάζει κοσμήματα και δημιουργεί πολλούς πίνακες ζωγραφικής. Στην μουσική τον μύησε ο θείος του που έπαιζε κλασική κιθάρα και ο κατά 5 χρόνια μεγαλύτερός του αδελφός, ο οποίος σε ηλικία 17 χρονών σκοτώθηκε από ένα τραμ. Ο Πάνου δημιουργεί τραγούδια ευαίσθητα, ερωτικά και κοινωνικά. Η άποψη του για το τραγούδι είναι καθαρή. Πιστεύει ότι ένα τραγούδι μπορεί να σταθεί άσχετα με το ποιος θα το ερμηνεύσει. Για το λόγο αυτό, επιλέγει να δίνει τα τραγούδια του κυρίως σε τραγουδιστές που δεν είναι ευρέως γνωστοί. Σε αυτό το πνεύμα, οι τραγουδιστές στις ζωντανές εμφανίσεις του Πάνου τοποθετούνται πίσω από τους μουσικούς και όχι μπροστά όπως συνηθίζεται. Συνέχεια

Κελιά από νοβοπάν

οφηλίαΙδιοκτήτες καταστροφείς δημοσκοπήσεις εποχικές προσφορές προεκλογικές εξέδρες αναθέρμανση οικονομίας καταστολή εγκεφαλικών ιστών μισοτελειωμένα φαγητά τί θέλει να πει ο ποιητής ποτέ δε θα μάθουμε μεταφραστές υποκείμενων θεωριών προσβλητικές προσφωνήσεις ρούχα για όλα τα μεγέθη σώματα απόντα θα χαρούμε πολύ να σας συμπεριλάβουμε στην ατζέντα του ατελέσφορου μήνα φιλικά διακείμενοι στις εθελοντικές σφαγές προκαταρκτικές διαβουλεύσεις ανήμερα θηρία προκαταβολικές αναθεωρήσεις πνιγμένα γέλια μάς βρήκανε τα χρόνια ακόμα να συγκατοικήσουμε στα όνειρά μας μήπως να ξεκλέψουμε λίγα λεπτά παραπάνω οι μοναχικοί δρόμοι συναντιούνται λίγο πριν το τέλος των ευθείων εργόχειρα πώς αντέχεται τόση δυστυχία μετά τις δώδεκα (τα μεσάνυχτα) να έχεις ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά αποκοιμίζουν τα παιδιά δοχεία με αίμα γάτες σε οίστρο χαμένοι στα λόγια χαμηλά ημερομίσθια υψηλοί στόχοι βουλώνουμε τις τρύπες με ύφασμα οργάντζας εξουσιαστές εναντίον εξουσίας μακριά η διαδρομή από την ώρα που θα σηκώσεις το βλέμμα ευδιάκριτα σημεία δυσδιάκριτα όρια πίσω από σύμβολα κρύβονται ανθρωποδαμαστές Συνέχεια

Τιμή και μνήμη σε όσους αγωνίσθηκαν για την ελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό

Ως ελάχιστο δείγμα τιμής και μνήμης όσων πριν από 200 χρόνια ξεκίνησαν τον αιματηρό δρόμο της ελευθερώσεως τους από τον ζυγό των τούρκων, παρουσιάζουμε την έκτη ωδή «Αι Ευχαί» από την συλλογή «Λυρικά» του Ανδρέα Κάλβου, η οποία τυπώθηκε στο Παρίσι το 1826.

Εδώ αναδεικνύεται ακόμη πιο ξεκάθαρα η επαναστατικότητα και η απόλυτη προσήλωση του ποιητή στην ελευθερία. Το ποίημα γράφτηκε το 1825, έτος κρίσιμο για την Ελληνική Επανάσταση. Ο ποιητής εκφράζει την αντίθεσή του στις περί προστασίας διαπραγματεύσεις οι οποίες επραγματοποιούντο,  το 1825, μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και των Άγγλων, κυρἰως. Τελικά, οι `Ελληνες πολιτικοί και η μεγάλη πλειοψηφία των στρατιωτικών υπογράφουν στις 24 Ιουλίου 1825 την “Πράξιν Υποταγής”. Πρόκειται  για έγγραφο με το οποίο ζητούν επίσημα την αγγλική προστασία. Είναι η αρχή των νέων δεινών για τους ανθρώπους του ελλαδικού χώρου, τα οποία συνεχίζονται έως σήμερα…

Στα μελοποιημένα τμήματα της ωδής, τα οποία έγιναν από τον Μίκη Θεοδωράκη, παραλείπεται σκοπίμως η τέταρτη στροφή της ωδής, η οποία αρχίζει με τον στίχο: «Παρὰ προστάτας ῾νἄχωμεν.» Αντ’αυτού γίνεται άλμα στην 15η στροφή. Γενικώς, υπάρχει μία πολτοποίηση των ευχών, οι οποίες έχουν ως κεντρικό άξονα την επιθυμία του Κάλβου να μην τεθεί η Ελλάδα κάτω από ξένη προστασία. Συνέχεια

Τόλμη και αρετή

Περίεργοι καιροί!

Η τόλμη βρίσκεται στο ναδίρ, η δε αρετή σπανίζει.

Ο φόβος κυρίαρχος· το πανίσχυρο όπλο της κάθε εξουσίας και των ποικιλόμορφων τυράννων.

Φόβος σήμερα με τον κορωναϊό, φόβος και την εποχή της τουρκοκρατίας. Φόβος σε όλες τις εποχές. Ή θα σε καταβάλλει ή θα τον υπερκεράσεις! Πριν από 200 χρόνια ο φόβος υπερνικήθηκε από το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης, πού το λένε αυτοθυσία για το υπέρτατο αγαθό, το καλό για όλους. Σήμερα η κακομοιριά και η δειλία, αφήνει ανοικτό το έδαφος για ακόμη χειρότερες συνθήκες «ζωής».

Η ελευθερία χάνεται όταν αντικαθίσταται από ίχνη υποτιθέμενης ησυχίας και ψεύτικης ἀσφάλειας. Συνέχεια

Μια λέξη δίχως όνομα

Τι κοστίζει – και σε ποιους – να επιλέγεις τη ζωή που εσύ θέλεις;

Γίναμε η λεία αυτών που κάποτε διακήρυτταν την ατομική ελευθερία και μαράζωναν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο μια στείρας / αποστειρωμένης κοινωνίας (στείρα / αποστειρωμένη κοινωνία: σαν να λέμε άνευρη κοινωνία κατοικήσιμη από ζωντανούς οργανισμούς – είναι ποτέ δυνατόν;).

Πλέον η ελευθερία κερδίζεται με την κατάθεση της ψηφιακής υπογραφής και της τεχνολογικής αποκατάστασης.

Η ζωή μέσα στα κουτιά αρχίζει να παίρνει μυθικές διαστάσεις:

μπορείτε (και άλλοι) να ζήσετε μέσα στα κουτιά. Τι σημασία έχει εάν δεν σας εξυπηρετούν στην ανάδειξη των ταλέντων σας; Με τον καιρό θα συνηθίσετε και δεν θα μπορείτε να ζήσετε χωρίς αυτά (τα κουτιά). Κανείς δεν θα αυτοανακηρυχτεί ως κυρίαρχος των κουτιών (τα κουτιά ανήκουν σε όλους). Η ιστορία συλλαμβάνεται μέσα στα κουτιά, γεννιέται έξω από αυτά, στριμώχνεται ανάμεσα σε στρώσεις από σκόνη και στρώσεις από παλιομοδίτικα δειλινά πλεγμένα στο χέρι.

Πόσο κοστίζει μια ζωή; ίσως να μη μάθουμε ποτέ. Η τιμή (της) αυξομειώνεται ανάλογα με την ευκολίας της να προσαρμόζεται στις καταστάσεις και στα νούμερα.

Ένα χέρι προβάλλει έξω από το κουτί. Προσπαθεί – όπως ένα θερμόμετρο – να μαντέψει την κυκλοθυμία του καιρού.

(Άλλαξε ο καιρός ή τον αλλάξαμε εμείς; Και ποιος καιρός είναι αυτός: ο κοινωνικός ή ο μετεωρολογικός;).

Το χέρι παραμένει μετέωρο ψαχουλεύοντας στο ασφαλές περιβάλλον την οιαδήποτε  ένδειξη ζωής έξω από το κουτί. Συνέχεια

Εργένης κόσμος

Ανθρωπιστές αρθρογραφούν το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας συνιστώντας στο κοινό να φανεί αντάξιο των προσδοκιών του και να παραμείνει ψύχραιμο μετά την αποκάλυψη αποκόλλησης τμήματος στην επιφάνεια της γης

Ραγίζουν οι άνθρωποι απέναντι στο θάνατο,

ραγίζουν απέναντι στη ζωή. Γέμισε η ζωή σκόρπια γυαλιά και ακόμη να αποδεχτούμε την ανωνυμία του πλήθους

Με κάθε θάνατο γινόμαστε μικρότεροι, με κάθε γέννα ανόητοι (και με τη ζωή σχεδόν ανυπόφοροι)

Με τα δάχτυλά μας πλέκουμε τον οίστρο της ζωής αναλογιζόμενοι πόσες φορές θα χρειαστεί να ξεμπερδέψουμε το κουβάρι

Απλοποιώντας τις έννοιες μαθαίνουμε να ζούμε (μέχρι τη στιγμή που κάποιος θα βρεθεί στο δρόμο μας και θα απαιτήσει να ξεχάσουμε την απλότητα και να θαφτούμε στη μιζέρια της ανοχής)

Ακόμη και οι εμπειρίες κοστολογούνται

Διάφανοι ακροβάτες έρχονται με λουλούδια στα χέρια: σε λίγο ξημερώνει και οι ακροβάτες θα επιστρέψουν στον αέρα μαζί με την άλογη υπερηφάνεια του ακατόρθωτου

Οι κυνηγημένοι αναστενάζουν ανά βάρδιες

Οι φοβισμένοι δειπνούν κάτω από την τέντα του ουρανού

Μας υπενθυμίζουν το θάνατο για να ξεχνάμε τη ζωή Συνέχεια

Σφραγισμένο κιβώτιο

Μέσα του σφραγίζονται δόγματα και συνήθειες

παράλληλες, παράνομες, παράλογες αλήθειες

Βράζουν αποστήματα με αίματα νοθευμένα

Τρέμεις μην ανιχνευτούν τα νέα σου πεπραγμένα

 

Πίστη τυφλή, πίστη χωλή, πίστη χωρίς ελπίδα

Μια μαχαιριά, μια τουφεκιά και νους χωρίς πατρίδα

Σ’ ένα αεροστεγές κιβώτιο κείται η ζωή σου όλη

Δεν έχεις όνομα, ούτε χωριό: σαν να ‘πεσε πανώλη Συνέχεια

Προσληφθείς χρόνος

Ζωή σε φέτες: ‘’Πού πήγαν τα χρόνια μου; μήπως κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι της κουζίνας σαν μικρά φοβισμένα παιδιά που τρέμουν στην ιδέα πως κάποιος θα αγγίξει τα αμόλυντα όνειρά τους;’’ αναρωτιούνται οι στοχαστές της ύλης

Εικόνες από το παρελθόν βαμμένες στα χρώματα του παρόντος

Μεγαλώνοντας προσθέτουμε ή αφαιρούμε χρώματα (χωρίς τη συγκατάθεση κανενός)

 

Υπνωτική διχάλα

Μπαρκάρουμε τις

ώρες του τοξοβόλου

 

Εποχές μεταναστεύουν σε μέρη τροπικά

Άνθρωποι με κρίση ταυτότητας

Ο ήλιος χτενίζει τα μουστάκια του και ξεκινά ευδιάθετος τη μέρα του

Αγκαλιάσαμε το ψυχρό κορμί της νύχτας

Ούτε απόψε θα κοιμηθούμε: άγρυπνοι θα υπομείνουμε την ανοδική πορεία του πυρετού μας

Σε πόσες λέξεις να χωρέσεις την αλήθεια;

Με πόσες παρομοιώσεις να αντισταθείς στον πανικό του όχλου;

Μύρισε κάτι από καλοκαίρι

Τσιμεντωμένες αφίξεις κυμάτων

Προσομοιωτές

Πλάσματα από άλλη τροχιά ξαπλώνουν τις νύχτες στο δρόμο (ο ύπνος θα τους βρει εξαντλημένους από το βάρος του κόσμου. Παραδομένοι στο πουθενά ονειρεύονται την άνοιξη: ίσως κι ένα σπίτι με θέα στη θάλασσα) Συνέχεια

Κύκλος. Κλωστή. Κόσμος.

Η γατίσια ουρά σκίζει τον αέρα αφήνοντας υπονοούμενα για επικείμενο κυνήγι

Οι γηραιοί προστατεύουν τους νεότερους (ή για πάντα νέους) κρατώντας τους  αιχμάλωτους στο νησί της ακινησίας. Ακινησία: είσαι ελεύθερος να κινηθείς μόνο μέσα στον νοητό κύκλο έχοντας φορέσει την κλωστή στο πόδι για να μην αφαιρεθείς και χάσεις το δρόμο μέσα στον κύκλο (η ίδια κίνηση ξανά και ξανά).

Πώς κάνεις έτσι για μια κλωστή;

Τερματίσαμε και δεν υπάρχει άλλη πίστα να χυμήξουμε στους εφιάλτες των πρότερων φόβων μας

Όταν ένας άνθρωπος φωνάζει στην καταδικασμένη του ζωή κανείς δεν (του) απαντάει. Έφυγαν από καιρό τα όνειρά σου μα έμεινες να τα κοιτάς καθώς σέρνονταν από την κλωστή του ποδιού σου.

Κοινωνία: αυγό που έσπασε και τώρα χορταίνουμε την ασυλία μας με τα τσόφλια

Η βροχή βουβαίνεται συνεχώς κι ας έχει να πει πολλά. Σαν προβάλλουν οι πρώτες δειλές σταγόνες, λες κι ένα πόδι της πατά στα λόγια μες στις λακούβες κι εκείνα χάνονται αθόρυβα στην κοιλιά της γης. Συνέχεια

Ο άγγελος κι ο σκύλος

Κύμα σηκώνει η θάλασσα, κύμα και η φωτιά

σε πνίγουν και σε καίνε (καμιά η διαφορά)

Φλόγες χορεύουν, ξεπηδούν,

μιλάνε στην καρδιά σου

Χτίζεις σπίτια και σταυρούς

για να βρεις την υγειά σου

Του αγγέλου σου δίνεις νερό

κι ο σκύλος κλαψουρίζει

Σκύβει ο άγγελος τού δίνει νερό

κι ο σκύλος τού δακρύζει

Παίρνει το δρόμο ο άγγελος παρέα με το σκύλο

ψάχνουν για ανθρώπους στη στεριά

που έχουν στα μάτια ήλιο Συνέχεια

Ένα πετραδάκι… στο οικοδόμημα της ζωής και του θανάτου

Σαν μ’ έριξε ο Θεός, ένα πετραδάκι,
σε τούτη ’δω τη λίμνη τη θαυμαστή,
τάραξα την επιφάνειά της με κύκλους αναρίθμητους.
Μα σαν έφτασα στα βάθη, έμεινα εντελώς ακίνητος.
Χαλίλ Γκιμπράν (Άμμος και αφρός)

Το μεγαλύτερο αγαθό είναι η ζωή, μας λένε οι κάθε λογής ειδικοί και ειδήμονες τους τελευταίους μήνες, με κάθε κόστος!
Η ζωή είναι αναφαίρετο δικαίωμα, μόνον ο Θεός μπορεί να αποφασίσει, μας λένε οι παπάδες!
Και ποιοι είναι αυτοί που νοιάζονται τόσο πολύ για τη ζωή μας;
Μα, είναι εκείνοι που εμείς οι ίδιοι τους έχουμε βάλει να αποφασίζουν το πόσοι από εμάς θα πεθάνουν στους κάθε λογής πολέμους τους που γίνονται για το καλό μας! Πόσοι από εμάς θα πεθάνουν στα εργοστάσια τους που χτίζονται και δουλεύουν για το καλό μας!
Πόσοι από εμάς θα πεθάνουν στα ορυχεία που εξορύσσουν μεταλλεύματα για να χτιστούν τα σπίτια μας, να κατασκευαστούν τα αυτοκίνητά μας, οι έξυπνες οικιακές συσκευές μας και τα κινητά μας, οι υπολογιστές μας, όλες αυτές οι πλαστές ανάγκες που στο τέλος ο αγώνας για την κατάκτησή τους μας γεμίζει φόβο.
Κι αν δεν πεθάνουμε, θα εμφανίσουμε ένα σωρό ψυχώσεις, ένα σωρό λεγόμενα αυτοάνοσα (=όσα η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει), ένα σωρό καρκίνους… Συνέχεια

Δραπέτες

Θέλησε να ξοδευτεί με τον δικό του ρυθμό/ Από παιδί μισούσε τα ρολόγια./ Προτιμούσε να μετρά τις στιγμές με την αναπνοή του/ Ήταν καλύτερα έτσι/ Κι όταν οι καταστάσεις τον στρίμωχναν άγρια/ επέστρεφε στη γέρικη μουριά/ Εκείνη στον θλιβερό ακάλυπτο/ Τα δέντρα δεν μιλούν/ μα νιώθουν τα πάντα/ Επέμενε πως το σώμα της είχε καταπιεί τα κάγκελα/ Τα χώνεψε για τα καλά/ Σίδερο σκουριά και χλωροφύλλη αγκαλιασμένα/ Κι αντίο φυλακή/ Μια στιγμιαία νίκη της ζωής/ Πριν το σπασμένο σώμα ρίξει αυλαία/ Ο θρύλος λέει πως δεν έγιναν οι πρέπουσες τελετές/ Καμμιά κηδεία/ Τα κομμάτια σάπιζαν άθαφτα στην άσφαλτο/ Κάτι παιδιά μόνο χάραξαν επάνω τους κατάδεσμους/ Σε αρχαίες νεκρές γλώσσες/ Για να μην τους ξορκίσει κανείς/ Αυτός έλειπε/ Μόνο τα πουλιά την έκλαψαν/ Κι ας έμειναν άστεγα/ Διασώθηκαν μόνο κάτι σκόρπιες εικόνες/ Που με το μέτρημα των αναπνοών θόλωναν μέσα του/ Τις ξέβραζε με κάθε εφιάλτη/ Τότε στις κόγχες του βλάσταιναν και πάλι τα κλαδιά της/ Και η σκιά τους πρόσφερε πυρετική θαλπωρή στους λίγους επιζώντες/ Δεν ξεκουραζόταν ποτέ/ Έκανε υπομονή για τον Μεγάλο Ύπνο/ Κι όσο αυτός αργούσε/ έπρεπε κάπως να ξοδευτεί/ Άλλοτε έτρεχε σα φωτόνιο κι άλλοτε έμενε αδρανής σα ψόφια μύγα/ Περφεξιονισμού και Απραξίας γωνία, μόνιμος κάτοικος/Αυτό τον έκανε αθεράπευτα συναισθηματικό/ Με έναν άσχημο τρόπο/ αποκλειστικά ιδιόκτητο/ Συνέχεια

Τα έντομα στο κεφάλι μας

Δειλά ξυράφια
φρεσκάρουν στους νέους
κλεμμένους στίχους

Κωμικοί με ρόδα στα
χέρια προβάρουν
ομοβροντίες λυγμών

Νέοι καμώνονται
πως γνωρίζουν
το μυστικό της αθανασίας

Γέροι έχουν βγάλει
αποβραδίς
το βούρδουλα
χλευάζοντας τον ήπιο τόνο
του άγνωστου κειμένου

Σε μια καρότσα
μεταφέρεις τους κό(μ)πους
Καθυστέρησες

Δεν θα σε αφήσουν ποτέ σε ησυχία: εσύ θα φύγεις από το θόρυβο

Σε σπασμένα δοχεία
μαζεύουμε τα
κελαριστά γέλια μας

Φυσικοί, καλοπροαίρετοι, σχεδόν ανύπαρκτοι οι κυνηγοί μυρμηγκιών Συνέχεια

Φεγγάρια δομημένα

Ο χρονοδιακόπτης

της στέρησης ο δότης

σου στέλνει μοιρασμένα

μηνύματα σβησμένα

σε τοίχους γυάλινους

Φεγγάρια δομημένα

της μοίρας μας πιασμένα

στης πόλης τις ταράτσες

ζυγώνουν πληγωμένα

ανθρώπους αόρατους Συνέχεια

Κλειδωμένα μυαλά, ανοιχτά στόματα

Τα μάτια ροκανίζουν την παραίσθηση του χρόνου
Βγείτε από τη ντουλάπα, μην ντρέπεστε: έχουν φύγει όλοι
Ραδιενεργές παρενέργειες
Η παρενέργεια της ραδιενεργής ατομικότητας βλάπτει τη συμβατότητα με το μέλλον
Κοιτούσε μια τον καθρέφτη και μια αυτό – που θύμιζε άνθρωπο – μέσα στον καθρέφτη (κοίτα, κάποιος σε χαιρετάει: το είδωλό σου ή ένας άγνωστος φυλακισμένος σ’ ένα κομμάτι γυαλί;)
Εύθρυπτη η όραση
Φύση: άγρια και ήρεμη όπως της αρμόζει
Οι σκηνές επιβίωσης σοκάρουν το αιμοδιψές κοινό (μα δεν το σοκάρει η ανεξήγητη μανία της εξελικτικής βίας)
Το ένστικτο δε μεταφράζεται
Συλλογικός μυς
Τίποτα δεν περνά απαρατήρητο από το στόμα της ματιάς
Αφαιρετικά στόματα
Περιπλανώμενες, παρακινδυνευμένες στοές
Αποσπώμενες μάσκες
Ματιές στα μέτρα του υποφερτού καταυλισμού Συνέχεια

Ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους

ξυπόλυτος

Με μια πυξίδα

πέτρινη βαδίζεις

δρόμους γυάλινους

Στα μάτια μας θ’ ανθίσουν φεγγάρια

Απολέπιση

ελπίδας και μια τριχιά

από φώσφορο

Πού κρύφτηκαν οι λέξεις; (στις τσέπες του μυαλού μου)

Θυμούνται νέοι, κοιμούνται γέροι (με μια ερώτηση να καίει το μυαλό τους: κι αν;…).

Συνέχεια

Ελεύθεροι άνθρωποι ελεύθερα καίγονται

Σιωπηλοί κώδικες

Κλινικά νεκροί πλανήτες

Επαναφορτιζόμενα σώματα

Στις αλυκές του τρόμου μοιράζουν συσσίτια

Αφωνία, ακινησία, τύφλωση, μυϊκοί σπασμοί, προκαταβολικές υποσχέσεις Συνέχεια

Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο

Στις 26 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τόν θάνατο του σατιρικού ποιητή Γεωργίου Σουρή.

Με την ευαιρία αυτή παρουσιάζουμε το ποίημά του «Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο», με το οποίο σατιρίζει την  πολιτική και την πολιτικολογία.

Θεούλη μου, τί σοῦ ῾λθε νὰ μ᾿ ἁγιάσεις;
νομίζεις πῶς θὰ μ᾿ ἔμελλε καθόλου,
ἂν ἤθελες κι ἐμένα νὰ κολάσεις
καὶ μ᾿ ἔστελνες παρέα τοῦ διαβόλου;

Μ᾿ ἀρέσει ὁ Παράδεισος, ἀλήθεια,
χωρὶς δουλειὰ σκοτώνω τὸ καιρὸ
βλέπω ἁγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ἀκούω καὶ τραγούδια θεϊκά,
μά, ἔλα ποὺ δὲν ἔχετε συνήθεια,
νὰ λέτε κι ἕνα δυὸ πολιτικά! Συνέχεια

Μπορείς να πετάξεις;

Πεθαίνεις όλη την ώρα,

κάθε στιγμή που κρυφοκοιτάζεις πίσω από τις κουρτίνες,

σε κάθε σου άγγιγμα πεθαίνεις,

σε κάθε σου σκέψη και επιθυμία.

Είσαι ανάλαφρος, μα δεν μπορείς να πετάξεις. Συνέχεια

Μια γενναία και φωτεινή αλήθεια

της Μάγια Αγγέλου

Όταν οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιερότητα και σεβασμό στην ύπαρξη, όταν στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της αγάπης λέγονται τα χειρότερα ψέματα κι οι λέξεις παράγουν ύβριν, τότε ας σταματήσουμε τα δελτία ειδήσεων κι ας ακούσουμε το δροσερό αεράκι της ποίησης, που λέει τις πιο μεγάλες αλήθειες. Ανθρώπινα.

Εμείς, αυτοί οι άνθρωποι, σ’ έναν μικρό και μοναχικό πλανήτη

Ταξιδεύοντας μέσα σε απλό χώρο

Παλιά αλαργινά αστέρια, στα πέρατα των αδιάφορων ήλιων

Σε έναν προορισμό όπου όλα τα σημάδια μας λένε

Ότι είναι δυνατόν και επιτακτικό να μάθουμε μια γενναία και φωτεινή αλήθεια.

Κι όταν τη φτάσουμε

τη μέρα της ειρήνευσης,

όταν απελευθερώσουμε τα δάχτυλά μας

από τις γροθιές της εχθρότητας Συνέχεια