Category Archives: Μυθιστορία

Mέρες κρασιού και Τριαντάφυλλων

Ακούσαμε πρώτα τον καλπασμό τους στις σκάλες, μετά ακροβολίστηκαν στο μαγαζί αμίλητοι.[1]

«Σηκωθείτε όλοι όρθιοι ρε πούστηδες!» φώναξε ο επικεφαλής τους.

Σηκωθήκαμε. Αυτοί άρχισαν να περνάνε ανάμεσα μας, καθυστερούσαν κιόλας όταν βρίσκονταν από πίσω μας, για να μας σπάσουν τον τσαμπουκά. Άδικος κόπος –ήταν η πρώτη φορά που είχα τόσο στενή επαφή με Ζητάδες κι ανακάλυπτα ότι έφερναν όλοι τους σε δίφυλλες ντουλάπες. Ο κοντότερος -ένα κεφάλι πάνω από μένα. Η Φανή κόντευε να μου στραμπουλίξει το χέρι –καλό ήταν αυτό γιατί με βοηθούσε να κρατηθώ από κάπου.

Οι Ζητάδες ξεδιάλεξαν δυο παιδιά και τα πλάκωσαν στις σφαλιάρες επιτόπου. Περιμέναμε εκεί ακίνητοι, παρακολουθούσαμε. Κάποιος, πιο τολμηρός βγήκε από τη γραμμή του.

«Τι ακριβώς συμβαίνει, δε μας λέτε κι εμάς;» ρώτησε.

Οι Ζητάδες τον κοίταξαν, συνεννοήθηκαν με τα μάτια και τον πλάκωσαν κι αυτόν στις γρήγορες. Όταν βαρέθηκαν να κοπανάνε, τους πήραν σέρνοντας και τους τρεις. Κοιτάζαμε και παρακαλούσαμε να τελειώσει αυτό το πράγμα.

«Ταυτότητες», φώναξε κάποιος από αυτούς που είχανε μείνει πίσω. Συνέχεια

Αντί-νουάρ

Οι δυο ερευνητές βρέθηκαν μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα· το πτώμα είχε πεθάνει από γεράματα.

Ο νεκρός –περί ανδρός επρόκειτο– φαινόταν να είναι περίπου 85 ετών. Το σώμα του δεν έφερε καμμία αμυχή ή μελανιά, ίχνη πνιγμού ή στραγγαλισμού. Ήταν αρτιμελές. Η καρδιά του απλώς είχε σταματήσει.

Τάχιστα κινητοποιήθηκαν όλες οι μυστικές υπηρεσίες κι όλες οι υπηρεσίες υγείας. Δεν βρέθηκε τίποτε επιλήψιμο. Το πτώμα, όμως, ακέραιο, είχε καταλήξει στα εργαστήρια της επιστήμης. Αναζητούνταν συγχρόνως η ταυτότητα του μη-θύματος, κάτι πολύ δύσκολο για όποιον πέθαινε από φυσικά αίτια. Φρόντιζε ο ίδιος να τα εξαφανίσει πριν. Ωστόσο, τα στοιχεία του ήταν απαραίτητα, προκειμένου να εντοπιστούν οι αθώοι και ενδεχομένως ίχνη άλλου εν ζωή ηλικιωμένου ατόμου.

Όλες οι αρχές της περιοχής τέθηκαν σε επιφυλακή, αναζητώντας ίχνη ηλικιωμένων. Ειδοποιήθηκαν τα υψηλά ιστάμενα κλιμάκια και το ζήτημα έφτασε στο υπουργείο προστασίας του πολίτη. Συνέχεια

Ο Κανόνας

Το διήγημα αυτό γράφτηκε το 2014, όταν όλοι οι σημερινοί κανονισμοί και απαγορεύσεις, που ζούμε αυτή τη στιγμή, φαίνονταν πολύ μακρινοί και αποδίδονταν σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα βλέπουμε πώς το παράλογο μεταλλάσσεται εξ ίσου σε νόμο και μάλιστα με την επίφαση του ηθικά σωστού.

Όσοι μιλούν για ηθικά σωστό σκόπιμα αποκρύπτουν ότι υπάρχουν πολλές περισσότερες και ουσιαστικότερες λύσεις από τα τωρινά μέτρα για την αντιμετώπιση μιας πανδημίας. Πανδημίες, όπως η Πανούκλα στον Μεσαίωνα, έχει ξαναζήσει η ανθρωπότητα. Όχι όμως τέτοιας «ποιότητας» μέτρα. Αυτό που λέμε «Δημόσια Υγεία» νοσεί εδώ και δεκαετίες και το γνωρίζουμε καλά. Δεν νοσεί μονάχα επειδή δεν λειτουργούν οι κοινόχρηστες δομές της, αλλά επειδή τα Νοσοκομεία λέγονται εδώ και καιρό «Μονάδες Υγείας» και διοικούνται ως οικονομικές εταιρείες, υπολογίζοντας πρωτίστως το κόστος και το κέρδος. Οι «Μονάδες Υγείας» αυτές διοικούνται από manager.

Επί πλέον, η κοινή, ανθρώπινη αλληλοβοήθεια (σκόπιμα δεν χρησιμοποιείται η τόσο χιλιοειπωμένη και βρωμισμένη λέξη αλληλεγγύη), αυτή που όλοι μέσα μας διαθέτουμε από τη φύση μας λίγο ως πολύ, πλέον έχει τόσο σμικρυνθεί, που μας φαίνεται αυτή τη στιγμή αδιανόητη. Αναρωτιόμαστε για ποιον λόγο δεν είναι μια άλλη διαφορετικής ποιότητας λύση να συγκροτηθούν ομάδες υγειών, που με τη θέλησή τους (σκόπιμα δεν χρησιμοποιείται ο τόσο πλέον εξευτελισμένος όρος εθελοντικά) θα βοηθούν γιατρούς στην φροντίδα ανθρώπων με ευαίσθητη και εύθραυστη υγεία (βαρεθήκαμε τον όρο ευπαθείς ομάδες, που μοιάζει πλέον τόσο απρόσωπο). Οι μη εύθραυστοι αυτή τη στιγμή θα μπορούσαν να βοηθήσουν, ώστε να μην πεθαίνουν μόνοι και αβοήθητοι σε απρόσωπες «Μονάδες υγείας» άνθρωποι που χρειάζονται ανθρώπινη μεταχείριση. Συνέχεια

Υφέρποντες και εκκωφαντικά προσεκτικοί

Κλειστήκαμε σε πόλεις, σε δουλειές.

Πνιγήκαμε στην ασφάλεια και στην προετοιμασία.

Διαβάζουμε, μελετάμε, μετράμε τις αποστάσεις και υπολογίζουμε

το κέρδος και τη ζημιά.

Είμαστε μέσα σε όλα και καταπίνουμε σιγουριές. Συνέχεια

Ο μονόλογος του Κρόνου

Μια αλληγορία για τη σχέση της ανθρωπότητας με τον χρόνο, για το τέλος των αφηγήσεων και το πύργωμα της Ιστορίας, όχι πλέον σε αέναους φωτεινούς κύκλους, αλλά σε κουραστικές, οδυνηρές ευθείες· για τον Κρόνο-Χρόνο και τη μανία των ανθρώπων να τον διαιρούν σε μεγάλα ή λιλιπούτεια κομματάκια, για το βάρος του, που οι «θεοί» απίθωσαν έξυπνα στους ώμους μας, ως αντίδωρο για τα θεμέλια της πρώτης αληθινής πόλης.

Τελικά, κοιτάζω τα παιδιά μου και τα βλέπω να μεγαλώνουν με την ίδια κι απαράλλακτη αυταπάτη: ότι αυτοί είναι κάτι ξεχωριστό, ότι αυτοί είναι η ελπίδα του μέλλοντος, ότι αυτοί προορίζονται για κάτι μοναδικό κι ανεπανάληπτο.

Και σκέφτομαι ότι αυτός ο Δίας καλά τα κατάφερε. Τους έπεισε όλους ότι είναι τόσο ξεχωριστοί, που ξέχασαν να ζουν με τους άλλους, ξέχασαν γιατί, υποτίθεται, τους έτρωγα.

Με απεικόνισαν σαν τέρας, για να βεβαιώσουν τις μέλλουσες γενιές ότι καλά έκανε και μου γέμισε πέτρες το στομάχι. Μα από τότε που με ξεγέλασε, τα πράγματα δεν φαίνονται να πηγαίνουν όπως θα ταίριαζε στο φυσικό νόμο. Οι πάντες πασχίζουν για τη δυστυχία τους. Βουλιάζουν στη λάσπη, υποφέρουν από τον αέρα που φυσά, υποφέρουν από τον ήλιο που καίει, πονάνε τα κόκκαλά τους από την υγρασία. Η άνοιξη τούς φέρνει αλλεργίες.

Ποιός θα πίστευε πια, ό,τι παλιά η γιορτή του Κρόνου ήταν υπενθύμιση της ελευθερίας; Ότι ήταν η πιο μεγάλη γιορτή που συμμετείχαν κι οι δούλοι κι οι ρόλοι αντιστρέφονταν; Ποιός θα το πίστευε άραγε; Και τώρα πιστεύουν στους υιούς των θεών. Λατρεύουν τη νεότητα, αλλά δεν ξέρουν τί να την κάνουν. Την κολακεύουν, μόνο και μόνο για να της ρουφάνε την ενέργεια, την ορμή και τη δύναμη. Συνέχεια

Οδύσσεια εν κύκλω: Ένα ρολόι ταξιδεύει.

Το ζήτημα του χρόνου, ως μιας ουσιώδους μεταβλητής της ίδιας της ύπαρξης, μας έχει απασχολήσει ουκ ολίγες φορές και στο παρελθόν. Ωστόσο, όσα κι αν ειπωθούν ή, ακόμη καλύτερα, όσα κι αν καταγραφούν μέσω της αρθρογραφίας, είναι λογικό πως ο πανδαμάτωρ χρόνος θα στέκει πάντοτε λίγο μακρύτερα, λίγο ψηλότερα από τις λέξεις, καλοκαμωμένες ή άγευστες.

Η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τον χρόνο είναι εκ των πραγμάτων αμφίσημη· αφ’ ενός γνωρίζει, μέσω του προχωρήματος της γνώσεως επί του θέματος, πως ο χρόνος δεν είναι, επί της ουσίας, αυτό που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του, αλλά αφ’ ετέρου τού είναι σχεδόν αδύνατον να πάψει να τον προσεγγίζει αμιγώς αισθητηριακά, να τον κατατέμνει σε μικρά, μικρότερα, μικρότατα κομματάκια. Για τον σύγχρονο άνθρωπο όλα οφείλουν να είναι μετρήσιμα. Και ό,τι «αρνείται» να μετρηθεί είτε αγνοείται είτε λογίζεται ως ανάξιο, ως παντελώς άχρηστο.

Ακόμη κι αυτή η «ηλικία» του Σύμπαντος έχει πέσει «θύμα» της άνωθι «λογικής». Ακούμε συχνά πως το Σύμπαν έχει τόσα δισεκατομμύρια χρόνια ηλικία ή λίγο περισσότερα από τόσο ή και λίγο λιγότερα, γιατί έτσι ή αλλοιώς. Μα, ακόμη κι ένα μικρό παιδάκι είναι εύκολο να αντιληφθεί πως στο παραπάνω «επιστημονικό» ευφυολόγημα περιλαμβάνεται μια τεράστια αυθαιρεσία· ένα έτος, ένα γήινο έτος, για να μην μπερδευόμαστε, ισούται με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να διαγράψει η Γη μιαν πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Η Γη είναι ένας μικρός πλανήτης στην άκρη του Δυτικού σπειροειδούς βραχίονα του Γαλαξία μας. Μια ασήμαντη κουκίδα σκόνης εμπρός στο άπειρο της υπάρξεως είτε αυτή είναι ορατή είτε αόρατη από τις αισθήσεις μας. Πώς, λοιπόν, χρησιμοποιείται ο χρόνος περιφοράς ενός μικρού πλανήτη ως το απόλυτο μέτρο για την ηλικία ολόκληρου του Σύμπαντος, αλλά και κάθε πλανητικού σώματος ξεχωριστά;[1] Προφανώς το εν λόγω άλμα λογικής εξυπηρετεί βαθύτερους κι ασφαλώς σκοτεινότερους εξουσιαστικούς σκοπούς. Συνέχεια

Σημειώσεις σχετικά με την ιστορία της αναρχίας στη λογοτεχνία: ένα χρονολόγιο (Β΄)

Ι. 1910-1912. Η συμμορία Μπονό (Bonnot).

Το «Men in Prison»[1] («Άνδρες στη φυλακή»), (γραμμένο το 1930, δεν είχε δημοσιευθεί μέχρι το 1967) από τον Victor Serge (1890-1947, γεννημένος Victor Lvovich Kibalchich): Μια φανταστική αφήγηση των χρόνων που βρισκόταν φυλακισμένος (1912-1917), μετά την καταδίκη του για συμμετοχή στη συμμορία Bonnot. Ο Serge είναι μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία, και όχι μόνο επειδή είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας. Μερικοί τον βλέπουν ως άνθρωπο που διατήρησε μια ελευθεριακή οπτική, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από το αναρχικό κίνημα (ακόμη και την αντίθεσή του προς τον σταλινισμό, τουλάχιστον ότι δεν έπεσε στο λάθος να λατρέψει σαν ήρωα τον Τρότσκι). Άλλοι υποψιάζονται ότι το «Memoirs of a Revolutionary» (1951, 1963) προσπερνάει το βαθμό της συμμετοχής του στην μπολσεβίκικη αιματοχυσία των αντιφρονούντων πριν κι αυτός αρχίσει να αμφισβητεί την κυριαρχία του Κόμματος. Και μερικοί μπορεί να ανατυπώσουν μερικά από τα πιο αντι-αναρχικά δοκίμια του, 1919-1920 που αξίζουν κάθε αναφορά, προφανώς για να μας δείξουν τα λάθη των προσεγγίσεων μας (The Revolution in Danger Redwords, 1997).

Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζουν από την άποψη της αναρχικής ιστορίας τα παρακάτω:

ΙΑ. 1910-1912. Το «Lost Men» (Les Hommes Perdus, γραμμένο το 1930): Μυθιστόρημα για τη συμμορία Bonnot και τον αναρχικό χώρο στο Παρίσι που κατασχέθηκε από τη ρωσική ασφάλεια, όταν εκδιώχθηκε το 1936. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αδύνατο να φανταστεί κάποιος ότι αυτό το έργο θα μπορούσε ποτέ να δημοσιευθεί, θα ήμουν κάτι περισσότερο από ευτυχής να έβλεπα μια φωτοτυπία αν κάποιος μπορεί να τη βρει… Συνέχεια

Σημειώσεις σχετικά με την ιστορία της αναρχίας στη λογοτεχνία: ένα χρονολόγιο (Α΄)

Αυτή είναι μια χρονολογική λίστα των γεγονότων της αναρχικής ιστορίας από την οποία έχουν εμπνευστεί συγγραφείς. Είναι χρονολογική κατά περίπτωση, όχι με βάση τις ημερομηνίες συγγραφής ή δημοσίευσης. Είναι δομημένη θεματολογικά, δεν είναι μια λίστα λογοτεχνικών βιβλίων από αναρχικούς (ούτε αφορά βιβλία όπου γίνεται αναφορά σε κάποιο σημείο σε έναν παράξενο αναρχικό). Ούτε και είναι μια ολοκληρωμένη λίστα. Οι συγγραφείς κυρίως βρίσκουν ενδιαφέροντα τα δραματικά γεγονότα (βομβιστικές ενέργειες και επαναστάσεις) ή τις γνωστές ιστορικές φυσιογνωμίες και έτσι χάνουν τον καθημερινό αγώνα που αποτελεί τόσο μεγάλο μέρος της αναρχικής ιστορίας. Πολλές εκδηλώσεις, κινήματα, ακόμη και ολόκληρες ήπειροι λείπουν, κυρίως επειδή επικεντρώνεται στην λογοτεχνία που είναι γραμμένη ή μεταφρασμένη στα αγγλικά. Τα μεταφρασμένα έργα δίνονται με δύο ημερομηνίες: της πρώτης δημοσίευσης και της πρώτης αγγλόφωνης έκδοσης.

Άλλα έργα σκιαγραφούν την «ανακύκλωση» των στερεότυπων αναρχικών χαρακτήρων (π.χ. στο Soho Crackpots[1] και στο The Anarchist Beast[2] του Nhat Hong). Αν και οι ουτοπίες, οι φανταστικοί και εναλλακτικοί κόσμοι μας λένε πολλά για τον κόσμο για τον οποίο γράφηκαν, δεν θα καταγραφούν εδώ. Θα το αφήσω σε άλλους να υποστηρίξουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λογοτεχνικών έργων της αναρχικής επιστημονικής φαντασίας.

Παραθέτουμε μερικά από τα γεγονότα από την αναρχική ιστορία που έχουν «καταφύγει» σε λογοτεχνικά έργα.

B.-Traven

B. Traven

Α. 1848. Το έτος των επαναστάσεων (Παρίσι, Δρέσδη, Βιέννη κ.α.).

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν (1813-1876) αγωνίζεται στα οδοφράγματα στη Δρέσδη με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Ο Μπακούνιν φαίνεται να είναι η έμπνευση για τον Ζίγκφρηντ (Siegfried)[3] στο έργο «Το Δαχτυλίδι» (The Ring)[4]. Αργότερα, θα γραφτεί ένα μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα τον ίδιον: Μπακούνιν: μια εφεύρεση (Bacunin, an invention)[5] (1970, 1977) από τον Horst Bienek (1930-1990)[6].

Β. 1871. Η Κομμούνα του Παρισιού, ένα δημιουργικό γεγονός για όλο το σοσιαλιστικό κίνημα, πυροδότησε μια πλειάδα ρεπορτάζ και μυθιστορήματα, όπως τα παρακάτω: Συνέχεια

Τσακάλια καί Ἄραβες

Ἤμασταν καταυλισμένοι στήν ὄαση. Οἱ σύντροφοι κοιμοῦνταν. Ἕνας Ἄραψ, ψηλός καί λευκός, πέρασε ἀπό μπροστά μου· εἶχε φροντίσει γιά τίς καμῆλες καί πήγαινε νά κοιμηθεῖ.

Ρίχτηκα στό χορτάρι ἀνάσκελα· ἤθελα νά κοιμηθῶ· δέν μποροῦσα· τό θρηνῶδες οὔρλιασμα ἑνός τσακαλιοῦ σέ μάκρος· ἀνακάθησα πάλι. Κι’ αὐτό πού βρισκόταν τόσο μακριά, ξαφνικά ἦρθε κοντά. Γύρω μου μυρμηγκιά ἀπό τσακάλια· μάτια πού χρυσίζουν θαμπά, πού σβήνουν· κορμιά λυγερά, πού σά νά κινοῦνται νομοταγῆ καί σβέλτα κάτω ἀπό μιά μάστιγα.

Ἕνα ἦρθε άπό πίσω, στριμώχτηκε κάτω ἀπ’ τό μπράτσο μου, κόλλησε ἐπάνω μου, σά νά χρειαζόταν τή ζεστασιά μου, ὕστερα πέρασε μπρος μου καί κουβέντιασε μαζί μου σχεδόν πρόσωπο μέ πρόσωπο.

«Εἶμαι τό πιό γέρικο τσακάλι σ’ ὅλη τήν περιοχή. Εἶμαι ευτυχισμένο, πού μπορῶ ἀκόμα νά σέ χαιρετήσω ἐδῶ. Εἶχα πιά χάσει σχεδόν τήν ἐλπίδα, ἐπειδή σέ περιμένουμε ἀτέλειωτα μακρύ χρόνο· ἡ μητέρα μου περίμενε, κι’ ἡ μητέρα της, κι’ ἀκόμα ὅλες οἱ μητέρες μέχρι τή μητέρα ὅλων τῶν τσακαλιῶν. Πίστεψέ το!». Συνέχεια

Προ του Νόμου

Προ του Νόμου στέκεται ένας θυρωρός. Σ’ αυτόν το θυρωρό έρχεται ένας άντρας απ’ την ύπαιθρο και παρακαλεί να του επιτραπεί η είσοδος στο Νόμο. Όμως ο θυρωρός λέγει ότι δεν μπορεί να του επιτρέψει τώρα τήν είσοδο. Ο άντρας συλλογίζεται κι έπειτα ρωτάει αν θα μπορέσει νά μπει αργότερα. «Μπορεί», λέγει ό θυρωρός, «τώρα όμως όχι».

Επειδή η πόρτα του Νόμου μένει όπως πάντα ανοιχτή κι ο θυρωρός παραμερίζει στην άκρη, σκύβει ο άντρας για να ιδεί ανάμεσα απ’ την πόρτα στο εσωτερικό. Καθώς το αντιλαμβάνεται αυτό, ο θυρωρός, γελάει λέγοντας: «Αφού σε τραβάει τόσο, δοκίμασε, λοιπόν, να μπεις παρά την απαγόρευσή μου. Όμως πρόσεξε: είμαι δυνατός. Κι είμαι μόνο ο κατώτατος θυρωρός. Από αίθουσα σε αίθουσα όμως στέκονται θυρωροί, ο ένας δυνατότερος, απ’ τον άλλον. Ακόμα και την θέα τού τρίτου δέν μπορώ μήτ’ εγώ να την υποφέρω». Συνέχεια

Συγγραφείς – Κατάσκοποι

Πολλά παιδιά έχουν σαν παιχνίδι να κατασκοπεύουν τους άλλους γύρω τους, στα πλαίσια του παιχνιδιού. Τρυπώνουν, εξερευνούν, ανακαλύπτουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό στους μεγαλύτερους για αυτά που μαθαίνουν. Ο ενθουσιασμός συνήθως κόβεται όταν οι μεγάλοι το αντιληφθούν…

Οι συγγραφείς είναι από τη φύση τους παρατηρητές του κόσμου γύρω τους, άλλοτε δραστήριοι και οι ίδιοι σαν τους πρωταγωνιστές τους, άλλοτε νωχελικοί και αυτοκαταστροφικοί, κλεισμένοι στον εαυτό τους να βλέπουν με τη φαντασία τους.

Φυσικά, ως εξαιρετικοί χειριστές της γλώσσας ξέρουν πως να εκφράσουν με τρόπο ό,τι χρειάζεται να ειπωθεί, ξέρουν πως να κινηθούν σε όλους τους κοινωνικούς κύκλους, ξέρουν πως να γοητεύσουν, ξέρουν πως να μην είναι αυθόρμητοι όταν δεν πρέπει, ξέρουν πως η κάθε μέρα μπορεί να εξελιχθεί με έναν απρόσμενο τρόπο.

Η σύγκλιση μεταξύ της γλώσσας της αφήγησης και της γλώσσας της κατασκοπείας δεν είναι τυχαία. Η φαντασία, για να σχεδιάσεις και να υλοποιήσεις ένα μυθιστόρημα ή μια επιχείρηση με πολλά ενδεχόμενα σενάρια, είναι το κύριο συστατικό. Συνέχεια

Πένης εις τον Αχέροντα

«Δεν είναι δυνατόν να μην έχεις έστω κι έναν οβολό. Άσε τα αστεία. Σου φαίνομαι για τύπος που χωρατεύει; Ξέρεις πόσοι και πόσοι εξυπνάκηδες, σαν και του λόγου σου, βρεθήκαν σε τούτη εδώ την βάρκα; Πόσοι λαλίστατοι φιλόσοφοι, βασιλιάδες, επαναστάτες, νοικοκυρές κι εργάτες; Μάθε, λοιπόν, πως κανείς τους, όσο κι αν μερικοί το παζάρεψαν, δεν με έπεισε να τον περάσω στην απέναντι όχθη δίχως έναν οβολό. Μάλιστα, δεν ήταν και λίγοι αυτοί που θέλησαν να με γεμίσουν χρυσό, ασήμι και μαλάματα για τον κόπο μου, για την άχαρη τούτη δουλειά του γέρο-Χάρου, που ελάχιστοι σπλαχνίζονται με ειλικρίνεια. Κοντολογίς, σε ενημερώνω πως τέτοια κόλπα σ’ εμένα δεν πιάνουν και το να βάλεις τώρα το χέρι στην τσέπη, για να μου δώσεις τα πρέποντα, θα είναι κάτι ιδιαιτέρως έξυπνο, αν δεν θέλεις να παραστήσεις την χαμένη ψυχή εις την αιωνιότητα, όπως άλλωστε διήγες βίο χαμένου κορμιού στο βραχύ της ζωής σου. Μη μου παριστάνεις λοιπόν τον Μένιππο[1]∙ τέτοιες ατάκες μια φορά στα δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Άπαξ και την πατάς, όμως, μαθαίνεις για πάντα. Τουλάχιστον εγώ έχω αποδείξει το άοκνο και συνεπές της μαθητείας μου. Κατέβαινε λοιπόν τον οβολό, να τελειώνουμε!» Συνέχεια

Από την άλλη πλευρά…

Ή­ταν το χει­ρό­τε­ρο που μπο­ρού­σε να του συμ­βεί. Δεν εί­χε κλεί­σει κα­λά-κα­λά έ­να μή­να στη δου­λειά και να που βρι­σκό­ταν ξα­νά ά­νερ­γος. Και το χει­ρό­τε­ρο ή­ταν πως δεν μπο­ρού­σε να κα­κί­σει άλ­λον α­πό τον ε­αυ­τό του. Ού­τε που το κα­τά­λα­βε πώς έ­γι­νε. Το γε­γο­νός ό­μως ή­ταν πως τον εί­χαν πιά­σει στα πρά­σα να κοι­μά­ται του κα­λού και­ρού με το κε­φά­λι α­κου­μπι­σμέ­νο πά­νω στο γκι­σέ. «Το βλά­κα! Το βλά­κα!» ξέ­σπα­σε, και τα μά­τια του πλημ­μύ­ρι­σαν δά­κρυα. Τι στο διά­ο­λο ή­θε­λε και τα πή­ρε ε­κεί­να τα χά­πια χτες βρά­δυ! Αλ­λά βλέ­πεις τον εί­χε πιά­σει μια φο­βε­ρή κρί­ση άγ­χους, που τον εί­χε πα­ρα­λύ­σει. Εί­χε κα­θί­σει σταυ­ρο­πό­δι πά­νω στο κρε­βά­τι και το μό­νο που μπο­ρού­σε να κά­νει ή­ταν να πα­λα­ντζά­ρει μπρος πί­σω το κορ­μί του με τον ι­δρώ­τα να τρέ­χει πά­νω του πο­τά­μι. Τέ­λος, δεν ά­ντε­ξε πια. Άρ­πα­ξε το κου­τί με τα χά­πια απ’ το τρα­πέ­ζι και το ά­δεια­σε στη χού­φτα του. Ού­τε ή­ξε­ρε πό­σα εί­χε κα­τε­βά­σει. Ή­ταν ε­πό­με­νο, λοι­πόν, να γί­νει αυ­τό που έ­γι­νε. Συνέχεια

Το μήνυμα είμαι ’γω…

Μια πόλη χτίζεται πάνω σ’ άλλη νεκρή πόλη, που κι αυτή χτίστηκε πάνω σε μια άλλη νεκρή. Με τις πόλεις συμβαίνει να μπορούν να ζήσουν πάνω στο θάνατο των άλλων. Έτσι, βγάζουν ρίζες και φυτρώνουν, προσπαθώντας να φτάσουν στον ουρανό. Νεκροζωούν, λοιπόν, παίρνοντας την τροφή τους από το παρελθόν του πολιτισμού. Και μέσα εκεί βρίσκεται η ουσία της ζωής τους. Τα φώτα σήμερα μας βοηθούν να το ξεχάσουμε, αλλά οι παλιές πόλεις δε θα μπορούσαν να το κρύψουν. Θα είχαν στο στόμα τη γεύση του μετάλλου, καθώς θα επέστρεφαν στη γη.

Τα φώτα, όμως, χαλάνε τη γεύση. Βγάζουν την άρνηση από το δεν και κάνουν το ναι έναν ξεπεσμένο συμβιβασμό. Δεν είμαστε αιώνιοι ούτε κι η νεκρανάσταση των πόλεων είναι. Δεν είναι όλα πόλη. Είναι κι αυτά που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε αρχέγονες αλήθειες, μέσα στο χώμα των νυχιών αυτών των πόλεων. Είναι η βρωμιά τους, τα ανεπιθύμητα· τα άλλα ανάμεσα στους ίδιους και απαράλλαχτους μοναδικούς.

Η Αναρχία ανήκει σε έναν κόσμο που οι λέξεις ήταν εικόνες, πριν γίνουν οι εικόνες ψεύτικες λέξεις και μας ζαλίσουν με τη φλυαρία τους. Είναι τόσο απλό κι όμως τόσο δύσκολο να θυμηθούμε πώς είναι να μη ζητάς ανταλλάγματα, να μη θέλεις κάτι, γιατί όλα είναι γύρω σου. Συνέχεια

Δώρο στο χιόνι

doro1Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, που είχε ό,τι ήθελε. Διέθετε όλη τη δύναμη και την είχε μετατρέψει σε εξουσία. Όλοι τον υπηρετούσαν, δεν υπήρχε κανείς να μη δουλεύει γι’ αυτόν. Κι όμως, εκείνος αφού ικανοποίησε κάθε επιθυμία και μετά κάθε πάθος κι ύστερα κάθε διαστροφή του κι αφού βαρέθηκε ακόμη και να βαριέται, σκέφτηκε πως ήθελε να βρει έναν τρόπο να διασκεδάσει. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια και πήγε σ’ ένα τσίρκο.

Διασκέδασε με την καρδιά του σαν παιδί. Είδε τους ακροβάτες και τους γελωτοποιούς, είδε τους χορευτές και τους τραγουδιστές. Χάρηκε. Έπειτα, βρήκε έναν περιπλανώμενο θίασο. Αφού πέρασαν από μπροστά του όλοι οι ηθοποιοί κι οι μαϊμούδες κι οι αρκούδες, αφού είδε τη γυναίκα με τα μούσια και το νάνο με τα μεγάλα πόδια, τον πιο άσχημο άντρα του κόσμου και την πιο αστεία σουπιέρα που πετάει, αποφάσισε να επιστρέψει στο βασίλειό του.

Καθώς βάδιζε στα σκοτεινά, βρέθηκε μπροστά σε ένα τροχόσπιτο. Ήταν απ’ το καραβάνι των περαστικών μοναχικών. Κι εκείνο το κόκκινο τροχόσπιτο, που έβγαζε μια παράξενη λάμψη, που θα ξεσήκωνε και τον πιο αδιάφορο, δεν τον άφησε να φύγει έτσι. Μπήκε μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκεί τον περίμενε η μάγισσα.

Συνέχεια

Αστ(ε)ροβάμων Αστήρ

asterobamonΠροτού οι λαμπτήρες της «προόδου» ξεθωριάσουν το χρώμα των σκιών, στα μάτια, στο στόμα και στην καρδιά, η φυλή των ανθρώπων διασκέδαζε το άρρητο μέσα από την αφήγηση. Ιστορίες γεννούσαν ή έσβηναν κόσμους, πόνοι και πόθοι, όνειρα κι εφιάλτες έπαιρναν σχήμα μέσα από λέξεις, λαμπρά βασίλεια γίνονταν στάχτη και ταπεινά καλύβια άνθιζαν με την γιορτή, μέσα σε μια πρόταση. Η αφήγηση, όπως και η μουσική, έρχεται αυθόρμητα, όταν οι συνθήκες το απαιτούν, να επουλώσει ένα συλλογικό τραύμα. Ένα συλλογικό τραύμα που η εξουσία προκαλεί. Η αξία της αφήγησης, σαφώς παλιότερη από τον πολιτισμό, αναβαπτίστηκε στο συλλογικό θυμικό της ανθρωπότητας, κάτω από τον ζυγό της εξουσίας. Τα τραύματα που σπέρνουν οι πόλεμοι, η πείνα, η πνευματική, ψυχική και σωματική εξαθλίωση, επουλώνονταν με την αφηγηματική αλληγορία. Ο καταρχήν κατακερματισμός μιας ατομικής ή συλλογικής τραγωδίας κι ο μετασχηματισμός των σπαραγμάτων της, σε κάτι μη αιχμηρό κι επικίνδυνο, μέσα από την λεκτική κολυμπήθρα, αποδείχτηκε αλάνθαστο γιατρικό. Όλη η γνώση της σύγχρονης ψυχανάλυσης θα χωρούσε εύκολα σε μια στάλα αυθόρμητο αφηγηματικό λόγο του παρελθόντος. Όλα αυτά, βεβαίως, πριν η μηχανή εξοβελίσει σιγά-σιγά ό,τι ομορφότερο διαθέτει η ανθρώπινη παρουσία προς χάριν μιας αόριστης κι ακατανόητης «εξέλιξης». Ακολουθεί μια αφηγηματική αλληγορία, ένα μικρό παραμύθι, για ένα αστέρι, κάπως διαφορετικό από τα άλλα.

Συνέχεια

Ο κοιμώμενος

Henri-Rousseau-Sleeping-Gypsy«- Εσύ είσαι ζωγράφος. Ξέρεις εκείνο το μεγάλο πίνακα στο μουσείο, εκείνο τον πίνακα του Ρουσσώ. Λέγεται Ο κοιμώμενος τσιγγάνος.

-Ναι, βέβαια. Είναι φημισμένος πίνακας.

– Κανονικά θα ‘πρεπε να λέγεται Ο κοιμώμενος Άραβας. Δείχνει έναν Άραβα ξαπλωμένο στην έρημο, να κοιμάται κάτω από ένα φεγγάρι με τρελή όψη. Ένα λιοντάρι μυρίζεται τον Άραβα, ο Άραβας δεν φοβάται. Ο Άραβας ονειρεύεται. Το ποτάμι που φαίνεται στο βάθος νομίζω ότι είναι το όνειρο του Άραβα. Μπορεί και το λιοντάρι να είναι μέσα στο όνειρο – αν προσέξεις, θα δεις ότι δεν έχει αφήσει ίχνη στην άμμο. Όπως και να ‘ χει, αγαπητή μου, αυτός ο πίνακας είναι το καλύτερο πορτρέτο του χαρακτήρα του Άραβα. Άγριος και ελεύθερος, κοιμάται άφοβα κάτω από τ’ αστέρια της νύχτας. Αλλά, ονειρεύεται. Πάντα ονειρεύεται το νερό. Ονειρεύεται τον κίνδυνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, για να δείχνει παλικαριά. Οι Άραβες ζουν στις φαντασιώσεις τους. Δεν είμαστε πρακτικοί άνθρωποι, σαν τους Εβραίους. Οι Εβραίοι καταφέρνουν να πραγματώνουν ορισμένα πράγματα. Οι Άραβες ονειρεύονται και μιλούν στο φεγγάρι. Συνέχεια

Το παραμύθι μιας αλήθειας

black_sheep-(1)Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.

Κάπου κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.

Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε:

«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».

Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.

Συνέχεια

H OYTOΠIA, του Τόμας Μωρ

utopia-1Ο Τόμας Μωρ (1478 – 1535) γεννιέται στο Λονδίνο και σπουδάζει στη νομική σχολή και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι γνώστης νομικών, ιστορίας, μαθηματικών, κλασσικής λατινικής και ελληνικής γραμματείας και συγγραφέας πολλών έργων φιλοσοφικών αλλά και κωμωδιών. Λόγω της μορφώσεώς του –και της προσωπικότητάς του–, ανελίσσεται στην αγγλική κοινωνία. Παρ’ ότι διετέλεσε δικαστής και βουλευτής γίνεται ιδιαίτερα αγαπητός διότι είναι έντιμος, αμερόληπτος και έχει την τάση να προστατεύει τους φτωχούς. Τέλος βρίσκεται γραμματέας και σύμβουλος στην αυλή του αδίστακτου (και συζυγοκτόνου) βασιλιά Ερρίκου του 8ου.

Το 1499 γνωρίζει τον Έρασμο (γνωστό φιλόσοφο και συγγραφέα) γίνεται στενός του φίλος και επηρεάζεται από τις ουμανιστικές ιδέες. Οι δύο φίλοι, μαζί με άλλους διανοητές, σχηματίζουν παρέες, συζητούν, αμφισβητούν και ασκούν κριτική στην παράνοια και τις φρικαλεότητες του πρώτου τέταρτου του 16ου αιώνα, αλλά και συγχρόνως προτείνουν «λύσεις» –μεταξύ αστείου και σοβαρού–  πραγματικά ουτοπικές για την εποχή εκείνη. Γνώστες της ελληνικής (και της λατινικής) μελετούν την «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Η Ουτοπία, είναι γι’ αυτούς τους δύο οραματιστές μία ακτίνα φωτός που τους δίνει ελπίδες και τους βοηθά να διακρίνουν μια διαφορετική μελλοντική πραγματικότητα μέσα από τη σκοτεινή εποχή που ζουν. Οι αρχές του 16ου αιώνα σύρουν πίσω τους μία εποχή χιλίων χρόνων όπου επικρατεί η ανισότητα, η αδικία, το αλάθητο του πάπα, τα συγχωροχάρτια, η βαρβαρότητα της ιεράς εξέτασης, η απόλυτος ισχύς και δικαίωμα των βασιλιάδων –ή αρχόντων– στη ζωή ή το θάνατο των ταλαίπωρων υπηκόων. Μια μεταβατική περίοδος που το αίμα των στρατιωτών που έφεραν το σταυρό και δολοφόνησαν γυναικόπαιδα στο όνομά του Χριστού έχει αρχίσει να στεγνώνει και όπου διάφορα ανθρώπινα πλάσματα σκόρπια εδώ και εκεί στην Ευρώπη αρχίζουν να αμφισβητούν… τον παραλογισμό, την υποκρισία και τα εγκλήματα της θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας. Σε λίγο η θρησκευτική Μεταρρύθμιση θα συγκλονίσει την Ευρώπη.

Συνέχεια

Δευκαλίων Αναλυόμενος

Μια λογοτεχνική αλληγορία για το αποτύπωμα μέσα μας ενός μέρους όσων αληθινών μοιραστήκαμε στον χώρο και τον χρόνο. Για αυτούς που χάθηκαν και δεν θέλησαν ποτέ να ξαναβρεθούν, αλλά κυρίως για όσους δεν έλειψαν στιγμή να μας συντροφεύουν στο δύσβατο μα πάντα γοητευτικό μονοπάτι της αλήθειας. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι ξεκάθαρα σκόπιμη.

defkalion-2Nαι, μπορώ να διαβάσω στα μάτια σου την απορία για τούτο το ασυνήθιστο σύνολο οστών και μυώνων που στέκεται εμπρός σου. Θα μπορούσα βεβαίως να σου γνωστοποιήσω με παρρησία πως το σαρκίο αυτό έχει δει καλύτερες μέρες και φωτεινότερες νύχτες. Το γνωρίζεις καλά άλλωστε. Μια τέτοια υπενθύμιση, μολονότι δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία, τουλάχιστον θα ξέκλεβε μία ίντσα χαμόγελο από κάθε άκρη των χειλιών σου. Ξέρω, επιμένεις να με θυμάσαι αλλιώς. Δεν μπορείς να διαγράψεις από κείνο το συρτάρι του μυαλού σου την απαστράπτουσα αγιογραφία που φυλάς εδώ και χρόνια, όπως η καρακάξα το ευτελές μα περίλαμπρο χρυσόχαρτο. Συνέχεια