Category Archives: Μυθιστορία

Συγγραφείς – Κατάσκοποι

Πολλά παιδιά έχουν σαν παιχνίδι να κατασκοπεύουν τους άλλους γύρω τους, στα πλαίσια του παιχνιδιού. Τρυπώνουν, εξερευνούν, ανακαλύπτουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό στους μεγαλύτερους για αυτά που μαθαίνουν. Ο ενθουσιασμός συνήθως κόβεται όταν οι μεγάλοι το αντιληφθούν…

Οι συγγραφείς είναι από τη φύση τους παρατηρητές του κόσμου γύρω τους, άλλοτε δραστήριοι και οι ίδιοι σαν τους πρωταγωνιστές τους, άλλοτε νωχελικοί και αυτοκαταστροφικοί, κλεισμένοι στον εαυτό τους να βλέπουν με τη φαντασία τους.

Φυσικά, ως εξαιρετικοί χειριστές της γλώσσας ξέρουν πως να εκφράσουν με τρόπο ό,τι χρειάζεται να ειπωθεί, ξέρουν πως να κινηθούν σε όλους τους κοινωνικούς κύκλους, ξέρουν πως να γοητεύσουν, ξέρουν πως να μην είναι αυθόρμητοι όταν δεν πρέπει, ξέρουν πως η κάθε μέρα μπορεί να εξελιχθεί με έναν απρόσμενο τρόπο.

Η σύγκλιση μεταξύ της γλώσσας της αφήγησης και της γλώσσας της κατασκοπείας δεν είναι τυχαία. Η φαντασία, για να σχεδιάσεις και να υλοποιήσεις ένα μυθιστόρημα ή μια επιχείρηση με πολλά ενδεχόμενα σενάρια, είναι το κύριο συστατικό. Συνέχεια

Advertisements

Πένης εις τον Αχέροντα

«Δεν είναι δυνατόν να μην έχεις έστω κι έναν οβολό. Άσε τα αστεία. Σου φαίνομαι για τύπος που χωρατεύει; Ξέρεις πόσοι και πόσοι εξυπνάκηδες, σαν και του λόγου σου, βρεθήκαν σε τούτη εδώ την βάρκα; Πόσοι λαλίστατοι φιλόσοφοι, βασιλιάδες, επαναστάτες, νοικοκυρές κι εργάτες; Μάθε, λοιπόν, πως κανείς τους, όσο κι αν μερικοί το παζάρεψαν, δεν με έπεισε να τον περάσω στην απέναντι όχθη δίχως έναν οβολό. Μάλιστα, δεν ήταν και λίγοι αυτοί που θέλησαν να με γεμίσουν χρυσό, ασήμι και μαλάματα για τον κόπο μου, για την άχαρη τούτη δουλειά του γέρο-Χάρου, που ελάχιστοι σπλαχνίζονται με ειλικρίνεια. Κοντολογίς, σε ενημερώνω πως τέτοια κόλπα σ’ εμένα δεν πιάνουν και το να βάλεις τώρα το χέρι στην τσέπη, για να μου δώσεις τα πρέποντα, θα είναι κάτι ιδιαιτέρως έξυπνο, αν δεν θέλεις να παραστήσεις την χαμένη ψυχή εις την αιωνιότητα, όπως άλλωστε διήγες βίο χαμένου κορμιού στο βραχύ της ζωής σου. Μη μου παριστάνεις λοιπόν τον Μένιππο[1]∙ τέτοιες ατάκες μια φορά στα δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Άπαξ και την πατάς, όμως, μαθαίνεις για πάντα. Τουλάχιστον εγώ έχω αποδείξει το άοκνο και συνεπές της μαθητείας μου. Κατέβαινε λοιπόν τον οβολό, να τελειώνουμε!» Συνέχεια

Από την άλλη πλευρά…

Ή­ταν το χει­ρό­τε­ρο που μπο­ρού­σε να του συμ­βεί. Δεν εί­χε κλεί­σει κα­λά-κα­λά έ­να μή­να στη δου­λειά και να που βρι­σκό­ταν ξα­νά ά­νερ­γος. Και το χει­ρό­τε­ρο ή­ταν πως δεν μπο­ρού­σε να κα­κί­σει άλ­λον α­πό τον ε­αυ­τό του. Ού­τε που το κα­τά­λα­βε πώς έ­γι­νε. Το γε­γο­νός ό­μως ή­ταν πως τον εί­χαν πιά­σει στα πρά­σα να κοι­μά­ται του κα­λού και­ρού με το κε­φά­λι α­κου­μπι­σμέ­νο πά­νω στο γκι­σέ. «Το βλά­κα! Το βλά­κα!» ξέ­σπα­σε, και τα μά­τια του πλημ­μύ­ρι­σαν δά­κρυα. Τι στο διά­ο­λο ή­θε­λε και τα πή­ρε ε­κεί­να τα χά­πια χτες βρά­δυ! Αλ­λά βλέ­πεις τον εί­χε πιά­σει μια φο­βε­ρή κρί­ση άγ­χους, που τον εί­χε πα­ρα­λύ­σει. Εί­χε κα­θί­σει σταυ­ρο­πό­δι πά­νω στο κρε­βά­τι και το μό­νο που μπο­ρού­σε να κά­νει ή­ταν να πα­λα­ντζά­ρει μπρος πί­σω το κορ­μί του με τον ι­δρώ­τα να τρέ­χει πά­νω του πο­τά­μι. Τέ­λος, δεν ά­ντε­ξε πια. Άρ­πα­ξε το κου­τί με τα χά­πια απ’ το τρα­πέ­ζι και το ά­δεια­σε στη χού­φτα του. Ού­τε ή­ξε­ρε πό­σα εί­χε κα­τε­βά­σει. Ή­ταν ε­πό­με­νο, λοι­πόν, να γί­νει αυ­τό που έ­γι­νε. Συνέχεια

Το μήνυμα είμαι ’γω…

Μια πόλη χτίζεται πάνω σ’ άλλη νεκρή πόλη, που κι αυτή χτίστηκε πάνω σε μια άλλη νεκρή. Με τις πόλεις συμβαίνει να μπορούν να ζήσουν πάνω στο θάνατο των άλλων. Έτσι, βγάζουν ρίζες και φυτρώνουν, προσπαθώντας να φτάσουν στον ουρανό. Νεκροζωούν, λοιπόν, παίρνοντας την τροφή τους από το παρελθόν του πολιτισμού. Και μέσα εκεί βρίσκεται η ουσία της ζωής τους. Τα φώτα σήμερα μας βοηθούν να το ξεχάσουμε, αλλά οι παλιές πόλεις δε θα μπορούσαν να το κρύψουν. Θα είχαν στο στόμα τη γεύση του μετάλλου, καθώς θα επέστρεφαν στη γη.

Τα φώτα, όμως, χαλάνε τη γεύση. Βγάζουν την άρνηση από το δεν και κάνουν το ναι έναν ξεπεσμένο συμβιβασμό. Δεν είμαστε αιώνιοι ούτε κι η νεκρανάσταση των πόλεων είναι. Δεν είναι όλα πόλη. Είναι κι αυτά που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε αρχέγονες αλήθειες, μέσα στο χώμα των νυχιών αυτών των πόλεων. Είναι η βρωμιά τους, τα ανεπιθύμητα· τα άλλα ανάμεσα στους ίδιους και απαράλλαχτους μοναδικούς.

Η Αναρχία ανήκει σε έναν κόσμο που οι λέξεις ήταν εικόνες, πριν γίνουν οι εικόνες ψεύτικες λέξεις και μας ζαλίσουν με τη φλυαρία τους. Είναι τόσο απλό κι όμως τόσο δύσκολο να θυμηθούμε πώς είναι να μη ζητάς ανταλλάγματα, να μη θέλεις κάτι, γιατί όλα είναι γύρω σου. Συνέχεια

Δώρο στο χιόνι

doro1Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, που είχε ό,τι ήθελε. Διέθετε όλη τη δύναμη και την είχε μετατρέψει σε εξουσία. Όλοι τον υπηρετούσαν, δεν υπήρχε κανείς να μη δουλεύει γι’ αυτόν. Κι όμως, εκείνος αφού ικανοποίησε κάθε επιθυμία και μετά κάθε πάθος κι ύστερα κάθε διαστροφή του κι αφού βαρέθηκε ακόμη και να βαριέται, σκέφτηκε πως ήθελε να βρει έναν τρόπο να διασκεδάσει. Θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια και πήγε σ’ ένα τσίρκο.

Διασκέδασε με την καρδιά του σαν παιδί. Είδε τους ακροβάτες και τους γελωτοποιούς, είδε τους χορευτές και τους τραγουδιστές. Χάρηκε. Έπειτα, βρήκε έναν περιπλανώμενο θίασο. Αφού πέρασαν από μπροστά του όλοι οι ηθοποιοί κι οι μαϊμούδες κι οι αρκούδες, αφού είδε τη γυναίκα με τα μούσια και το νάνο με τα μεγάλα πόδια, τον πιο άσχημο άντρα του κόσμου και την πιο αστεία σουπιέρα που πετάει, αποφάσισε να επιστρέψει στο βασίλειό του.

Καθώς βάδιζε στα σκοτεινά, βρέθηκε μπροστά σε ένα τροχόσπιτο. Ήταν απ’ το καραβάνι των περαστικών μοναχικών. Κι εκείνο το κόκκινο τροχόσπιτο, που έβγαζε μια παράξενη λάμψη, που θα ξεσήκωνε και τον πιο αδιάφορο, δεν τον άφησε να φύγει έτσι. Μπήκε μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκεί τον περίμενε η μάγισσα.

Συνέχεια

Αστ(ε)ροβάμων Αστήρ

asterobamonΠροτού οι λαμπτήρες της «προόδου» ξεθωριάσουν το χρώμα των σκιών, στα μάτια, στο στόμα και στην καρδιά, η φυλή των ανθρώπων διασκέδαζε το άρρητο μέσα από την αφήγηση. Ιστορίες γεννούσαν ή έσβηναν κόσμους, πόνοι και πόθοι, όνειρα κι εφιάλτες έπαιρναν σχήμα μέσα από λέξεις, λαμπρά βασίλεια γίνονταν στάχτη και ταπεινά καλύβια άνθιζαν με την γιορτή, μέσα σε μια πρόταση. Η αφήγηση, όπως και η μουσική, έρχεται αυθόρμητα, όταν οι συνθήκες το απαιτούν, να επουλώσει ένα συλλογικό τραύμα. Ένα συλλογικό τραύμα που η εξουσία προκαλεί. Η αξία της αφήγησης, σαφώς παλιότερη από τον πολιτισμό, αναβαπτίστηκε στο συλλογικό θυμικό της ανθρωπότητας, κάτω από τον ζυγό της εξουσίας. Τα τραύματα που σπέρνουν οι πόλεμοι, η πείνα, η πνευματική, ψυχική και σωματική εξαθλίωση, επουλώνονταν με την αφηγηματική αλληγορία. Ο καταρχήν κατακερματισμός μιας ατομικής ή συλλογικής τραγωδίας κι ο μετασχηματισμός των σπαραγμάτων της, σε κάτι μη αιχμηρό κι επικίνδυνο, μέσα από την λεκτική κολυμπήθρα, αποδείχτηκε αλάνθαστο γιατρικό. Όλη η γνώση της σύγχρονης ψυχανάλυσης θα χωρούσε εύκολα σε μια στάλα αυθόρμητο αφηγηματικό λόγο του παρελθόντος. Όλα αυτά, βεβαίως, πριν η μηχανή εξοβελίσει σιγά-σιγά ό,τι ομορφότερο διαθέτει η ανθρώπινη παρουσία προς χάριν μιας αόριστης κι ακατανόητης «εξέλιξης». Ακολουθεί μια αφηγηματική αλληγορία, ένα μικρό παραμύθι, για ένα αστέρι, κάπως διαφορετικό από τα άλλα.

Συνέχεια

Ο κοιμώμενος

Henri-Rousseau-Sleeping-Gypsy«- Εσύ είσαι ζωγράφος. Ξέρεις εκείνο το μεγάλο πίνακα στο μουσείο, εκείνο τον πίνακα του Ρουσσώ. Λέγεται Ο κοιμώμενος τσιγγάνος.

-Ναι, βέβαια. Είναι φημισμένος πίνακας.

– Κανονικά θα ‘πρεπε να λέγεται Ο κοιμώμενος Άραβας. Δείχνει έναν Άραβα ξαπλωμένο στην έρημο, να κοιμάται κάτω από ένα φεγγάρι με τρελή όψη. Ένα λιοντάρι μυρίζεται τον Άραβα, ο Άραβας δεν φοβάται. Ο Άραβας ονειρεύεται. Το ποτάμι που φαίνεται στο βάθος νομίζω ότι είναι το όνειρο του Άραβα. Μπορεί και το λιοντάρι να είναι μέσα στο όνειρο – αν προσέξεις, θα δεις ότι δεν έχει αφήσει ίχνη στην άμμο. Όπως και να ‘ χει, αγαπητή μου, αυτός ο πίνακας είναι το καλύτερο πορτρέτο του χαρακτήρα του Άραβα. Άγριος και ελεύθερος, κοιμάται άφοβα κάτω από τ’ αστέρια της νύχτας. Αλλά, ονειρεύεται. Πάντα ονειρεύεται το νερό. Ονειρεύεται τον κίνδυνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, για να δείχνει παλικαριά. Οι Άραβες ζουν στις φαντασιώσεις τους. Δεν είμαστε πρακτικοί άνθρωποι, σαν τους Εβραίους. Οι Εβραίοι καταφέρνουν να πραγματώνουν ορισμένα πράγματα. Οι Άραβες ονειρεύονται και μιλούν στο φεγγάρι. Συνέχεια

Το παραμύθι μιας αλήθειας

black_sheep-(1)Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.

Κάπου κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.

Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε:

«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».

Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.

Συνέχεια

H OYTOΠIA, του Τόμας Μωρ

utopia-1Ο Τόμας Μωρ (1478 – 1535) γεννιέται στο Λονδίνο και σπουδάζει στη νομική σχολή και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι γνώστης νομικών, ιστορίας, μαθηματικών, κλασσικής λατινικής και ελληνικής γραμματείας και συγγραφέας πολλών έργων φιλοσοφικών αλλά και κωμωδιών. Λόγω της μορφώσεώς του –και της προσωπικότητάς του–, ανελίσσεται στην αγγλική κοινωνία. Παρ’ ότι διετέλεσε δικαστής και βουλευτής γίνεται ιδιαίτερα αγαπητός διότι είναι έντιμος, αμερόληπτος και έχει την τάση να προστατεύει τους φτωχούς. Τέλος βρίσκεται γραμματέας και σύμβουλος στην αυλή του αδίστακτου (και συζυγοκτόνου) βασιλιά Ερρίκου του 8ου.

Το 1499 γνωρίζει τον Έρασμο (γνωστό φιλόσοφο και συγγραφέα) γίνεται στενός του φίλος και επηρεάζεται από τις ουμανιστικές ιδέες. Οι δύο φίλοι, μαζί με άλλους διανοητές, σχηματίζουν παρέες, συζητούν, αμφισβητούν και ασκούν κριτική στην παράνοια και τις φρικαλεότητες του πρώτου τέταρτου του 16ου αιώνα, αλλά και συγχρόνως προτείνουν «λύσεις» –μεταξύ αστείου και σοβαρού–  πραγματικά ουτοπικές για την εποχή εκείνη. Γνώστες της ελληνικής (και της λατινικής) μελετούν την «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Η Ουτοπία, είναι γι’ αυτούς τους δύο οραματιστές μία ακτίνα φωτός που τους δίνει ελπίδες και τους βοηθά να διακρίνουν μια διαφορετική μελλοντική πραγματικότητα μέσα από τη σκοτεινή εποχή που ζουν. Οι αρχές του 16ου αιώνα σύρουν πίσω τους μία εποχή χιλίων χρόνων όπου επικρατεί η ανισότητα, η αδικία, το αλάθητο του πάπα, τα συγχωροχάρτια, η βαρβαρότητα της ιεράς εξέτασης, η απόλυτος ισχύς και δικαίωμα των βασιλιάδων –ή αρχόντων– στη ζωή ή το θάνατο των ταλαίπωρων υπηκόων. Μια μεταβατική περίοδος που το αίμα των στρατιωτών που έφεραν το σταυρό και δολοφόνησαν γυναικόπαιδα στο όνομά του Χριστού έχει αρχίσει να στεγνώνει και όπου διάφορα ανθρώπινα πλάσματα σκόρπια εδώ και εκεί στην Ευρώπη αρχίζουν να αμφισβητούν… τον παραλογισμό, την υποκρισία και τα εγκλήματα της θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας. Σε λίγο η θρησκευτική Μεταρρύθμιση θα συγκλονίσει την Ευρώπη.

Συνέχεια

Δευκαλίων Αναλυόμενος

Μια λογοτεχνική αλληγορία για το αποτύπωμα μέσα μας ενός μέρους όσων αληθινών μοιραστήκαμε στον χώρο και τον χρόνο. Για αυτούς που χάθηκαν και δεν θέλησαν ποτέ να ξαναβρεθούν, αλλά κυρίως για όσους δεν έλειψαν στιγμή να μας συντροφεύουν στο δύσβατο μα πάντα γοητευτικό μονοπάτι της αλήθειας. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι ξεκάθαρα σκόπιμη.

defkalion-2Nαι, μπορώ να διαβάσω στα μάτια σου την απορία για τούτο το ασυνήθιστο σύνολο οστών και μυώνων που στέκεται εμπρός σου. Θα μπορούσα βεβαίως να σου γνωστοποιήσω με παρρησία πως το σαρκίο αυτό έχει δει καλύτερες μέρες και φωτεινότερες νύχτες. Το γνωρίζεις καλά άλλωστε. Μια τέτοια υπενθύμιση, μολονότι δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία, τουλάχιστον θα ξέκλεβε μία ίντσα χαμόγελο από κάθε άκρη των χειλιών σου. Ξέρω, επιμένεις να με θυμάσαι αλλιώς. Δεν μπορείς να διαγράψεις από κείνο το συρτάρι του μυαλού σου την απαστράπτουσα αγιογραφία που φυλάς εδώ και χρόνια, όπως η καρακάξα το ευτελές μα περίλαμπρο χρυσόχαρτο. Συνέχεια

Kurt Tucholsky: δημοσιογραφώντας την επερχόμενη λαίλαπα

kt1Όταν μπορούμε να εντοπίσουμε τα σημάδια μια ασθένειας, πριν αυτή εκδηλωθεί, τότε είμαστε σε θέση να κάνουμε συνήθως πολλά περισσότερα είτε για να την αποτρέψουμε να εκδηλωθεί ή να την θεραπεύσουμε εγκαίρως. Σπάνια οι αρρώστιες της πολιτικής, όμως, εντοπίζονται πριν εκδηλωθούν. Κι όταν κάποιοι τολμούν εγκαίρως να τις δουν, φιμώνονται με κάθε τρόπο ή αντιμετωπίζονται ως παράφρονες. Ίσως αυτός να είναι κι ο στόχος: τα συμπτώματα αρχικά να μοιάζουν αθώα και ανώδυνα, ώστε να τα συνηθίζουν οι εξουσιαζόμενοι και να μην κάνουν τίποτε, για να τα αποτρέψουν, πριν εκδηλωθούν. Καλλιεργείται ίσα-ίσα απ’ τους χειριστές της εξουσίας η εντύπωση ότι η επιδημία είναι αναπόφευκτη και γι’ αυτό το μόνο που απομένει είναι να σώσει ο καθένας το τομάρι του. Είναι, επίσης, γνωστό ότι σε μια αρρώστια αντιστοιχούν συγκεκριμένα συμπτώματα. Στην περίπτωση της κοινωνίας, η πολιτική εκδηλώνεται ως μια ασθένεια με πολλά συμπτώματα, όπως ο φασισμός κι ο ναζισμός, που έχουν άλλοτε αφήσει βαθιές χαραγματιές στο σώμα της ανθρωπότητας, άλλοτε πέρασαν σαν φαντάσματα που απείλησαν. Συνέχεια

Lilith: Μια μικρή αναφορά στην πρωτόπλαστη εξεγερμένη

lilithΤα εβραϊκά κείμενα μάς την γνωστοποιούν ως Lilith ή Lilit. Παρόμοια και η ονομασία που της αποδίδουν οι Ακκαδικές γραφές, μιας και στα ουκ ολίγα πήλινα πλακίδια τής εν λόγω γραφής, που ανευρέθηκαν στην Μεσοποταμία, αναφέρεται ως Lilitu. Στην πρώτη περίπτωση, το όνομά της ταυτίζεται με την «αιώνια νύχτα», ενώ στην δεύτερη με το «πνεύμα» εν γένει. Αναφορές στο μυθολογικό πρόσωπο της Lilith παρουσιάζονται στα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας (Qumran) και την Βίβλο, έως την Kabbalah και την ελληνο-ρωμαϊκή μυθολογία. Ωστόσο, αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η αφήγηση της Lilith αφ’ ενός ως πρωτόπλαστης (προγενέστερης της Εύας) κι αφ΄ετέρου ως της πρώτης γυναίκας που εξεγείρεται απέναντι στην πατριαρχία, αλλά και την εξουσία εν γένει.

Συνέχεια

Τα δέντρα που πληγώναμε[1]

Με αφορμή την έναρξη μιας ακόμη περιόδου στα σχολικά κάτεργα, αφιερώνουμε την παρακάτω λογοτεχνική αλληγορία σε κάθε ανυπάκουο μαθητή/τρια, σε κάθε αδούλωτο πνεύμα, που δεν επιδιώκει άριστους βαθμούς και γλιτσερές καριέρες, σε όλους τους υπόδουλους του μαυροπίνακα που γνωρίζουν καλά ότι οι κάθε είδους φυλακές είναι «χρήσιμες» μόνον ως υλικά για οδοφράγματα. «Αφιερώνεται» επίσης, σε εκείνους τους ακραιφνείς «αντιεξουσιαστές» που προτείνουν ελευθεριακά σχολεία, εξευγενισμένη εκπαίδευση και λοιπά κολοκύθια στο πάτερο. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 127, Μάιος 2013.

Πάντα είχα την αίσθηση ότι την άνοιξη τα λουλούδια που κάπου είχαν κρυφτεί, βγαίνουν στο φώς του ήλιου, μόνο γιατί φοβούνται ότι οι μεγάλοι θα βαρεθούν και θα παραιτηθούν απ’ την αναζήτηση.
Όσκαρ Ουάιλντ, De profundis

dent1«Και αυτός, μικροί μου φίλοι, είναι το καμάρι του εργοστασίου μας. Λέγεται μοριακός αποδομητής ξύλου σπουδαία εφεύρεση!» Τα παιδιά κοίταξαν με αδιαφορία. Μπροστά τους βρισκόταν ένας μεταλλικός θάλαμος σε χρώμα μπλε κοβαλτίου με ορθογώνιο σχήμα και το μέγεθος του ξεπερνούσε αυτό ενός κανονικού δωματίου. Δυο κυλιόμενες ταινίες βρίσκονταν μία στο μπροστινό και μία στο πίσω μέρος μιας κατασκευής, που θα έκανε τις ιστορίες του Λάβκραφτ να μοιάζουν με άσματα προσκόπων. Μια δωδεκάδα πλαστικά πλήκτρα στόλιζαν μια λερωμένη οθόνη που σίγουρα είχε δει και καλύτερες μέρες. Κανένας τους δεν έδειξε να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό που είχε ο υπεύθυνος του εργοστασίου επίπλων. Κάποιοι χάζευαν αδιάφορα, ενώ δυο-τρεις, που είχαν στριμωχτεί πίσω, σκουντούσαν ο ένας τον άλλον σχολιάζοντας χαμηλόφωνα. Ήταν τόσο όμορφα έξω. Ο Απρίλης είχε μπει για τα καλά και το τελευταίο πράγμα που ήθελαν απ’ τη ζωή τους ήταν να σουλατσέρνουν σε ένα σκοτεινό και υγρό εργοστάσιο. Ο ήλιος τους καλούσε με κάθε του αχτίδα να δραπετεύσουν. Συνέχεια

ΤΟ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ…

daxtylidi«Τι είναι αυτό το σημάδι στο δάχτυλο σου;» ρώτησε ο μικρός Ταρού, καθώς στριφογύριζε για να βολευτεί καλύτερα στο δέρμα βίσωνα που κάλυπτε το έδαφος της σκηνής. Αυτός και οι φίλοι του είχανε αποφασίσει να μην συμμετέχουν στη συντροφιά του κυνηγιού εκείνη την παγωμένη μέρα. Εξ άλλου, η παρέα του Σιάθ ήταν πάντοτε μια ελκυστική πρόταση. Τόσο ελκυστική μάλιστα, που συχνά άφηναν το παιχνίδι τους, ακόμη και τις βουτιές στα ανοιξιάτικα λιβάδια, για να ακούσουν τις ιστορίες του. Συνέχεια

Οι Ανίκητοι!

Το απαιτούν οι καιροί. Να αναζητούμε την ουσία και να μην χανόμαστε στις λεπτομέρειες. Κι όμως, τα μικροσυμφέροντα τις περισσότερες φορές γίνονται το εργαλείο για να πραγματοποιούν τα σχέδιά τους οι διάφορες εξουσίες. Οι άνθρωποι απορροφούνται από αυτά, αναζητούν περισσότερα μικροπράγματα που θα τους καλύψουν μικροανάγκες αγνοώντας τεράστια ζητήματα και καταστάσεις που έχουν σχέση με την ίδια την ύπαρξή τους. Συνέχεια

Κανείς

«Φωτίου βγες αμέσως έξω».

«Μα τι έκανα κύριε;» διαμαρτυρήθηκε ο νέος μαθητής, που κατά τα άλλα ήξερε τι έκανε, γιατί μιλούσε με κανα δυο ακόμα και είχε να κοιτάξει προς τον καθηγητή αρκετή ώρα, όπως συνήθως άλλωστε.

«Δε θα το συζητήσουμε», του απάντησε αυστηρά ο καθηγητής. Βγες έξω αμέσως. Θα πάρεις μια ωριαία.

«Μα δεν έκανε τίποτα κύριε», παρενέβη αυτός που καθόταν από πίσω του.

«Έξω κι εσύ Κώνστα, και γρήγορα».

«Κύριε αυτό δεν είναι σωστό», πετάχτηκε ο διπλανός του πρώτου, ο οποίος εξ αρχής συμμετείχε στη συζήτηση και τη φασαρία.

«Πολύ ωραία», απάντησε ο καθηγητής, «μία απουσία και για σένα. Φέρε μου το απουσιολόγιο», είπε προς το μαθητή που το είχε, ο οποίος χωρίς πολύ προθυμία του το έδωσε.

«Και στο διάλειμμα θα ’ρθείτε και οι τρεις μαζί μου στο διευθυντή».

Με κάποιες διαμαρτυρίες βγήκαν και οι τρεις έξω, κάτι που από τη μία δεν ήταν κακό γιατί θα γλυτώναν αυτή τη βαρετή ώρα με αυτόν τον ξινισμένο καθηγητή, από την άλλη όμως είχε περάσει πάνω από τη μισή ώρα και κανείς δεν θέλει τσάμπα απουσίες. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν κάνει κοπάνα.

Στο τέλος της ώρας, ανένδοτος ο καθηγητής τους μετέφερε και τους τρεις και τους παρουσίασε μπροστά στο λυκειάρχη, ο οποίος δεν έδειξε και μεγάλο ενδιαφέρον, όμως μετά από τις επίμονες προσπάθειες του δασκάλου, τους έδωσε και τους τρεις αποβολή για την επόμενη μέρα.

*

«Τι βλάκας είναι αυτός ο Μήτρου ρε φίλε. Μ’ έχει χρεώσει πολύ άσχημα όλη τη χρονιά», είπε στους άλλους δύο ο Φωτίου στο δρόμο προς τα σπίτια τους μετά το σχολείο.

Αυτός, αν και όχι και οι άλλοι δύο, ήταν σχετικά καλός μαθητής, αν και κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ότι στην τάξη έκανε φασαρία και δεν πρόσεχε.

«Είναι αγάμητος ρε», είπε ο Κώνστας, που οι φίλοι του τον φώναζαν με το μικρό του, Χρήστο.

«Καλά αυτό στάνταρ», είπε ο Φωτίου. «Αν οι μισοί καθηγητές γαμιόνταν λίγο περισσότερο η ζωή μας θα ήταν πολύ καλύτερη».

Εκείνη τη στιγμή περνούσαν από έναν κεντρικό δρόμο και είχαν σχεδόν φτάσει στα σπίτια τους, μέναν και οι τρεις πολύ κοντά. Σε ένα σημείο του δρόμου είδαν δύο αστυνομικούς να έχουν σταματήσει κάποιον, που απ’ ότι φαίνεται ήταν πεζός, και του έκαναν έλεγχο, μάλλον για ταυτότητες και τέτοια, σκέφτηκαν. Δεν είναι κάτι σπάνιο, αν ζεις στην πρωτεύουσα. Κάποιος διερχόμενος περαστικός πλησίασε προς το μέρος των αστυνομικών και φάνηκε να τους μιλάει. Οι τρεις συμμαθητές και φίλοι ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο και δεν άκουγαν τη συνομιλία. Ο ένας αστυνομικός γύρισε πολύ απότομα σ’ αυτόν που είχε παρέμβει και απ’ ότι φαίνεται του ζήτησε την ταυτότητά του, καθώς αυτός άρχισε να ψάχνει στο μπουφάν του και το παντελόνι του. Φαινόταν να είναι παρόλα αυτά ήρεμος. Όμως όσο περνούσε η ώρα και δεν έβρισκε την ταυτότητα, ο αστυνομικός που του μίλαγε φαινόταν να εκνευρίζεται. Του έκανε κάτι νοήματα να τον ακολουθήσει και αυτός προς το περιπολικό, όπου ο άλλος αστυνομικός έβαζε τώρα τον πρώτο που είχαν σταματήσει για έλεγχο.

«Τι γίνεται ρε»; είπε ο Αλέκος, αυτός που κάθεται στην τάξη μαζί με το Φωτίου.

«Μάλλον θα τους μαζέψουν και τους δύο», του είπε αυτός, ψιλογελώντας και ελπίζοντας κατά βάθος να μην είναι αυτό.

Ο αστυνομικός τώρα τραβούσε πιο έντονα το δεύτερο πεζό προς το περιπολικό. Οι τρεις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, απορώντας αν αυτό που έβλεπαν είναι η ιστορία να επαναλαμβάνεται.

«Τι θα γίνει, πάμε μήπως προς τα κει;» είπε ο Χρήστος.

«Ρε φίλε, θα μας τραβάνε για δεύτερη φορά σήμερα και χειρότερα;» του είπε ο Φωτίου, που όμως ήθελε πολύ να πλησιάσει για να καταλάβει τι συμβαίνει και που δεν έβρισκε σωστό να μην προσπαθήσει να βοηθήσει τους δύο που βάζανε στο περιπολικό, πόσο μάλλον αυτόν που είχε προσπαθήσει να βοηθήσει τον πρώτο και που προφανώς δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά από ενδιαφέρον είχε βρει τον εαυτό του τώρα να πηγαίνει για μια βόλτα στο τμήμα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και βγήκε από τα βλήματα το συμπέρασμα να πλησιάσουν, αλλά σιγά σιγά στην αρχή, μην κάνοντας ακόμα καμιά κίνηση προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι δεν φαίνονταν να είναι και στα καλύτερα κέφια τους. Πλησίασαν μερικά μέτρα πλαγίως προσπαθώντας να δείχνουν αδιάφοροι προς τη σκηνή και άκουσαν τον δεύτερο τύπο που είχε παρέμβει και είχε αποπειραθεί να βοηθήσει τον πρώτο και τώρα είχε βρεθεί και αυτός μπλεγμένος, ότι ήξερε πως ήταν δικαίωμά του να μην ακολουθήσει τους αστυνομικούς καθώς δεν είχε κάνει τίποτα. Ο αστυνομικός δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται και του υπενθύμισε έντονα ότι δεν είχε καν μαζί του την αστυνομική του ταυτότητα και ότι αυτή ζυγίζει είκοσι μόνο γραμμάρια και άλλη φορά να μην μπλέκεται εκεί που δεν έχει δουλειά. Ο πρώτος που είχαν σταματήσει οι αστυνομικοί κοιτούσε τώρα με θαυμασμό μέσα από το περιπολικό αυτόν που είχε προσπαθήσει να γίνει ο ευεργέτης του, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά σ’ αυτό. Οι τρεις συμμαθητές είχαν πλησιάσει προς το μέρος τους χωρίς να τους παρατηρήσει κάποιος συγκεκριμένα. Άκουσαν τον τύπο που ήταν ακόμα έξω από το περιπολικό να λέει στους αστυνομικούς πώς τύχαινε ο δικηγόρος του που ήταν και καλός του φίλος, σκόπευε να συναντηθεί μαζί του σε ένα σημείο που ήταν δύο λεπτά μακριά από εκεί που βρισκόταν τώρα, όπου και πήγαινε πριν γίνει αυτό το περιστατικό. Οι αστυνομικοί του είπαν ότι δεν τους ενδιέφερε καθόλου αλλά αυτός είχε ήδη βγάλει το κινητό του και τηλεφωνούσε στο φίλο του ο οποίος απ’ ότι φάνηκε το σήκωσε αμέσως. Μετά από ελάχιστες στιγμές διαπληκτισμού ακόμη, ο φίλος και δικηγόρος ήρθε, και μάλλον έτρεξε τα τελευταία μέτρα, αντιλαμβανόμενος την κατάσταση. Ήταν κι αυτός κατά τα άλλα, όπως και ο φίλος του, πολύ ήρεμος. Εξήγησε στους αστυνόμους, οι οποίοι είχαν εκνευριστεί με την παρουσία και κάποιου τρίτου, πόσο μάλλον δικηγόρου ακόμη περισσότερο, πως δεν είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν το φίλο του στο τμήμα και συνέχισε λέγοντας πως αν ο πρώτος κύριος που βρισκόταν στο περιπολικό ήταν εκεί και αυτός επειδή δεν είχε ταυτότητα, τότε δεν είχαν δικαίωμα να πάνε στο τμήμα ούτε αυτόν και πως γνώριζε το νόμο αρκετά καλά καθώς τον εξασκούσε αρκετά χρόνια.

-Μπες στο περιπολικό αμέσως, του είπε ο ένας αστυνομικός ενώ ο άλλος τον έπιανε από το μπράτσο σπρώχνοντάς τον προς το όχημα. Ο άλλος αστυνομικός πήρε το φίλο του από το χέρι και παρότι και οι δύο έμεναν ακόμη ήρεμοι, δεν μπορούσαν πια να μην μπουν καθώς τους έβαζαν εκεί με το ζόρι. Εν τω μεταξύ το όλο περιστατικό είχε αρχίσει να δημιουργεί σκηνή στον κεντρικό δρόμο όπου διαδραματιζόταν. Ο φίλος δικηγόρος είπε στο φίλο του να μην αγχώνεται, κάτι που δε φαινόταν να κάνει άλλωστε, και πως όταν πάνε στο τμήμα θα ξεκαθάριζαν το θέμα εκεί με κάποιον υπεύθυνο.

Οι τρεις φίλοι βρισκόταν πλέον πολύ κοντά στη σκηνή, και παρότι ντρέπονταν που τόση ώρα δεν παρενέβαιναν, ήξεραν τι θα γινόταν αν το κάνανε. Γύρω γύρω είχαν μαζευτεί ακόμη τέσσερις πέντε και από καθαρή περιέργεια για αυτό τον κόσμο, ένας ένας έρχονταν και άλλοι. Οι αστυνομικοί θεωρώντας πως ήδη αυτό είχε τραβήξει αρκετά τους έβαλαν στο περιπολικό.

-«Καλά δεν ντρέπεστε;» τους είπε μια ηλικιωμένη γιαγιά πριν ο δεύτερος μπει στο αυτοκίνητο. Αυτός την κοίταξε με ένα βλέμμα που έλεγε: «Γιαγιά, αν δε θέλεις να τους ακολουθήσεις, άσε μας ήσυχους».

«Τι, θα συλλάβεις και τη γιαγιά;» είπε κάποιος δυνατά μέσα από την ασφάλεια του πλήθους, καθώς δεν ήταν σε αυτούς που στεκόταν μπροστά μπροστά και έτσι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να δουν ποιος το είπε.

Αυτός που δεν είχε μπει ολόκληρος μέσα στο αυτοκίνητο, έκανε μια κίνηση και βγήκε έξω, κοιτώντας προς το μέρος του κόσμου, προσπαθώντας να καταλάβει ποιος μίλησε. Οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί δε φαινόταν να είναι εκείνη τη μέρα σε θέση να δεχτούν τέτοια σχόλια.

«Εσύ το είπες;» είπε στο Φωτίου και αυτός σκέφτηκε αμέσως «γαμώ την πουτάνα μου». Κούνησε το κεφάλι του «όχι» και ο αστυνομικός δεν έδειξε να θέλει να ασχοληθεί μαζί του, του άρεσε όμως που τον φόβισε για λίγο.

«Δεν ντρέπεσαι, να μπλέκεις το παιδάκι», είπε πάλι η γιαγιά με την κομμένη από τα χρόνια φωνή της, που ήταν η μόνη που δεν την ένοιαζε καθόλου να δείξει την αντίθεσή της με αυτό που γινόταν. Ο αστυνομικός πάλι στάθηκε για μια στιγμή, προσπαθώντας να μην ενδώσει στην επιθυμία του να συλλάβει και αυτή τη γριά που του τα ’πρηζε και τον έκανε να φαίνεται χαζός.

«Έλα γιαγιά σταμάτα και άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας», της είπε.

«Ουου», ακούστηκε από κάποιον. Το είχε κάνει ο Αλέκος που πονηρά είχε πάει πίσω από τον κόσμο για να είναι απαρατήρητος. Το παράδειγμα ακολούθησαν σχεδόν αμέσως και δυο τρεις άλλοι.

«Πάμε να φύγουμε», είπε στον αστυνομικό που ήταν έξω από το περιπολικό αυτός που καθόταν στο τιμόνι και είχε τόση ώρα βάλει μπρος τη μηχανή. Ο άλλος κάτι μουρμούρισε και έσκυψε από το παράθυρο του συνοδηγού να του μιλήσει.

Την ίδια ώρα οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να ξεθαρρεύουν και διάφορες φωνές ακούστηκαν προς το περιπολικό και τους αστυνομικούς. Ο οδηγός έβαλε μπροστά τη σειρήνα για μια στιγμή για να δείξει ότι έπρεπε να κάνουνε χώρο για να ξεκινήσει το αυτοκίνητο και κάποιοι που καθόταν μπροστά παραμέρισαν. Είχαν μαζευτεί καμιά εικοσιπενταριά άτομα πια τριγύρω και σιγά σιγά θα μαζευόταν και άλλοι, όπως συνήθως γίνεται με το πλήθος.

«Ναι, σηκωθείτε φύγετε!» φώναξε η γιαγιά. Αυτός που ήταν στη θέση του συνοδηγού πήρε τον ασύρματο και κάτι φαινότανε να λέει, που όμως δεν ακουγόταν έξω από το περιπολικό. Βγήκε γρήγορα έξω από το αυτοκίνητο και χτύπησε την πόρτα.

«Αυτό ήτανε γιαγιά, έρχεσαι μαζί μας», της είπε και την άρπαξε από το μπράτσο.

Κάποιοι κάνανε πίσω. Ο Χρήστος και άλλοι δυο από αυτούς που είχανε μαζευτεί μπήκαν μπροστά, κρατώντας από το άλλο χέρι τη γιαγιά.

«Τι θα κάνεις;» είπε ο ένας από αυτούς στον αστυνομικό, «θα μας συλλάβεις όλους ; Δε χωράμε στο περιπολικό σου τριάντα άτομα».

Ο οδηγός βγήκε και αυτός έξω.

«Κάντε όλοι πίσω!», φώναξε. «Τώρα θα φύγουμε και η γιαγιά θα έρθει μαζί μας και αν είναι εντάξει, τότε θα την αφήσουν αργότερα από το τμήμα».

Οι φωνές μεγαλώνανε. Εν τω μεταξύ ο οδηγός είχε περάσει χειροπέδες σε αυτούς που είχε ήδη στο αυτοκίνητο για να μην μπορέσουν να ξεγλιστρήσουν μέσα στην κατάσταση που ξεδιπλωνόταν.

«Ντροπή!» φωνάζανε κάποιοι.

Ακούστηκε μία σειρήνα και ο ήχος ερχότανε από πίσω τους. Όταν το κατάλαβε ο κόσμος ότι η σειρήνα που ακουγόταν είναι άλλου περιπολικού, γύρισε προς τα εκεί να κοιτάξει. Το περιπολικό σταμάτησε, ένας αστυνομικός βγήκε έξω και ο συνοδηγός του πρώτου αυτοκινήτου τον πλησίασε και κάτι του είπε από κοντά. Άλλοι δύο αστυνομικοί βγήκαν έξω από το καινούργιο περιπολικό. Πιάσανε δυο τρεις από αυτούς που βρισκότανε πιο κοντά από το χέρι και αμέσως τους πήγανε προς το αυτοκίνητο. Ο συνοδηγός του αρχικού περιπολικού μπήκε στο δικό του και εν τω μεταξύ ο άλλος είχε βάλει τη γιαγιά μέσα χωρίς χειροπέδες, στο πίσω κάθισμα μαζί με τον πρώτο που είχαν σταματήσει για έναν τυχαίο έλεγχο, αυτόν που είχε σταματήσει από ενδιαφέρον να τον βοηθήσει και το φίλο του το δικηγόρο. Όλοι οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα στα δύο περιπολικά, έκλεισαν τις πόρτες και ξεκίνησαν τα αυτοκίνητα. Έβαλαν μπρος και φύγανε, καθώς το πλήθος έκανε στην άκρη, αφού αυτά προχωρούσαν ανάμεσά τους. Τέσσερα άτομα στο πρώτο περιπολικό και τρία σε αυτό που ήρθε μετά, ήταν αυτοί που θα ακολουθούσαν αυτούς τους όχι και πολύ ευδιάθετους και ευγενικούς αστυνομικούς.

Ο υπόλοιπος κόσμος που είχε μαζευτεί έμενε να κοιτάζει, προσπαθώντας να δει με χιούμορ αυτή την παράλογη κατάσταση. Κατά τα άλλα όμως κανείς δεν το έβρισκε και τόσο αστείο.

«Πήραν και τη γιαγιά ρε φίλε», είπε ο Αλέκος στους άλλους δύο.

Κοιτάχτηκαν όλοι μεταξύ τους απορώντας.

*

Το περιστατικό, καθώς είχε συμβεί σ’ έναν κεντρικό δρόμο της πόλης και είχε κρατήσει αρκετή ώρα ώστε να τραβήξει την περιέργεια περαστικών, δεν άργησε να γίνει γνωστό. Το απόγευμα οι κλασσικές βρώμες λέγανε ότι μπορεί να έχουν συλλάβει εννιά άτομα, μπορεί και δώδεκα. Επίσης οι βρώμες έλεγαν ότι οι προσαχθέντες δεν είχαν αφεθεί ακόμη ελεύθεροι, φήμη που προς το βράδυ αποδείχτηκε αληθινή. Κάποια συγκεκριμένη κατηγορία δεν υπήρχε, όμως οι δύο αρχικοί αστυνομικοί φαίνεται πως έκαναν τα πάντα για να τους κρατήσουν μία μέρα τουλάχιστον στο κρατητήριο.

Το επόμενο πρωί έξω από το τμήμα της περιοχής είχε μαζευτεί μία ομάδα ατόμων, καμιά πενηνταριά, που είχανε συγκεντρωθεί για να γνωστοποιήσουν την αντίθεσή τους σε αυτή την ιστορία, να δείξουν τη συμπαράστασή τους σε αυτούς που βρισκόταν στο τμήμα και να τους υποδεχτούνε καθώς θα βγαίνανε. Δύο διμοιρίες από ΜΑΤ βγήκανε από δύο παράπλευρους δρόμους και πολύ σύντομα συνέλαβαν όσους ήτανε απ’ έξω.

Λίγη ώρα πέρασε και στο τμήμα έφτασαν δικηγόροι, κάποιοι των πρώτων συλληφθέντων και κάποιοι άλλοι που είχαν έρθει προς υπεράσπιση της ομάδας που είχε πιαστεί το πρωί. Συζητήσεις είχαν αρχίσει να υπάρξει μία μοναδική εκπροσώπηση για όλους από μία ομάδα δικηγόρων, καθώς όλοι ίσως θα αντιμετώπιζαν την ίδια κατηγορία, αν και δε γνώριζαν ποια ήταν αυτή. Οι συζητήσεις κατέληξαν να εκπροσωπηθούν όλοι μαζί οι συλληφθέντες από μία ομάδα τεσσάρων δικηγόρων με κοινό στόχο. Οι τέσσερις μπήκαν στο τμήμα και εκεί συνελήφθηκαν από τον αστυνομικό που ήταν συνοδηγός στο αρχικό επεισόδιο και που τους περίμενε ακριβώς μετά την είσοδο του αστυνομικού τμήματος.

Σύντομα τα νέα διαδόθηκαν και κάποιοι από τις οικογένειες αυτών που βρισκόταν στο κρατητήριο κατέβηκαν προς εκείνη την περιοχή. Βρισκόταν μητέρες, πατέρες και μερικά αδέρφια, μαζί με επιπλέον δικηγόρους. Αρκετοί αστυνομικοί τους συνέλαβαν όλους, μαζί με αρκετά μέλη οργανώσεων που παρευρίσκονταν ώστε να ελέγχουν την ομαλή λειτουργία της κατάστασης. Η φήμη του περιστατικού άρχισε να μεγαλώνει και τελικά έφτασε στα αυτιά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι που έφτασαν στο σημείο, γύρω στους δέκα, συνελήφθησαν. Μαζί με αυτούς μπήκαν στο κρατητήριο και μέλη από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, του δημοτικού συμβουλίου και κάποιοι οδοκαθαριστές που δούλευαν στο σημείο. Σύντομα, στο κρατητήριο βρισκόταν και ο δήμαρχος.

Αργότερα το βράδυ, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε έξω από το τμήμα. Και σε διάφορα άλλα σημεία της πόλης γινόταν παράλληλα διαμαρτυρίες και πορείες μικρών ή μεγαλύτερων ομάδων. Ανάμεσά τους ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου, οργανώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών, μαθητικές οργανώσεις, τα ΚΑΠΗ και κλαμπ τριών ποδοσφαιρικών ομάδων της πρωτεύουσας, καθώς κάποια μέλη τους βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς που είχαν συλληφθεί. Σε μία κίνηση που κανείς από αυτούς που ήταν στους δρόμους και διαδήλωνε δεν περίμενε, σε δύο κεντρικές πλατείες όπου υπήρχαν οι πολυπληθέστερες συγκεντρώσεις, δυνάμεις της αστυνομίας αρκετών διμοιριών, με αιφνιδιαστική κίνηση συνέλαβαν μεγάλο αριθμό διαδηλωτών, που πια δεν ανήκαν σε κανένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα. Ακόμη, αρκετά μέλη των ΚΑΠΗ βρέθηκαν στα κρατητήρια, όπως και η αρχική γιαγιά, προς υποστήριξή της. Οι συλληφθέντες πλέον μοιράζονταν στα κρατητήρια διαφόρων τμημάτων της πρωτεύουσας, καθώς αυτό του πρώτου τμήματος είχε γεμίσει προ πολλού.

Καθώς η νύχτα προχωρούσε, στους δρόμους εμφανίστηκαν ομάδες ατόμων που στεκότανε κοντά στις δυνάμεις της αστυνομίας και τους έλεγαν πως χρόνια το περίμεναν αυτό και πως κάτι τέτοιο έπρεπε να χε γίνει εδώ και καιρό. Συνελήφθησαν. Ίσως γιατί οι αστυνομικοί το είδαν σαν κριτική και όχι σαν επιβράβευση, σαν να τους έλεγαν ότι είχαν αργήσει τόσα χρόνια να κάνουν το σωστό και το αυτονόητο. Οι πιο παράλογες ίσως συλλήψεις ήταν αυτές με θύματα βουλευτές, της κυβέρνησης καθώς μέλη μικρών αριστερών κομμάτων είχαν ήδη συλληφθεί από το μεσημέρι. Αυτό ήταν όμως που έφερε την και την αντίδραση ατόμων που είχαν περισσότερη δύναμη από μερικούς αστυνομικούς που νόμιζαν ότι θα είχαν τον έλεγχο. Αυτό εξόργισε τα υψηλά στελέχη της κυβέρνησης πιο πολύ και από τους ελεύθερους πολίτες. Αν κάποιος έχει τον έλεγχο και δεν έχει σκοπό να τον αφήσει από τα χέρια του είναι αυτοί, σκεφτόταν. Πολύ τράβηξε το αστείο με τους παράφρονες αστυνομικούς που είχαν χάσει κάθε μέτρο, συλλαμβάνοντας αδιακρίτως, ακόμη και μέλη του κόμματος της εξουσίας. Κάποια πράγματα απλά δεν μπορούν να συνεχίζονται. Στο γραφείο του πρωθυπουργού, καθώς είχε επιστρατευτεί και ο ίδιος αυτοπροσώπως, συγκαλέστηκε έκτακτη σύσκεψη και σύντομα πάρθηκαν αποφάσεις άμεσης διακοπής αυτής της κατάστασης. Το γραφείο σύντομα επισκέφτηκαν αρκετοί αστυνομικοί και συνελήφθη όλο το υπουργικό συμβούλιο, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς οι φρουρές τους αποτελούνταν από μέλη της αστυνομίας.

Στο πρώτο τμήμα της αστυνομίας, εκεί όπου είχαν μεταφέρει τους αρχικούς κρατούμενους, τον πρώτο τυχαίο πεζό, αυτόν που σταμάτησε να τον βοηθήσει, το φίλο του το δικηγόρο και τους υπόλοιπους, γινόταν το αδιαχώρητο. Είχαν προσπαθήσει να χωρέσουν πρώτα όσους μπορούσαν εκεί πριν χρειαστεί να επιστρατευτούν κι άλλα κρατητήρια της πρωτεύουσας, τα οποία ήταν τώρα όλα σχεδόν γεμάτα. Ίσως θα έπρεπε στη συνέχεια να πάνε κάποιους σε φυλακές, αν χρειαζόταν. Οι αρχικοί εφτά κρατούμενοι είχαν σχεδόν γίνει φίλοι κατά τη διάρκεια της ημέρας, ξεκινώντας να κάνουν αστεία όταν τους έφεραν προς το απόγευμα και κάποιους άλλους, όμως τώρα, καθώς είχε σχεδόν ξημερώσει η επόμενη ημέρα, ήταν δύσκολο να μιλήσει κάποιος με οποιονδήποτε, από τον πολύ κόσμο που είχε μαζευτεί σε αυτό το μικρό χώρο. Εκνευρισμός, όπως ήταν αναμενόμενο, είχε αρχίσει να δημιουργείται. Καθώς οι αστυνομικοί δεν είχαν χρόνο να κάνουνε σωματική έρευνα σε όλους όσους συνελάμβαναν, κάποιοι είχαν ακόμη μαζί τους τα κινητά τους και έτσι μάθαιναν την κατάσταση στην υπόλοιπη πόλη και στα άλλα αστυνομικά τμήματα, κάτι που μεγάλωνε περισσότερο τη δυσαρέσκεια και την ανυπομονησία για το πότε και πώς θα βγουν έξω, αφού οι δικηγόροι τους ήταν και αυτοί μέσα στα κρατητήρια, σε μερικά ακόμη και κάποιοι δικαστές. Μόνο ένα άτομο διατηρούσε ανέπαφο το ταμπεραμέντο του.

«Γελοίοι!» φώναξε η γιαγιά, κατευθείαν στο πρόσωπο των δύο αστυνομικών που την είχαν συλλάβει. Αυτός που ήταν συνοδηγός το μεσημέρι και ο οδηγός του περιπολικού είχαν από το βράδυ μείνει μέσα στο τμήμα και κάπως επέβλεπαν την κατάσταση, εμψυχώνοντας τους συναδέλφους τους να συνεχίσουν την καλή δουλειά. Ήταν οι εμπνευστές των δράσεων αυτής της ημέρας που δε φαινόταν να έχει τέλος.

«Σκάσε γιαγιά», της είπε ο συνοδηγός, που ήταν το πάνω χέρι αυτού του δυναμικού διδύμου.

«Δεν το χω σε τίποτα να μπω στο κελί και να σε κοπανήσω!» της είπε. «Και όλοι σας! Βγάλτε το σκασμό και να μην ακούσω κανέναν! Άντε να μη βγούμε έξω και τους συλλάβουμε όλους!»

-«Τι όλους ρε κωλοπαίδι; Δεν έχει μείνει κανείς!» του απάντησε η γιαγιά, χωρίς να φαίνεται να έχει κάποιο ίχνος φόβου απέναντί του.

Αυτό φαίνεται να προβλημάτισε το συνοδηγό. Αν δεν υπήρχε κανείς, ποιον θα συλλάμβαναν τώρα; Το σχέδιο που είχε στο μυαλό του δεν είχε κάποια εξέλιξη πέραν του να συλλαμβάνει ασύστολα. Αν δεν υπήρχε κανείς να συλλάβει, το σχέδιο έχανε την ουσία του. Πήγε προς το παράθυρο και κοίταξε κάτω στο δρόμο. Το παράθυρο έβλεπε σε ένα κεντρικό δρόμο. Δεν έβλεπε κανέναν. Κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε στο δρόμο. Πήγε στα διπλανά τετράγωνα. Κανείς. Τώρα; Ανέβηκε πάλι πάνω.

«Βλάκα!» του φώναξε η γιαγιά που τώρα γελούσε, καταλαβαίνοντας ότι το μυαλό του αστυνομικού δεν πήγαινε πιο πέρα από το να τους συλλάβει όλους. Αυτός γυρνούσε στο δωμάτιο έξω από το κρατητήριο, τηλεφωνώντας σε συναδέλφους του προσπαθώντας να ενημερωθεί για την κατάσταση. Τα νέα δεν ήταν καλά. Δεν έβρισκε κανείς κάποιον να συλλάβει.

Ο οδηγός του μεσημεριανού περιπολικού πήγε να τον παρηγορήσει, πιάνοντάς τον από τον ώμο.

«Γαμώ την πουτάνα μου, πώς την πατήσαμε έτσι;» είπε ο συνοδηγός.

«Ρε βλάκες, βγάλτε μας έξω», τους φώναξε η γιαγιά.

«Να βγάζαμε μερικούς, σαν ένδειξη καλής θέλησης;» του πρότεινε ο οδηγός.

«Τι;» του είπε ο άλλος.

«Τι νόημα έχει;» του είπε αυτός. Μπορούμε να βγάλουμε μερικούς, να ηρεμήσουμε τα πνεύματα, ίσως όλοι να έχουν στραφεί εναντίον μας έτσι.

«Πούστη τη γάμησες. Προδότη!» του φώναξε.

Του έριξε μια γροθιά στην κοιλιά και μετά μία στο πρόσωπο. Του φώναζε και τον έβριζε. Του έριξε μερικές κλωτσιές. Ο άλλος σηκώθηκε και τον χτύπησε κι αυτός. Ο συνοδηγός ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Τον πέταξε στον τοίχο και τον γύρισε πλάτη με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Του πέρασε χειροπαίδες, τον πέταξε μέσα στο κρατητήριο και πήγε και κάθισε μόνος του.

Μας στάλθηκε από Γουίλιαμ Μ. Πάφαροου

21 Απρίλη 1967: «Σκέπασε μάνα, Σκέπασε»(*)…

Το ξημέρωμα εκείνης της μέρας μας βρήκε όλους μουδιασμένους. Μια βουβή αναστάτωση επικρατούσε στη συνοικία μας. Ο γέρος μου, που είχε φύγει από τα χαράματα για τη δουλειά, γύρισε και μας ανήγγειλε με σφιγμένα δόντια: «έγινε πραξικόπημα». Μετά είπε: «ετοίμασέ μου μια αλλαξιά ρούχα». Ανοίξαμε το ραδιόφωνο. Τα στρατιωτικά εμβατήρια ’δίναν και ’παίρναν: «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν»,…

Αλλά, τα λόγια του εκφωνητή άργησαν να ακουστούν. Η ασάφεια εξακολουθούσε να υπάρχει. Ήξερα, όπως κι οι δικοί μου, πως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ευχάριστα. Φήμες έλεγαν πως άρματα μάχης είχαν παραταχθεί στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και πως ο στρατός είχε καταλάβει τους ραδιοφωνικούς, σταθμούς, τον ΟΤΕ και τη βουλή. Είχαν συλληφθεί πολιτικοί αλλά και πολλοί άνθρωποι.

Συνέχεια

Το πλοίο των ηλιθίων

Μια φορά και έναν καιρό, ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί ενός πλοίου έγιναν τόσο ματαιόδοξοι από την ικανότητά τους στην ναυτική τέχνη, τόσο ανόητα ασεβείς και τόσο εντυπωσιασμένοι με τους εαυτούς τους που οδηγήθηκαν στην τρέλα.

Έστρεψαν το πλοίο βόρεια και προχώρησαν μέχρι που συνάντησαν παγόβουνα και επικίνδυνους ογκόπαγους. Συνέχισαν να πηγαίνουν βόρεια σε όλο και περισσότερο επικίνδυνα νερά με μόνο σκοπό να δώσουν στους εαυτούς τους ευκαιρίες να πραγματοποιήσουν ακόμα περισσότερα λαμπρά κατορθώματα στην ναυσιπλοΐα.

Καθώς το πλοίο έφτανε σε όλο και υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, οι επιβάτες και το πλήρωμα γίνονταν όλο και περισσότερο δυσαρεστημένοι. Άρχισαν καυγάδες μεταξύ τους και παράπονα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν.

Συνέχεια

ΙΣΟΒΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Ήθελε καμιά ώρα ακόμα για να ξημερώσει, μα η μέρα κιόλας άρχιζε. Εδώ δεν χτυπούσε ξυπνητήρι, δεν λαλούσαν κοκόρια. Κάτι τέτοια πράγματα έμοιαζαν τόσο μακρινά, που έφτανα ν’ αναρωτιέμαι αν κάποτε υπήρξαν. Οι άνθρωποι πετάγονταν από τον ύπνο με το σκληρό μεταλλικό ήχο που έκαναν τα κλειδιά καθώς γύριζαν στις βαριές σιδερένιες πόρτες των κελιών. Ο ήχος, πολλαπλασιασμένος, γέμιζε τους μακριούς άδειους διαδρόμους σπάζοντας βίαια την νυχτερινή γαλήνη.

Σιγά-σιγά οι διάδρομοι γέμιζαν και τα βαριά βήματα των κρατουμένων πάνω στο δάπεδο χτυπούσαν εκνευριστικά στ’ αυτιά μου. Συνέχεια

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ*

Το τιτάνιο ουρλιαχτό έσχισε βίαια τον αέρα, κατρακύλησε σαν ουράνια βροντή στις βραχώδεις βουνοπλαγιές, χύθηκε ορμητικό μέσα στα φαράγγια, σκαρφάλωσε στα διάσελα, τραντάζοντας σαν γιγάντια έκρηξη τις χιονοσκέπαστες, πανύψηλες βουνοκορφές. Και πίσω του έμεινε το θέαμα, θέαμα που πιο φριχτό κι αλλόκοτο δεν έχουν δει μάτια ανθρώπου κι ούτε μέλλει να δουν ποτέ: Ένας άντρας γιγαντόκορμος, ψηλός ίσαμε εκατό μπόγια, με μπράτσα και μηρούς χοντρά σαν κορμού δένδρου, σφάδαζε αλυσοδεμένος σ’ ένα πελώριο βράχο, ίσα στην πλαγιά του βουνού. Ενώ ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι του στριφογύριζε απειλητικά ένας τερατόμορφος αητός, που κάθε τόσο εφορμούσε σα βολίδα κι έμπηγε το φοβερό ράμφος του στη σάρκα του δυστυχισμένου γίγαντα. Συνέχεια

«Θα κάνω αυτό που δεν πρόλαβες εσύ»…

Το πρωί έφυγε από το σπίτι του όπως όλα τα άλλα πρωινά. Φίλησε τη σύντροφό του και την κορούλα του, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να μην προδοθεί και αφήσει και φανεί κάτι από τα σφοδρά συναισθήματα που συντάραζαν την ψυχή του. Και το κατάφερε.

Μόνο για μια στιγμή, εκεί στο κατώφλι της πόρτας, κόντεψε να χάσει τον αυτοέλεγχό του, όταν η Μαρία τον ρώτησε τι φαγητό θα ήθελε να του φτιάξει το βράδυ. «Έχει μείνει λίγο λαρδί από την Κυριακή, θέλεις να σου το κάνω με φασόλια που σ’ αρέσει;», είπε, κι εκείνον τον έπνιξε ένα κύμα συγκίνησης, που ανέβηκε ορμητικό από τα σωθικά του. Έγνεψε καταφατικά αντί για άλλη απάντηση, ανίκανος να προφέρει έστω και μια λέξη χωρίς να ξεσπάσει σε κλάματα. Της έκανε αντίο με το χέρι κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.

Στάθηκε ένα λεπτό στο κεφαλόσκαλο να συνέλθει, σκούπισε τα μάτια του που είχαν πλημμυρίσει δάκρυα. «Καημενούλες μου, τι θ’ απογίνετε;» αναστέναξε. Κατέβηκε αργά τα σκαλοπάτια και βγήκε στο δρόμο. Ο καιρός ήταν μουντός και φυσούσε ένα ελαφρό αλλά παγωμένο αεράκι. Σήκωσε τα πέτα του χιλιοφορεμένου ντρίλινου πανωφοριού του, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και κίνησε. Δεν πήρε όμως την κατεύθυνση για τη δουλειά του ως συνήθως, παρά κατηφόρισε προς το ποτάμι. Πέρασε στην αντίπερα όχθη και βάδισε κατά μήκος της προκυμαίας με κατεύθυνση το μέγαρο της Βουλής. Όχι πολύ μακριά από εκεί είχε νοικιάσει την προηγούμενη ένα δωμάτιο σε ένα μικρό ξενοδοχείο και είχε εναποθέσει τα σύνεργά του. Συνέχεια