Category Archives: Ποιητικός Λόγος

Κύκλος. Κλωστή. Κόσμος.

Η γατίσια ουρά σκίζει τον αέρα αφήνοντας υπονοούμενα για επικείμενο κυνήγι

Οι γηραιοί προστατεύουν τους νεότερους (ή για πάντα νέους) κρατώντας τους  αιχμάλωτους στο νησί της ακινησίας. Ακινησία: είσαι ελεύθερος να κινηθείς μόνο μέσα στον νοητό κύκλο έχοντας φορέσει την κλωστή στο πόδι για να μην αφαιρεθείς και χάσεις το δρόμο μέσα στον κύκλο (η ίδια κίνηση ξανά και ξανά).

Πώς κάνεις έτσι για μια κλωστή;

Τερματίσαμε και δεν υπάρχει άλλη πίστα να χυμήξουμε στους εφιάλτες των πρότερων φόβων μας

Όταν ένας άνθρωπος φωνάζει στην καταδικασμένη του ζωή κανείς δεν (του) απαντάει. Έφυγαν από καιρό τα όνειρά σου μα έμεινες να τα κοιτάς καθώς σέρνονταν από την κλωστή του ποδιού σου.

Κοινωνία: αυγό που έσπασε και τώρα χορταίνουμε την ασυλία μας με τα τσόφλια

Η βροχή βουβαίνεται συνεχώς κι ας έχει να πει πολλά. Σαν προβάλλουν οι πρώτες δειλές σταγόνες, λες κι ένα πόδι της πατά στα λόγια μες στις λακούβες κι εκείνα χάνονται αθόρυβα στην κοιλιά της γης. Συνέχεια

Ο άγγελος κι ο σκύλος

Κύμα σηκώνει η θάλασσα, κύμα και η φωτιά

σε πνίγουν και σε καίνε (καμιά η διαφορά)

Φλόγες χορεύουν, ξεπηδούν,

μιλάνε στην καρδιά σου

Χτίζεις σπίτια και σταυρούς

για να βρεις την υγειά σου

Του αγγέλου σου δίνεις νερό

κι ο σκύλος κλαψουρίζει

Σκύβει ο άγγελος τού δίνει νερό

κι ο σκύλος τού δακρύζει

Παίρνει το δρόμο ο άγγελος παρέα με το σκύλο

ψάχνουν για ανθρώπους στη στεριά

που έχουν στα μάτια ήλιο Συνέχεια

Ένα πετραδάκι… στο οικοδόμημα της ζωής και του θανάτου

Σαν μ’ έριξε ο Θεός, ένα πετραδάκι,
σε τούτη ’δω τη λίμνη τη θαυμαστή,
τάραξα την επιφάνειά της με κύκλους αναρίθμητους.
Μα σαν έφτασα στα βάθη, έμεινα εντελώς ακίνητος.
Χαλίλ Γκιμπράν (Άμμος και αφρός)

Το μεγαλύτερο αγαθό είναι η ζωή, μας λένε οι κάθε λογής ειδικοί και ειδήμονες τους τελευταίους μήνες, με κάθε κόστος!
Η ζωή είναι αναφαίρετο δικαίωμα, μόνον ο Θεός μπορεί να αποφασίσει, μας λένε οι παπάδες!
Και ποιοι είναι αυτοί που νοιάζονται τόσο πολύ για τη ζωή μας;
Μα, είναι εκείνοι που εμείς οι ίδιοι τους έχουμε βάλει να αποφασίζουν το πόσοι από εμάς θα πεθάνουν στους κάθε λογής πολέμους τους που γίνονται για το καλό μας! Πόσοι από εμάς θα πεθάνουν στα εργοστάσια τους που χτίζονται και δουλεύουν για το καλό μας!
Πόσοι από εμάς θα πεθάνουν στα ορυχεία που εξορύσσουν μεταλλεύματα για να χτιστούν τα σπίτια μας, να κατασκευαστούν τα αυτοκίνητά μας, οι έξυπνες οικιακές συσκευές μας και τα κινητά μας, οι υπολογιστές μας, όλες αυτές οι πλαστές ανάγκες που στο τέλος ο αγώνας για την κατάκτησή τους μας γεμίζει φόβο.
Κι αν δεν πεθάνουμε, θα εμφανίσουμε ένα σωρό ψυχώσεις, ένα σωρό λεγόμενα αυτοάνοσα (=όσα η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει), ένα σωρό καρκίνους… Συνέχεια

Δραπέτες

Θέλησε να ξοδευτεί με τον δικό του ρυθμό/ Από παιδί μισούσε τα ρολόγια./ Προτιμούσε να μετρά τις στιγμές με την αναπνοή του/ Ήταν καλύτερα έτσι/ Κι όταν οι καταστάσεις τον στρίμωχναν άγρια/ επέστρεφε στη γέρικη μουριά/ Εκείνη στον θλιβερό ακάλυπτο/ Τα δέντρα δεν μιλούν/ μα νιώθουν τα πάντα/ Επέμενε πως το σώμα της είχε καταπιεί τα κάγκελα/ Τα χώνεψε για τα καλά/ Σίδερο σκουριά και χλωροφύλλη αγκαλιασμένα/ Κι αντίο φυλακή/ Μια στιγμιαία νίκη της ζωής/ Πριν το σπασμένο σώμα ρίξει αυλαία/ Ο θρύλος λέει πως δεν έγιναν οι πρέπουσες τελετές/ Καμμιά κηδεία/ Τα κομμάτια σάπιζαν άθαφτα στην άσφαλτο/ Κάτι παιδιά μόνο χάραξαν επάνω τους κατάδεσμους/ Σε αρχαίες νεκρές γλώσσες/ Για να μην τους ξορκίσει κανείς/ Αυτός έλειπε/ Μόνο τα πουλιά την έκλαψαν/ Κι ας έμειναν άστεγα/ Διασώθηκαν μόνο κάτι σκόρπιες εικόνες/ Που με το μέτρημα των αναπνοών θόλωναν μέσα του/ Τις ξέβραζε με κάθε εφιάλτη/ Τότε στις κόγχες του βλάσταιναν και πάλι τα κλαδιά της/ Και η σκιά τους πρόσφερε πυρετική θαλπωρή στους λίγους επιζώντες/ Δεν ξεκουραζόταν ποτέ/ Έκανε υπομονή για τον Μεγάλο Ύπνο/ Κι όσο αυτός αργούσε/ έπρεπε κάπως να ξοδευτεί/ Άλλοτε έτρεχε σα φωτόνιο κι άλλοτε έμενε αδρανής σα ψόφια μύγα/ Περφεξιονισμού και Απραξίας γωνία, μόνιμος κάτοικος/Αυτό τον έκανε αθεράπευτα συναισθηματικό/ Με έναν άσχημο τρόπο/ αποκλειστικά ιδιόκτητο/ Συνέχεια

Τα έντομα στο κεφάλι μας

Δειλά ξυράφια
φρεσκάρουν στους νέους
κλεμμένους στίχους

Κωμικοί με ρόδα στα
χέρια προβάρουν
ομοβροντίες λυγμών

Νέοι καμώνονται
πως γνωρίζουν
το μυστικό της αθανασίας

Γέροι έχουν βγάλει
αποβραδίς
το βούρδουλα
χλευάζοντας τον ήπιο τόνο
του άγνωστου κειμένου

Σε μια καρότσα
μεταφέρεις τους κό(μ)πους
Καθυστέρησες

Δεν θα σε αφήσουν ποτέ σε ησυχία: εσύ θα φύγεις από το θόρυβο

Σε σπασμένα δοχεία
μαζεύουμε τα
κελαριστά γέλια μας

Φυσικοί, καλοπροαίρετοι, σχεδόν ανύπαρκτοι οι κυνηγοί μυρμηγκιών Συνέχεια

Φεγγάρια δομημένα

Ο χρονοδιακόπτης

της στέρησης ο δότης

σου στέλνει μοιρασμένα

μηνύματα σβησμένα

σε τοίχους γυάλινους

Φεγγάρια δομημένα

της μοίρας μας πιασμένα

στης πόλης τις ταράτσες

ζυγώνουν πληγωμένα

ανθρώπους αόρατους Συνέχεια

Κλειδωμένα μυαλά, ανοιχτά στόματα

Τα μάτια ροκανίζουν την παραίσθηση του χρόνου
Βγείτε από τη ντουλάπα, μην ντρέπεστε: έχουν φύγει όλοι
Ραδιενεργές παρενέργειες
Η παρενέργεια της ραδιενεργής ατομικότητας βλάπτει τη συμβατότητα με το μέλλον
Κοιτούσε μια τον καθρέφτη και μια αυτό – που θύμιζε άνθρωπο – μέσα στον καθρέφτη (κοίτα, κάποιος σε χαιρετάει: το είδωλό σου ή ένας άγνωστος φυλακισμένος σ’ ένα κομμάτι γυαλί;)
Εύθρυπτη η όραση
Φύση: άγρια και ήρεμη όπως της αρμόζει
Οι σκηνές επιβίωσης σοκάρουν το αιμοδιψές κοινό (μα δεν το σοκάρει η ανεξήγητη μανία της εξελικτικής βίας)
Το ένστικτο δε μεταφράζεται
Συλλογικός μυς
Τίποτα δεν περνά απαρατήρητο από το στόμα της ματιάς
Αφαιρετικά στόματα
Περιπλανώμενες, παρακινδυνευμένες στοές
Αποσπώμενες μάσκες
Ματιές στα μέτρα του υποφερτού καταυλισμού Συνέχεια

Ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους

ξυπόλυτος

Με μια πυξίδα

πέτρινη βαδίζεις

δρόμους γυάλινους

Στα μάτια μας θ’ ανθίσουν φεγγάρια

Απολέπιση

ελπίδας και μια τριχιά

από φώσφορο

Πού κρύφτηκαν οι λέξεις; (στις τσέπες του μυαλού μου)

Θυμούνται νέοι, κοιμούνται γέροι (με μια ερώτηση να καίει το μυαλό τους: κι αν;…).

Συνέχεια

Ελεύθεροι άνθρωποι ελεύθερα καίγονται

Σιωπηλοί κώδικες

Κλινικά νεκροί πλανήτες

Επαναφορτιζόμενα σώματα

Στις αλυκές του τρόμου μοιράζουν συσσίτια

Αφωνία, ακινησία, τύφλωση, μυϊκοί σπασμοί, προκαταβολικές υποσχέσεις Συνέχεια

Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο

Στις 26 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τόν θάνατο του σατιρικού ποιητή Γεωργίου Σουρή.

Με την ευαιρία αυτή παρουσιάζουμε το ποίημά του «Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο», με το οποίο σατιρίζει την  πολιτική και την πολιτικολογία.

Θεούλη μου, τί σοῦ ῾λθε νὰ μ᾿ ἁγιάσεις;
νομίζεις πῶς θὰ μ᾿ ἔμελλε καθόλου,
ἂν ἤθελες κι ἐμένα νὰ κολάσεις
καὶ μ᾿ ἔστελνες παρέα τοῦ διαβόλου;

Μ᾿ ἀρέσει ὁ Παράδεισος, ἀλήθεια,
χωρὶς δουλειὰ σκοτώνω τὸ καιρὸ
βλέπω ἁγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ἀκούω καὶ τραγούδια θεϊκά,
μά, ἔλα ποὺ δὲν ἔχετε συνήθεια,
νὰ λέτε κι ἕνα δυὸ πολιτικά! Συνέχεια

Μπορείς να πετάξεις;

Πεθαίνεις όλη την ώρα,

κάθε στιγμή που κρυφοκοιτάζεις πίσω από τις κουρτίνες,

σε κάθε σου άγγιγμα πεθαίνεις,

σε κάθε σου σκέψη και επιθυμία.

Είσαι ανάλαφρος, μα δεν μπορείς να πετάξεις. Συνέχεια

Μια γενναία και φωτεινή αλήθεια

της Μάγια Αγγέλου

Όταν οι λέξεις έχουν χάσει κάθε ιερότητα και σεβασμό στην ύπαρξη, όταν στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της αγάπης λέγονται τα χειρότερα ψέματα κι οι λέξεις παράγουν ύβριν, τότε ας σταματήσουμε τα δελτία ειδήσεων κι ας ακούσουμε το δροσερό αεράκι της ποίησης, που λέει τις πιο μεγάλες αλήθειες. Ανθρώπινα.

Εμείς, αυτοί οι άνθρωποι, σ’ έναν μικρό και μοναχικό πλανήτη

Ταξιδεύοντας μέσα σε απλό χώρο

Παλιά αλαργινά αστέρια, στα πέρατα των αδιάφορων ήλιων

Σε έναν προορισμό όπου όλα τα σημάδια μας λένε

Ότι είναι δυνατόν και επιτακτικό να μάθουμε μια γενναία και φωτεινή αλήθεια.

Κι όταν τη φτάσουμε

τη μέρα της ειρήνευσης,

όταν απελευθερώσουμε τα δάχτυλά μας

από τις γροθιές της εχθρότητας Συνέχεια

Αρχηγοί…

Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.
Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.

Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! … κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,

ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,
ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,
δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.
Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,
ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.
Συνέχεια

Στὸν ἴσκιο μου

Βρὲ ἴσκιε μου γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Δὲ μ᾿ ἀφήνεις μόνο μου νὰ τρέχω;
Βρὲ ἴσκιε μου, δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς,
πρέπει κι ἐσένα σύντροφο νὰ ἔχω;

Πότε στραβὸ σὲ βλέπω πότε ἴσο,
πότε μακρὺ σὰ σούβλα, πότε νᾶνο,
τὴ μιὰ πηγαίνεις μπρός, τὴν ἄλλη πίσω
σὲ ἀπαντῶ ἐδῶ, ἐκεῖ σὲ χάνω. Συνέχεια

Πάρα την φύση

Ένας ασταμάτητος πόλεμος.
Όξινα πέπλα ορμούν με ορμή ενάντια σε ενοποιημένους τσιμεντένιους λίθους πολιτισμού…

Μέρα βροχής,
όσο και αν προσπαθήσεις να κρυφτείς κάτω από την στέγη ενός τεμαχισμένου βουνού, θα σε βρει!

Μέρα ήλιου,
προστασία αναζητάς, τρέχεις έντρομος και ξεφυσάς, μα δεν μπορείς να ξεφύγεις πια, θα σε βρει!

Ίσως στεκούμενος αντίκρυ στην φύση να ξανά θυμηθείς…
Να σαστίσεις και να χαμογελάσεις μπροστά στον αναμενόμενο προορισμό…

Σε μια στιγμή ζωής –ανάμεσα σε αρμονία και αυτάρκεια καθαρών συναισθημάτων.

Χ. Μ.

Εις Μνήμην (3)

Για τον αδελφό μας Γρηγόρη Θωμόπουλο που «έφυγε» πριν δύο χρόνια, στις 30 Δεκεμβρίου 2015.

«Ένα αντίο

«Σαν ν’ ακούς για πρώτη φορά τους ήχους από το μακρινό παρελθόν και από το μακρινό μέλλον να καθαρίζουν και να συνταιριάζονται. Αναρίθμητοι μουσικοί ξεπροβάλουν από τις ρωγμές του χρόνου. Μια απόκοσμη συμφωνία ερμηνειών καμπυλώνει τον χωροχρόνο και δεν ξέρεις αν είναι ένα εκστατικό πανηγύρι ή μια βουβή κηδεία. Είναι μια καταβόθρα που δύσκολα κοιτάζεις, αφού από μέσα της ξεπηδά σαν λάβα ο φόβος της απέραντης ευτυχίας, της άφθαρτης αιωνιότητας και της αβάσταχτης θλίψης της ματαιότητας και του θανάτου. Είναι ένας καταρράκτης που, βουτώντας μέσα του, δεν είσαι σίγουρος αν θα βρεις τα πτώματα όλων των προσφιλών σου προσώπων, σαν τα θύματα ομαδικής σφαγής κάποιας εξουσιαστικής θηριωδίας, ή πίσω απ’ τα κρύα χειμωνιάτικα νερά του υπάρχει μια απάτητη, ολάνθιστη ανοιξιάτικη κοιλάδα που φιλιέται με τα γέλια των παιδιών».

(Χαΐνης Αποστολάκης).

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 157, Φεβρουάριος 2016

Εις Μνήμην (2)

Επί του Απόντος

Στη μνήμη του Γρηγόρη

Από τι πεθαίνουν οι άνθρωποι;
Ποιες μέρες είναι οι καλύτερές τους;
Από τί ζουν οι άνθρωποι;
Πότε αγαπούν και κοιτάνε τη μέρα με μάτια ανοιχτά;

 

 

 

 

 

 

Οι γιορτές που καθυστερούν,
Οι αναμνήσεις που ακούγονται από τα βάθη
Μιας ανείπωτης στιγμής,
Εκείνες οι ηχηρές εικόνες
Που σκεπάζουν τη λεπτομέρεια.

Εγώ θα κρατήσω εκείνο το κόκκινο μπρύκι,
Ελπίζω να βρεθεί.
Εσύ να κρατήσεις την κεραία του ιντερνέτ
Ή το γκαζάκι του καφέ
Ή τα φακελάκια του τσαγιού.
Τη φωτογραφία στο μπάνιο;

Λες να την ξεχάσουμε εκεί;
Για να αναρωτηθεί κάποιος κάποτε
Για το όνομά του.
Για ποιο λόγο γράφτηκε σε τοίχο;
Ποιος να θυμάται;
Έχει σημασία το γιατί και το ποιος;
Πάντα θα έχει.

Οι απουσίες εμφανίζονται εκεί που δεν
τις παίρνεις
Στα σοβαρά.
Και κάνουν πολύ αισθητή την παρουσία τους σαν πάταγος.
Όπως πέφτει ένα σώμα.
Όπως παρασύρεται μια νιφάδα χιονιού
Και μια στάχτη.

Αντίο λοιπόν,
Να μπορώ να το πω και να θυμάμαι
Ότι κάποτε υπήρξαμε όλοι.

Κι όταν θα ’σαι μια νιφάδα
Κι όταν θα’ μαι μια χούφτα αλάτι.

Αναστασία-Γιάννης

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 157, Φεβρουάριος 2016

Η καρδιά του «Νέου Κόσμου»

Για ό,τι έφυγε και δεν θα ξανάρθει. Για όσα κρυφτήκαν στη σκιά του χρόνου, περήφανα, δίχως αναφιλητά, με μνήμη, συνείδηση και παρρησία. Για όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν να αρπάξουν οι κονκισταδόρες της Ιστορίας στο διάβα τους.

Ο ήλιος, λένε, θέλει την καρδιά μου,
Μα κρύβομαι στα δάση·
Τα δέντρα φυλάνε την ανάσα μου στη σκιά τους.
Τα βήματά μου άηχα αναζητούν το θήραμα,
Μα το θήραμα είναι μέσα μου·
Ένα ελάφι που τρέχει
Σε τόπους που τελειώνουν.
Οι ξύλινοι δράκοι, λένε, σήκωσαν το πρώτο κύμα
Και πάγωσε η καρδιά του ελαφιού. Συνέχεια

Σπουδή σ’ εργαλειοδέτη

Το τρυπάνι περνώ στον εργαλειοδέτη.

Οπή ο χρόνος μου,

Πέντε χιλιοστά ακριβώς.

Μια σπιθαμή επάνω,

Μια σπιθαμή κάτω,

Κι όλα πηγαίνουν στράφι.

Ο δράπανος δεν συγχωρεί.

Ένα σημείο,

Μια ευκαιρία,

Πέντε χιλιοστά άνοιγμα

Στου πολιτισμού την καμπούρα

Πέντε χιλιοστά να στριμώξεις

Ανθούς και συντριβές Συνέχεια

Λέξεις ανάμεσα σε φύλλα

%ce%bb%ce%ad%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1-%cf%83%ce%b5-%cf%86%cf%8d%ce%bb%ce%bb%ce%b1

Τελικά φτάνουμε ως εδώ σχεδόν χωρίς ανάσα.
Ένας πλούσιος μπορεί να παριστάνει τον φτωχό για πλάκα.
Έχει πλάκα να κάνεις τον φτωχό αν δεν είσαι.
Ένας άνθρωπος της μαλθακότητας μπορεί να παριστάνει
τον περιπετειώδη.
Συνέχεια