Category Archives: Ιστορικά

Αναφορές σε ιστορικά γεγονότα που δημιούργησαν ή συμμετείχαν οι αναρχικοί ή σχετίζονται με το αναρχικό όραμα

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗ (β΄ Μέρος)

sklabia2Πράγματι, οι λευκοί Maroons, σε μεγάλο βαθμό, καταλάμβαναν περιοχές του βάλτου που συνόρευαν με την γύρω λευκή κοινωνία, ενώ οι υπόλοιποι Maroons έμειναν στο εσωτερικό. Μια τέτοια διευθέτηση συνέβαλε στην εγκαθίδρυση και στη διατήρηση του ζωηρού εμπορίου που διεξήγαγαν εκείνοι στο εσωτερικό, που θα κυνηγούσαν, θα αλίευαν και θα παγίδευαν άγρια θηράματα προς πώληση μέσω των λευκών συμμάχων τους Maroon. Επίσης, τα προϊόντα ξύλου παράγονται σε αφθονία στο εσωτερικό, σε τέτοιο σημείο που άρχισε να επηρεάζει την τοπική οικονομία, γεγονός που δημιούργησε προβλήματα στον Τζώρτζ Ουάσινγκτον –ο οποίος αργότερα θα γίνει Πρόεδρος– αφού κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε το Dismal Swamp Maroons για να παρέχει στην ιδιωτική του εταιρεία ξύλινες σανίδες για σκεπές σπιτιών.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι λευκοί Maroons ήταν πιθανώς οι πρώτοι που είχαν χαρακτηριστεί ως «πλέμπα» («poor white trash»). Όταν σκεφτόμαστε την κοινωνική εξέλιξη των πραγμάτων, οφείλουμε να μην ότι αφού ξεφύγαμε από την κατάσταση δουλείας στην οποία βρισκόμασταν, πρέπει να παραμείνουμε για πάντα προσεκτικοί για να μην ξαναεπιστρέψουμε. Με τον καιρό, λοιπόν, όσοι δεν αφομοιώθηκαν στην ευρύτερη λευκή κοινωνία απέκτησαν στάση αυτοπροστατευτική, απρόβλεπτη, εχθρική προς τους ξένους, καθώς και ημιπαράνομη νοοτροπία. Βεβαίως, θα μπορούσαν να εμπορεύονται με την ευρύτερη λευκή κοινωνία, αλλά καταλάμβαναν (αν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ήταν «κατακτητές» οποιουδήποτε χώρου μόνιμα) τις πιο φτωχές περιοχές –τόπους τόσο αφιλόξενους που μόνο περιφρόνηση προκαλούσαν. Γενικά, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αξιόπιστοι υπαλλήλοι οποιουδήποτε ιδιοκτήτη γης, ιδιοκτήτη μύλου, καπετάνιου πλοίου ή ακόμα και αλιέα σκλάβων! Επιπλέον, ήταν γνωστό σε όλους ότι δεν υπάκουαν στους κοινωνικούς περιορισμούς της λευκής κοινωνίας… έτσι οι ελίτ δεν τους χαρακτήριζαν απλά ως «φτωχούς λευκούς», αλλά, επειδή θεωρούνταν ότι δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν, τους έλεγαν αναξιόπιστοους και άχρηστους = σκουπίδια! Είναι πολύ αργότερα που το επίθετο θα χρησιμοποιηθεί για να ντροπιάζει και να τιμωρεί φτωχούς λευκούς γενικά. Συνέχεια

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗ (α΄ μέρος)

sklabiaΤο κείμενο που ακολουθεί είναι ένα δοκίμιο του Russell Maroon Shoatz σχετικά με την ιστορική αντίσταση στη δουλεία στη Βόρεια Αμερική.

Ο Russell Maroon Shoatz γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου 1943, ήταν ιδρυτικό μέλος του Συμβουλίου Ενότητας Μαύρων (Black Unity Council), πρώην μέλος των Μαύρων Πανθήρων και του Στρατού για την Απελευθέρωση των Μαύρων (Black Liberation Army). Το καλοκαίρι του 1970, μια γενικότερα ταραχώδη χρονιά, ο αρχηγός της αστυνομίας της Φιλαδέλφεια διατάζει τη διάλυση των διαφόρων ομάδων, εν όψει εθνικού συνεδρίου των Μαύρων Πανθήρων στις 5 Σεπτεμβρίου. Σε μία επιχείρηση των δυνάμεων καταστολής σκοτώνεται ένας άοπλος νεαρός μαύρος. Η απάντηση έρχεται με επίθεση σε αστυνομικό τμήμα, όπου σκοτώνεται ένας αξιωματικός αστυνομικός, ενώ τραυματίζεται ένας ακόμη. Οι δυνάμεις καταστολής επιτίθενται στα κεντρικά γραφεία των Μαύρων Πανθήρων. Ο Russell συλλαμβάνεται μαζί με άλλους τέσσερεις με την κατηγορία της επίθεσης στο αστυνομικό τμήμα. Το 1972 ο Russell καταδικάζεται σε ισόβια. Αποδρά δύο φορές, το 1977 και το 1980. Μετά τη δεύτερη απόδραση κρατείται σε καθεστώς απομόνωσης για περισσότερα από 22 χρόνια. Τελικά, το 2014, ο Russell βγαίνει από την απομόνωση, όπου και μεταφέρεται σε φυλακή της Πενσυλβάνια.

Πολύ πριν από την ίδρυση του Κράτους, Αφρικανοί μεταφέρθηκαν σε αυτό τον τόπο που αργότερα έγιναν γνωστός ως Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Μερικοί ήρθαν ως ελεύθεροι άνθρωποι και σύντροφοι των Ευρωπαίων από την Ισπανία και αλλού. Ήταν οδηγοί πλοίων, ναυτικοί, στρατιώτες, εξερευνητές και τυχοδιώκτες. Άλλοι, ωστόσο, ήταν «σκλάβοι» εργάτες. Συνέχεια

Luigi Camillo Berneri, 1897-1937

Η ζωή του διάσημου ιταλικού αναρχικού,

ο οποίος δολοφονήθηκε από τους κομμουνιστές

κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου

BerneriΟ Luigi Camillo Berneri γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1897 στην Lodi, στη Λομβαρδία της Βόρειας Ιταλίας. Ο πατέρας του ήταν τοπικός δημόσιος υπάλληλος. Η μητέρα του, Adalgisa Fochi, ήταν δασκάλα σε δημοτικό σχολείο, ενώ συμμετείχε και σε συνέδρια και προγράμματα για την προώθηση της παιδείας. Ο πατέρας της συμμετείχε στα κόκκινα πουκάμισα του Garibaldi[1], ενώ ο παππούς της ήταν μέλος της μυστικής κοινωνίας των «Carbonari»[2] και οπαδός του Mazzini[3].

Ο Camillo είχε μια πολυτάραχη παιδική ηλικία. Ο υποσιτισμός τον έφερε κοντά στον θάνατο μόλις λίγες μέρες αφού η οικογένειά του μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου η μητέρα του άρχισε να γράφει για ένα εκπαιδευτικό περιοδικό. Το 1904 βρισκόταν στο Παλέρμο της Σικελίας, όπου προσβλήθηκε από τύφο. Το 1905, έζησε στις πόλεις Cesena και Forlí στη Romagna, την «πιο κόκκινη» και πιο δημοκρατική περιοχή στο βασίλειο. Στο Varallo Sesia διαγνώστηκε με εντερίτιδα.

Η πολιτική δραστηριότητα για τον Camillo Berneri ξεκινά με τη μετάβασή του στο Reggio Emilia.

Ήταν ήδη μέλος της Ιταλικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας Νεολαίας (FGS) όταν, το 1912, διοργάνωσαν το συνέδριό τους στην πόλη του, μία από τις πρώτες στην Ιταλία που κυβερνιόταν από αριστερή διοίκηση. Ο Berneri ήταν μέλος της «πολιτιστικής» τάσης, δηλαδή προωθούσε τη σημασία του Κόμματος ως όχημα για τον πολιτιστικό διαφωτισμό του λαού, προκειμένου να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Την 1η Φεβρουαρίου 1914, έγραψε το πρώτο του άρθρο για τη «L’ Avanguardia» (με τίτλο «Τα ψέματα της Παλαιάς Διαθήκης»), ένα κείμενο γεμάτο επιθέσεις εναντίον του κλήρου, στο στυλ του νεαρού Μουσολίνι, ο οποίος ήταν ακόμα σοσιαλιστής εκείνη την περίοδο. Ο Lido Caiani, ο συντάκτης της L’ Avanguardia, δεν ακολουθούσε πλέον τον Μουσολίνι, ο οποίος προωθούσε μια «παρεμβατική» στάση (δηλαδή, υπέρ της κήρυξης πολέμου στην Αυστρία-Ουγγαρία), πριν από τον Μπερνέρι, και με τη βοήθεια του Amadeo Bordiga [ο οποίος θα βρεθεί στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCd’I) το 1921], κατορθώνει να τον βγάλει από την εφημερίδα. Συνέχεια

Νικήτας Σταματελόπουλος, ὁ Τουρκοφάγος (1787 – 1849)

Μία εξέχουσα προσωπικότητα στὴν ὁποία ὀφείλομεν νὰ παραχωρήσωμε

μία ἀμετακίνητη θέσι στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας

«Ἐγεννήθηκα εἰς ἕνα χωριὸ Μεγάλη Ἀναστάσοβα[1] ἀποδῶθε ἀπὸ τοῦ Μυστρᾶ πρὸς τὴν Καλαμάτα. Ὁ προπάππος μου ἦτον Προεστὸς καὶ ὁ πατέρας μου ἔφυγε δεκαέξι χρόνων καὶ ἐπῆγε μὲ τὰ στρατεύματα τὰ Ρούσικα στὴν Πάρο καὶ ἦτον πολεμικός. Τὸν ἐσκότωσαν εἰς τὴν Μονεμβασίᾳ μαζὶ μὲ ἕναν ἀδελφὸ καὶ μ’ ἕναν κουνιάδο μου. Ἀπὸ ἕνδεκα χρόνων, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, ἔσερνα ἄρματα[2]».

Ἔτσι ἀρχίζει τὰ ἀπομνημονεύματά του ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικώτερους καὶ γενναιότερους ἀγωνιστὲς τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ὑπῆρξε ἀκαταμάχητος πολεμιστὴς καὶ κατὰ τὶς μάχες στὶς ὁποῖες συμμετεῖχε εἶχε ἐξολοθρεύσει μεγάλο ἀριθμὸ τούρκων[3].

Ὁ παπποῦς τοῦ Νικηταρᾶ, ὁ γερο-Νικήτας, μαζὶ μὲ τὸν γιὸ του Σταματέλλο κυνηγημένοι καὶ ἐπικηρυγμένοι ἀπὸ τοὺς τούρκους, κατέφυγαν καὶ εγκαταστάθηκαν στὸ χωριὸ Τουρκολέκα τοῦ Δήμου Φαλαισίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλουπόλεως, τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀσφαλὲς λημέρι γιὰ τοὺς διωκόμενους κλέφτες. Ὡς ἐκ τούτου, τὰ παιδικά του χρόνια τὰ ἔζησε στὸ χωριὸ τοῦ πατέρα του καὶ λόγῳ αὐτῆς τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ δόθηκε ἀρχικὰ τὸ ἐπώνυμο Τουρκολέκας. Τελικά, τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο συνδέθηκε ἐπισήμως ἦταν Σταματελόπουλος[4].

Ἑνδεκάχρονος, βγῆκε στὸ ἁρματωλίκι, στὰ ἀχνάρια τοῦ πατέρα του. Στὴν ἴδια ἡλικία ἐντάχθηκε στὸ «μπουλούκι» τοῦ περίφημου κλέφτη Ζαχαριᾶ Μπαρμπιτσιώτη[5]. Ἀπὸ αὐτὸν ἔμαθε τὰ μυστικὰ τῆς πολεμικῆς τέχνης, ξεχωρίζοντας γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν εὐρωστία του. Ἦταν ψηλός, μελαχρινός, πρῶτος στὸ ἅλμα καὶ γρήγορος στὸ τρέξιμο. Ἡ στενὴ σχέσις τοῦ Ζαχαριᾶ μὲ τὸν Νικηταρᾶ, ἐπισφραγίσθηκε στὸν γάμο του μὲ τὴν κόρη τοῦ Ζαχαριᾶ, Ἀγγελίνα.

Ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Κολοκοτρώνη (ἡ μητέρα του ἦταν ἀδελφὴ τῆς συζύγου τοῦ Κολοκοτρώνη) καὶ πολύτιμος συνεργάτης του στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν τούρκων κατακτητῶν. Το 1806, κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τῶν κλεφτὼν καὶ τῶν ἁρματωλῶν τῆς Πελοποννήσου, ὁ Νικηταρᾶς μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη καταφεύγουν στὴν Ζάκυνθο. Κατατάσσονται στὸν Ρωσσικὸ στρατὸ καὶ παίρνουν μέρος στὴν ἐκστρατεία τῶν συμμαχικῶν πό­λεων τῆς Ἰταλίας ἐναντίον τοῦ Ναπολέοντα. Ἔκτοτε, χρονολογούνται καὶ οἱ δεσμοί του μὲ τὴν Ρωσσία.

Μετὰ τὴν παραχώρησι τῶν Ἑπτανήσων στὴ Γαλλία, τὸν Ιούλιο τοῦ 1807 καταφεύγει μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη στὴ Σκιάθο καὶ συμμετέχει ὡς κουρσᾶρος στὴν δρᾶσι τοῦ θρυλικοῦ Μαύρου Στόλου[6]. Τὴν ἄνοιξι τοῦ 1808 σπεύδει μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη σὲ βοήθεια τοῦ ἀνυπότακτου Τουρκαλβανοῦ φίλου τους Ἀλῆ Φαρμάκη ἐναντίον τοῦ Βελῆ Πασᾶ, γιοῦ τοῦ περιβόητου Ἀλῆ τῶν Ἰωαννίνων. Μὲ χιλιάδες στρατὸ ὁ Βελὴς πολιορκεῖ, χωρὶς επιτυχία, γιὰ 65 ἡμέρες τὸν Πῦργο τοῦ Ἀλῆ Φαρμάκη στὸ Μοναστηράκι Ἀρκαδίας. Συνέχεια

Μαρία Σπυριδώνοβα (28 Οκτωβρίου 1884-11 Σεπτεμβρίου 1941)

Η Μαρία Αλεξανδρόβνα Σπυριδώνοβα ήταν εξέχουσα Ρωσίδα σοσιαλεπαναστάτρια, η οποία πρωτοστάτησε στην Μπολσεβίκικη Επανάσταση του 1917, αλλά ακολούθως κατηγορήθηκε για την αντίθεσή της στην μπολσεβίκικη ιδεολογία. Ήταν, μάλιστα, από αυτούς που οδήγησαν τους Αριστερούς Εσέρους σε συμμαχία με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους, αλλά φυλακίστηκε για κάποιο διάστημα και κλείστηκε σε ψυχιατρικό θεραπευτήριο, αφού οι Αριστεροί Εσέροι εγκατέλειψαν τους Μπολσεβίκους το 1918. Η ίδια πίστευε ότι η μπολσεβίκικη ιδεολογία στηριζόταν στο μίσος και ότι δεν θα άντεχε για πολύ.

Η δολοφονία του περιβόητου Λουζενόβσκι, γενικού επιθεωρητή της αστυνομίας και ονομαστού βασανιστή, που διέπραξε το 1905, ήταν η πιο σπουδαία τρομοκρατική πράξη από γυναίκα στην τότε Ρωσία, και η επακόλουθη κακομεταχείρισή της από την αστυνομία την κατέστησε ονομαστή μάρτυρα. Μετά από 11 χρόνια σε φυλακή της Σιβηρίας, απελευθερώθηκε μετά την Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917 και επέστρεψε σαν ηρωίδα της Επανάστασης.

Η Σπυριδώνοβα συνελήφθη από την μυστική αστυνομία κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης του 1937 – 1939 και στάλθηκε στα στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας των Γκουλάγκ. Εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα τέλη του καλοκαιριού 1941, στο Ορυόλ, λίγο πριν μπουν οι ναζί μέσα στην πόλη. Η Μαρία Σπυριδώνοβα απαλλάχθηκε επίσημα όλων των κατηγοριών το 1992. Συνέχεια

1850: Η εξέγερση των βουλγάρων χωρικών

Πρόκειται για τη σύντομη ιστορία μιας εξέγερσης από (κυρίως) βουλγάρους χωρικούς κατά την περίοδο της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι αγρότες αγωνίστηκαν για να καταργήσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις στους φεουδάρχες, αλλά πολλοί από τους ηγέτες τους κινούνταν επίσης από ένα μίγμα εθνικής αυτονομίας και Χριστιανισμού. Η εξέγερση συνετρίβη, αλλά η οργή από τα σοβαρά αντίποινα εκ μέρους των αρχών ανάγκασε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να υποχωρήσει και να παραχωρήσει περιορισμένες μεταρρυθμίσεις όσον αφορά τη γη και τους φόρους.

Η εξέγερση

εξέγερση-στη-ΒουλγαρίαΑπό τότε που οι Τούρκοι κατέκτησαν τη Βουλγαρία στα τέλη του 14ου αιώνα, ο τοπικός σλαβικός και χριστιανικός πληθυσμός, απτόητος από τους αυστηρούς νόμους και την αιματηρή καταστολή, συνεχίζει να αντιστέκεται και να διοργανώνει ένοπλες εξεγέρσεις. Κάθε φορά που η Οθωμανική Αυτοκρατορία έκανε πόλεμο με μια από τις Ευρωπαϊκές Χριστιανικές Δυνάμεις και ηττούνταν, οι Βούλγαροι ξεσηκώνονταν. Στα τέλη της άνοιξης του 1850, στα βορειοδυτικά της Βουλγαρίας σημειώνεται μια καθυστερημένη αντίδραση στα επαναστατικά γεγονότα στην κεντρική Ευρώπη.

Οι βούλγαροι αγρότες είχαν διαχρονικά αντιταχθεί στην φεουδαρχική καταπίεση, η οποία, όπως εφαρμοζόταν από το οθωμανικό καθεστώς, ήταν μια άμεση ληστεία που επέβαλαν οι Τούρκοι φεουδάρχες άρχοντες. Αρκετοί νεαροί βούλγαροι διανοητές προσπάθησαν να κάνουν τους βουλγάρους χωρικούς να συσχετίσουν την απαίτηση για κατάργηση της πρωτόγονης φεουδαρχικής καταπίεσης με το αίτημα αυτονομίας για τους Βούλγαρους. Ήταν πολύ νωρίς εκείνη την εποχή, σε αντιδιαστολή με την επικρατούσα Οθωμανική εξουσία, να οραματίζονται την πλήρη ελευθερία για τη Βουλγαρία. Συνέχεια

Νικολάι Ιβάνοβιτς Κιμπάλτσιτς: Εφευρέτης του πρώτου επανδρωμένου πυραύλου και επαναστάτης

Ο Νικολάι Ιβάνοβιτς Κιμπάλτσιτς (Nicolai Ivanovich Κibalcich) είναι διάσημος ρώσος εφευρέτης και πατέρας του πρώτου ρώσικου κινητήρα τζετ σε αεροπλάνο, καθώς και επαναστάτης.

Γεννιέται τον Οκτώβριο του 1853 στην πόλη Κορώπ, της περιφέρειας Τσέρνιγκοβ. Ο πατέρας του είναι ιερέας και όταν ο Νικολάι μπαίνει στο γυμνάσιο το 1864, επιμένει ότι ο γιος του θα πρέπει να μετακινηθεί σε θρησκευτικό σχολείο. Παρ’ ότι αρχικά υπακούει, το 1869, το εγκαταλείπει και επανέρχεται σε σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο τελειώνει με ασημένιο βραβείο αρκετά χρόνια αργότερα.

Από μικρός, εμφανίζει ιδιαίτερη ικανότητα στην κατανόηση των μαθηματικών και των ξένων γλωσσών. Το άλλο του προσόν είναι η επαναστατική του φύση· στα 16 του αποκόπτεται από τον πατέρα του και παίρνει μέρος σε μια ομάδα που συλλέγει απαγορευμένα βιβλία για την δημιουργία μυστικής βιβλιοθήκης. Το 1871 πηγαίνει σε σχολή μηχανικών σιδηροδρόμων στην Αγία Πετρούπολη, γιατί πιστεύει ότι οι σιδηρόδρομοι είναι απαραίτητοι σε μια αχανή χώρα όπως η Ρωσία. Συνέχεια

Οι αιματηρές διαδηλώσεις κατά της στρατολόγησης, στην Νέα Υόρκη, τον Ιούλιο του 1863

στρατολόγηση1

Ένοπλες συγκρούσεις των εξεγερμένων με τους στρατιώτες στους δρόμους της Νέας Υόρκης.

Οι διαδηλώσεις στρατολόγησης στη Νέα Υόρκη (13 – 16 Ιουλίου 1863), γνωστές τότε ως Εβδομάδα Στρατολόγησης, ήταν βίαιες διαδηλώσεις, που θεωρούνται ευρέως ως το αποκορύφωμα της εκδήλωσης δυσαρέσκειας στους νέους νόμους που ψηφίστηκαν από το Κογκρέσο εκείνο το έτος, για να στρατολογηθούν επιπλέον άνδρες και να πολεμήσουν στον συνεχιζόμενο αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Οι εξαιρετικά βίαιες αυτές ταραχές παραμένουν από τις μεγαλύτερες στην αμερικανική ιστορία, εκτός από τον ίδιο τον τετραετή Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865).

Ο ιδιόμορφος αυτός Εμφύλιος Πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως απελευθερωτικός, γιατί ως κύριο πρόσχημα είχε την κατάργηση της δουλείας, όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά όσο παρουσιάστηκαν στα κατοπινά χρόνια. Στην πραγματικότητα τίθετο θέμα επιβίωσης των Ηνωμένων Πολιτειών ως ηνωμένων!!! Είναι αξιοσημείωτο, ότι και πριν και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, πραγματοποιούνται απεργίες σε ολόκληρη τη χώρα. Οι εφημερίδες της εποχής καταγράφουν ότι κατά τη διάρκεια του 1863, έχουν απεργήσει εργάτες από σχεδόν όλους τους κλάδους της βιομηχανίας. Όμως, παρ’ ότι ο πόλεμος αυτός χαρακτηρίστηκε απελευθερωτικός, οι εργάτες δέχονταν επιθέσεις από στρατιώτες όταν απεργούσαν, οι Ινδιάνοι σφαγιάζονταν από στρατεύματα των Ηνωμένων Πολιτειών και όσοι τολμούσαν να ασκήσουν κριτική στην πολιτική Λίνκολν φυλακίζονταν με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς δίκη. Ο αριθμός των λεγόμενων πολιτικών κρατουμένων της εποχής έφτανε τις 30.000 περίπου!

Ο, ούτε λίγο ούτε πολύ, καθαγιασμένος πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν, μάλλον, δεν είχε ποτέ του εκφράσει σαφή άποψη περί της δουλείας. Ακόμη και η περιβόητη «Διακήρυξη Χειραφέτησης» που εκδόθηκε την 1η Ιανουαρίου 1863, εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου, φαίνεται ότι τελικά αποσκοπούσε στο να γύρει αριθμητικά η ζυγαριά υπέρ των Βορείων. Κι αυτό γιατί, αμέσως μετά την ανακοίνωσή της, περί τις 200.000 μαύρων κατατάχτηκαν στις ένοπλες δυνάμεις των Βορείων και στο πλευρό του Αβραάμ Λίνκολν. «Χωρίς τη βοήθεια των μαύρων, ο Βορράς δεν θα μπορούσε να είχε κερδίσει τον πόλεμο τόσο σύντομα και ίσως ακόμη και να τον είχε χάσει», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Τζέιμς ΜακΦίρσον. Το κείμενο της «Διακήρυξη Χειραφέτησης» αναφέρει ότι όσοι μαύροι δούλοι βρίσκονται στις περιοχές του Νότου που κατακτά ο Βορράς δεν θα μπορούν να πουληθούν ξανά σαν σκλάβοι. Όπως επισήμαιναν και οι τότε δημοσιογράφοι, το κείμενο ήταν πολύ προσεγμένο ώστε τελικά να μην υπάρχουν επιπτώσεις, γιατί δεν ελευθέρωνε τους δούλους που υπήρχαν ήδη στον Βορρά, ούτε καν όσους πολεμούσαν για τους Βόρειους, αλλά έδινε υπόσχεση ελευθέρωσης σε εκείνους του Νότου, εφ’ όσον ο στρατός των Βορείων εισέλθει μια μέρα νικητής στην περιοχή τους. Εξαιρούσε, δε, τους δούλους που ήδη υπήρχαν στις «ουδέτερες πολιτείες». Συνέχεια

Τιμή και μνήμη σε όσους αγωνίσθηκαν για την ελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό

Ως ελάχιστο δείγμα τιμής και μνήμης όσων πριν από 200 χρόνια ξεκίνησαν τον αιματηρό δρόμο της ελευθερώσεως τους από τον ζυγό των τούρκων, παρουσιάζουμε την έκτη ωδή «Αι Ευχαί» από την συλλογή «Λυρικά» του Ανδρέα Κάλβου, η οποία τυπώθηκε στο Παρίσι το 1826.

Εδώ αναδεικνύεται ακόμη πιο ξεκάθαρα η επαναστατικότητα και η απόλυτη προσήλωση του ποιητή στην ελευθερία. Το ποίημα γράφτηκε το 1825, έτος κρίσιμο για την Ελληνική Επανάσταση. Ο ποιητής εκφράζει την αντίθεσή του στις περί προστασίας διαπραγματεύσεις οι οποίες επραγματοποιούντο,  το 1825, μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και των Άγγλων, κυρἰως. Τελικά, οι `Ελληνες πολιτικοί και η μεγάλη πλειοψηφία των στρατιωτικών υπογράφουν στις 24 Ιουλίου 1825 την “Πράξιν Υποταγής”. Πρόκειται  για έγγραφο με το οποίο ζητούν επίσημα την αγγλική προστασία. Είναι η αρχή των νέων δεινών για τους ανθρώπους του ελλαδικού χώρου, τα οποία συνεχίζονται έως σήμερα…

Στα μελοποιημένα τμήματα της ωδής, τα οποία έγιναν από τον Μίκη Θεοδωράκη, παραλείπεται σκοπίμως η τέταρτη στροφή της ωδής, η οποία αρχίζει με τον στίχο: «Παρὰ προστάτας ῾νἄχωμεν.» Αντ’αυτού γίνεται άλμα στην 15η στροφή. Γενικώς, υπάρχει μία πολτοποίηση των ευχών, οι οποίες έχουν ως κεντρικό άξονα την επιθυμία του Κάλβου να μην τεθεί η Ελλάδα κάτω από ξένη προστασία. Συνέχεια

1821: μια συμβολή στην Αλήθεια

Στις 25 Μαρτίου του 2021, θα εορταστεί η επέτειος της επανάστασης του 1821 και τα διακόσια χρόνια από αυτήν. Η επίσημη διδασκαλία η οποία αφορά τουλάχιστον τις σχολικές βαθμίδες μέχρι και την μέση λεγόμενη εκπαίδευση ασχολείται με μια σειρά γεγονότων, ημερομηνιών, προσώπων κ.λπ. που συνοπτικά έχει χαρακτηριστεί ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μια ιστόρηση, κατά την οποία άλλα γεγονότα μετατοπίζονται εύκολα και βολικά από τον χρόνο και το χώρο που αυτά διαδραματίστηκαν, και άλλα εξαφανίζονται από τους επίσημους και αναγνωρισμένους ιστοριογράφους για να κατασκευαστεί μια ιστορία, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των επιδιώξεων του κράτους και της εξουσίας. Η στρατευμένη αυτή εξιστόρηση, εκτός των άλλων, λειτουργεί ως πλυντήριο που επιχειρεί να ξεπλύνει τους πραγματικούς εχθρούς του κοινωνικού χώρου διαχρονικά και να τους αποδώσει καθαρούς και αστραφτερούς παρουσιάζοντας τους ως εθνεγέρτες, ήρωες και πρωτοστάτες της επαναστατικής διαδικασίας.

Αρκεί μια ματιά, στην διορισμένη επιτροπή του κράτους για να αναγνωρίσουμε τα πρόσωπα, τους θεσμούς και τα συμφέροντα που αυτά αντανακλούν και να κατανοήσουμε τον ρόλο ορισμένων από τους διαχρονικά εχθρούς του κοινωνικού χώρου.

Στον αντίποδα θέτουμε το εξής ερώτημα:

Τί γνωρίζουμε πραγματικά για την ιστορία του 1821; Πόσο έτοιμοι είμαστε να αμφισβητήσουμε βεβαιότητες που αποτελούν μέρος της υποτιθέμενης γνώσης μας; Συνέχεια

Κατασκευή της Λαϊκής Παράδοσης. Η περίπτωση της απαγόρευσης του κρητικού βιολιού από τα κρατικά ΜΜΕ

Τα εκάστοτε εθνικά αφηγήματα που κατασκευάζουν οι εγχώριοι κρατικοί διαχειριστές, πάντοτε περνούσαν εκτός των άλλων και μέσα από την λαϊκή παράδοση. Ιστορικά, όπου χρειάστηκε, το κράτος χρησιμοποίησε την λαϊκή παράδοση για την πραγματοποίηση των διαφόρων σχεδιασμών του, την επινόησε και την κατασκεύασε ώστε να ταιριάζει με τα εκάστοτε εθνικά- κρατικά αφηγήματα που ήθελε να προωθήσει. Εξ’ άλλου ο όρος παράδοση δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένας δημιουργημένος νεωτερισμός, όπου χωράει όλες εκείνες τις κοινοτικές πρακτικές που μέχρι την δημιουργία του όρου δεν κατατάσσονταν ως παραδοσιακές, αλλά ως κομμάτι της κοινοτικής καθημερινότητας.

Κατά καιρούς, λοιπόν, η κάθε παράδοση κατασκευάζεται από την κεντρική κρατική εξουσία, αλλά και από τους εκάστοτε φορείς που την διαχειρίζονται (πολιτιστικοί, εξωραϊστικοί, μορφωτικοί σύλλογοι κ.λπ.), με αναβιώσεις, εκδόσεις, ηχογραφήσεις, διοργάνωση εκδηλώσεων με την λειτουργία του κατάλληλου αφηγήματος κ.λπ.

Ιστορικά, από την δημιουργία του Ελλαδικού κράτους, η κεντρική κρατική εξουσία ενδιαφέρθηκε ουκ ολίγες φορές για τον έλεγχο διαφόρων λαϊκών μορφών εκφράσεων. Δεν θα γινόταν αλλοιώς, άλλωστε, αφού οι λαϊκές εκφράσεις είναι άμεσα συνυφασμένες με τον κόσμο που τις δημιουργεί και εκφράζεται μέσα από αυτές. Έτσι, μέσω των παραδόσεων, το κράτος μπορεί να ελέγξει και μέρος της συνείδησης του κόσμου που εκδηλώνεται μέσω αυτών. Επί τροχάδην, τέτοιες προσπάθειες ελέγχου έχουν συμβεί μετά την προσάρτηση στον ελλαδικό χώρο, εδαφών που ο πληθυσμός τους δεν ήταν αμιγώς ελληνικός, όπως της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης. Εκεί, το κράτος, με την βοήθεια λαογράφων προσπάθησε να ομογενοποιήσει εθνικά τις τοπικές λαϊκές παραδόσεις, αλλάζοντας την γλώσσα από τους στίχους τραγουδιών και συγχρόνως, στην Μακεδονία, υποχρεώνοντας ολόκληρες κοινότητες σε ομαδικές ορκωμοσίες για αλλαγή γλώσσας. Στην συνέχεια, άλλο ένα παράδειγμα όπου το κράτος έπρεπε να διαχειριστεί την λαϊκή παράδοση ήταν μετά την σφαγή της μικρασίας και τον διωγμό εκατομμυρίων μικρασιατών που οδηγήθηκαν ως πρόσφυγες στον ελλαδικό χώρο. Οι πρόσφυγες κουβαλούσαν ένα ιδιαίτερο φορτίο κουλτούρας, διαφορετικό με ό,τι επικρατούσε εκείνη την εποχή στον ελλαδικό χώρο και πολλές φορές αμφιλεγόμενο για την ελληνικότητά του. Η αρθογραφία της εποχής είναι πλούσια με αρνητικά σχόλια για την μουσική που θυμίζει τούρκικη και τις συνήθειες που έφεραν οι μικρασιάτες, καθώς και για την προβληματική ελληνικότητά τους. Το σμυρναίικο με τα παράξενα όργανα, το περίεργο «ανατολίτικο» άκουσμα και τους τολμηρούς του στίχους και το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι που μέρος του εδραιώθηκε εξ’ αιτίας του προσφυγικού, κυνηγήθηκε για πολλά χρόνια από το κράτος και εισέπραξε καταστολή και αρνητικό σχολιασμό και από το ΚΚΕ. Ένα άλλο παράδειγμα είναι και οι φολκλόρ εκδηλώσεις της Χούντας με παραδοσιακούς χορούς και στυλιζαρισμένες παραδοσιακές στολές πλάι σε αρχαίους σπαρτιάτες και αθηναίους πολεμιστές με χλαμύδες. Συνέχεια

Ο θεσμικός κοινοτισμός στα προεπαναστατικά χρόνια και ο ρόλος του στην επανάσταση του 1821

Από την στιγμή συγκρότησης του ελλαδικού κράτους, οι κοινωνικές αναταραχές και οι εξεγέρσεις ενάντια στην εκάστοτε κρατική εξουσία δεν έπαψαν ποτέ να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του κοινωνικού χώρου και ένα μόνιμο πονοκεφάλιασμα για την εξουσία. Αυτή, λοιπόν, η «ιδιαιτερότητα» για κάποιους, λογική ανάγκη για εμάς, δεν αποκτήθηκε στα ξαφνικά, αλλά η ιστορία της και η ανάπτυξή της διαμορφώθηκε μέσα από αρκετές γενιές κατά την οθωμανική κυριαρχία. Μπορεί η γεωμορφολογία να έπαιξε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία ανεξάρτητων ή ημιανεξάρτητων περιοχών στον ελλαδικό χώρο σε κάποιες περιόδους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά αυτές οι περιοχές δεν θα ήταν δυνατόν να διατηρήσουν την όποια ανεξαρτησία τους, χωρίς την ύπαρξη κοινοτήτων. Ο πλουραλισμός και συγχρόνως η συνεκτικότητα στην κουλτούρα, η αλληλοβοήθεια, οι προσωπικές επαφές μεταξύ των μελών των κοινοτήτων και εν τέλει η δυνατή επιθυμία της κοινοτικής ελευθερίας, καθώς και η ανάγκη για αυτοδιευθέτηση των αγαθών και της οικονομίας τους, απέναντι στην επιβολή των Οθωμανών κυριάρχων, είναι μερικά στοιχεία που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην όποια ανεξαρτησία κάποιων ορεινών και ημιορεινών περιοχών.

Η ύπαρξη κοινοτήτων είναι σχεδόν συνυφασμένη με την εμφάνιση του ανθρώπου στη γη και η δημιουργία τους έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιβίωση, αλλά και στην καλλιέργεια πιο «ποιοτικών» χαρακτηριστικών του που αφορούν την συνεννόηση, την επικοινωνία, την καλλιέργεια της γνώσης και της ανάπτυξης ιδεών. Στον ελλαδικό χώρο η ύπαρξη κοινοτήτων εννοείται ότι χάνεται στην προϊστορία, ενώ γραπτά στοιχεία υπάρχουν και στους αρχαίους ιστορικούς χρόνους, ακολουθώντας χρονικά όλα τα ιστορικά στάδια της κυριαρχίας (ελληνιστικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά χρόνια). Στα βυζαντινά και οθωμανικά χρόνια, όπου οι πηγές είναι περισσότερες, αποδεικνύεται πως δεν υπήρχε ένα ενιαίο σύστημα οργάνωσης των κοινοτήτων αλλά πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους, από τα πλέον σύνθετα μέχρι απλοποιημένες μορφές οργάνωσης, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε κοινότητας. Ειδικά στα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης οι μορφές κοινοτισμού ήταν συνάρτηση διαφορετικών παραγόντων, όπως του χρόνου κατάκτησης, του τρόπου κατάκτησης, δηλαδή αν υπήρχε ή όχι αντίσταση, της γεωμορφολογίας και της στρατηγικής θέσης, το μέγεθος του πληθυσμού και της οικονομικής σημασίας ενός τόπου. Η οθωμανική εξουσία φαίνεται πως αρχικά εκμεταλλεύτηκε προς όφελός της την εκ των προτέρων ύπαρξη κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο, χωρίς βέβαια αυτό πάντα να λειτουργεί προς το συμφέρον της, καθώς δεν ήταν λίγες οι κοινότητες που στασίασαν απέναντι στην οθωμανική εξουσία εκμεταλλευόμενες πολλές φορές τις ιδιαίτερες συνθήκες της κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί, ότι το κοινοτικό σύστημα δεν υπήρξε καθαυτό δημιούργημα των Οθωμανών, δηλαδή η δημιουργία του δεν ήταν με βάση νομοθετικές ρυθμίσεις και αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το σύστημα αυτό δεν παρουσίαζε ομοιογένεια. Το κοινοτικό σύστημα υπήρξε απελευθερωτική ανάγκη των ανθρώπων απέναντι στην οθωμανική εξουσία και συνεχίστηκε από τους Οθωμανούς, όχι μόνο γιατί ήταν πρακτικά αδύνατο να το καταργήσει, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι σε κάθε απομακρυσμένο χωριό θα έπρεπε να υπάρχουν μόνιμα εγκαταστημένα αρμόδια κρατικά όργανα (καταστολής, δικαστικά κ.λπ.) επιβάλλοντας τους νόμους του κράτους, αλλά κυρίως γιατί εξυπηρετούσε τους Οθωμανούς εξουσιαστές, καθώς το πολύπλοκο και χαώδες σύστημα διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρήκε στις ήδη υπάρχουσες κοινότητες έναν τρόπο εύκολης και άμεσης διακυβέρνησης που ουσιαστικά εξυπηρετούσε την είσπραξη φόρων και όλα τα υπόλοιπα τα άφηνε σε ενδοκοινοτική διευθέτηση. Όλο αυτό, βέβαια, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ντυνόταν και από μια ισλαμική παράδοση των πρώτων ισλαμικών κρατών, με την οποία δινόταν στους «λαούς των ιερών βιβλίων», δηλαδή σε χριστιανούς και εβραίους, δικαιώματα κοινοτικής αυτοδιοίκησης καθώς και δικαστικής δικαιοδοσίας σε ευρείς τομείς του αστικού δικαίου. Η ουσία, όμως, ήταν πως η Οθωμανική αυτοκρατορία, ζυγίζοντας κάθε φορά τις καταστάσεις, όπου δεν μπορούσε να ελέγξει πλήρως όλο το φάσμα απομακρυσμένων κοινοτήτων, λειτουργούσε ανταποδοτικά παραχωρώντας εξουσίες, έτσι ώστε να μπορεί να μαζεύει τους ετήσιους φόρους με όσο το δυνατόν λιγότερα προβλήματα. Συνέχεια

Κυριαρχία και Κοινωνικοί Αγώνες

Από την προεπαναστατική περίοδο
έως τις προσπάθειες συγκρότησης
εθνικού κράτους.

Ομάδα Ενάντια στη Λήθη
έκδοση Αναρχική Αρχειοθήκη / Αθήνα 1996 / σελ. 430

Είναι αλήθεια ότι, σήμερα, υπάρχει μια πολύ πλούσια βιβλιογραφία για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει τις γνώσεις του, στα ψιλά γράμματα και τις μη κυρίαρχες όψεις της ιστορίας, σε αυτό που ονομάζεται «1821». Ασφαλώς η έρευνα και η ανάλυση δεν σταματά ποτέ στη δημόσια ιστορία, δεν είναι μια στατική και πεπερασμένη διαδικασία. Αυτή η πληθώρα μονογραφιών, βιβλίων και έρευνας για τη μη κυρίαρχη όψη της ιστορίας (με εξαίρεση τα απομνημονεύματα των συμμετεχόντων στην επανάσταση του ’21 τα οποία απαρτίζουν μια ξεχωριστή κατηγορία) ξεκίνησε με ελάχιστες απόπειρες, όπως του Γ. Κορδάτου –η οποία είχε ασφαλώς προσανατολισμένη ταξική οπτική και προσέγγιση– το 1924, του Γ. Σκαρίμπα με το βιβλίο του «Το 1821 και η Αλήθεια» τη δεκαετία του ’70, για να φτάσουμε στην πρόσφατη σε εμάς εποχή με πλήθος εργασιών. Πολλές από αυτές τις εργασίες είχαν ως κίνητρο την καλύτερη κατανόηση των γεγονότων του 1821, σε μια προσπάθεια διεύρυνσης της αντίληψης της ταυτότητας και του συλλογικού των Ελλήνων. Πέρα από τον ρόλο της Εκκλησίας, των Φαναριωτών και άλλες σημαντικές κατηγορίες που είχαν θιχτεί, αναπτύχθηκε έρευνα για την ευρεία συμμετοχή αλλόγλωσσων οπλαρχηγών και αγωνιστών, όπως οι αρβανίτες, ή τα περίφημα «καπάκια», οι συμφωνίες και διαπραγματεύσεις, δηλαδή, μεταξύ οπλαρχηγών και Οθωμανών αξιωματούχων, καταδεικνύοντας την πολυδιάστατη όψη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ένα από τα πρώτα τεκμηριωμένα βιβλία, με ευρεία χρήση πλήθους πηγών, παραθεμάτων και σημειώσεων, εξέτασης και ανάλυσης των ιστορικών γεγονότων που προηγήθηκαν της επανάστασης του 1821 και μέχρι την συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους αποτελεί το βιβλίο που εκδόθηκε από την Αναρχική Αρχειοθήκη, πριν από 25 χρόνια, και συγκεκριμένα το 1996. Μια προσπάθεια της Ομάδας Ενάντια στη Λήθη που φέρει τον τίτλο: «Κυριαρχία και Κοινωνικοί Αγώνες στον “Ελλαδικό Χώρο”». Συνέχεια

ΜΑΝΗ: Φεβρουάριος-Ιούλιος 1834, ΜΕΣΣΗΝΙΑ-ΑΡΚΑΔΙΑ: Ιούλιος-Αύγουστος 1834

Η εξέλιξη και η καταστολή των πρώτων κοινωνικών αντικυβερνητικών εξεγέρσεων από την δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Μανιάτες και Βαυαροί

Οι εξεγέρσεις του 1834 στη Μάνη, στη Μεσσηνία και την Αρκαδία δεν θα μπορούσαν παρά να παραμείνουν άγνωστες και μακριά από την καθεστωτική και μη, ιστορική έρευνα για τα αίτια, την σημασία και το κληροδότημα τους. Ο λόγος είναι ότι οι εξεγέρσεις αυτές (όπως και άλλες, κατά την περίοδο προσπάθειας δημιουργίας και συγκρότησης του ελληνικού κράτους) φανερώνουν την εκτροπή της επανάστασης του 1821 από κοινωνική σε εθνική και σε πολλές περιπτώσεις με σκληρότερους όρους δουλείας. Η υπερφορολόγηση, η κατάργηση των κοινοτικών αυτονομιών, ο παραγκωνισμός και η φυλάκιση πολλών παλαιών αγωνιστών ήταν κάποια από τα αίτια της εξαμηνιαίας διαρκούς ανάφλεξης των περιοχών της Μεσσηνίας, της Μάνης και της Αρκαδίας. Βέβαια πριν από τις ἐξεγέρσεις, που σημειώθηκαν στις παραπάνω περιοχές, είχαν προηγηθεί και εξεγέρσεις με μικρότερη χρονική διάρκεια, στην Τήνο (Αύγουστος 1834) και στην Λίμνη Εύβοιας (αρχές 1834) ἐξ αιτίας της υπερφορολόγησης.

Ο συσχετισμός δύο φαινομενικά διαφορετικών κοινωνικών εξεγερσιακών γεγονότων κρίνεται αναγκαίος γιατί: α) Χρονικά η μία εξέγερση είναι συνέχεια της άλλης. Επίσης, γεωγραφικά η μία συνορεύει με την άλλη, με αποτέλεσμα πολλοί αγωνιστές να συμμετέχουν και στις δυο, αλλά και οι δυνάμεις των Μανιατών που χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή της Μεσσηνιακής-Αρκαδικής εξέγερσης μπορούσαν να κινηθούν με ευκολία και γρηγοράδα. β) Υπάρχουν στοιχεία όπου φαίνεται η υποστήριξη των δύο εξεγέρσεων από το Ρώσικο κόμμα και τους καποδιστριακούς που απέβλεπαν μια επάνοδο στην εξουσία δημιουργώντας συνεχώς προβλήματα στην αντιβασιλεία. γ) Η Μεσσηνιακή-Αρκαδική εξέγερση στηρίχθηκε στην ύπαρξη της Μανιάτικης, επειδή πολλές κυβερνητικές δυνάμεις θα ήταν απασχολημένες με την καταστολή της εξέγερσης στην Μάνη. δ) Οι τελικώς συνθηκολογημένοι Μανιάτες θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην καταστολή της Μεσσηνιακής-Αρκαδικής εξέγερσης. Συνέχεια

Η ΑΝΑΤΙΝΑΞΗ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΑ, ΤΟ 1953, ΑΠΟ 19ΧΡΟΝΟ ΒΟΥΛΓΑΡΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ

Στις 3 Μαρτίου 1953, δύο ημέρες πριν από τον θάνατο του Στάλιν, ο 19χρονος τότε βούλγαρος αναρχικός Γκεόργκι Κωνσταντίνωφ ανατινάζει το άγαλμα του σφαγέα Στάλιν στο Πάρκο Ελευθερίας στη Σόφια. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για 10 χρόνια.

Ο Γκεόρκι Κωνσταντίνωφ σήμερα: «Πώς το οργανώσαμε; Ένας φίλος, με τον οποίον μας δίκασαν μαζί, είχε πάει φαντάρος. Από εκεί μπορούσε να βγάλει όλα τα εκρηκτικά υλικά που χρειαζόμασταν ώστε να φτιάξουμε τη βόμβα. Τότε, στο Πάρκο Ελευθερίας υπήρχε, πάνω σε ένα βάθρο ύψους 2 μέτρων, το άγαλμα του Στάλιν με ύψος 4-5 μέτρα. Το άγαλμα έδειχνε προς το μέλλον. Τοποθετήσαμε τη βόμβα μας ανάμεσα στα δύο του πόδια. Όταν αυτή ανατινάχθηκε, έριξε τα πόδια και το άγαλμα έπεσε».

Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τις αναμνήσεις του Γεόργκι Κωνσταντίνωφ (Yavor Tarinski, Αφιέρωμα για το Μαύρο Ημερολόγιο του ελευθεριακού κινήματος Βουλγαρίας). Συνέχεια

Το μανιφέστο των δεκαέξι

Το κείμενο αυτό, γραμμένο από τους Π. Κροπότκιν (1842-1921) και Ζ. Γκράβ (1854-1939) και συνυπογεγραμμένο από τους υπόλοιπους[1], χαρακτηρίστηκε αμφιλεγόμενο, γιατί σε κάποια σημεία του φαίνεται να υποστηρίζει τις συμμαχικές δυνάμεις της εποχής της Πρώτης Παγκόσμιας Ανθρωποσφαγής και να αντιτίθεται μόνο στο γερμανικό κράτος. Βεβαίως, ένα τέτοιου είδους συμπέρασμα είναι εύκολο να προκύψει μέσα από μία μονοδιάστατη αντίληψη, επειδή η δίκαιη και σωστή τοποθέτηση επί αδιαμφισβήτητων γεγονότων, για την στάση και τον χαρακτήρα της μίας πλευράς των αντιμαχομένων εξουσιαστικών δυνάμεων του πολέμου αυτού, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην –και αυτομάτως– τοποθέτηση με την άλλη πλευρά. Εκτός αυτού η ειρηνιστική κίνηση από την μία πλευρά ενισχύει την άλλη εξουσιαστική μερίδα. Ας μη λησμονείται πως οι «ειρηνιστές»-αντιπολεμιστές μπολσεβίκοι χρηματοδούνταν από τον Κάϊζερ για να υπονομεύσουν το ηθικό των ρώσσων στρατιωτών παραδίδοντάς τους βορά στα κανόνια του γερμανικού κράτους και εν τέλει να υφαρπάξουν την εξουσία προσφέροντας, εν συνεχεία, δωρεές-ανταλλάγματα στην Γερμανική Αυτοκρατορία με την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Η αναρχική ιδέα δεν υλοποιείται όταν πολεμάται το ένα κράτος και μέσω αυτής της πολεμικής ενισχύεται ένα άλλο. Υπάρχουν, βέβαια, στο κείμενο και αναφορές για την στάση των συμμαχικών δυνάμεων (οι υπογραμμίσεις στο κείμενο είναι δικές μας). Το μανιφέστο[2], σε πολλά σημεία του, ουσιαστικά μιλά για αφύπνιση των γερμανών εργατών ενάντια στο κράτος τους και δεν απεμπολεί τα αναρχικά ιδεώδη. Η συντριβή της επιθετικότητας ενός κράτους είναι πρωταρχικό καθήκον των εξουσιαζόμενων από αυτό. Όταν αυτή η δράση των εξουσιαζόμενων εκλείπει και –το χειρότερο– όταν αυτοί εκπληρώνουν τις θελήσεις των εξουσιαστών τους, τότε η επίτευξη ειρήνευσης είναι ανέφικτη. Σε κάθε περίπτωση ας βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα.

Ο Κάιζερ Γουιλιέλμος επιθεωρεί το στράτευμα

Οι φωνές που απαιτούν να επικρατήσει άμεσα η ειρήνη αυξάνονται από διάφορες πλευρές. Υπήρξαν αρκετές αιματοχυσίες, λένε, αρκετή καταστροφή και είναι καιρός να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Περισσότερο από οποιονδήποτε, και για μεγάλο χρονικό διάστημα, εμείς και οι εκδόσεις μας είμαστε ενάντια σε κάθε επιθετικό πόλεμο μεταξύ λαών και παίρνουμε θέση ενάντια στον μιλιταρισμό, ανεξάρτητα από ποιά στολή, είτε αυτοκρατορική, είτε δημοκρατική, υποστηρίζει. Επομένως, θα είμαστε ευτυχείς να δούμε τους όρους αυτής της ειρήνης να συζητηθούν –αν αυτό είναι δυνατό– από τους Ευρωπαίους εργάτες, που θα συγκεντρωθούν σε ένα διεθνές συνέδριο. Ειδικά, επειδή ο γερμανικός λαός αφέθηκε να εξαπατηθεί τον Αύγουστο του 1914, και αν πραγματικά πίστευε τότε ότι κινητοποιήθηκε για την υπεράσπιση της επικράτειάς του, έκτοτε είχε τον χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι έκανε λάθος που ξεκίνησε έναν επεκτατικό πόλεμο. Συνέχεια

Η Ιστορία μιας ομάδας ανταρτών: Οι τρεις αδελφοί Jubiles

του Antonio Téllez Solà

Οι τρεις αδελφοί Jubiles ανέβηκαν στα βουνά περί τα τέλη Μαρτίου του 1939 και περιπλανήθηκαν στους λόφους γύρω από το Villaviciosa, το Almodóvar και το Hornachuelos, πριν εγκατασταθούν στα ορεινά του Montoro.

Η περιφέρεια Bujalance της επαρχίας της Cordoba, όπου κυριαρχούσε η CNT, είχε κατά κάποιο τρόπο ξεφύγει από την εποπτεία του στρατού στις 18 Ιουλίου 1936. Στο Bujalance η Πολιτoφυλακή περιορίστηκε να παραμείνει σε στρατώνες και δεν κούνησε ποτέ το δαχτυλάκι της, παρά τις πιέσεις των τοπικών δεξιών (εθνικοφρόνων) που αναμφίβολα φοβούνταν τη δύναμη της αναρχοσυνδικαλιστικής οργάνωσης. Τελικά, στις 25 Ιουλίου, η Πολιτοφυλακή τέθηκε στη διάθεση του Λαϊκού Μετώπου. Η φρουρά στάλθηκε στη Jaén ή στη Μαδρίτη, εκτός από έναν λοχία και δύο φρουρούς που κατηγορούνται ότι εφάρμοσαν το ley de fugas (πυροβολώντας «δραπέτες» φυλακισμένους) στη χαράδρα του Cañetejo τον Δεκέμβριο του 1933. Αυτοί εκτελέστηκαν στο Cañetejo στις 25 Ιουλίου.

Από την αρχή, ιδρύθηκε ένα Λαϊκό Μέτωπο: αποτελούταν από εννέα μέλη, τρία από αυτά προέρχονταν από την CNT: αυτά ήταν ο Francisco Garcia Cabello (γνωστός και ως El Niño del Aceite) ο οποίος είχε καταδικασθεί σε θάνατο μετά τα επαναστατικά γεγονότα του Δεκεμβρίου 1933, ο Bartolomé Parrodo Serrano και ο Ildefonso Coca Chocero (γνωστός και ως El Viejo). Συνέχεια

Αλέξανδρος Σαπίρο

Ο Αλέξανδρος («Σάσα») Σαπίρο, (1890-1942), γνωστός επίσης και με τα ψευδώνυμα Αλεξάντερ Τανάροφ, Σάσα Πιότρ και Σεργκέι, ήταν Ουκρανός αναρχικός επαναστάτης και πατέρας του περίφημου μαθηματικού του 20ου αιώνα, Αλέξανδρου Γκρόθεντικ.

Πρώτα χρόνια και ρωσικές επαναστάσεις

Γεννημένος σε οικογένεια χασιδικών στην, εβραϊκή κυρίως, συνοριακή ρωσική πόλη Νοβοζίβκοβ το 1889 ή το 1890, ο Αλέξανδρος Σαπίρο μεγάλωσε μοιάζοντας περισσότερο να προέρχεται από το φτωχό προλεταριάτο παρά από τη δική του αστική οικογένεια. Το 1904, στην ηλικία των δεκατεσσάρων, εγκαταλείπει την πόλη και προσχωρεί σε μια ένοπλη αναρχική ομάδα (παρόμοια με την Τσερνονταγιέντσυ=Chernodajentsy), η οποία περικυκλώθηκε από τις δυνάμεις καταστολής το 1905, μετά από μια ανεπιτυχή προσπάθεια να δολοφονήσει τον Τσάρο Νικόλαο Β’. Όλοι εκτελούνται, εκτός από τον Σαπίρο, στον οποίο δίνεται χάρη λόγω του νεαρού της ηλικίας του, καταδικάζεται, όμως, σε ισόβια και στέλνεται να σαπίσει σε ένα μπουντρούμι στη Μόσχα.

Μη αποδεχόμενος την κατάσταση αργού θανάτου εξασφάλισε, με την μεσολάβηση ενός φίλου, την μεταφορά του στο Γιαροσλάβλ, όπου έμεινε για δώδεκα χρόνια. Είναι εδώ που πυροβολήθηκε στο αριστερό του χέρι κατά την προσπάθειά του να δραπετεύσει, με αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του. Μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας, περνά ολόκληρο το έτος 1914 σε απομόνωση.

Με την κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος στη Ρωσία, το 1917, ο Σαπίρο απελευθερώνεται και χαιρετίζεται ως εθνικός ήρωας. Συνέχεια

ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟY 1894

«Ἡμεῖς οἱ ἀκτήμονες, οἱ ἐργάται μόνον κατὰ χρῶμα ἠλλάξαμεν τὴν βαρεῖαν ἅλυσον τοῦ ζυγοῦ. Ἀντὶ ἐρυθρᾶς μετ’ ἡμισελήνου, κυανόλευκον μὲ σταυρόν». Ἡρακλῆς Ἀναστασίου, «Τὰ ἐν Πειραιεῖ βιομηχανικὰ κάτεργα», Σοσιαλιστής, α΄ δεκαπενθήμερο Απριλίου 1893, σ. 1.

Μετά την Α΄ Διεθνή ιδρύεται, το 1894, από τα κράτη της Ευρώπης η «Διεθνής Υπηρεσία Διώξεως Αναρχικών» (η Ιντερπόλ της Δυτικής Ευρώπης) για την αντιμετώπιση των ενωμένων πλέον «θορυβοποιών και αναρχικών». Η διεθνής αυτή υπηρεσία απαιτεί από όλα τα κράτη ονόματα και φωτογραφίες όλων των «αναρχικών και ταραχοποιών στοιχείων» της κάθε χώρας. Η Ελλάδα δέχεται πρόθυμα να δώσει πληροφορίες, ενώ θέτει υπεύθυνους για την καταστολή και «συνέτιση» των «ταραχοποιών στοιχείων» τους «τιμημένους» εύζωνες.

Αμέσως μετά την εντολή της «Διεθνούς Υπηρεσίας Διώξεως Αναρχικών», το κράτος αρχίζει μία άνευ προηγουμένου προσπάθεια φυσικής και ηθικής εξόντωσης αυτών οι οποίοι αμφισβητούν και αντιτίθενται στις καθιερωμένες «αξίες», που έχουν επιβληθεί στην ελληνική επικράτεια, με αποτέλεσμα να ασκηθούν διώξεις για τρομοκρατία και άνθρωποι να συρθούν στις φυλακές. Μία από τις πρώτες διώξεις του ελληνικού κράτους αφορά την υπόθεση «εκβιασμού και σχεδιασμού δολοφονίας» του «εθνικού ευεργέτη» Αντρέα Συγγρού, από τον φοιτητή Ευάγγελο Μαρκαντωνάτο.

Αλλά ας ακολουθήσουμε τα γεγονότα από την αρχή:

Ο Ευάγγελος Μαρκαντωνάτος, γεννήθηκε στο 1868 στην Κεφαλονιά. Στην Αθήνα καταφθάνει ως φοιτητής της Νομικής Σχολής και συγχρόνως εργάζεται ως τυπογράφος. Συμμετέχει στον «Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο»[1] σαν απλό μέλος στην αρχή και μετέπειτα ως γραμματέας, ενώ αρθρογραφεί και στην εφημερίδα «Σοσιαλιστής»[2].

Τα άρθρα της εφημερίδας επιμένουν στην ανάδειξη των ζητημάτων/προβλημάτων της εποχής· αφ΄ ενός της σταφιδικής κρίσης, της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος, της οικονομικής ύφεσης, της χρεωκοπίας και αφ’ ετέρου των εξαντλητικών συνθηκών εργασίας, της εκμετάλλευσης, της θανατικής ποινής κ.λπ. Η εφημερίδα προσπαθεί να κάνει κατανοητή την αντίθεση ανάμεσα στην «φούχτα [των] ‘’ευτυχισμένων’’ και του ‘’πλήθους των ανθρώπων που αγωνίζονται μέρα και νύχτα’’». Συνέχεια

Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ. Η γιαγιά της Ρωσσικής Επανάστασης

Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ και Αλέξανδρος Κέρενσκυ

Η Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ (1844-1934) είναι η μόνη ρωσσίδα επαναστάτρια της οποίας η ενηλικίωση συνδέεται με ολόκληρη την επαναστατική περίοδο –από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 μέχρι το 1917– και η ζωή της είναι αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην ευημερία των χωρικών.

Γονείς της ήταν η Όλγα Ιβάνοβνα και ο Κωνσταντίν Μιχαήλοβιτς Βέριγκο. Η Κατερίνα Μπρεσκόβσκυ συχνά θα αναφέρει αργότερα: «Είχα υπέροχους γονείς· εάν υπάρχει κάτι καλό σε μένα το χρωστώ ολόκληρο σ’ αυτούς».

Από τον πατέρα της, κληρονόμησε ειλικρίνεια, μεγαλοκαρδία, αλλά και το ευέξαπτο τού χαρακτήρα· από τη μητέρα της –μια γυναίκα ευγενική– έλαβε εκπαίδευση από τις ιστορίες της Βίβλου. Οι γονείς της ποτέ δεν χτυπούσαν τα παιδιά και δεν επέτρεπαν ποτέ την βωμολοχία. Αλλά στην παιδική ηλικία της, η Μπρεσκόβσκυ προτιμούσε την απομόνωση. Στα απομνημονεύματά της, θα εξηγήσει αργότερα ότι η τάση της αυτή ξεπήδησε από το συναίσθημα ότι ήταν ανεπιθύμητη ως παιδί. Θυμάται τη μητέρα της να λέει μία φορά: «Όταν γεννήθηκες, δυσαρεστήθηκα πολύ … Τα άλλα μου παιδιά συμπεριφέρονται σαν όλα τα παιδιά, η Κάτια είναι σαν ανεμοστρόβιλος». Έτσι, χαρακτηρισμένο ως βίαιο και νευρικό παιδί, η συνηθισμένη πλέον απομόνωση της Μπρεσκόβσκυ οδήγησε σε ξαφνικές και συχνές εξαφανίσεις που οδήγησαν την γκουβερνάντα της σε κατάσταση νευρικού κλονισμού: «η Μπρεσκόβσκυ είναι μια αράχνη», ούρλιαζε. Συνέχεια