Category Archives: Ιστορικά

Αναφορές σε ιστορικά γεγονότα που δημιούργησαν ή συμμετείχαν οι αναρχικοί ή σχετίζονται με το αναρχικό όραμα

Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ. Η γιαγιά της Ρωσσικής Επανάστασης

Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ και Αλέξανδρος Κέρενσκυ

Η Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ (1844-1934) είναι η μόνη ρωσσίδα επαναστάτρια της οποίας η ενηλικίωση συνδέεται με ολόκληρη την επαναστατική περίοδο –από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 μέχρι το 1917– και η ζωή της είναι αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην ευημερία των χωρικών.

Γονείς της ήταν η Όλγα Ιβάνοβνα και ο Κωνσταντίν Μιχαήλοβιτς Βέριγκο. Η Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ συχνά θα αναφέρει αργότερα: «Είχα υπέροχους γονείς· εάν υπάρχει κάτι καλό σε μένα το χρωστώ ολόκληρο σ’ αυτούς».

Από τον πατέρα της, κληρονόμησε ειλικρίνεια, μεγαλοκαρδία, αλλά και το ευέξαπτο τού χαρακτήρα· από τη μητέρα της –μια γυναίκα ευγενική– έλαβε εκπαίδευση από τις ιστορίες της Βίβλου. Οι γονείς της ποτέ δεν χτυπούσαν τα παιδιά και δεν επέτρεπαν ποτέ την βωμολοχία. Αλλά στην παιδική ηλικία της, η Μπρεσκόβσκυ προτιμούσε την απομόνωση. Στα απομνημονεύματά της, θα εξηγήσει αργότερα ότι η τάση της αυτή ξεπήδησε από το συναίσθημα ότι ήταν ανεπιθύμητη ως παιδί. Θυμάται τη μητέρα της να λέει μία φορά: «Όταν γεννήθηκες, δυσαρεστήθηκα πολύ … Τα άλλα μου παιδιά συμπεριφέρονται σαν όλα τα παιδιά, η Κάτια είναι σαν ανεμοστρόβιλος». Έτσι, χαρακτηρισμένο ως βίαιο και νευρικό παιδί, η συνηθισμένη πλέον απομόνωση της Μπρεσκόβσκυ οδήγησε σε ξαφνικές και συχνές εξαφανίσεις που οδήγησαν την γκουβερνάντα της σε κατάσταση νευρικού κλονισμού: «η Μπρεσκόβσκυ είναι μια αράχνη», ούρλιαζε. Συνέχεια

KΟΝΓΚΟ: ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΑΡΚΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Χιλιάδες ήταν οι καθημερινές εκτελέσεις και οι ακρωτηριασμοί όσων
δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της παραγωγής

Η ιστορία της ανθρωπότητας και όλου του πλανήτη είναι γεμάτη από γεγονότα, μικρής ή μεγάλης διάρκειας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης.

Πολλές αποικίες ήταν κατ’ ουσία ιδιοκτησία των ευρωπαϊκών μοναρχικών οίκων, οι οποίοι είχαν το αναφαίρετο δικαίωμα, ελέω ηγεμόνα, ζωής και θανάτου επί του «έμψυχου και άψυχου υλικού» ολόκληρων των περιοχών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βελγικό Κονγκό. Ο Λεοπόλδος Β΄, βασιλιάς του Βελγίου, παρέλαβε το 1885 ως προσωπική ιδιοκτησία το επονομαζόμενο βελγικό Κονγκό, σημερινό Ζαΐρ, για να ενισχύσει τις οικονομικές του δραστηριότητες. Έχοντας έκταση σχεδόν 20 φορές αυτήν της Ελλάδας και 76 φορές αυτήν του Βελγίου, το Κονγκό έμελλε να γίνει το μέρος που συντελέστηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Η εφεύρεση της ρόδας με συμπιεσμένο αέρα (λάστιχο) και η ύπαρξη πλούσιων κοιτασμάτων καουτσούκ στη χώρα ήταν μια χρυσή ευκαιρία για κέρδη. Όλοι έπρεπε να συνεισφέρουν στην ευοίωνη προοπτική του Λεοπόλδου κι έτσι εκατομμύρια ιθαγενείς εργάτες κλήθηκαν υποχρεωτικά να συμμετάσχουν κι αυτοί. Ριζοσπαστικές μέθοδοι αντιμετώπισης της παραγωγικότητας επινοήθηκαν. Χιλιάδες ήταν οι καθημερινές εκτελέσεις και οι ακρωτηριασμοί όσων δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της παραγωγής. [Κάποιοι μελετητές αναφέρουν ότι τα κομμένα μέλη χρησιμοποιούνταν ως μονάδες μέτρησης –πήχης, πόδι]. Η δουλειά δεν μπορούσε να πηγαίνει πίσω. Συνέχεια

Λεβ Τσερνίι

Ο Λεβ Τσερνίι [Lev Chernyi (=μαύρος λέων)] ήταν Ρώσος ατομικιστής αναρχικός –θεωρητικός, ακτιβιστής και ποιητής– και ένας από τους πρωτοστάτες της Τρίτης Ρωσικής Επανάστασης*. Ο Τσερνίι αποφυλακίστηκε το 1917, όντας μέχρι τότε πολιτικός κρατούμενος του τσαρικού ρωσικού καθεστώτος και γρήγορα εξελίχτηκε σε έναν από τους βασικούς αγωνιστές του ρωσικού αναρχισμού. Μετά από σφοδρές εκ μέρους του καταγγελίες σε αναρχικά έντυπα ενάντια στη νέα κυβέρνηση των μπολσεβίκων, και έχοντας συμμετάσχει σε διάφορες μυστικές αντιστασιακές κινήσεις, ο Τσερνίι συλλαμβάνεται από την Τσεκά κατηγορούμενος για παραχάραξη και εκτελείται στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 χωρίς να περάσει από δίκη. Συνέχεια

Φιοντόρ Μοτσάνοφκι

Απέναντι στους μπολσεβίκους δικαστές.

Η ομιλία του αναρχικού Φιοντόρ Μοτσάνοφσκι στο Επαναστατικό Δικαστήριο της Πετρούπολης, στις 13 Δεκεμβρίου 1922:

Eπιτρέψτε μου να καθυστερήσω λίγο την απάντησή μου στις ερωτήσεις που μου θέσατε για να σας δώσω μερικές πληροφορίες για την ομάδα Μπιζβλάστια,  και για την  θέση αυτής της ομάδας σχετικά με τις κυβερνήσεις γενικά και τη σοβιετική κυβέρνηση ειδικότερα. Κατ’ αρχήν, και ως μέλος της ομάδας Μπιζβλάστια, επιτρέψτε μου να δηλώσω ότι ούτε ο Τιλ, ούτε ο Τόμσον, ούτε ο Κοζιάρσκι που έχει κατηγορηθεί για ληστείες, έχουν ή είχαν ποτέ οποιαδήποτε σχέση με την ομάδα μας και, ότι, ο Κοζιάρσκι δεν ήταν ποτέ μέλος αυτής της ομάδας, ούτε και συνδεόταν με κάποιον τρόπο με την ομάδα. Με βάση αυτά,  διαμαρτύρομαι για  τα γελοία και  ψευδή δημοσιεύματα της Red Gazette, στις 13 Δεκεμβρίου 1922, που αναφέρουν ότι «ο Ιβάν Τιλ είναι μέλος της ομάδας Μπιζβλάστια». Και επιτρέψτε μου να αμφισβητήσω εκ των προτέρων οποιαδήποτε άλλη συκοφαντία εμφανιστεί στον επίσημο σοσιαλιστικό τύπο στο μέλλον. Δεν θα μακρηγορήσω για την ομάδα Μπιζβλάστια και τις δραστηριότητές της. Λίγα λόγια μόνο θα πω. Συνέχεια

Μια σύντομη βιογραφία του José Maria Villegas (1917-2008)

Γεννήθηκε στις Caniles (Γρανάδα) στις 8 Μαΐου 1917. Ανέπτυξε ενδιαφέρον για τους κοινωνικούς αγώνες πολύ νωρίς στη ζωή του. Για το λόγο αυτό διώχθηκε από τα πολιτικά αφεντικά του χωριού του και αναγκάστηκε να μετακομίσει στη Βαρκελώνη όπου εργάστηκε ως ξυλουργός και ως επιπλοποιός, δραστηριοποιούμενος στη φημισμένη Ένωση Ξυλουργών της CNT της Βαρκελώνης.

Με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, πήρε μέρος στην επανάσταση στη Βαρκελώνη και στη νίκη ενάντια στους φασίστες. Κατατάχθηκε στις πολιτοφυλακές και στην ηλικία των 19 ετών προσχώρησε στην ταξιαρχία Durruti, όπου ορίστηκε εκατόνταρχος (εκπρόσωπος ομάδας 100 ατόμων).

Πήρε μέρος στην επιτυχημένη μάχη του Alcala del Obispo και στις 15 Αυγούστου 1936 τραυματίστηκε στο χέρι, αλλά αρνήθηκε να εγκαταλείψει το μέτωπο και έτσι έμεινε με τους συντρόφους του. Αυτός και η ομάδα του των εκατό ατόμων ξεκίνησαν για τη Μαδρίτη, όπου ο Durruti έχασε τη ζωή του, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον Βιλιέγκας, κατέστρεψε το ηθικό όλων των συντρόφων του. Παρ’ όλα αυτά αγωνίστηκαν με όλη τους τη δύναμη. Συνέχεια

Luther Standing Bear: Τα παιδικά μου χρόνια ως Ινδιάνος (Μέρος β΄)

Κεφάλαιο 2ο: Τόξα και βέλη

Όταν ήμασταν μικροί σύντροφοι και δεν είχαμε γίνει ακόμη κυνηγοί, φτιάχναμε μικρά τόξα, με τα οποία παίζαμε μέσα στα tipis. Ήταν ακριβώς όπως τα μεγάλα τόξα, άψογα σε μαστοριά και, αν και μικρά, ήταν ακριβώς ό,τι έπρεπε για εξάσκηση στην κατασκευή και στο σημάδι. Χρησιμοποιούσαμε σχεδόν όλα τα είδη ξύλου για αυτά τα μικρά παιγνίδια, τόξα και βέλη, αλλά όταν αρχίσαμε να τα φτιάχνουμε για πραγματική χρήση, έπρεπε να μάθουμε πώς να επιλέγουμε το ξύλο. Αυτό ήταν μέρος της τέχνης. Γύρω από τον κύριο κορμό των δέντρων της κερασιάς μεγάλωναν τα δεύτερης γενιάς κλαδιά κι αυτά ήταν ίσια και λεπτά. Τα κόβαμε και ξεφλουδίζαμε τον φλοιό με τα νύχια μας, αφήνοντας το ξύλο λευκό και όμορφο στην όψη. Επιφυλάσσαμε στα δόντια μας και τα νύχια μας καλή μεταχείριση εκείνες τις μέρες. Ποτέ δεν σκεφτήκαμε να λιμάρουμε τα νύχια μας ή να τα καλλωπίσουμε, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ήταν δυνατά και χρήσιμα και τα δόντια μας ήταν γερά και λευκά. Και τα νύχια και τα δόντια μας μάς χρησίμευαν για πολλούς σκοπούς, που ο λευκός άνθρωπος ούτε καν γνωρίζει. Αλλά παρατήρησα ότι ο οδοντίατρος στις μέρες μας είναι ιδιαιτέρως πολυάσχολος. Συνέχεια

Luther Standing Bear: Τα παιδικά μου χρόνια ως Ινδιάνος (Μέρος α΄)

Ο Luther Standing Bear (1868-1939) γεννήθηκε ως Oglala Lakota οκτώ χρόνια πριν τη μάχη του Little Bighorn[1]. Ενώ ήταν ακόμη παιδί, έζησε την βίαιη εγκατάσταση των Ινδιάνικων φυλών στους «καταυλισμούς»-φυλακές του Αμερικάνικου κράτους. Αυτό τον σημάδεψε βαθιά, όπως άλλωστε και χιλιάδες άλλους Ινδιάνους που το βίωσαν. Προτού ενωθεί για πάντα με το Μεγάλο Πνεύμα, που προσέγγισε κι ερμήνευσε με ζηλευτή ανυστεροβουλία, μάς άφησε εξαιρετικής σημασίας αφηγήσεις για τον αυθεντικό Ινδιάνικο τρόπο ζωής. Μία από αυτές είναι και Τα παιδικά μου χρόνια ως Ινδιάνος, στην οποία εξιστορεί με γλαφυρότητα και λεπτομέρεια το πώς μεγάλωναν και διαπαιδαγωγούνταν τα παιδιά των Oglala Lakota. H συγκεκριμένη αφήγηση έλαβε τη μορφή βιβλίου και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1931 στις Η.Π.Α. Ακολουθεί, για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση, το πρώτο κεφάλαιο της εν λόγω ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσας αφήγησης.

Οι γονείς μου ανήκαν σε αυτή τη μεγάλη φυλή των πεδιάδων που τώρα αποκαλείται Sioux (Σιού). Αλλά πριν έρθουν οι λευκοί άνθρωποι, ονομάζαμε τον εαυτό μας Lakota. Οι πρώτοι λευκοί που ήρθαν σε αυτή την χώρα νόμιζαν ότι ανακάλυψαν την Ινδία, μια γη που αναζητούσαν· έτσι, ονόμασαν τους ανθρώπους που βρήκαν εδώ Ινδιάνους. Μέσα από το λάθος αυτών των πρώτων αποικιστών ονομαζόμαστε έκτοτε Ινδιάνοι.

Τώρα το μεγάλο ποτάμι του Missouri δια­τρέχει την χώρα που κατοικούσε ο λαός μου. Το κομμάτι της φυλής που κατοικούσε στην ανατολική πλευρά του ποταμού ονόμαζε τον εαυτό του Dakota κι όσοι ζούσαν στη δυτική πλευρά του ονομάστηκαν Lakota. Εγώ γεννήθηκα Lakota. Αργότερα, όταν πολλοί λευκοί άνθρωποι έφτασαν σε αυτή την χώρα, κατάλαβαν ότι η φυλή μου ήταν πολύ ισχυρή και ανεξάρτητη. Διατηρήσαμε τη γη μας, για εμάς, κρατώντας τις άλλες φυλές μακριά μας. Οι πολεμιστές μας ήταν γενναίοι και φημισμένοι για την πολεμική τους ικανότητα.

Γι’ αυτό, όλες οι άλλες φυλές τους φοβούνταν. Οι λευκοί, βλέποντας ότι εμπνέα­με φόβο στις άλλες φυλές που μας περιέβαλλαν, άρχισαν να μας φοβούνται κι αυτοί κι έτσι μας ονόμασαν Sioux. Η λέξη Sioux είναι γαλλική και σημαίνει «κομμένος λαιμός». Οπότε, έτσι γίναμε γνωστοί ως Sioux. Κάποιοι συγγραφείς μάς ονόμασαν «Οι μαχητικοί Sioux», ενώ άλλοι «Οι ισχυροί Sioux». Ο λαός μας ήταν γεμάτος περηφάνεια, αλλά οι γυναίκες μας ήταν ήσυχες και ευγενικές και οι άνδρες γενναίοι και αξιοπρεπείς. Κερδίσαμε το δικαίωμά μας να είμαστε περήφανοι, επειδή ήταν μια βασική αρχή για τους Sioux να είναι γενναίοι και ήταν ασυγχώρητο να είναι κανείς δειλός. Συνέχεια

Σοφία Περόφσκαγια

Συγγραφέας της παρακάτω βιογραφίας της Σοφίας Περόφσκαγια, μιας από τους πέντε αγωνιστές που κρεμάστηκαν το 1881 για τη δολοφονία του Τσάρου, είναι η Βέρα Φίγκνερ, η οποία επέζησε 25 χρόνια σε τσαρικές φυλακές. 

Είναι περίεργο ότι αυτή η ασκητική επαναστάτρια ήταν η δισεγγονή του Κυρίλλου Γκρηγκορίεβιτς Ραζούμοβσκι, του τελευταίου στρατιωτικού διοικητή της Μικρής Ρωσσίας, η εγγονή του κυβερνήτη της Κριμαίας κατά την περίοδο του Αλεξάνδρου Α΄ και η κόρη του κυβερνήτη της Αγίας Πετρούπολης κατά την εποχή του Αλεξάνδρου Β΄.

Οι συνθήκες της παιδικής ηλικίας της πυροδότησαν στη Sofia Perovskaya μια αίσθηση τιμής και μια φλογερή αγάπη για την ανθρωπότητα, η οποία ποτέ δεν έσβησε.

Στην καταπιεστική ατμόσφαιρα της οικογένειάς της, η Sofia Lvovna έμαθε να αγαπάει την ανθρωπότητα, να αγαπά αυτούς που υποφέρουν, καθώς αγάπησε τη μητέρα της που είχε υποφέρει τόσο πολύ και με την οποία διατηρούσε τρυφερή σχέση μέχρι τις τελευταίες τραγικές ημέρες της ζωής της.

Κατά την δίκη μου, οι προϊστάμενοι δεσμοφύλακες του κρατητηρίου Μεταγωγών μού είπαν ότι στην διάρκεια της δίκης της, η Sofia μίλησε ελάχιστα με την μητέρα της, η οποία είχε έρθει από την Κριμαία για να την δει. Όπως ένα άρρωστο, κουρασμένο παιδί, ακίνητο και άφωνο, ξάπλωνε με το κεφάλι της στα γόνατα της μητέρας της. Οι δύο δεσμοφύλακες, οι οποίοι κάθονταν στο κελλί της μέρα και νύχτα, παρέμειναν στο καθήκον κατά τις επισκέψεις αυτές. Συνέχεια

Οι Αναρχικοί του Μιλάνο (1920-1942)

Στο Μιλάνο, ένα παραδοσιακό προπύργιο του μαρξιστικού σοσιαλισμού, οι αναρχικοί δεν είχαν ποτέ αποτελέσει σημαντική δύναμη. Μόνο από το 1920 και χάρη στην θερμαινόμενη ατμόσφαιρα της Κόκκινης Μπιενάλε, στη δημοσίευση της καθημερινής εφημερίδας Umanità Nova την οποία ίδρυσε ο Errico Malatesta και στην απομάκρυνση από την πόλη της ηγεσίας της ιταλικής συνδικαλιστικής ένωσης (USI), οι αναρχικοί του Μιλάνο άρχισαν να ζουν μια περίοδο ευρείας επιρροής και αποδοχής, επιρροή που γρήγορα έπεσε μετά τo τέλος των καταλήψεων των εργοστασίων. Η έντονη καταστολή που ακολούθησε την κατακραυγή από τις βομβιστικές επιθέσεις στο Θέατρο Diana (στις 23 Μαρτίου 1921), μαζί με την ανεξέλεγκτη βία των φασιστών, έπληξαν σοβαρά το κίνημα.

Από τον Μάρτιο στη Ρώμη μέχρι τους «Ειδικούς» Νόμους

Ο Μάρτιος στη Ρώμη έφερε μια νέα πνοή στα γεγονότα. Τον Φεβρουάριο του 1923, η Pagine Libertarie (μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε ο Carlo Molaschi τον Ιούνιο του 1921) έκλεισε, η αστυνομία κατέσχεσε όλα τα βιβλία από το Casa Editrice Sociale και το βιβλιοπωλείο Tempi Nuovi και πολλοί αγωνιστές αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους: μαχητές, όπως ο Molaschi, ο Giuseppe Monanni, ο Leda Rafanelli, ο γραφολόγος Zerboni, ο Fioravante Meniconi [μέλος του προσωπικού της Umanita Nova και συντάκτης προκήρυξης εκ μέρους των βομβιστών του Θεάτρου Diana] οι Mario Mantovani και Angelo Damonti, οι οποίοι ήταν επικεφαλής της Επιτροπής Υποστήριξης Πολιτικών Θυμάτων και άλλοι. Ακόμα και η USI ήταν τότε μόνο μια σκιά του πρότερου σχήματός της. Ο Armando Borghi υπενθύμισε: «Μόνο μερικοί από εμάς βρισκόμασταν στη βάση μας στη Via Achille Mauri. Δεν είχαμε ψευδαισθήσεις για μια αναζωπύρωση. Και δεν υπάρχει πιθανότητα να διατηρηθούν επαφές, ούτε καν ταχυδρομικώς. Ήταν ένα σημείο τιμής μεταξύ μας να πούμε ότι η USI “εξακολουθούσε να υπάρχει„». Οι πιο γνωστοί μαχητές βρίσκονταν υπό επιτήρηση και παρακολουθούνταν μέρα και νύχτα. «Ήταν σαν να υπήρχε συνεχώς μια σκιά πίσω μας…».

Ωστόσο, μέχρι το 1925, η καλλιτεχνικού περιεχομένου περιοδική έκδοση του Molaschi, L’Universita Libera, κυκλοφόρησε με επιτυχία, όπως και το επίσημο όργανο της USI, η Rassegna Sindacale, στο οποίο συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, ο Borghi, ο Nicola Modigno (πρώην γραμματέας της Andria Camera del Lavoro) και ο Alibrando Giovannetti. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί η κυκλοφορία του In Marcia, οργάνου του σιδηροδρομικού συνδέσμου που εκδόθηκε από τον Augusto Castrucci.

Οι «ειδικοί» νόμοι του Νοεμβρίου του 1926 απομάκρυναν κάθε παρατεταμένη δυνατότητα νόμιμης δράσης, αφήνοντας την παράνομη δράση ως τη μόνη επιλογή. Συνέχεια

Βέρα Φίγκνερ (1852-1942), Μέρος Β΄

Το να χάσεις την ελευθερία σου σημαίνει να χάσεις την κυριότητα του ίδιου του σώματος. (Βέρα Φίγκνερ).

Η δολοφονία του τσάρου Αλεξάνδρου ΙΙ

Ο Φράνκο Βεντούρι, ιστορικός της πολιτικής σκέψης, ισχυρίζεται ότι ενώ το πρόγραμμα των Λαϊκιστών απέτυχε να υποκινήσει την περιζήτητη επανάσταση, οι αγρότες εκτίθενται σε διαφορετικές ιδέες: «Παντού οι αγρότες είχαν ακούσει αυτούς τους περίεργους ταξιδιώτες με έκπληξη, έκπληξη και μερικές φορές υποψία. Αλλά η κυβέρνηση αντιλήφθηκε ότι τώρα δημιουργήθηκε ένα νέο επαναστατικό κίνημα». Πιστεύοντας στα ιδεώδη των Λαϊκιστών, η Φίγκνερ προχώρησε εκεί που οι άλλοι είχαν σταματήσει.

Η πρώτη της ευκαιρία ήρθε τον Αύγουστο του 1877. Αποδέχεται μια θέση ως βοηθός γιατρού στο Studentsy στην επαρχία Σαμάρα, και γίνεται υπεύθυνη για την ιατρική παρακολούθηση 12 αγροτικών περιοχών. Για πρώτη φορά, η Φίγκνερ αντιμετωπίζει την πραγματικότητα του ανθρώπινου πόνου και της στέρησης. Αυτό διήρκεσε μόνο τρεις μήνες. Το 1878 μεταβαίνει στην Αγία Πετρούπολη, όπου γνωρίζει την Σόνια Περόβσκαγια, μια φιλία που θα διαρκέσει μέχρι να κρεμαστεί η Περοβσκάγια για πολιτική τρομοκρατία. Την ίδια χρονιά, η Φίγκνερ μετακομίζει ως βοηθός χειρουργού στο χωριό Vyazimo στην επαρχία Saratov, με την αδελφή της Ευγενία. Για να κάνει την πρακτική της στην ύπαιθρο, η Βέρα έπρεπε να κερδίσει τους δεισιδαιμονικούς αγρότες και τους τοπικούς αξιωματούχους. Για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, αυτή ήταν η πρώτη γυναίκα γιατρός με σύγχρονη ιατρική εκπαίδευση που είχαν συναντήσει ποτέ. Η Φίγκνερ εκτιμά στα απομνημονεύματά της ότι είδε πάνω από 5.000 ασθενείς τους πρώτους δέκα μήνες. Συνέχεια

Βέρα Φίγκνερ (1852-1942), Μέρος Α΄

Τα απομνημονεύματα των Ρώσων επαναστατών του τέλους του 19ου αιώνα περιέχουν τα ονόματα πολλών γυναικών, οι οποίες κατέχουν εξέχουσα θέση. Οι στατιστικές των συλλήψεων δείχνουν ότι περίπου το 15% ήταν γυναίκες. Σε αυτές τις λίστες, το όνομα Vera Figner ξεχωρίζει ως συνώνυμο με αυτό της αφοσιωμένης επαναστάτριας. Πράγματι, η συμμετοχή της στο σχέδιο να δολοφονηθεί ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄, η δίκη της και τα επόμενα χρόνια φυλάκισης άφησαν ένα αποτύπωμα σε εκείνους που θα ακολουθούσαν μια μαχητική επαναστατική πορεία.

Η Figner γεννήθηκε στη Ρωσία της δεκαετίας του 1850, μια εποχή έντονου δημόσιου διαλόγου στην ιστορία της χώρας. Η Δυτική Ευρώπη βρισκόταν στο στάδιο της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις ενός σύγχρονου βιομηχανικού κράτους, ενώ για τα προηγούμενα 70 χρόνια η Ρωσία είχε σταθεροποιηθεί στο ζήτημα της δουλοπαροικίας και της εξάλειψής της, χωρίς να αλλάξει τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές. Συνέχεια

«Ο Νίτσε ήταν αναρχικός»: η άγνωστη σύνδεση των απόψεων της EMMA ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ με τις ιδέες του ΝΙΤΣΕ

Έμμα Γκόλντμαν και Αλεξάντερ Μπέρκμαν

Η θρυλική αναρχική αγαπούσε τον φιλόσοφο τού «αρνητικού» υπαρξισμού. Υπερασπίστηκε τις ιδέες του σε συνέδρια και σε περιοδείες ανά τον κόσμο. Τόσο η ίδια, όσο και πολλοί άλλοι, τον θεωρούσαν ένα είδος προφήτη που ερχόταν σε ρήξη με το παρελθόν, καθώς και έναν εξαγριωμένο «εικονοκλάστη».

Διασχίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1913 και 1917, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μια σειρά δημόσιων ομιλιών σχετικά με τον Νίτσε και την σημασία των απόψεων του σε σχέση με την αναρχική θεώρηση εκείνης της εποχής. Υπάρχουν τουλάχιστον είκοσι τρεις ομιλίες, που πραγματοποιήθηκαν από το Λος Άντζελες μέχρι τη Νέα Υόρκη, αναφορικά με την σχέση της σκέψης του Νίτσε με τα ζητήματα του αθεϊσμού, του αντι-κρατισμού, του αντι-εθνικισμού και του αντι-μιλιταρισμού (στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Μπορεί να φαίνεται ότι η εκτίμηση της Γκόλντμαν για τον Νίτσε ήταν μην ήταν καταγεγραμμένη και ότι μόνο τα κείμενα αυτών των ομιλιών χρησιμοποιούνται ως βάση για να επαληθευτεί η ακριβής φύση του ισχυρισμού της, ότι δηλαδή ο Νίτσε ήταν σχετικός με την αναρχία, αλλά δεν είναι έτσι. Η αστυνομία, έπειτα από έρευνα στα γραφεία της Μητέρας Γης, της αναρχικής εφημερίδας που συνεξέδιδε η Γκόλντμαν, κατέσχεσε όλο τα υλικό το οποίο ήταν ύποπτο για προτροπή σε εξέγερση ή που εναντιωνόταν στην αμερικανική πολεμική εκστρατεία. Η Έμμα Γκόλντμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει αντίγραφα των ομιλιών της. Έτσι, αυτά τα κείμενα της για τον Νίτσε χάθηκαν για τις μελλοντικές γενιές. Συνέχεια

Ἀθανάσιος Διάκος, ο πρωτομάρτυρας τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821

Η μάχη της Αλαμάνας

Ὁ Ἀθανάσιος Διάκος (4 Ιανουαρίου 1788 – Λαμία, 24 Ἀπριλίου 1821) ἔδρασε στὴν Στερεὰ Ἑλλάδα. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Ἀθανάσιος Γραμματικὸς ἢ Μασσαβέτας.  Μυήθηκε στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία τὸ 1818 καὶ τὸ 1820 ἔγινε ἀρματωλὸς.

Μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς ἐπανάστασης, ὁ Διάκος κι ἕνας ντόπιος καπετάνιος καὶ φίλος, ὁ Βασίλης Μποῦσγος, ὁδήγησαν ἕνα ἀπόσπασμα μαχητῶν στὴ Λιβαδειὰ μὲ σκοπὸ τὴν κατάληψή της. Τὴν 1η  Ἀπριλίου τοῦ 1821, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἄγριας μάχης ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, τὸ κάψιμο τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Μιρ Ἀγὰ (συμπεριλαμβανομένου τοῦ χαρεμιοῦ) καὶ τὴν κατάληψη τοῦ κάστρου, ἡ πόλη ἔπεσε στοὺς Ἕλληνες. Συνέχεια

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Μὲ τὴν εὐκαιρία της συμπληρώσεως 199 χρόνων ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 παρουσιάζουμε τὸ ἄσμα τοῦ Βασίλη. Ποιὸς εἶναι ὁ Βασίλης δὲν  εἶναι ἐξακριβωμένο. Μία παραλλαγὴ λέγει ὅτι ἦταν γυιὸς παπαδιᾶς ἀπὸ τὴν Ράψανην τῆς Θεσσαλίας, ἄλλη μνημονεύει ὡς πατρίδα του τὸ Πυρνάρι τῆς Ποταμιᾶς, παρὰ τὴν Ἐλασσώνα. Ἡ μὲν τὸν θέλει σύντροφο τῶν Θεσσαλῶν ὁπλαρχηγῶν Μάνταλου καὶ Μπασδέκη, ἡ δὲ τοῦ Μπουκουβάλα. Σὲ ἄλλη πάλιν παραλλαγὴν ἀντὶ Βασίλης, ὁ κλέφτης ὀνομάζεται, διὰ τοῦ κοινοτέρου ὀνόματος, Δῆμος.

Ἴσως ἐκ τούτων θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ὑποθέση ὅτι πρόκειται περὶ Θεσσαλοῦ κλέφτη τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἐκεῖνο, πάντως, τὸ ὁποῖο ἔχει σημασία εἶναι ὅτι τὸ ἄσμα ἀποδίδει μὲ λιτὸ τρόπο τὸ πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία τὸ ὁποῖον ὠθοῦσε πρὸς τὸν ἀδέσμευτο βίο τοῦ κλέφτη στὰ βουνά. Τὸ ἄσμα δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ συλλογὴ δημοτικῶν ἀσμάτων τοῦ Σπ. Ζαμπελίου. Συνέχεια

Μια βιογραφία του βούλγαρου αναρχικού Τίνκο Σίμωφ

«Ο Τίνκο Σίμωφ ήταν ένας από τους πρώτους αναρχικούς στη Βουλγαρία και ο τελευταίος από τους αντάρτες που έπεσε στον αγώνα μετά από πολλά χρόνια ζωής στην παρανομία… Ήταν ένας άνθρωπος με πνευματικότητα, ευγένεια, καλοσύνη και ευαισθησία. Ποιητής και συναισθητικός, αγάπησε με πάθος τη φύση, την οποία γνώριζε καλά, θαυμάζοντας το τραγούδι των πουλιών στο δάσος και σκαρφαλώνοντας συχνά σε δέντρα για να επισκευάσει τις κατεστραμμένες φωλιές». Μπαλκάνσκι (Γκεώργκι Γκλιγκόριεφ, βούλγαρος αναρχοκομμουνιστής, 1906-1996).

Η εκκλησία στη Σόφια μετά την βομβιστική επίθεση

Ο Τίνκο Σίμωφ γεννήθηκε το 1887 στο χωριό Balgarene, κοντά στο Λόβετς της Βουλγαρίας, σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Εκπαιδεύτηκε σε πρώτο βαθμό στο σχολείο του χωριού του και αργότερα σπούδασε στο Δημοτικό Λύκειο του Λόβετς. Εδώ εντάσσεται σε έναν κύκλο μαρξιστικών σπουδών και λόγω αυτού του γεγονότος εκδιώκεται από το λύκειο. Συνεχίζει την εκπαίδευσή του στο Γκαμπόρο.

Αρνείται να συμμετάσχει στον πρώτο και τον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο και αποφεύγει την επιστράτευση. Φυλακίζεται, αλλά καταφέρνει να δραπετεύσει, συνεχίζοντας τον αγώνα ενάντια στη συμμετοχή της Βουλγαρίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως αποτέλεσμα αυτού, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην κεντρική φυλακή στη Σόφια. Είναι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου φυλάκισης που γίνεται αναρχικός, με την επιρροή των συγκρατουμένων του αγωνιστών Gueorgui Cheitanov και Zhelyu Grozev. Συνέχεια

Ρωσσία 1917. Το κίνημα του Κορνιλώφ και το πραξικόπημα των μπολσεβίκων.

Έχοντες υπ’ όψιν μας τα όσα συνέβησαν μετά την επανάστασι στη Ρωσσία, το 1917,[1] μας δίνεται η δυνατότητα να προσεγγίσουμε ορισμένες ιδιαίτερα καθοριστικές καταστάσεις, οι οποίες συνθέτουν το σύνολο του πλέγματος των εξουσιαστικών σχέσεων και αντιθέσεων κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Οφείλουμε να παραδεχθούμε, ότι η πολυσυνθετότητα των καταστάσεων οι οποίες ανεδείχθησαν, αμέσως μετά την επανάστασι, είχαν σχέση με το ζήτημα των διαδικασιών αναδιοργανώσεως της Τάξεως επί νέων βάσεων και συμφώνως προς τα δεδομένα, τα οποία ανέδειξε ο επαναστατημένος κοινωνικός χώρος. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει όλα τα, εν δράσει και κατεστημένα, μέχρι την στιγμή της κοινωνικής έκρηξης τμήματά της, καθώς και εκείνα τα οποία εκμεταλλευόμενα τις συνθήκες αναταραχής και κρίσεως επιδιώκουν να συσσωματωθούν ή ακόμη και να αναδειχθούν ως καθοριστικοί συντελεστές της Ταξικής μεταμορφώσεως.

Προκειμένου να μην υπάρξουν παρερμηνείες, οφείλουμε να κάνουμε σαφές πως αυτό το οποίον ίσχυσε ήταν η προσπάθεια μιας μερίδας ατόμων, οι οποίοι ανήκαν στα μεσαία στρώματα της κοινωνίας και πλαισιώθηκαν, μέσω οργανωτικών δομών (όπως το εκάστοτε κόμμα και οι οργανώσεις του), τόσον από άτομα παρεμφερούς κοινωνικής συστάσεως όσον και από εργατικά στοιχεία. Αυτή η πλαισίωσις υλοποιήθηκε μέσω πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων, ένα μέρος των οποίων επαγγελόταν την κυριαρχία μιας ανύπαρκτης, εν γένει, εργατικής τάξεως. Στην πραγματικότητα, επιδιώκετο η ενσωμάτωση των υψηλών και μεσαίων στελεχών του κόμματος στην ήδη υπάρχουσα Τάξι. Συνέχεια

Τα γεγονότα του Ιουλίου 1917 στην Ρωσσία (Μέρος 2ο)

Τα γεγονότα του Ιουλίου

4 Ιουλίου 1917. Η διαδήλωση.

Η προσπάθεια ανατροπής βασίσθηκε, εν μέρει, στην αναταραχή που προέκυψε στους κόλπους της κυβέρνησης, καθώς στις 2 Ιουλίου το Κόμμα της Ελευθερίας του Λαού, γνωστό και ως Καντέτ, αποχώρησε από τον κυβερνητικό συνασπισμό με την απειλή της διάλυσής του. Την ίδια μέρα η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία του Πέτρογκραντ, ενεργώντας ως αιχμή του δόρατος των μπολσεβίκων, μετά από μυστική σύσκεψι, αποφάσισε να καλέσει τους εργάτες και στρατιώτες της πόλεως σε αντικυβερνητική διαδήλωσι. Ήδη η υποχώρηση των ρωσσικών στρατευμάτων στο μέτωπο (μετά τις αρχικές επιτυχίες της επίθεσης) βάρυνε το κλίμα γενικώτερα, σε συνδυασμό με την μπολσεβίκικη προπαγάνδα.

Στο Πέτρογκραντ, το Πρώτο σύνταγμα Πολυβολητών συναντήθηκε με μια αναρχική αυτοαποκαλούμενη Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή και αποφάσισαν προκλητικά να διαδηλώσουν στις 3 Ιουλίου, καλώντας την φρουρά και τους εργάτες να κάνουν το ίδιο. Στις 7 το βράδυ, φορτηγά γεμάτα πολυβολητές κατέλαβαν στρατηγικά σημεία στην πρωτεύουσα και έστησαν τα πολυβόλα τους στις προσβάσεις των γεφυρών που οδηγούσαν προς το κέντρο τη πόλεως. Μολονότι στην κίνησι συμμετείχαν τα συντάγματα Μόσχας, Γρεναδιέρων, Παβλόβσκι, το 6ο Τάγμα Μηχανικού, και το 180 Εφεδρείας Πεζικού και το Φινλάντσκι, αρκετά συντάγματα που συμμετείχαν στη επανάστασι κατά τον Φεβρουάριο, είτε δήλωσαν ουδετερότητα είτε αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την κίνησι αυτή. Στις 8μμ η διαδήλωσις ξεκίνησε με επικεφαλής αρχικά την αναρχοκομμουνιστική Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή. Πάνοπλες φάλαγγες εργατών και στρατιωτών έφτασαν στο κέντρο της πόλης και κατευθύνθηκαν στην έδρα του κόμματος των Μπολσεβίκων. Οι μπολσεβίκοι μπήκαν επικεφαλής της ανταρσίας ενάντια στο Σοβιέτ του Πέτρογκραντ «για να περάση η εξουσία στα Σοβιέτ(!)». Συνέχεια

Τα γεγονότα του Ιουλίου 1917 στην Ρωσσία (Μέρος 1ο)

Τα προηγηθέντα

4 Ιουλίου 1917. Στρατιώτες του 1ου Συντάγματος Πολυβολητών κινούνται για την κατάληψη θέσεων στο κέντρο του Πέτρογκραντ.

Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η κατάσταση την οποία δημιούργησε το καθεστώς της Προσωρινής Κυβερνήσεως η οποία, πέραν του αμφιλεγομένου ζητήματος της συνέχειας του πολέμου, άφησε ένα πλούσιο έργο.

Εκτός των ήδη αναφερθέντων[1] το έργο αυτό περιελάμβανε την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ένα ειδικό εκκλησιαστικό συμβούλιο, το οποίο από τον Μάρτιο προετοίμασε την σύνοδο δια της οποίας θα επικυρωνόταν αυτή η ανεξαρτησία. Η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της στις 15 Αυγούστου. Επίσης, όλες οι εκκλησίες, οι αιρέσεις και οι θρησκείες, είχαν το ελεύθερο να προσηλυτίζουν.

Είναι γεγονός η κατάργηση της θανατικής ποινής, η οποία επαναφέρθηκε μετά τα γεγονότα του Ιουλίου (χωρίς να τύχει ιδιαιτέρας εφαρμογής) με σκοπό την επίτευξη πειθαρχίας στο στράτευμα. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η Εκτελεστική Επιτροπή (του σοβιέτ) του Πέτρογκραντ αντιτάχθηκε στην κατάργησή της, γνωστοποιώντας την θέση της στον Α. Κέρενσκυ δια του αρχισυντάκτη της Ισβέστια[2] Στεκλώφ. Αυτή η εναντίωση, εν συνεχεία, όχι μόνον αποσύρθηκε, αλλά και διαγράφηκε από τα πρακτικά.

Θα πρέπει, επί προσθέτως, να υπομιμνησθεί πως, σε ό,τι αφορά τον αναδασμό, η Προσωρινή Κυβέρνησις προέβαλε επαναστατικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούσαν στην μεταβίβασιν όλης της γης σ’ εκείνους, οι οποίοι την καλλιεργούσαν. Όμως, παρά τα μεγάλα βήματα που πραγματοποίησε προς την κατεύθυνσιν του αναδασμού δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το έργο αυτό,[3] τόσον λόγω της δεδομένης εμπλοκής στην παγκόσμια ανθρωποσφαγή, όσον και εκ του γεγονότος της τεράστιας σε έκτασι ρωσσικής γης, αλλά και της ανάγκης συγκομιδής προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού, πολιτικού και στρατιωτικού. Συνέχεια

ΡΩΣΣΙΑ 1917. Από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως τα γεγονότα του Ιουλίου. (Μέρος 2ο)

Η άφιξη του Λένιν

Παρά το ότι η κομμουνιστική αριστερά προσπαθεί να ξεχάσει το γεγονός, η αλήθεια είναι ότι η μετακίνηση του Λένιν από την Ελβετία στην Ρωσσία, πραγματοποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας του με το Γερμανικό κράτος, το οποίο και διέσχισε μαζί με την ακολουθία του μέσα σε ένα σφραγισμένο τραίνο. Από εκεί μέσω Σουηδίας πέρασε στην Ρωσσία. Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, πλέον, ότι η συμφωνία περιελάμβανε, εκτός από την μεταφορά του Λένιν, την ενεργότερη βοήθεια της Γερμανίας προς τους Μπολσεβίκους με αντάλλαγμα την σύναψη ειρήνης μεταξύ Ρωσσίας και Γερμανίας, το ταχύτερον δυνατόν, ώστε τα γερμανικά στρατεύματα να δυνηθούν, μετά τον τερματισμό του πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους κατά της Γαλλίας, της Βρετανίας και των συμμαχικών δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο.

Ο Λένιν αφικνείται στην Ρωσσία την νύκτα της 3ης Απριλίου και ανακοινώνει τις Θέσεις του Απρίλη. Πρόκειται για κείμενο εκ 10 σημείων, το οποίο ο Πλεχάνωφ χαρακτήρισε ως προϊόν παραληρήματος.

Είναι αλήθεια ότι το κείμενο διαπνέεται από αντιφάσεις, εμφυλιοπολεμικό πνεύμα και αστικοδημοκρατική φρασεολογία και κατεύθυνση, που γαρνίρεται από βαρύγδουπη αντικεφαλαιοκρατική κουτοπονηριά. Χαρακτηριστικά –και επιγραμματικά– αξιώνει και συναρτά «το τέλος του πολέμου με την ανατροπή του κεφαλαίου που θα επιφέρει ειρήνη αληθινά δημοκρατική(!), όχι εξαναγκαστική» (θέση 2), διακηρύσσει το πέρασμα «της εξουσίας στα σοβιέτ των εργατών βουλευτών» (θέση 4), ενώ αμέσως μετά προτάσσει αντί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας την «δημοκρατία των σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών» (θέση 5) και στην συνέχεια διακηρύσσει ότι «δεν τίθεται ως άμεσο καθήκον η εφαρμογή του σοσιαλισμού» (θέση 8). Πρόκειται για ένα αστικοδημοκρατικό πρόγραμμα που έχει σκοπό να αντικαταστήσει την ήδη χαραχθείσα από την Προσωρινή Κυβέρνηση αστικοδημοκρατική πορεία.[1] Μόνο που στην ουσία υστερεί. Συνέχεια

ΡΩΣΣΙΑ 1917. Από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως τα γεγονότα του Ιουλίου. (Μέρος 1ο)

Περί επανεγγραφής της ιστορίας

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από το ψεύδος. Η επίδρασή του στον πληθυσμό είναι τόσον καταλυτική ώστε εκείνος, ο οποίος θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια, είναι σφόδρα ενδεχόμενο να διατρέξει διαφόρους κινδύνους και να υποστεί συκοφαντικές επιθέσεις, επειδή είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το εδραιωμένο ψεύδος ανατρέπεται με μεγάλη δυσκολία. Όταν, μάλιστα, τα ψεύδη σχετίζονται με καταστάσεις υψηλού ενδιαφέροντος και συμφερόντων, τότε τα πράγματα γίνονται ιδιαίτερα δύσκολα αν όχι επικίνδυνα για εκείνους, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν την κατεστημένη συνθήκη ψεύδους.

Η έλλειψη ευθυκρισίας και η άκριτος αποδοχή απόψεων και θέσεων σε συνδυασμό με την συνεχή επανάληψη και διάδοση τους, που επιτυγχάνει την «πλύση» του εγκεφάλου των ανθρώπων, μετατρέπει το ψεύδος σε καθεστώς. Αυτοί οι οποίοι συνειδητά το διασπείρουν υποκρύπτουν την ουσία που υπάρχει πίσω από τα επιφαινόμενα. Αυτή η απόκρυψη πραγματοποιείται με την δόμηση υλικών παραπετασμάτων (ιδεολογία, βιβλιογραφία, μυθιστορία, τέχνη, κ.λπ. ) με τα οποία εμφανίζουν το ψεύδος ως αλήθεια. Συνέχεια