Category Archives: Ιστορικά

Αναφορές σε ιστορικά γεγονότα που δημιούργησαν ή συμμετείχαν οι αναρχικοί ή σχετίζονται με το αναρχικό όραμα

Η «ΣΥΜΜΟΡΙΑ MATESE»

Η «προπαγάνδα με την πράξη» στην Ιταλία του 19ου αιώνα

Η ιστορία του Ιταλικού Αναρχισμού στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, περίοδος σχηματισμού του σαν οργανωμένο κίνημα ανθρώπων και ιδεών, είναι και η ιστορία μιας ολόκληρης σειράς από απόπειρες εξεγέρσεων (ή συνωμοσιών όπως αποκαλούνταν). Αυτές τις εκμεταλλεύθηκε η κυβέρνηση για να δικαιολογήσει τη σύνηθη εικόνα του αναρχικού σαν ληστή και παλιανθρώπου, αλλά την ίδια στιγμή συνέβαλαν σημαντικά, με τη λαϊκή αποδοχή που είχαν, στην κατανόηση και εξάπλωση των ελευθεριακών ιδεών.

Αυτές οι προσπάθειες ήταν αποτυχημένες, και πρέπει να δεχτούμε ότι αυτό συνήθως οφείλεται στην ερασιτεχνική προσέγγισή τους. Αλλά θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τους ανθρώπους που εμπλέκονται. Το λάθος πιο πολύ σχετίζεται με την εποχή τους. Η πίστη τους στην εξέγερση ως μέσο κοινωνικής ανανέωσης, και ο οπτιμισμός ότι μια δράκα γενναίων ανδρών θα ήταν αρκετή να αλλάξει την πορεία των γεγονότων, ήταν χαρακτηριστικές για την αντίληψη περί γενικής προόδου που υπήρχε το 19ο αιώνα και ειδικά του Risorgimento (το όνομα δόθηκε στο εθνικό απελευθερωτικό κίνημα από την Αυστριακή κυριαρχία).

Οι αναρχικοί σίγουρα δεν ήταν οι μόνοι που ξεκίνησαν αυτές τις συνωμοσίες. Πριν απ’ αυτούς υπήρξαν οι Carbonari, οι Mazziniani, και άλλοι, από τον Ciro Menotti ως το Garibaldi, στους οποίους οι επίσημοι ιστορικοί ένιωσαν υποχρέωση να φερθούν με πολύ μεγαλύτερο σεβασμό απ’ ότι στους Καφιέρο, Μπακούνιν ή Μαλατέστα. Πάντως, σε αντίθεση με τους πιο διάσημους σύγχρονούς τους, οι αναρχικοί δεν είχαν ποτέ πρόθεση να πάρουν την εξουσία και να επιβάλουν ένα νέο στάτους κβο με τη χρήση όπλων. Με μεγαλύτερη τιμιότητα σκόπευαν απλά να υλοποιήσουν παραδειγματικές πράξεις για να ξυπνήσουν τη συνείδηση των καταπιεσμένων μαζών. Αυτό σήμαινε η προπαγάνδα με την πράξη. Συνέχεια

Advertisements

ΜΟΛΛΥ ΣΤΑΪΜΕΡ (Μέρος Γ΄)

Το πνεύμα ανυποταξίας

Η καπιταλιστική κυβέρνηση των ΗΠΑ και η Κομμουνιστική κυβέρνηση της Ρωσίας αποδείχθηκαν ίδιες –απέδειξαν ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μία κυβέρνηση και την άλλη, ανεξάρτητα από τις προφάσεις με τις οποίες ιδρύεται. Οι Αναρχικοί πάντα ισχυρίζονταν ότι ένα Σοσιαλιστικό κράτος που ιδρύεται δεν είναι ούτε ίχνος λιγότερο δεσποτικό από ένα καπιταλιστικό –ότι, η φύση της θέσης του και το πρόγραμμά του το προορίζουν να γίνει ακόμα πιο αδίστακτο στην καταπίεση όλων όσων τόλμησαν να είναι ανικανοποίητοι ή να διεκδικήσουν την αληθινή ελευθερία από την οικονομική ή πολιτική σκλαβιά. Η «Δικτατορία του Προλεταριάτου» στη Ρωσία είχε απλά επιβεβαιώσει αυτή την πρόβλεψη.[1]

Το 1960, όταν ζητήθηκε απ’ αυτή και το σύντροφό της να γράψουν τα απομνημονεύματά τους, η Μόλλυ απάντησε: «Και οι δυο μας αισθανόμαστε ότι αυτό που κάναμε στη ζωή ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ. Αγωνιστήκαμε ενάντια στην αδικία με σεμνό τρόπο όσο πιο καλά μπορούσαμε, και αν το αποτέλεσμα ήταν η φυλάκιση, η σκληρή δουλειά και πολλή ταλαιπωρία, εντάξει, αυτό είναι κάτι που κάθε ανθρώπινο πλάσμα που αγωνίζεται για μια καλύτερη ανθρωπότητα πρέπει να περιμένει. Πολεμήσαμε την τυραννία από την εφηβεία μας, όπου και να τη συναντήσαμε… λόγω της πρόωρης καταδίκης, από τη μεριά μας, μιας κοινωνίας πλούσιων και φτωχών, πολυτέλειας και μιζέριας, άγνοιας και βαρβαρότητας, μια τέτοια κοινωνία είναι λάθος, και ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ. Αλλά δε ζητάμε εύσημα για ό,τι κάναμε. Συνεπώς προτιμάμε να μείνουμε στη σκιά». Συνέχεια

ΜΟΛΛΥ ΣΤΑΪΜΕΡ (Μέρος Β΄)

Η κομμουνιστική καταπίεση στη Ρωσία

Flesin, Volin, Steimer (1926)

Το κράτος δέχτηκε να αποφυλακιστούν και να φύγουν στη Ρωσία με δικά τους έξοδα. Σύντροφοί τους μάζεψαν το ποσό που απαιτούνταν για την απέλαση. Έτσι, στις 24 Νοεμβρίου 1921 οι 4 αναρχικοί μαζί με τη γυναίκα του Έιμπραμς, Μαίρη, έπλευσαν για τη σοβιετική Ρωσία. Η εφημερίδα Fraye Arbeter Shtime (FAS) έγραψε ότι «δε θα δέχονταν το καλωσόρισμα που περίμεναν, αφού η Ρωσία δεν ήταν πια ένας παράδεισος για γνήσιους επαναστάτες, αλλά μια γη εξουσίας και καταπίεσης». Και όντως έτσι ήταν…

Μόλις η Μόλλυ πάτησε πόδι στην μητρική της γη (έφθασαν στη Μόσχα στις 24/12/1921), όπου μια αυτοδιαχειριζόμενη κυβέρνηση των εργατών είχε την εξουσία, βρέθηκε πάλι σε δυσκολία. Είδε τις φυλακές της Μπολσεβίκικης Ρωσίας γεμάτες, όπως αυτές απ’ τις οποίες είχε φύγει. Όχι με Μεγάλους Δούκες και στρατηγούς των Τσάρων, αλλά με άνδρες και γυναίκες της εργατικής τάξης. Είχαν τολμήσει να κάνουν στη Ρωσία ότι είχε κάνει αυτή στις ΗΠΑ –είχαν κριτικάρει την κυβέρνηση– ή τουλάχιστον ήταν ύποπτοι δυσαρέσκειας. Συνέχεια

ΜΟΛΛΥ ΣΤΑΪΜΕΡ (Μέρος Α΄)

Μία εβραία αναρχική υπέρμαχος της ελευθερίας στο στόχαστρο των μπολσεβίκων.

 «To όνομα της Μόλλυ Στάιμερ ελπίζουμε ότι θα το θυμούνται, έστω και αχνά, κάποιοι απ’ τους εργάτες, στα χέρια των οποίων μπορεί να πέσει αυτό το άρθρο»

Τα πρώτα χρόνια

Η Μόλλυ Στάιμερ γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1897 στο χωριό Ντούναεβτσι της νοτιοδυτικής Ρωσίας. Στην ηλικία των 15 έφτασε στις ΗΠΑ, μαζί με τον πατέρα της, τη μητέρα της Φράνυ, και τους πέντε αδερφούς και αδερφές της. Άρχισε να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο ενδυμάτων για να βοηθήσει την οικογένειά της. Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί την κρατική εκμετάλλευση. Διάβαζε Μπακούνιν, Κροπότκιν[1] και Γκόλντμαν και έγινε αναρχική (1917). Συμμετείχε σε ένα παράνομο περιοδικό στη γλώσσα Yiddish, το Der Shturm (Η Καταιγίδα). Μετά από ατελείωτες εσωτερικές διαφωνίες, η ομάδα μετεξελίχθηκε στην αναρχική ομάδα Frayhayt (Ελευθερία) που έκανε τις συναντήσεις της στο πυκνοκατοικημένο ανατολικό Χάρλεμ (στην 104th street[2]), όπου ο μισός πληθυσμός ήταν μετανάστες, και εξέδιδε την καινούρια ομώνυμη εφημερίδα. Βγήκαν 5 τεύχη από τον Ιανουάριο έως το Μάιο του 1918. Ως «σλόγκαν» της εφημερίδας είχαν το «Η καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που δεν κυβερνάει καθόλου» του Henry David Thoreau (στα Yiddish: Yene regirung iz dibeste, velkhe regirt in gantsn nit), παράφραση της διατύπωσης του Jefferson: «Η καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που κυβερνάει λιγότερο».

Η ομάδα αρχικά υποστήριξε τη ρωσική επανάσταση καθώς πολλοί αναρχικοί τότε είχαν γοητευτεί από την αυτοδιαχείριση των σοβιέτ, αλλά αργότερα κατάλαβαν την απάτη των μπολσεβίκων και την καταστολή της ελεύθερης σκέψης, τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια που εξαπέλυσαν οι κομμουνιστές. Συμμετείχαν καμιά ντουζίνα νέοι άνδρες και γυναίκες, εργάτες και εργάτριες εβραϊκής καταγωγής από την ανατολική Ευρώπη, όπως, για παράδειγμα, ο Τζέικομπ Έιμπραμς, που είχε γεννηθεί στην Ουκρανία το 1894 και συμμετείχε στην αποτυχημένη επανάσταση του 1905 στη Ρωσία.[3]  Έγινε αναρχικός αφού μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν ως βιβλιοδέτης. Είχε υποστηρίξει τη μη-έκδοση του Αλεξάντερ Μπέρκμαν στο Σαν Φρανσίσκο, όπου οι αρχές ήθελαν να τον εμπλέξουν στην υπόθεση της βόμβας για την οποία κατηγορήθηκαν οι Mooney-Billings.[4] Η γυναίκα του, Μαίρη, συμμετείχε επίσης στην ομάδα. Επίσης, συμμετείχαν ο Χάιμαν Λατσόφσκι, τυπογράφος, πιο πολύ μαρξιστής παρά αναρχικός, η κοπέλα του Έθελ Μπερνστάιν, η αδερφή της Ρόουζ Μπερνστάιν, ο Τζέικομπ Σβαρτς, ο Σαμ Χάρτμαν, ο Μπέρναρντ Σερνάκερ, η Τσιάρα Λάρσεν, οι Σαμ και Χίλντα Άντελ, και ο Ζάιμαν και η Σόνια Ντέανιν.[5]

Τύπωναν μυστικά σε πολύγραφο και μοίραζαν την εφημερίδα σε γραμματοκιβώτια. Σύντομα οι αρχές άρχισαν να ψάχνουν γι’ αυτή την ομάδα, αφού εναντιωνόταν στον πόλεμο.

Ανάμεσα σ’ αυτά που μοίρασαν ήταν 2 φυλλάδια –ένα στα αγγλικά και το άλλο στα Yiddish– ενάντια στην αμερικανική στρατιωτική επέμβαση με 7.000 στρατιώτες στη Ρωσία, που εξήγγειλε ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον τον Αύγουστο και αποφασίστηκε τον Ιούλιο. Το πρόσχημα για την αποστολή στρατευμάτων ήταν η υπεράσπιση μιας τσέχικης λεγεώνας, που είχε απομονωθεί στην Ουκρανία, όταν η Ρωσία αποσύρθηκε από την 1η Παγκόσμια Ανθρωποσφαγή με τη Συνθήκη του Μπεστ-Λιτόβσκ.[6]

Αυτά τα δυο φυλλάδια τους έφεραν αντιμέτωπους με τις αρχές. Στις 23 Αυγούστου 1918, εφημερίδες της Νέας Υόρκης ανέφεραν ότι κυκλοφόρησαν ανατρεπτικά φυλλάδια, τα οποία οι δράστες είχαν τυπώσει σε πέντε χιλιάδες αντίτυπα το καθένα. Τα φυλλάδια καλούσαν σε γενική απεργία ενάντια στη στρατιωτική επέμβαση που στόχευε τους εργάτες της Ρωσίας.[7]

Τι έγινε εκείνη τη μέρα; Η Στάιμερ είχε διανείμει τα πιο πολλά φυλλάδια σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Μετά, πήγε στο εργοστάσιο όπου δούλευε, στο κάτω Μανχάταν, και τα μοίρασε χέρι με χέρι. Τα υπόλοιπα τα πέταξε από κάποιο παράθυρο του ορόφου ενός κτιρίου. Αυτά κάποιοι ρουφιάνοι εργάτες τα είδαν και ειδοποίησαν την αστυνομία. Η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών έστειλε δύο λοχίες να ψάξουν. Εκεί «στρίμωξαν» το νεαρό Χάιμαν Ροζάνσκι, που πρόσφατα είχε μπει στην ομάδα και βοηθούσε στο μοίρασμα έντυπου υλικού. Αυτός συνεργάστηκε με τις αρχές. Έτσι συνελήφθησαν και ξυλοκοπήθηκαν πολλά μέλη της ομάδας και 6 κατηγορήθηκαν βάσει του Νόμου περί Κατασκοπείας: οι Μόλλυ Στάιμερ, Τζέικομπ Έιμπραμς, Χάιμαν Λατσόβσκι, Σάμουελ Λίπμαν, Τζέικομπ Σβαρτς και ένας φίλος τους, ο Γκάμπριελ Πρόμπερ.[8]

Η καταστολή από το αμερικανικό κράτος

Η δίκη έγινε γνωστή σαν «υπόθεση Έιμπραμς» και αποτέλεσε νομικό προηγούμενο στην ιστορία των ΗΠΑ, αφού συνδέθηκε με το Νόμο περί Ανυπακοής (Sedition Act), τροποποίηση του Νόμου περί Κατασκοπείας (Espionage Act).

Το πνεύμα της Μόλλυ ήταν τόσο εξεγερτικό,[9] που όταν άρχισε η δίκη (10/10/1918) στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο στη Νέα Υόρκη, αυτή αρνήθηκε να σηκωθεί. Ο Σβαρτς δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο δικαστήριο. Είχε ξυλοκοπηθεί τόσο βάναυσα που πέθανε στο νοσοκομείο στις 14/10, ενώ η δίκη ήταν σε εξέλιξη. Σύμφωνα, πάντως, με συντρόφους του, δολοφονήθηκε. Η κηδεία του εξελίχθηκε σε διαδήλωση. Και στις 25/10 έγινε μνημόσυνη συνάντηση, με 1200 παρευρισκόμενους, όπου μίλησαν ο Τζον Ριντ, που είχε συλληφθεί λόγω της εναντίωσής του στην αμερικανική επέμβαση στη Ρωσία, και ο Χένρυ Γουάινμπεργκερ, δικηγόρος στην υπόθεση Έιμπραμς, που είχε προηγουμένως υπερασπιστεί τον Α. Μπέργκμαν και την Έμμα Γκόλντμαν στη δίκη τους το 1917, για την αντίθεσή τους στη στρατολόγηση. Σύντομα ο Γουάινμπεργκερ θα υπερασπιζόταν και το Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν ώστε να αποφυλακιστεί.

Κατά τη διάρκεια της δίκης η Μόλλυ υπερασπίστηκε σθεναρά τις αναρχικές ιδέες. «Με τον αναρχισμό» δήλωσε, «εννοώ μια νέα κοινωνική τάξη, όπου καμία ομάδα ανθρώπων δε θα διοικείται από άλλη ομάδα ανθρώπων. Η ατομική ελευθερία θα ισχύει με όλη τη σημασία της λέξης. Η ιδιωτική ιδιοκτησία θα καταργηθεί. Κάθε άτομο θα έχει ίσες ευκαιρίες να αναπτυχθεί, και σωματικά και πνευματικά. Δε θα χρειάζεται να παλεύουμε για την καθημερινή μας επιβίωση όπως το ξέρουμε τώρα. Κανείς δε θα ζει από τα προϊόντα των άλλων. Κάθε άτομο θα παράγει όσο μπορεί, και θα απολαμβάνει όσο χρειάζεται –θα λαμβάνει ανάλογα με τις ανάγκες του. Αντί να πολεμάμε να μαζέψουμε λεφτά, θα παλεύουμε για τη μόρφωση, για τη γνώση. Ενώ τώρα οι άνθρωποι στον πλανήτη χωρίζονται σε διάφορες ομάδες, που ονομάζονται έθνη, ενώ ένα έθνος πολεμάει το άλλο –στις πιο πολλές περιπτώσεις θεωρεί τα άλλα ανταγωνιστικά– εμείς, οι εργάτες του κόσμου, θα απλώσουμε τα χέρια μας ο ένας στον άλλον με αδερφική αγάπη. Για την υλοποίηση αυτής της ιδέας θα αφιερώσω όλη μου την ενέργεια, και αν χρειαστεί θα δώσω την ίδια μου τη ζωή».

Καταδικάστηκαν, με μεγάλη αυστηρότητα, σε 15ετή φυλάκιση και 500 δολάρια πρόστιμο (Στάιμερ) και 20ετή φυλάκιση και 1.000 δολάρια πρόστιμο (Λίπμαν, Λατσόφσκι, Έιμπραμς), ενώ ο Ροζάνσκι αφέθηκε με 3ετή αναστολή. Ο Πρόμπερ αθωώθηκε.

Έκαναν έφεση και αφέθηκαν με εγγύηση μέχρι το εφετείο. Η Στάιμερ αμέσως συνέχισε τη δράση της. Για τους επόμενους 11 μήνες συνελήφθη τουλάχιστον 8 φορές και κρατήθηκε για μικρά χρονικά διαστήματα. Μετά άρχισε η φιλία της με την  Έμμα Γκόλντμαν. Συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για 6 μήνες στο νησί Blackwell, μέχρι τις 29 Απριλίου 1920.

Στο μεταξύ, μπροστά στον κίνδυνο της εφαρμογής των πολύχρονων φυλακίσεων για την υπόθεση Έιμπραμς, οι Λίπμαν, Λατσόφσκι και Έιμπραμς προσπάθησαν να φύγουν στο Μεξικό από τη Νέα Ορλεάνη. Εντοπίστηκαν από ομοσπονδιακούς πράκτορες και το πλοιάριό τους σταματήθηκε στη θάλασσα. Συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στις φυλακές της Ατλάντα, απ’ όπου ο Μπέργκμαν είχε μόλις αποφυλακιστεί, με την απέλασή του στη Ρωσία να εκκρεμεί. Έμειναν δύο χρόνια φυλακισμένοι, ως το Νοέμβριο του 1921. Η Στάιμερ έμαθε για τα σχέδιά τους να αποδράσουν, αλλά δεν ήθελε να προδώσει τους συντρόφους και φίλους εργάτες που είχαν μαζέψει 40.000 δολάρια για την εγγύησή τους. Το 1920 μεταφέρθηκε από το Blackwell στις φυλακές του Τζέφερσον Σίτι, στο Μιζούρι, όπου είχε φυλακιστεί η Γκόλντμαν πριν απελαθεί με τον Μπέργκμαν το Δεκέμβριο του 1919.

Ο δικηγόρος τους ήθελε να τους αποφυλακίσει με τον όρο να απελαθούν στη Ρωσία. Η Μόλλυ δε συμφωνούσε, ενώ σε γράμμα της από τη φυλακή δήλωσε: «κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να ζήσει εκεί που επιθυμεί. Κανένα άτομο ή ομάδα δεν έχει το δικαίωμα να με στείλει έξω απ’ αυτή ή οποιαδήποτε χώρα… Αυτοί είναι οι σύντροφοί μου και νομίζω ότι είναι εξαιρετικά εγωιστικό, αντίθετο στις αρχές μου σαν Αναρχική-Κομμουνίστρια (Anarchist-Communist) να ζητάω την απελευθέρωση τη δικιά μου και άλλων 3 ατόμων, ενώ χιλιάδες άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι σαπίζουν στις αμερικανικές φυλακές».

Μετάφραση-Απόδοση: Αναρχικός Πυρήνας ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. «Η Κατάκτηση του Ψωμιού» του Κροπότκιν είχε εκδοθεί στη Γαλλία το 1892, και στα αγγλικά βγήκε για πρώτη φορά το 1906.
  2. Το είχε νοικιάσει ο Έιμπραμς με το ψευδώνυμο «Abram Dean».
  3. Συνολικά 425.000 εβραίοι είχαν έρθει από τη Ρωσία στις ΗΠΑ μέσα σε μια περίοδο 5 χρόνων «για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε μια ελεύθερη χώρα».
  4. Στις 22 Ιουλίου 1916 έγινε πορεία εργοδοτών που ζητούσαν βελτίωση της εθνικής άμυνας. Μια βόμβα εξερράγη στην οδό Steuart σκοτώνοντας 6 άτομα (και άλλα 4 πέθαναν μετά). Γι’ αυτό κατηγορήθηκαν οι Γουόρεν Μπίλινγκς και Τομ Μούνεϊ, εργάτες και μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος και καταδικάστηκαν σε ισόβια και θάνατο αντίστοιχα. Ενώ αποδείχτηκε ότι ήταν σκευωρία, έμειναν 22 χρόνια στη φυλακή. Αμέτρητες κινητοποιήσεις σε Αμερική και Ευρώπη είχαν γίνει για την αποφυλάκισή τους. Ο Μούνεϊ είχε κατηγορηθεί και για τη βόμβα που κατέστρεψε πύργο υψηλής τάσης εταιρίας ηλεκτροδότησης στις 11 Ιουνίου 1916. Η εταιρία ηλεκτροδοτούσε τους Ενωμένους Σιδηρόδρομους, εργάτες των οποίων έκαναν τότε απεργία.
  5. Το νευραλγικό κέντρο του αναρχισμού στην περιοχή δεν ήταν κάποιο εβραϊκό στέκι, αλλά το Μοντέρνο Σχολείο Φερέρ, που λειτουργούσε στην East 107th str.
  6. Παρά το ότι ο Κροπότκιν υποστήριζε τη συμμετοχή στον πόλεμο για «να ηττηθεί ο γερμανικός επεκτατισμός», απογοητεύοντας πολλούς από τους συντρόφους του, οι πιο πολλοί αμερικανοί αναρχικοί της εποχής ήταν ενάντια στον πόλεμο. Οι σοσιαλιστές, πάντως, της εποχής βρίσκονταν σε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση σε σχέση με τον πόλεμο.
  7. Τον Ιανουάριο του 1918 συνελήφθη ένας αγρότης από τη Μοντάνα, ο Βες Χωλ, κάτοικος ενός μικρού χωριού μόλις 60 κατοίκων, επειδή κατήγγειλε τη συμμετοχή στον πόλεμο και δήλωσε: «θα φύγω για να αποφύγω τον πόλεμο… οι ΗΠΑ πολεμάνε μόνο για τους εκατομμυριούχους της Wall Street».
  8. H Έθελ Μπερνστάιν, μέλος τότε της Ένωσης Ρώσων Εργατών, της ομάδας Frayhayt και των Αναρχικών Σοβιετικών Δελτίων, συνελήφθη στις 30 Σεπτεμβρίου, μαζί με τον Άρθουρ Κάτζες, στις 2 το μεσημέρι, την ώρα που μοίραζαν το Δελτίο σε γραμματοκιβώτια στην East 99th str..
  9. Παρά το πολύ μικρό της ύψος που ήταν μόλις 1,42μ.!
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 114, Μάρτιος 2012

(Συνεχίζεται…)

ΜΕΤΑΞΙ, ΡΑΣΟ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ταυτόχρονα με τις «μεγάλες» ιστορίες και τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, υπάρχουν και οι «μικρές» ιστορίες οι οποίες διαδραματίζονται υπό την ομπρέλα των «μεγάλων» ιστορικών γεγονότων. Άλλοτε προσυπογράφουν και άλλοτε διαψεύδουν τις «μεγάλες» ιστορίες. Συνήθως οι «μεγάλες» ιστορίες είναι ευάλωτες στην παραποίηση και την μεθόδευση και επιλέγονται ως «μεγάλες» ανάλογα με τον πολιτικό σκοπό που πρόκειται να υπηρετήσουν. Οι «μικρές», από την άλλη, συνήθως παραμένουν αλώβητες από κάθε είδους πολιτική εκμετάλλευση και πάντα μέσα τους εμπεριέχουν συμπυκνωμένη, ολόκληρη και αναλλοίωτη την αλήθεια ενός οποιουδήποτε «μεγάλου» ιστορικού γεγονότος.

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο θα παρουσιαστεί η «μικρή» ιστορία ενός ιερομόναχου του Γεράσιμου Παπαδόπουλου, που έζησε στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης του 1821 και υπήρξε ένθερμος ενάντιός της. Υπήρξε αντιπρόσωπος της πόλης της Καλαμάτας στη Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος, γεγονός που φανερώνει την επιρροή που είχε στην πόλη. Η συμμετοχή ενός τέτοιου ανθρώπου στην Β΄ Εθνοσυνέλευση φανερώνει και το κλίμα που επικρατούσε σε αυτήν, που κατέληξε στον εμφύλιο. Η στάση του και ο λόγος του, όπου ο ίδιος έχει αποτυπώσει σε βιβλίο του, φανερώνουν την αρνητικότητά του απέναντι στην επανάσταση. Η στάση του αντικατοπτρίζει την αρνητικότητα της εκκλησίας, του κλήρου σε μεγάλο βαθμό, καθώς και όσων είχαν βολευτεί οικονομικά και συναλλάσσονταν μια χαρά με τις οθωμανικές αρχές. Ο συγκεκριμένος ιερομόναχος εκφράζει και τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά, καθώς εκτός από ιερομόναχος ήταν και επιχειρηματίας, αφού κατείχε κτήματα, ένα γυναικείο μοναστήρι, ακίνητα και 27 εργαστήρια επεξεργασίας μεταξιού. Μάλιστα η φήμη που απέκτησε η Καλαμάτα για τα μεταξωτά υφαντά της, εξ ού και το δημοτικό τραγούδι «Μαντήλι Καλαματιανό», ήταν λόγω της έντονης επιχειρηματικής δραστηριότητας του συγκεκριμένου ιερομόναχου, που εκτίναξε την παραγωγή μεταξιού, κάνοντας την Καλαμάτα γνωστή για τα μεταξωτά μαντήλια της. Συνέχεια

Βιθέντε Μονκλούς Γκουαλάρ

Ο Ισπανός ελευθεριακός που θυματοποιήθηκε στην ΕΣΣΔ. Το μόνο του έγκλημα; Σκεφτόταν!

Tο Αμπιέγκο, στους πρόποδες του Μπαρμπάστρο, ένα οχυρό της CNT, είχε αντιπροσωπευθεί στο συνέδριο της CNT στη Σαραγόσα το Μάιο του 1936 από το 80μελές συνδικάτο της CNT, τμήμα της ισχυρής οργάνωσης της κοινότητας Μπαρμπάστρο. Αντιπροσωπεύθηκαν, επίσης, κοντινά χωριά όπως το Καστιλαζουέλο (70 μέλη), Ποζάν ντελ Βέρο (47), Κοστεάν (320) και Ναβάλ (13) που έστειλε, επίσης, αντιπρόσωπους στο συνέδριο, ενώ η συμμετοχή ήταν αδύνατη για τους συντρόφους του Σάλας Άτλας.

Η CNT του Αμπιέγκο συνεισέφερε, επίσης, εθελοντές μαχητές για να επανδρωθούν οι εμπροσθοφυλακές και ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την κολεκτιβοποίηση της πόλης, υπό την ηγεσία του Ραμόν Σανζ Αλμουντέβαρ που συνελήφθη στο μέτωπο της Γκουανταλαχάρα προς το τέλος του εμφύλιου πολέμου και φυλακίστηκε για 4 χρόνια πριν φύγει εξόριστος στη Γαλλία, το 1948.

Ο αδερφός του Μανουέλ, ένας πρώην εθελοντής με τους μαχητές του Μπαρμπάστρο, που είχαν ζήσει τη δράση στα μέτωπα του Χουέσκα και του Τερουέλ πριν αναγκαστούν να αποχωρήσουν από τους κομμουνιστές και στρατολογημένος στο Αλκουμπιέρ με την 26η Μεραρχία «Ντουρούτι», ζούσε ήδη εκεί. Ο Μανουέλ υπηρετούσε σαν κομισάριος του λόχου και τραυματίστηκε στο Τρεμπ πριν το σκάσει για τη Γαλλία, όπου κρατήθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Μπουργκ-Μαντάμ και Λε Βερνέτ απ’ όπου δραπέτευσε για να συμμετέχει στην αντίσταση (στους Μακί Πουάν Γκραβ [ΣτΜ: Μακί: γαλλική αντιστασιακή οργάνωση]).

Ένας άλλος υπέρμαχος της κολεκτίβας ήταν ο Σαντιάγκο Γκουαλάρ, πρόσφυγας από το Φεβρουάριο του 1939, που πέθανε το 1990 σε εξορία στη Γαλλία στην ηλικία των 86 ετών. Οι φασίστες επιτέθηκαν άγρια στο Αμπιέγκο: 9 κάτοικοι ερευνήθηκαν από το Δικαστήριο Πολιτικής Ευθύνης της Αραγονίας, ανάμεσά τους οι Manuel Salas Duran (αντιπρόσωπος της κολεκτίβας του καφέ και της κοπερατίβας) και Mariano Jordan Ballabriga της CNT, οι οποίοι αμφότεροι έγιναν φυγάδες, και ο Julian Bierge Claver. Άλλοι 60 κάτοικοι του Αμπιέγκο πέρασαν από τις φυλακές της Huesca, συμπεριλαμβανομένων 6 γυναικών και τουλάχιστον 8 κατοίκων που φυλακίστηκαν και μετά εκτελέστηκαν: οι Joaquίn Monclus Guallar (η μητέρα του αδερφού του Vicente) στις 30-8-1936 στη Huesca, πέντε άτομα (Santiago Baron Tornil 10-11-1939, Martin Bull Arilla και Jose Naya Allue στις 27-3-1940, Melchor Oliveros Baron στις 31-10-1940 και Agustin Nasarre Gros στις 13-7-1943) στο Μπαρμπάστρο, Vicente Arin Panzano στις 23-6-1944, και Justo Panzano Encuentro στις 14-3-1945, στη Σαραγόσα. Ήταν όλοι και όλες νέοι και νέες, αγρότες, βοσκοί και κουρείς προβάτων και το πιο πιθανό μέλη της CNT και της κολεκτίβας.

***

Ο Βιθέντε γεννήθηκε στο Αμπιέγκο (επαρχία Χουέσκα) και έζησε 18 χρόνια στην ΕΣΣΔ, 16 χρόνια και 51 μέρες απ’ τα οποία τα πέρασε στη φυλακή και στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Δεν ήταν η μόνη περίπτωση, καθώς υπέφερε την πιο αποκρουστική σκλαβιά μαζί με 50 εκατομμύρια ανθρώπους από πολλές εθνικότητες υπό τους σοβιετικούς χασάπηδες που τοποθέτησαν μια πινακίδα έξω από την είσοδο του στρατοπέδου: «Με σιδηρά πυγμή θα οδηγήσουμε την ανθρωπότητα στην ευτυχία».

Ο Βιθέντε, όντας ελευθεριακός, δήλωσε εθελοντής στην πρώτη γραμμή μαζί με άλλους κατοίκους του Αμπιέγκο και πολέμησε στα μέτωπα Χουέσκα, Σαραγόσα και Λεβάντε. Το 1938 εισήλθε στη σχολή αεροπορίας στη Λα Ριμπέρα (Μούρθια), ένας από τους 250 εκπαιδευόμενους: μετά την πολιτική ανάκριση από τους Ρώσους πράκτορες, κάπου 60 από τους φοιτητές πήραν υποτροφίες από τη δημοκρατική κυβέρνηση των Νεγκρίν και Αλβάρεζ (μαριονέτες του Κρεμλίνου) και ταξίδεψαν στη Ρουέν (Γαλλία) για να πλαισιώσουν την «Coperacia». Αυτή ήταν η αρχή της via dolorosa [ΣτΜ: ο δρόμος της θλίψης] του, και γι’ αυτό τους απαγορεύτηκε να βγουν από τη χώρα. Όταν έφτασαν στο Λένιγκραντ η αστυνομία έψαξε τα μπαγκάζια τους, κατέσχεσε απαγορευμένα βιβλία και τα διαβατήριά τους και στάλθηκαν με τρένο σαν κρατούμενοι μέχρι το Kizobabad [πιθανώς το Kirovabad] (Αζερμπαϊτζάν) – ένα ταξίδι 4.500 χιλιομέτρων. Συνέχεια

«Θεά της αναρχίας: Η ζωή και η εποχή της Lucy Parsons» (Μέρος Β΄)

Συνέντευξη της Jacqueline Jones, συγγραφέως του βιβλίου, στον Arvind Dilawar

AD: Με την πρώτη ματιά, ο τίτλος του βιβλίου σας, Θεά της Αναρχίας, θα μπορούσε να χτυπήσει στους αναγνώστες ως οξύμωρο σχήμα (και πάλι, «ούτε θεός, ούτε αφέντες»), αλλά νομίζω ότι αποτυπώνει εύστοχα τις αντιφάσεις της ζωής της Lucy. Ποιες ήταν μερικές από τις αντικρουόμενες καταστάσεις, τις επιρροές και τις προσδοκίες που έπρεπε να αντιμετωπίσει;

JJ: Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο τίτλος του βιβλίου είναι μια ετικέτα που τοποθετείται στη Lucy Parsons από την Ένωση Πολιτών του Σικάγο, μια ομάδα επιχειρηματιών που φοβόταν την ίδια καθώς και την επιρροή της στους εργαζόμενους. Χρησιμοποίησα αυτή την ετικέτα για τον τίτλο, επειδή υποδηλώνει τη δύναμη και την επιρροή της ως ριζοσπαστικής ομιλήτριας και επειδή οι άνθρωποι εκείνη την εποχή σχολίαζαν την ομορφιά της.

Όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά τη σταδιοδρομία της, επινόησε μια φανταστική ταυτότητα για τον εαυτό της, υποστηρίζοντας ότι ήταν κόρη μεξικανών και γηγενών Αμερικανών γονέων. (Είχε ανοιχτόχρωμο δέρμα και, σύμφωνα με πολλούς ανθρώπους, ήταν απροσδιόριστης προέ­λευσης.) Νομίζω ότι αισθάνθηκε ότι αυτή η νέα ταυτότητα θα της έδινε περισσότερη αξιοπιστία στα ακροατήρια της λευκής εργατικής τάξης. Ούτε αυτή, ούτε και ο Albert ποτέ έδειξαν πολύ συμπάθεια για τη δυστυχία των Αφροαμερικανών, και μάλιστα και οι δυο δαιμονο­ποίησαν τους μαύρους ως απεργοσπάστες και ως εχθρούς λευκών εργατών. Συνέχεια

«Θεά της αναρχίας: Η ζωή και η εποχή της Lucy Parsons» (Μέρος Α΄)

Συνέντευξη της Jacqueline Jones, συγγραφέως του βιβλίου, στον Arvind Dilawar

H Lucy Parsons συχνά εκθειάζεται ως πρωτοποριακή μαύρη ριζοσπάστης, δινή συγγραφέας και ρήτορας που υπερασπίστηκε τη χειραφέτηση των εργαζομένων μέσω οργανώσεων, όπως οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (IWW), ενώ αψήφησε τους ρατσιστικούς κανόνες με τον λευκό σύζυγό της Albert Parsons.

Όλα αυτά αποτελούν μια γενική περιγραφή του βίου των Parsons, ο οποίος κρύβει και πολλές αντιφάσεις. Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Parsons έκρυψε το γεγονός ότι ήταν Αφρικανή Αμερικανίδα και πρώην σκλάβα· αντίθετα ισχυριζόταν ότι ήταν Αμερικανίδα Ιθαγενής καταγωγής από το Μεξικό. Αποφεύγει να καταγγείλει τα δεινά των μαύρων εργαζομένων, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά σε μια αστική εργατική τάξη που αποτελείται κυρίως από ευρωπαίους μετανάστες. Παρά το γεγονός ότι ήταν εκπρόσωπος στο ιδρυτικό συνέδριο της IWW το 1905, η συμμετοχή της στη ριζοσπαστική ένωση μετά από αυτό ήταν ελάχιστη.

Ωστόσο, η πορεία της από σκλάβα σε αναγνωρισμένη ριζοσπαστική φωνή ανά την αμερικανική επικράτεια, η ακούραστη υπεράσπισή της προς τους εργάτες και η αναμφισβήτητη γενναιότητά της, απέναντι στη δολοφονική κρατική καταπίεση, την έκαναν να ξεχωρίζει σε μια εποχή γεμάτη αξιομνημόνευτους αριστεριστές. Συνέχεια

Ο Τζων Μπωλ, η εξέγερση των χωρικών και η Πολιτεία της Φύσης (Μέρος β΄)

Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ

Ποιο ήταν το «παραλήρημα»[1] του Τζων Μπωλ, που καταγγέλθηκε λυσσαλέα από τον Walsingham, και το οποίο οδήγησε στην δίωξη του Μπωλ όσο ζούσε και τελικά στον βίαιο θάνατο του;

Οι χρονικογράφοι της Εκκλησίας προσπαθούν πολύ να αμαυρώσουν τον Μπωλ περιγράφοντας τον ως οπαδό του Wycliffe, αποσιωπώντας πως τα κηρύγματα του προηγήθηκαν πάνω από μια δεκαετία από αυτά του Wycliffe. Πιο συγκεκριμένα, αν και οι δύο απαιτούσαν ριζική μεταρρύθμιση της εκκλησίας, ο Wycliffe συμβουλεύει υπακοή στις κοσμικές αρχές, που θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όραμά του, ενώ ο Μπωλ, πιο ριζοσπαστικός, τους απορρίπτει ως «ζιζάνια».

Επίσης, ο Μπωλ δεν δείχνει πουθενά την κοσμική περιφρόνηση για τον άρτο και τον οίνο για την οποία ο Wycliffe ήταν τόσο ευρέως γνωστός. Τείνω να υποστηρίξω την άποψή του Ομάν, ότι: «Η εμπνευσμένη ιδέα του ήταν η «ευαγγελική φτώχεια, η οποία είχε διακηρυχθεί από τους Φραγκισκανούς τον προηγούμενο αιώνα[2] στο σημείο ακόμη και να ζητά την εξαίρεση των μοναχών (μεγάλοι εχθροί του Wycliffe, παρεμπιπτόντως) από τη γενική εκκαθάριση του κλήρου δοθείσης της ευκαιρίας, αλλά θα ήθελα να προσθέσω ότι αυτό δεν βοηθά στο να αντικρούσει τις κατηγορίες, ότι ο Μπωλ ήταν αιρετικός, που εκστόμιζαν εναντίον του οι σύγχρονοι του. Συνέχεια

Ο Τζων Μπωλ, η εξέγερση των χωρικών και η Πολιτεία της Φύσης (Μέρος α΄)

Όχι στον κεφαλικό φόρο. Η εξέγερση των Χωρικών.

Ο θάνατος του Wat Tyler

Όταν επιβλήθηκε ένας τρίτος κεφαλικός φόρος σε διάστημα πέντε ετών, για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο που είχε άδοξη έκβαση στη Γαλλία, οι αγρότες της επαρχίας Μπάρνστειπλ στο  Έσσεξ ήταν οι πρώτοι που εξεγέρθηκαν στις 29 Μαΐου του 1381. Σύντομα η αγροτιά πορευόταν και μέσα στις αγροτικές περιοχές του Κεντ, με κεφαλή τον Γουάτ Τάιλερ (Wat Tyler), λεηλατούσε τα αρχοντικά των μισητών γαιοκτημόνων, έκαιγε τις περγαμηνές με τα αρχεία ιδιοκτησιών, απελευθέρωνε κρατούμενους από τις φυλακές και ανάγκαζε όλους όσους συναντούσε στο πέρασμά της να ορκίζονται πίστη στο «Βασιλιά και τον Λαό». Κατέλαβαν με ευκολία το Rochester Castle στις 6 Ιουνίου, το Canterbury στις 10 και το Maidstone την επόμενη ημέρα, καθώς άρχισαν την πορεία τους προς το Λονδίνο. Στο Canterbury εισέβαλαν στο ναό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, εκτοξεύοντας απειλές κατά του Αρχιεπισκόπου Sudbury, τον οποίον έκριναν «ένοχο» για τις λανθασμένες συμβουλές που έδωσε στον Ριχάρδο τον Β΄ στη διάρκεια του Πολέμου με την Γαλλία. Βρισκόταν στο Λονδίνο εκείνη την εποχή, αλλά τελικά δεν βρήκε καταφύγιο εκεί. Συνέχεια

Συμβουλές στους Αναρχικούς Συντρόφους μου

του Elisée Reclus, 1901

Είναι συχνή συνήθειά μας να υπερεκτιμούμε τόσο τις δυνατότητές μας όσο και τις αδυναμίες μας. Κατά τη διάρκεια επαναστατικών περιόδων, μάλιστα, φαίνεται ότι έστω και οι ασήμαντες πράξεις μας φαντάζουν να έχουν ανυπολόγιστα μεγάλες συνέπειες. Από την άλλη, κατά τη διάρκεια περιόδων στασιμότητας, παρ’ ότι έχουμε αφιερώσει εαυτούς πλήρως στον σκοπό, οι ζωές μας μοιάζουν στείρες και άχρηστες. Μπορεί ακόμη να αισθανόμαστε σαρωμένοι από τον άνεμο της αντίδρασης.

Τί θα πρέπει να κάνουμε τότε για να διατηρήσουμε το διανοητικό μας σφρίγος, το ήθος και την πίστη μας στον αγώνα;

Έρχεστε σε εμένα ελπίζοντας να σας δώσω την μακρά μου εμπειρία από ανθρώπους και καταστάσεις. Έτσι, λοιπόν, ως ηλικιωμένος άνθρωπος, σας δίνω την ακόλουθη συμβουλή.

Μην τσακώνεστε, μην φιλονικείτε και μην μεταχειρίζεστε ανθρώπινες προσωπικότητες. Ακούτε τις αντίθετες απόψεις, αφού έχετε εκφράσει τις δικές σας. Μάθετε να παραμένετε σιωπηλοί και να συλλογίζεστε. Μην προσπαθείτε να βγείτε κερδισμένοι από μια διαφωνία με κόστος την ειλικρίνειά σας. Συνέχεια

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΕΛΥΖΕ ΡΕΚΛΥ

Ο Ελυζέ Ρεκλύ (1830-1905), ήταν γνωστός αναρχικός, γεωγράφος, μελετητής, παιδαγωγός και πολυγραφότατος συγγραφέας. Υπήρξε μέλος της Πρώτης Διεθνούς, καθώς και της ομοσπονδίας της Γιούρα της Ελβετίας, μετά τον αποκλεισμό του Μπακούνιν από την Α΄ Διεθνή. Μαζί με τους Κροπότκιν και Γκρέιβ συμμετείχε στην εφημερίδα La Revolte (Η Εξέγερση). Καταδικάστηκε από την γαλλική κυβέρνηση σε εξορία μετά τα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας. Έπειτα από διεθνή κινητοποίηση διανοούμενων όπως του Δαρβίνου, του συγγραφέα Ουέλς και άλλων, η ποινή του τροποποιήθηκε το 1872 και απελάθηκε από τη Γαλλία.

Ο Ελίζε Ρεκλύ γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου του 1830 στο Σαν Φοΰ λα Γκράντ της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Ήταν ο τέταρτος γιός από τα δεκατέσσερα παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ήταν προτεστάντης πάστορας. Η επαφή του με τις προυντονικές και σοσιαλιστικές ιδέες, όπως και το έντονο ενδιαφέρον για τις επιστήμες τον οδήγησαν σχετικά γρήγορα στο δρόμο της επιστήμης. Ο Ρεκλύ ήταν βαθύς γνώστης της χριστιανικής θεολογίας και η έντονη κριτική του προς το χριστιανισμό και γενικότερα τη θρησκεία δεν ήταν αποτέλεσμα επιφανειακής και πρόσκαιρης αντίδρασης, αλλά, αντίθετα, προϊόν σοβαρής κριτικής και προβληματισμού. Συνέχεια

Ρωσσία, Ιανουάριος 1918. Ο σύντομος βίος της Συντακτικής Συνελεύσεως.

Συμπληρώνονται εφέτος 100 χρόνια από την αιματηρή καταστολή και διάλυση της Συντακτικής Συνελεύσεως από τους μπολσεβίκους. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ένα ακόμη περιστατικό το οποίο έχει αποσιωπηθεί και διαστρεβλωθεί, όπως και τόσα ακόμη, από την αριστερή και κομμουνιστική προπαγάνδα καθώς και από τους λακέδες του μπολσεβικισμού.

Στις 5 Ιανουαρίου 1918 (σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο), το Πέτρογκραντ έμοιαζε με πολιορκημένη πόλη. Οι Μπολσεβίκοι είχαν πριν από λίγες μέρες οργανώσει ένα «Επιτελείο έκτακτης ανάγκης» και ολόκληρη η περιοχή Σμόλνυ είχε τεθεί υπό την δικαιοδοσία του Μπόντς-Μπρούγιεβιτς, πρωτοπαλήκαρου του Λένιν. Ολόκλη­ρη η ζώνη γύρω από το μέγαρο της Ταυρίδας επιτηρούνταν εξονυχιστικά από τον μπολσεβίκο ταγματάρχη Μπλαγκονράβωφ. Βαρειά οπλισμένοι άντρες, ναύ­τες απ’ την Κρονστάνδη και Λεττονοί τυφεκιοφόροι είχαν ζώσει το μέγαρο, μερικοί μάλιστα είχαν πιάσει θέσεις και μέσα σ’ αυτό. Πυκνές φρουρές στέ­κονταν σ’ όλους τους δρόμους, οι οποίοι οδηγούσαν στο μέγαρο.

Ο λόγος αυτής της τεράστιας κλίμακας επιχείρησης οφειλόταν στο ότι συνεκαλείτο η πολυ-συζητημένη, πολυπόθητη και πολυ-αναμενόμενη Συντακτική Συνέλευσις, η οποία θα ελάμβανε αποφάσεις για το μέλλον της Ρωσσίας εκπληρώνοντας την θέληση της επιτυχούς και θριαμβευτικής επαναστάσεως του Φεβρουαρίου 1917. Αυτό, άλλωστε, απέδειξε και το αποτέλεσμα των εκλογών για την ανάδειξη των αντιπροσώπων. Το πραξικόπημα με το οποίον κατέλαβαν την εξουσία οι κομμουνιστές (μπολσεβίκοι) πραγματοποιήθηκε, ως γνωστόν τον Οκτώβριο του ιδίου έτους και ενώ ήταν αυτοί που διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους για την ανάγκη συγκλήσεως τής Συντακτικής Συνελεύσεως, τώρα είχαν αποφασίσει να πνίξουν στο αίμα κάθε διάθεση για την λειτουργία αυτού του σώματος αντιπροσώπων. Συνέχεια

Το Οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων και τα ψεύδη των κομμουνιστών (Μέρος Β΄)

Οι μπολσεβίκοι, ως καθαρόαιμοι εξουσιαστές, ήταν διατεθειμένοι να δώσουν τα πάντα προκειμένου να αναλάβουν τον έλεγχο του κράτους. Έτσι, κατά την ειρήνη που υπέγραψαν στο Μπρεστ-Λιτόφσκ η Ρωσσία εγκατέλειπε στη Γερμανία την Πολωνία, την Ουκρανία, την Λιθουανία κα τις επαρχίες της Βαλτικής και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την περιοχή του Καυκάσου. Με την συνθηκολόγηση εγκατέλειπαν το 1/14 της ευρωπαϊκής Ρωσσίας, τα 2/5 του πληθυσμού της χώρας και τα 3/4 του γαιάνθρακα και του σιδήρου[1].

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες στην συμπεριφορά των αριστερών κάθε απόχρωσης (στους οποίους, βεβαίως, ανήκουν και οι κομμουνιστές, ανεξαρτήτως εάν φέρουν το όνομα του μπολσεβίκου, του σταλινικού ή του τροτσκιστή), οι οποίοι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά του για ένα μέτρο το οποίο λαμβάνουν οι αντίπαλοί τους και στην συνέχεια, όταν αρπάξουν την πολυπόθητη γι’ αυτούς, εξουσία εφαρμόζουν τα ίδια και πολύ χειρότερα μέτρα[2]. Όταν η Προσωρινή Κυβέρνησις, επανέφερε την ποινή του θανάτου για πολύ ειδικές περιπτώσεις στο μέτωπο, οι μπολσεβίκοι εξαπέλυαν μύδρους. Οι ίδιοι, όμως, κηρύττουν στρατιωτικό νόμο, τον Φεβρουάριο του 1918, με το πρόσχημα του κίνδυνου για την πατρίδα. Η συνθήκη ειρήνης του Μπεστ-Λιτόφσκ, απενεργοποιεί τυπικά την εφαρμογή της, αλλά οι κομμουνιστές θα φροντίσουν γι’ αυτό. Στις 16 Ιουνίου του 1918 εγκρίνουν νόμο με τον οποίο τίθεται σε εφαρμογή η θανατική ποινή σε όλη την Ρωσσία. Συνέχεια

Το Οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων και τα ψεύδη των κομμουνιστών (Μέρος Α΄)

[Με την ευκαιρία της συμπληρώσεως 100 χρόνων από την Φερβουαριανή επανάστασηιν του 1917 στην Ρωσσία και το πραξικόπημα των κομμουνιστών (μπολσεβίκων) τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, από την Αναρχική Αρχειοθήκη έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο: Ρωσσία 1917. Από την θύελλα στην καταχνιά. Αναδημοσιεύουμε σε δύο μέρη ένα απόσπασμα από αυτό το βιβλίο.]

Σχετικά με τον τρόπο που επικράτησε το κομμουνιστικό πραξικόπημα, υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων, είναι γνωστόν ότι χρησιμοποιήθηκαν διάφορα ψεύδη[1] και τεχνάσματα με τα οποία εξαπάτησαν τους συμμάχους τους (στην «επαναστατική δημοκρατία») για τους οποίους, σημειωτέον, δεν έτρεφαν κανενός είδους συμπάθεια, αλλά απλά τους χρησιμοποίησαν για να καταλάβουν την εξουσία και εν συνεχεία τους εξόντωσαν.

Το Συμβούλιο της Δημοκρατίας, το οποίο συνεδρίαζε όλη την ημέρα της 24ης Οκτωβρίου, εξέδωσε τα μεσάνυχτα μία μεσοβέζικη ανακοίνωση, η οποία άφηνε ανοικτό το δρόμο για την επιβολή του πραξικοπήματος. Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου, με επικεφαλής τον μενσεβίκο Θεόδωρο Νταν, δήλωσε στον Κέρενσκυ ότι διόγκωνε τον κίνδυνο, αφού οι μπολσεβίκοι τούς είχαν διαβεβαιώσει πως η «εξέγερση εξέσπασε παρά την θέλησίν των και άνευ της εγκρίσεώς των» και εκδήλωναν την επιθυμία να συμμορφωθούν, την επομένη, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου παίρνοντας τα αναγκαία μέτρα, ώστε να σταματήσει η «εξέγερση». Συνέχεια

Γκριγκόρυ Πέτροβιτς Μαξίμωφ

O Γκριγκόρυ Πέτροβιτς Μαξίμωφ γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1893 στο χωριό Μιτουσένκο, στην επαρχία Σμόλενσκ. Οι γονείς του τον έστειλαν στο Θεολογικό Εκπαιδευτήριο Βλάντιμιρ για να σπουδάσει για παπάς, αλλά ένα χρόνο πριν χειροτονηθεί, απαρνήθηκε τη θρησκεία για χάρη της επιστήμης και γράφτηκε στην Αγροτική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, απ’ όπου αποφοίτησε το 1915 σαν καταρτισμένος αγρονόμος.

Το 1915 ο Μαξίμωφ κατατάχθηκε στο στρατό του Τσάρου. Αν και με το μορφωτικό του προφίλ μπορούσε να μπει στην ακαδημία εκπαίδευσης αξιωματικών, ο Μαξίμωφ προτίμησε τη ζωή ενός απλού στρατιώτη, καταλληλότερη για να προωθήσει την αντι-πολεμική, αντι-μιλιταριστική προπαγάνδα ανάμεσα στους στρατολογημένους εργάτες και αγρότες.

Η Έμμα Γκόλντμαν έγραψε ότι ο Μαξίμωφ:

«Είναι ένας παλιός αναρχικός… συμμετείχε στους επαναστατικούς αγώνες που ξεκίνησαν με την Επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, ήταν ένας από τους εκδότες της Golos Truda (Εργατική Φωνή) και μέλος της Παν-Ρωσικής Γραμματείας των Αναρχο-Συνδικαλιστών… είναι ικανός και δημοφιλής συγγραφέας και ομιλητής…» (My Further Disillusionment in Russia: New York, 1944 σ. 142).

Στην ατέλειωτη έρευνά του για έναν συμπαγή επαναστατικό προσανατολισμό, ο Μαξίμωφ μελέτησε τα γραπτά διάφορων ριζοσπαστικών ομάδων. Αλλά οι ιδέες του Μπακούνιν και του Κροπότκιν σχημάτισαν την επαναστατική του σταδιοδρομία. Η ιδεολογία του Μαξίμωφ –μια σύνθεση κομμουναλισμού και συνδικαλισμού– βασίζεται στις διδαχές του Μπακούνιν και του Κροπότκιν. Συνέχεια

Η βομβιστική ενέργεια στη WallStreet

Η βομβιστική επίθεση στη Wall Street έλαβε χώρα στις 12:01 το μεσημέρι της 16ης Σεπτεμβρίου 1920 στην Οικονομική Περιοχή του Μανχάτταν στη Νέα Υόρκη. Η έκρηξη σκότωσε 30 άτομα επί τόπου ενώ άλλα 8 πέθαναν αργότερα από τα τραύματά τους. Σοβαρά τραυματίστηκαν 143, και ο συνολικός αριθμός των τραυματιών ήταν εκατοντάδες. Η βομβιστική επίθεση αυτή δεν εξιχνιάσθηκε ποτέ, αν και οι ερευνητές και οι ιστορικοί πιστεύουν ότι ήταν έργο των Γκαλεανιστών (Galleanists = οπαδοί του Luigi Galleani), μιας ομάδας ιταλών αναρχικών υπεύθυνης για πολλές βομβιστικές επιθέσεις την προηγούμενη χρονιά. Η επίθεση συσχετίσθηκε με την μεταπολεμική κοινωνική αναταραχή, τους εργατικούς αγώνες και την αντι-καπιταλιστική δράση στις ΗΠΑ.

Η επίθεση στη Wall Street προκάλεσε τον θάνατο περισσοτέρων ανθρώπων σε σχέση με την βομβιστική επίθεση στους Los Angeles Times το 1910 όπου σκοτώθηκαν 21 εργαζόμενοι στην εφημερίδα και τραυματίσθηκαν περισσότεροι από 100 και η οποία ήταν η φονικότερη πράξη τρομοκρατίας σε έδαφος των ΗΠΑ, μέχρι τότε. Συνέχεια

Κάτω από τον θρησκευτικό Μανδύα (Μέρος Β΄)

Έ­ναν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα ο ρι­ζο­σπα­στι­σμός των Θα­βω­ρι­τών θα συ­να­ντη­θεί με τον «Α­να­βα­πτι­σμό» ό­ταν αυ­τός ξε­κό­βει α­πό τον Λου­θη­ρα­νι­σμό και α­να­πτύσ­σε­ται ως κί­νη­μα συ­νο­λι­κής α­να­τρο­πής.

Οι Γερ­μα­νοί η­γε­μό­νες εί­χαν μια μα­κρά πα­ρά­δο­ση α­ντί­θε­σης με τη πα­πο­σύ­νη και το ρό­λο που οι ε­κά­στο­τε Πά­πες της Ρώ­μης διεκ­δι­κού­σαν στις γε­νι­κό­τε­ρες πο­λι­τι­κές, κοι­νω­νι­κές και ό­χι μό­νο, δογ­μα­τι­κές ε­ξε­λί­ξεις.

Το 1515 ο Πά­πας ξε­κί­νη­σε μια νέ­α ε­πι­χεί­ρη­ση πώ­λη­σης συγ­χω­ρο­χαρ­τιών. Τα έ­σο­δα προ­ο­ρί­ζον­ταν να χρη­μα­το­δο­τή­σουν την α­νέ­γερ­ση ε­νός με­γα­λο­πρε­πούς να­ού προς τι­μή του α­γί­ου Πέ­τρου στη Ρώ­μη.

Ο Φρει­δε­ρί­κος ­Β΄ της Σα­ξο­νί­ας α­ντι­τά­χθη­κε. Με δι­κή του προ­τρο­πή και στή­ρι­ξη, το πα­νε­πι­στή­μιο της Βι­τεμ­βέρ­γης δυ­νά­μω­σε την ε­πί­θε­ση κα­τά της πα­πο­σύ­νης, ό­που Κάρ­λστα­ντ και Λού­θη­ρος πρω­το­στα­τούν. Συνέχεια

Κάτω από τον θρησκευτικό Μανδύα (Μέρος Α΄)

Κάποιες θρη­σκευ­τι­κές αι­ρέ­σεις, πέ­ρα α­πό τα ε­ξω­τε­ρι­κά γνω­ρί­σμα­τα της δογ­μα­τι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης με τις ε­κά­στο­τε κρα­τού­σες θρη­σκευ­τι­κές α­ντι­λή­ψεις, υ­πήρ­ξαν σε αρκετές περιπτώσεις —(ει­δι­κό­τε­ρα στη χρι­στια­νι­κή θρη­σκεί­α και σε πε­ριό­δους, ό­πως αυ­τή του βυ­ζα­ντι­νού και­σα­ρο­πα­πι­σμού και της με­σαιω­νι­κής Δύ­σης, ό­που η θρη­σκεί­α α­πο­τε­λού­σε ου­σια­στι­κό πα­ρά­γο­ντα της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής των αν­θρώ­πων)— πεδίο έκ­φρα­σης κοι­νω­νι­κών μετώπων άρ­νη­σης και α­ντί­στα­σης.

Παυ­λι­κια­νοί και Ει­κο­νο­μά­χοι στο Βυ­ζά­ντιο, Βο­γό­μι­λοι στη Βουλ­γα­ρί­α, Ζη­λω­τές στη Θεσ­σα­λο­νί­κη συ­να­ντιώ­νται —πί­σω α­πό τις δογ­μα­τι­κές τους α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις με τη θρη­σκεί­α— στις κοι­νές τους διεκ­δι­κή­σεις που δια­χρο­νι­κά α­να­φέ­ρο­νται στο πρό­βλη­μα της τε­ρά­στιας και α­να­παλ­λο­τρί­ω­της, με νό­μο του Ιου­στι­νια­νού, εκ­κλη­σια­στι­κής πε­ριου­σί­ας, στο πρό­βλη­μα της δη­μό­σιας εκ­παί­δευ­σης, που βρι­σκό­ταν στα χέ­ρια των μο­να­χών, της δου­λο­πα­ροι­κί­ας, που «δυ­να­τοί» και μο­να­στή­ρια ου­σια­στι­κά ε­πέ­βα­λαν και σε μια σει­ρά άλ­λων προ­βλη­μά­των που προ­κα­λού­σε η χλι­δή των γαιο­κτη­μό­νων και του κλή­ρου α­πέ­να­ντι στην πε­νί­α και την κα­τα­πί­ε­ση των α­δυ­νά­των. Συνέχεια

Ο ρόλος της Wall Street στην Οκτωβριανή Επανάσταση: Μια ενδιαφέρουσα άποψη από τον Antony C. Sutton (Ε΄ μέρος)

Ο ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ

Μόνο όταν οι Μπολσεβίκοι έλαβαν από εμάς μια σταθερή ροή κεφαλαίων μέσω διαφόρων καναλιών και υπό διαφορετικές ετικέτες, ήταν σε θέση να οικοδομήσουν το κύριο όργανό τους την Pravda, για να διεξάγουν ενεργητική προπαγάνδα και να επεκτείνουν σημαντικά την αρχικά μικρή βάση του κόμματός τους. (Von Kühlmann, υπουργός εξωτερικών, στον Kaiser, 3 Δεκεμβρίου 1917)

Τον Απρίλιο του 1917, ο Λένιν και μια ομάδα 32 Ρώσσων επαναστατών, κυρίως Μπολσεβίκων, ταξίδεψε με τραίνο από την Ελβετία μέσω της Γερμανίας και της Σουηδίας στην Πετρούπολη, στη Ρωσσία. Επρόκειτο να ενωθούν με τον Λέον Τρότσκυ, «για να ολοκληρώσουν την επανάσταση». Η μετάβασή τους μέσω της Γερμανίας εγκρίθηκε, διευκολύνθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το Γερμανικό γενικό Επιτελείο. Η μετάβαση του Λένιν στη Ρωσσία αποτελούσε μέρος ενός σχεδίου εγκεκριμένου από τη γερμανική Ανώτατη Διοίκηση, προφανώς όχι άμεσα γνωστού στον Kaiser, για να συμβάλει στην αποσύνθεση του ρωσσικού στρατού κι έτσι να εξαλείψει την παρουσία της Ρωσσίας από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πιθανότητα οι Μπολσεβίκοι να στρέφονταν κατά της Γερμανίας και της Ευρώπης δεν υπήρχε για το γερμανικό Γενικό Επιτελείο. Ο υποστράτηγος Hoffman είχε γράψει: «δεν γνωρίζαμε ούτε προβλέπαμε τον κίνδυνο για την ανθρωπότητα από τις συνέπειες αυτού του ταξιδιού των Μπολσεβίκων στη Ρωσσία».[1] Συνέχεια