Category Archives: Ιστορικά

Αναφορές σε ιστορικά γεγονότα που δημιούργησαν ή συμμετείχαν οι αναρχικοί ή σχετίζονται με το αναρχικό όραμα

Μία σύντομη βιογραφία της ρωσίδας επαναστάτριας Άννας Γιακίμοβα

Η Άννα Γιακίμοβα, (Άννα Βασιλέβνα Γιακίμοβα-Ντικόφσκι) κόρη ιερέα, γεννήθηκε το 1856. Παρακολούθησε το σχολείο στη Βιάτκα (Κιρώφ) όπου γνώρισε τον Στέφαν Χαλτουρίν.

Το 1872, παρά τις συμβουλές του πατέρα της, πιάνει δουλειά ως δασκάλα σε ένα σχολείο στο Ορλώφ. Συμμετείχε, επίσης, σε τοπικό πρόγραμμα εμβολιασμών, για ευλογιά, σε αγρότες.

Κατά την περίοδο αυτή επηρεάστηκε από τις απόψεις του Μιχαήλ Μπακούνιν και έγραψε προκηρύξεις τις οποίες μοίρασε στους αγρότες. Η Cathy Porter, συγγραφέας του βιβλίου Πατέρες και Κόρες: Οι Ρωσίδες στην Επανάσταση (1976), υποστηρίζει: «Αν και βρήκε τους αγρότες πρόθυμους να ακούσουν την άποψή της για τις αδικίες κάτω από τις οποίες εργάζονταν, φαίνονταν ανίκανοι να εφαρμόσουν όσα έμαθαν στην καθημερινή τους ζωή. Το λάθος, κατέληξε, βρισκόταν στον εαυτό της· έτσι, απομονώθηκε από κάθε κεντρική επαναστατική οργάνωση».

Η Γιακίμοβα ένωσε τις δυνάμεις της με τη Σοφία Περόφσκαγια και την Τατιάνα Λεμπεντέβα για να διανείμουν επαναστατικά κείμενα. Για κάποιο διάστημα βρέθηκε σε μια κοινότητα με την Κατερίνα Μπρεσκόφσκαγια. Το 1875, το σχολείο στο οποίο διδάσκει η Γιακίμοβα ερευνάται από την αστυνομία και η ίδια συλλαμβάνεται. Παραμένει ένα χρόνο στην απομόνωση στην τοπική φυλακή πριν μεταφερθεί στην Αγία Πετρούπολη για να περάσει από δίκη.

Η Γιακίμοβα αρνείται να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη δίκη, κατά την οποία 193 γυναίκες κατηγορήθηκαν για επαναστατικές δραστηριότητες. Η Μπρεσκόφσκαγια ήταν μια από τις δεκαοκτώ γυναίκες που καταδικάστηκαν σε καταναγκαστική εργασία τριών έως δέκα ετών στη Σιβηρία. Σαράντα απεστάλησαν στην εξορία στις «απομακρυσμένες επαρχίες» της Ρωσίας. Ωστόσο, οι περισσότερες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένης της Γιακίμοβα, απαλλάχθηκαν λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Συνέχεια

Η ουγγρική επανάσταση του 1956

[…Το σκοινί περάστηκε γύρω από τον λαιμό του «Στάλιν»,… ύψους 26 ποδιών,… Εκατοντάδες πρόθυμα χέρια το άρπαξαν. Τεντώθηκε. Το άγαλμα έτριξε, καθώς έγερνε σιγά-σιγά, προς το πλήθος. Μ’ ένα τελευταίο ανατριχιαστικό τρίξιμο έπεσε απ’ το βάθρο…

 Το άγαλμα μεταφέρθηκε μ’ ένα κάρρο και ξεφορτώθηκε μπροστά στο Εθνικό Θέατρο, όπου ένα πλήθος που γελούσε το ’κανε κομμάτια.

 Οι μπότες του Στάλιν, όμως, στέκονταν ακόμη εκεί. Τι οιωνός γι’ αυτούς που πίστευαν σε τέτοια πράγματα! Δεν ωφελεί πολύ το ν’ απαλλαγείς από έναν άνθρωπο. Κάποιος άλλος φοράει πάντα τις μπότες του. Πρέπει να πάψεις να χρειάζεσαι κυρίαρχους».]

Tο Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι πολύ μικρό αριθμητικά, σε οπαδούς και υποστηρικτές κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με επικεφαλής τον Λάζλο Ράικ, μέλη του κόμματος ασχολούνται με έναν κρυφό, και σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχή, πόλεμο κατά του Αδόλφου Χίτλερ.

Ο Σοβιετικός Στρατός εισβάλλει στην Ουγγαρία το Σεπτέμβριο του 1944 και στήνει μια εναλλακτική κυβέρνηση στο Ντέμπρετσεν στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, δεν καταφέρνει να καταλάβει, όμως, τη Βουδαπέστη, παρά μέχρι την 18η Ιανουαρίου 1945. Λίγο αργότερα ο Ζόλτον Τίλντυ γίνεται ο προσωρινός πρωθυπουργός. Συνέχεια

Το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία στο απόγειο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, 1924-1925 (Μέρος Γ΄)

Οπλοπολυβόλου του Μαύρου Στρατού σε ιππήλατο άμαξα (Τατσάνκα)

Το 1925, στο Κίεβο, οι πράκτορες της Τσε-Κα αναφέρουν την παρουσία αναρχικών φοιτητών σε δύο σχολές ανώτερης εκπαίδευσης: στο Ινστιτούτο Λαϊκής Εκπαίδευσης και στο Συνεργατικό Κολέγιο Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης. Στην Οδησσό καταγράφουν μικρούς πυρήνες αναρχικών φοιτητών («πεντάδες») στο Ινστιτούτο Λαϊκής Εκπαίδευσης και στο Ινστιτούτο Ιατρικής Εκπαίδευσης, καθώς και συνωμοτικές «πεντάδες» στις εργατικές συνελεύσεις των λιμενεργατών, ραπτών, καπελάδων, σιδηροδρομικών εργατών, εργατών στις τοπικές συγκοινωνίες, αρτοποιών, όπως και σε μονάδες του Κόκκινου Στρατού και μεταξύ των ανέργων. Παράλληλα, αλλά χωρίς να συντονίζονται μεταξύ τους, δρουν ομάδες αναρχοατομικιστών, αναρχοσυνδικαλιστών και αναρχοθετικιστών.[1]

Στην Οδησσό σχηματίζεται μία ομάδα από αναρχικούς Βεσσάραβες (από τη Μολδαβία) πολιτικούς πρόσφυγες.[2] Το 1924 φτάνουν στην Οδησσό, ως πολιτικοί πρόσφυγες με την υποστήριξη της Διεθνούς Κόκκινης Βοήθειας,[3] οι βούλγαροι αναρχικοί Zh. Hrozev, D. Kvachev, G. Nikolov και S. Dzhanzhulev.[4] Αυτό επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Hrozev, κατά τη διάρκεια ανάκρισης το 1936:

«Όταν έφτασα στην ΕΣΣΔ, υπήρχε ήδη μια παράνομη οργάνωση στην Οδησσό, στην οποία συμμετείχαν αποκλειστικά βούλγαροι πολιτικοί πρόσφυγες (…) η οργάνωση αναρχικών της Οδησσού είχε επαφές με ξένες αναρχικές ομοσπονδίες, συγκεκριμένα με τη γαλλική, τη σερβική και τη βουλγαρική ομοσπονδία (…) τους συμβουλεύονταν και λάμβαναν υλική υποστήριξη από το εξωτερικό για αναρχικούς της ΕΣΣΔ οι οποίοι εξέτιαν τις ποινές τους στην εξορία.»[5] Συνέχεια

Το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία στο απόγειο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, 1924-1925 (Μέρος Β΄)

Ουκρανία. Έφιπποι Μαχνοβίτες

Το 1924, οι πράκτορες της Τσε-Κα στην ΕΣΣΔ κατέγραψαν αναρχικές ομάδες σε 28 πόλεις και κωμοπόλεις: Κίεβο, Οδησσός, Χάρκοβο, Νιπροπετρόφσκ, Ζαπορίσχια, Μαριούπολη, Ζάιτομυρ, Κρεμίντσα, Πολτάβα, Μικολάιβ, Χερσώνα, Κάμενετς-Ποντίλσκαϊ, Βινίτσια, Ούμαν, Μπάκχμουτ, Μπερντιάνσκ, Τσερνίχιβ, Κάνιβ, Συμφερόπολη, Σεβαστούπολη, Ιλεζαβετρά, Γιάλτα, Ιούζοβο, Λούμπνι, Ρόμνι, Νάιζιν, Ράντομιλ και στο χωριό Πόντολκι στο Ρομάνσαϊγ Οκρού.[1] Στην πραγματικότητα, όμως, υπήρχαν αναρχικές ομάδες σε πολύ περισσότερα μέρη.

Στην Οδησσό, πράκτορες της Γκε-Πε-Ου ταυτοποίησαν τρεις κύκλους αναρχικών εργατών και μια ομάδα «νεαρών αναρχικών». Οι αναρχικοί της Οδησσού σχεδίαζαν να εκδώσουν περιοδικό και να φτιάξουν αναρχική βιβλιοθήκη.[2] Τα αρχεία της Τσε-Κα/Γκε-Πε-Ου περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία όσον αφορά τους αναρχικούς που ήταν γνωστοί στην πολιτική αστυνομία της Οδησσού: 1921-200 άτομα, 1922-109 άτομα, 1924-135 άτομα, 1925-50 άτομα.[3] Υπήρχαν, όμως και δεκάδες μεμονωμένοι αναρχικοί, οι οποίοι συμμετείχαν σε «ανεξέλεγκτες» ομάδες (ανεξάρτητες ομάδες που δεν συνδέονταν με τα αναρχικά κέντρα και τις επίσημες ηγεσίες). Οι πράκτορες της Τσε-Κα θεωρούσαν ότι στο παράνομο αναρχικό κίνημα συμπεριλαμβάνονταν οι σύλλογοι της εσπεράντο, οι «ομάδες ύπνωσης» (ο αναρχικός Tsveif πειραματιζόταν με την ύπνωση) και το νεο-ναϊτιστικό «Τάγμα του Φωτός» (ένα τμήμα του οποίου ήταν ενεργό στο Χάρκοβο): «Η παράνομη δραστηριότητα στους χώρους των φοιτητών καμουφλάρεται με ομάδες μελέτης του μυστικισμού» («Sovershenno sekretno», 1925). Ένα ενημερωτικό δελτίο της Γκε-Πε-Ου (Οκτώβριος 1924) γράφει ότι, παρά τις συλλήψεις, οι αναρχικοί εξακολουθούσαν «να προσπαθούν να δραστηριοποιηθούν σε ορισμένα εργοστάσια και σε σωματεία εργατών της κλωστοϋφαντουργίας».[4] Συνέχεια

Το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία στο απόγειο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, 1924-1925 (Μέρος Α΄)

Μία μελέτη του αναρχικού κινήματος στην Ουκρανία μετά την υποτιθέμενη «εξαφάνισή» του. Από τον Viktor Savchenko, Πανεπιστήμιο Οδησσού, Σεπτέμβριος 2017

Ουκρανία. Μαύρος στρατός

Περίληψη από το libcom.org: Η δημοσίευση αυτή εξετάζει μια σχεδόν άγνωστη περίοδο ανάπτυξης του αναρχικού κινήματος στην Ουκρανία που έχει αγνοηθεί τόσο από τους σοβιετικούς όσο και από τους μετασοβιετικούς ιστορικούς, για τους οποίους η ιστορία του αναρχισμού στη Σοβιετική Ένωση τελείωσε το 1921. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών (ChK, GPU, OGPU), και επεκτείνει την ύπαρξη του αναρχικού κινήματος έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Αυτή ήταν μια περίοδος αναζωπύρωσης του κινήματος, ιδίως μεταξύ των φοιτητών, των νεαρών εργατών και των ανέργων, στις πόλεις της Ανατολικής και Νότιας Ουκρανίας (Χάρκοβο, Κίεβο, Οδησσός, Νιπροπετρόφσκ και Πολτάβα). Παρά την καταστολή από την κυβέρνηση, το αναρχικό κίνημα στην ΕΣΣΔ κατάφερε να επιβιώσει στην παρανομία τη δεκαετία του 1920.

Tα μέσα της δεκαετίας του 1920 ήταν η εποχή της τρίτης ευκαιρίας (αν κάποιος θεωρήσει τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917 ως τις δύο πρώτες ευκαιρίες) που δόθηκε από την ιστορία στους αναρχικούς της Ανατολικής Ευρώπης για να δείξουν την ισχύ τους. Το ζήτημα της ύπαρξης αναρχικού κινήματος στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1920 παραμένει αμφιλεγόμενο στην ιστοριογραφία. Οι περισσότεροι σοβιετικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο αναρχισμός είχε «ξοφλήσει εντελώς» ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1921 (τότε που «εξαφανίστηκε η Μαχνοβτσίνα»).[1] Μόνο ο σοβιετικός ιστορικός Σ. Κανέφ «τόλμησε» να επανεξετάσει τη διαδικασία της «εξαφάνισης» του αναρχικού κινήματος στην ΕΣΣΔ, υποστηρίζοντας ότι «η εξάλειψη θυλάκων της αναρχικής αντεπανάστασης δεν σημαίνει ότι ο αναρχισμός κατεστάλη γενικά», και συσχέτισε την εξαφάνιση του αναρχισμού στην ΕΣΣΔ με την αυτοδιάλυση της νόμιμης Πανρωσικής Αναρχικής Ομοσπονδίας το 1925.[2] Στη σύγχρονη ιστοριογραφία εμφανίστηκαν δύο αντικρουόμενες τάσεις όσον αφορά την εξαφάνιση του αναρχισμού. Σύμφωνα με τον Μ. Borovyk,[3] το κίνημα αυτοδιαλύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Η L. Orchakova[4] περιορίζει κι αυτή την ύπαρξη του αναρχισμού ως πολιτικό κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Αντιθέτως, ο A. Dubovik[5] θεωρεί ότι το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία δεν έπαψε να υπάρχει έως τη δεκαετία του 1930. Συνέχεια

Ιούνιος 1848. Η Συντριβή της Επανάστασης στο Παρίσι με την ματιά του Αλέξανδρου Χέρτσεν (Μέρος 2ο)

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1848, η «Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία» (1848-1851) παίρνει σάρκα και οστά[1]. Τα μέλη της Προσωρινής (υπό την απειλή των όπλων των εξεγερμένων, που εξαγριωμένοι έχουν πολιορκήσει απειλητικά το Δημαρχείο) συντάσσουν πάνω από 60 θεσπίσματα μεταξύ των οποίων, ανακηρύττουν αβασίλευτη δημοκρατία, καταργούν την Βουλή των Ομοτίμων, εξασφαλίζουν την ελευθερία του λόγου και του τύπου, την ελευθερία της συνάθροισης· καταργείται η θανατική ποινή για πολιτικά εγκλήματα, μειώνονται οι ώρες εργασίας, θεσπίζεται το δικαίωμα ψήφου για όλους τους άνδρες ηλικίας άνω του 21ου έτους κ.ά.

Την επόμενη ημέρα ο λαός, επιθυμώντας να εδραιωθεί μια «δημοκρατική και κοινωνική πολιτεία», πιέζει την κυβέρνηση να εδραιώσει το «δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι», το «δικαίωμα στην εργασία» και να ιδρύσει Υπουργείο Εργασίας και Ανάπτυξης.

Στις 28 Φεβρουαρίου η Προσωρινή Κυβέρνηση του Λαμαρτίνου, διορίζει την «Κυβερνητική Επιτροπή Εργασίας» που έχει ως πρόεδρο και αντιπρόεδρο, αντίστοιχα, τον Μπλαν και τον Αλμπέρ, που πραγματικά ενδιαφέρονται να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που υπάρχουν και να προβούν σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις (αν και όχι πάντα με την αποφασιστικότητα και ορμή που απαιτεί η περίσταση). Παρ’ ότι σε κάποιες συνεδρίες η παρουσία των αντιπροσώπων των διαφόρων σωματείων ξεπερνά τους 700, γρήγορα, ο ρόλος της «Επιτροπής Εργασίας» αποβαίνει διακοσμητικός, υπό το καθεστώς της σκόπιμης οικονομικής της εγκατάλειψης από την κυβέρνηση και περιορίζεται στο να εξαπατά και να καθησυχάζει τους εργαζόμενους αλλά και να κρατά στο περιθώριο, μακριά από την Κυβέρνηση, τους μοναδικούς δύο άντρες που εμπιστευόταν ο λαός. Συνέχεια

1848. Η Φεβρουαριανή Επανάσταση στο Παρίσι (Μέρος 1ο)

Στην προσπάθειά μας να αποδώσουμε μια ολοκληρωμένη άποψη, θεωρήσαμε σωστό, να παρουσιάσουμε σε αυτό το Α΄ Μέρος την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 στο Παρίσι και στο επόμενο (Β΄ Μέρος) να αναφερθούμε στα γεγονότα του Ιούνη και στις σκέψεις και τους προβληματισμούς του Ρώσου επαναστάστη Α. Χέρτσεν σχετικά με τα όσα συνέβησαν.

Η ονομαζόμενη Μεγάλη Επανάσταση στη Γαλλία του 1789 κατά κανέναν τρόπο δεν εξάλειψε τη διαφθορά, την ανισότητα και την ανελευθερία του προηγούμενου μοναρχικού καθεστώτος. Aκόμη και οι άλλες δύο, επίσης μεγάλες, αιματηρές επαναστάσεις που ακολουθούν τα επόμενα εξήντα χρόνια (1830 και 1848) έχουν σαν αποτέλεσμα να μετασχηματίσουν την συνείδηση του λαού από την υποταγή στην μοναρχία, τους ευγενείς και τον κλήρο, σε υποταγή στη δύναμη των εύπορων τάξεων των πόλεων (χρηματιστών, πλούσιων εμπόρων, ιδιοκτητών γης) οι οποίοι χρησιμοποιούν τους αγώνες των εξεγερμένων για να εγκαθιδρύσουν την εξουσία τους μέσω του πολιτεύματος της αντιπροσωπευτικής (κοινοβουλευτικής) δημοκρατίας.

Το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από την επανάσταση του 1830 έως το 1848

Στα οδοφρἀγματα

Η επανάσταση του 1830, εστιάζεται στα σοβαρά προβλήματα που μαστίζουν την Γαλλία: οικονομική εκμετάλλευση, ανισότητα, βαρβαρότητα της εξουσίας, ανελευθερία, μοναρχία κ.ά. Παρ’ όλα αυτά, μετά την απομάκρυνση του Κάρολου του Ι’, οι προνομιούχες τάξεις των πόλεων χρησιμοποιώντας προς όφελός τους την νίκη του επαναστατημένου λαού, συστήνουν νέα Βουλή που εγκαθιστά στο θρόνο τον Λουδοβίκο Φίλιππο Δούκα της Ορλεάνης, τον οποίο τυλίγουν με την τρίχρωμη σημαία της επανάστασης και, για να παραπλανήσουν ακόμα περισσότερο τον εξαγριωμένο με το μοναρχικό καθεστώς, λαό, τον μετονομάζουν «πολίτη βασιλιά», «αστό μονάρχη» και «βασιλιά των οδοφραγμάτων»(!)… [παρά το γεγονός ότι ο δούκας κατά την διάρκεια των συγκρούσεων, για να σωθεί, είχε εγκαταλείψει την πόλη].

Ο Λουδοβίκος Φίλιππος, αφού εγκαθίσταται στο θρόνο, σύντομα ξεχνά τις υποσχέσεις του και μαζί με τον αδίστακτο και σκληρό πρωθυπουργό Γκιζό, (στηριζόμενοι, φυσικά, και στην κοινοβουλευτική διαφθορά), παίρνουν θέση στο πλευρό των προνομιούχων εύπορων τάξεων (γαιοκτημόνων, ισχυρών υπαλλήλων του δημοσίου που είχαν υπηρετήσει στο προηγούμενου καθεστώτος του Ναπολέοντα κ.λπ.). Ο Μπούκτσιν σημειώνει σχετικά: «Η ανάλυση που έκανε ο Μαρξ για την Επανάσταση του 1830 ως μια μετάβαση της εξουσίας από τους γαιοκτήμονες αριστοκράτες στη χρηματοπιστωτική μπουρζουαζία δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα, καθώς είναι γεγονός ότι, πέρα από λίγα άτομα, η χρηματοπιστωτική και σίγουρα η βιομηχανική αστική τάξη κέρδισαν ελάχιστη εξουσία από την Ιουλιανή Μοναρχία. Η ίδια αριστοκρατία γαιοκτημόνων, ιδιαίτερα οι τοπικοί προεστοί, οι οποίοι είχαν σχηματίσει τη βάση της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων, εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση και της νέας μοναρχίας, παρόλο που στις τάξεις τους προστέθηκαν τέως βοναπαρτικοί αξιωματούχοι και λίγοι αστοί»[1]. Επίσης, σύμφωνα με τον Πίνκεϋ: «Το νέο καθεστώς διέφερε από το προηγούμενο στο ότι υπήρχε περισσότερος χώρος σε αυτό για επιχειρηματίες όπως ο Λαφίτ και ο Περιέ… Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική εξουσία βρισκόταν ακόμα σταθερά στα χέρια των γαιοκτημόνων, των αξιωματούχων του δημοσίου και των επαγγελματιών»[2]. Συνέχεια

Αλέξανδρος Χέρτσεν (1812 – 1870)

Εχθρός της καταπίεσης και του τσαρισμού, υπέρμαχος της ελευθερίας και της κατάργησης της δουλοπαροικίας

Ο Αλέξανδρος Χέρτσεν γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Απριλίου του 1812, στην Αρμπάτ, μια συνοικία αριστοκρατών, λίγο πριν η «μεγάλη Στρατιά» του Ναπολέοντα εισβάλει στην Ρωσία. Όπως ο ίδιος αναφέρει αργότερα: «Οι ιστορίες για τη φωτιά της Μόσχας, τη μάχη του Μποροντίνο, την κατάληψη των Παρισίων, αυτά ήσαν τα νανουρίσματά μου, αυτά τα παιδικά τραγούδια, η Ιλιάδα και η Οδύσσειά μου».

Κατάγεται από τους Ιάκοβλεφ, οικογένεια παλαιών αριστοκρατών. Οι γονείς του, ο Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Ιάκοβλεφ και η γερμανίδα προτεστάντης Ερνιέτα Χάαγκ από την Στουτγάρδη, δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ο πατέρας της Ερνιέτας πλούσιος αστός, δεν δίνει τη συγκατάθεσή του σ’ αυτήν τη σχέση και ο Ιβάν βαθιά ερωτευμένος, την κλέβει. Η μητέρα του τού δίνει το γερμανικό επίθετο Ηerz που σημαίνει καρδιά για να τονίσει ότι είναι «ένα παιδί που προήλθε από αγάπη».

Η μητέρα του, «δεσποινίδα μ’ έναν γιο», όπως την αποκαλούσε ο πατέρας του αστειευόμενος, αντιμετωπίζει, πηγαίνοντας κόντρα στα αυστηρά ήθη και το κατεστημένο της εποχής εκείνης, μία κατάσταση σχεδόν βασανιστική. Ο Χέρτσεν με την παιδική του ευαισθησία αντιλαμβάνεται την απομόνωση της μητέρας του και από πολύ νωρίς εκκολάπτονται ερωτηματικά και αρνητικές σκέψεις σχετικά με τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς νόμους και θεσμούς. Αργότερα, στο βιβλίο του «Σελίδες από ένα προσωπικό ημερολόγιο» σημειώνει: «Ο γάμος δεν είναι το φυσικό αποτέλεσμα του έρωτα, μα η χριστιανική του συνέπεια… […] Πάντα οι δεσμοί και τα εμπόδια που έχει δημιουργήσει η παλιά θρησκευτική αντίληψη για το γάμο παρεμβάλλονται ανάμεσα στην λεύτερη, αδέσμευτη ευτυχία και την πραγμάτωσή της. Στο μέλλον δεν θα υπάρξει γάμος κι η γυναίκα θα λυτρωθεί από την σκλαβιά. Τί θέλει να πει αυτή η λέξη σύζυγος; Η γυναίκα με το γάμο δεν ταπεινώνεται τόσο, ώστε σαν ζωντανό να παίρνει τ’ όνομα του κυρίου της; – Η ελευθερία στις σεξουαλικές σχέσεις, η κοινή διαπαιδαγώγηση, η κοινωνική οργάνωση της ιδιοκτησίας, η ηθική και η συνείδηση, θα κανονίσουν τις λεπτομέρειες της ύπαρξης, κι όχι ο χωροφύλακας». Συνέχεια

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΗΓΕΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ὁμολογούμενον, λοιπὸν, ἀδερφὲ εἶναι ὅτι ἡ πίστη μας καὶ ἠ μετὰ προθυμίας ὑπακοὴ καὶ εὐπείθεια πρὸς τὴν κραταιὰν Βασιλείαν εἶναι ἀναμφιβόλως καὶ δίκαια καὶ νόμιμος καὶ συμφέρουσα εἰς τὸν ἑαυτόν μας, δίκαια μέν, ἐπειδὴ παραυτῆς ἔχομεν ἅπαντες οἱ πιστοὶ ραγιάδες τὸ ζῆν, ἀπολαμβάνοντες διηνεκοῦς περιθάλψεως. Νόμιμος δὲ ἐπειδὴ καὶ μᾶς τὸ νουθετεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος ἐν τῆ πρώτη πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ κεφ. ΙΓ. Ὅτι δὲ εἶναι καὶ συμφέρουσα καὶ ἀνα­γκαιοτάτη ἡ μετὰ προθυμίας ὑπακοή, καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὡσὰν ὁποὺ κάθε καλὸς δοῦλος, μὲ τὴ χρεωστική του εὐπείθειαν καὶ προθυμίαν ἠμπορεῖ νὰ αὐξήσει καὶ τὴν πρὸς τὸν ἑαυτόν του δεσποτικὴν εὔνοιαν καὶ εὐσπλαχνίαν. Κατὰ πάντα λοιπὸν λόγον πρέπει νὰ φερώμεθα λόγω καὶ ἔργω καὶ διανοία ὡς πιστοὶ ραγιάδες πρὸς τὴν κραταιὰν ταύτην Βασιλείαν ἁπλῶς καὶ εἰς κάθε καιρόν. Πα­τριάρ­χης Προ­κό­πιος προς τον Ι­κο­νί­ου Ρα­φα­ήλ (Συ­νο­δι­κώς) αψ­πζω΄: Αυ­γού­στου ιη΄ (Ιω­άν­νου Οι­κο­νό­μου Λα­ρι­σαί­ου:  «Ε­πι­στο­λαί δια­φό­ρων 1759-1824», σ. 245)

Μέσα σε όλες τις εποχές η εκ­κλησία στάθηκε ο πλέον κατα­πιεστικός  και ο πιο «ο­πι­σθο­δρο­­μι­κός» δυ­νά­στης της κοι­νω­νί­ας. Έ­τσι και στην πε­ρί­ο­δο της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας έ­δρα­σε σε συ­νερ­γα­σί­α με τον κα­τα­κτη­τή για να εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται πο­λι­τι­κά και οι­κο­νο­μι­κά τους υ­πο­τε­λείς της.

Η σθε­να­ρά αν­θε­νω­τι­κή της στά­ση, στη διάρ­κεια του λυ­κό­φω­τος της «Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας», η ο­ποί­α θα συμ­βά­λει ου­σια­στι­κά στην αλ­λα­γή του κυ­ριαρ­χι­κού σκη­νι­κού, δεν υ­πά­κουε μο­νά­χα (ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται η κρα­τού­σα ι­στο­ριο­γρα­φί­α) σε δογ­μα­τι­κούς λό­γους, αλ­λά α­πέ­βλε­πε και στην εν­δυ­νά­μω­ση του δια­χει­ρι­στι­κού της ρό­λου σ’ αυ­τό, γε­γο­νός που πι­στο­ποιεί η α­πό­σπα­ση των πε­ρί­φη­μων «προ­νο­μί­ων» α­πό τη σουλ­τα­νι­κή ε­ξου­σί­α, η ο­ποί­α εί­χε α­πό­λυ­τη α­νά­γκη τον γρα­φειο­κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό της εκ­κλη­σί­ας για την εύ­ρυθ­μη λει­τουρ­γί­α του κρά­τους, και τον α­φο­μοιω­τι­κό, χει­ρα­γω­γι­κό και κα­τα­σταλ­τι­κό της λό­γο για να ε­δραιώ­σει και να πα­γιώ­σει την κυ­ριαρ­χί­α της.

Η εκ­κλη­σί­α κα­τεί­χε α­πό τον και­ρό του βυ­ζα­ντί­ου τε­ρά­στιες ε­κτά­σεις, και πα­ρά το πέ­ρα­σμα μέ­ρους αυ­τών στο ο­θω­μα­νι­κό «δη­μό­σιο» και στη δι­καιο­δο­σί­α του κυ­ρί­αρ­χου ι­σλα­μι­κού δόγ­μα­τος (βα­κού­φια), στα τέ­λη του 18ου αιώ­να αυ­τές κα­λύ­πτουν το 1/4 του «ελ­λα­δι­κού χώ­ρου». Συνέχεια

ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ 1876-1936 (Μέρος Δ΄)

Απεργία καπνεργατών, Θεσσαλονίκη 1936

1931. Αρ­χές Νο­εμ­βρί­ου. Α­περ­γί­α των υ­πο­δη­μα­τερ­γα­τών Α­θή­νας, Πει­ραιά, Θεσ/νί­κης και άλ­λων πό­λε­ων που κρά­τη­σε 45 μέ­ρες. Κα­τά τη διάρ­κεια της α­περ­γί­ας γίνονται πολ­λές συ­γκρού­σεις με τη χω­ρο­φυ­λα­κή και τους α­περ­γο­σπά­στες, μέ­χρι και α­πό­πει­ρες με δυ­να­μί­τη κα­τά των δεύ­τε­ρων.

1931, 26 Νο­εμ­βρί­ου. Πει­ραιάς. Σο­βα­ρά ε­πει­σό­δια στο λι­μά­νι με­τα­ξύ, των φορ­το­εκ­φορ­τω­τών και της χω­ρο­φυ­λα­κής με πολ­λούς τραυ­μα­τί­ες. Τις μέ­ρες που α­κο­λουθούν γίνονται πολ­λές συ­γκρού­σεις και το κρά­τος α­να­γκάζεται να υ­πο­χω­ρή­σει στα αιτήματά τους.

1931, 4 Δε­κεμ­βρί­ου. Α­θή­να. Η α­στυ­νο­μί­α επιχειρεί να μπει στα γρα­φεί­α της ο­μο­σπον­δί­ας των αρ­τερ­γα­τών, που βρί­σκο­νταν στην ο­δό Λυ­κούρ­γου. Οι αρ­τερ­γά­τες, που βρί­σκο­νταν μα­ζε­μέ­νοι απ’ έ­ξω, υ­πε­ρα­σπί­ζονται την εί­σο­δο του κτι­ρί­ου. Χτυ­πιούνται ά­γρια με τους α­στυ­φύ­λα­κες, με α­πο­τέ­λε­σμα πολ­λούς τραυ­μα­τι­σμούς και α­πό τις δυο πλευ­ρές.

1935, Αρ­χές Αυ­γού­στου. Η­ρά­κλειο. Ό­λοι οι ερ­γά­τες της πό­λης κα­τε­βαί­νουν σε α­περ­γί­α διαρ­κεί­ας. Δια­δη­λώ­νο­ντας προς τη νο­μαρ­χί­α δέ­χο­νται τα πυ­ρά του στρα­τού.7 νε­κροί και πολ­λοί τραυ­μα­τί­ες εί­ναι ο θλι­βε­ρός α­πο­λο­γι­σμός. Χτυ­πούν οι κα­μπά­νες. Ό­λος ο πλη­θυ­σμός της πό­λης κα­τε­βαί­νει στο δρό­μο σε πα­λλαϊ­κό συλλαλητήριο. Οι α­περ­γοί ο­πλί­ζο­νται με κα­ρα­μπί­νες, του­φέ­κια, ξύ­λα κ.ά.. Το κρά­τος, α­νή­συ­χο για την ε­ξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των στέλ­νει α­πό τα Χα­νιά μια με­ραρ­χί­α στρα­τού, α­πό τον Πει­ραιά τα α­ντι­τορ­πι­λι­κά «Σπέ­τσες» και «Υ­δρα» και έ­να σμή­νος βομ­βαρ­δι­στι­κών. Η ε­ξέ­γερ­ση πνί­γε­ται στο αί­μα των κα­τα­πιε­σμέ­νων και γί­νο­νται ε­κα­το­ντά­δες συλ­λή­ψεις. Συνέχεια

ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ 1876-1936 (Μέρος Γ΄)

Φυσητές (1930)

1927, 19 Φεβρουαρίου. Θεσ­σα­λο­νί­κη. Χι­λιά­δες κα­πνερ­γά­τες α­κο­λου­θούν την κη­δεί­α του συ­να­δέλ­φου τους Κά­ρεν­φιλ, που έχει σκο­τω­θεί σε συ­μπλο­κές με την χω­ρο­φυ­λα­κή έ­ξω α­πό το ερ­γο­στά­σιο Σπί­ρερ. Κα­τά τη διάρ­κεια της κη­δεί­ας θα ε­πα­να­λη­φθούν οι συ­γκρού­σεις στους δρό­μους της πό­λης.

1927, Φεβρουάριος. Α­γρί­νιο. Ά­γρια συ­μπλο­κή α­περ­γών κα­πνερ­γα­τών και α­στυ­νο­μί­ας έχει σαν α­πο­τέ­λε­σμα 4 νε­κρούς κα­πνερ­γά­τες.

1927, 10 Μάρτιος. Α­θή­να. Α­περ­γί­α των ε­παγ­γελ­μα­τιών. Μια ε­πι­τρο­πή τους έχει πά­ει να συ­ζη­τή­σει με τους αρ­μό­διους υ­πουρ­γούς, ε­νώ οι υ­πό­λοι­ποι συγκεντρώνονται έ­ξω α­πό τα γρα­φεί­α τους, στην ο­δό Θε­μι­στο­κλέ­ους, πε­ρι­μέ­νο­ντας το α­πο­τέ­λε­σμα της συ­ζή­τη­σης. Επιστρέφοντας η ε­πι­τρο­πή αναγγέλλει ό­τι η κυ­βέρ­νη­ση θα λύ­σει τα προ­βλή­μα­τά τους, ο­πό­τε η διοί­κη­ση αποφασίζει την λή­ξη της α­περγί­ας. Ο συγκεντρωμένος κό­σμος δεν πεί­θε­ται. Με­ρι­κοί α­νε­βαί­νουν στα γρα­φεί­α, παίρ­νουν τη ση­μαί­α τους και κα­τε­βαί­νουν στο δρό­μο. Δη­μιουρ­γεί­ται αυ­θόρ­μη­τη δια­δή­λω­ση. Στο Αρ­σά­κειο τους πε­ρι­μέ­νουν στρα­τός και χω­ρο­φυ­λα­κή ε­νώ μιά α­ντλί­α κα­τα­βρέ­χει τους δια­δη­λω­τές. Αυ­τοί ε­πι­τί­θε­νται για να την κα­τα­λά­βουν. Οι στρα­τιώ­τες πυ­ρο­βο­λούν με α­πο­τέ­λε­σμα 3 νε­κρούς α­περ­γούς. Η αυ­θόρ­μη­τη αυτή δια­δή­λω­ση δημιουργεί φόβο στο κρά­τος λό­γω της βιαιό­τη­τας που πε­ριέχει, του αυ­θόρ­μη­του, του πα­ρα­γκω­νι­σμού των συν­δι­κα­λι­στών και την μη πί­στη στα λό­για τους. Συνέχεια

ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ 1876-1936 (Μέρος Β΄)

1910, 6 Μαρτίου. Ν. Λα­ρί­σης. Αυ­τή τη μέ­ρα έχει α­πο­φα­σι­στεί α­πό τους κο­λί­γους, να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί πα­να­γρο­τι­κή συ­γκέ­ντρω­ση της πε­ριο­χής του Λα­ρι­σαϊ­κού κά­μπου στη Λά­ρι­σα. Στην αρ­χή μά­λι­στα ρί­χνεται α­πό πολ­λούς η ι­δέ­α να κα­τε­βούν ό­λοι οι α­γρό­τες ο­πλι­σμέ­νοι και έ­τοι­μοι για κά­θε εν­δε­χό­με­νο. Μα τό­τε μπαίνουν στη μέ­ση οι δή­μαρ­χοι (πλού­σιοι ό­λοι τους), οι πο­λι­τι­κά­ντη­δες και οι άλ­λοι «α­γρο­τι­στές» και κινδυ­νο­λογούν. Υποστηρίζουν πως αν κα­τε­βούν έ­νο­πλοι, θα τους σφά­ξει ο στρα­τός και ισχυρίζονται ό­τι «τώ­ρα δεν εί­ναι κα­τάλ­λη­λες οι συν­θή­κες, ας το α­φή­σου­με για το ε­πό­με­νο Σάβ­βα­το». Μ’ αυτά πετυχαίνουν να πιά­σει το «ει­ρη­νι­στι­κό» τους κή­ρυγ­μα.

Οι α­γρό­τες α­πό το πρωί της 6ης Μάρτη αρχίζουν να συρ­ρέ­ουν κα­τά ε­κα­το­ντά­δες στη Λά­ρι­σα. Πρώ­τοι μπαίνουν οι κο­λι­γά­δες του δή­μου Κρά­νω­να, με μαύ­ρες και κόκ­κι­νες ση­μαί­ες κι έ­πει­τα κι άλ­λοι κι άλ­λοι… Εν τω με­τα­ξύ η πό­λη στρα­το­κρα­τεί­ται, α­πό την προ­η­γού­με­νη μέ­ρα ή­δη, με­τά α­πό δια­τα­γή του νο­μάρ­χη. Πρόκειται γι’ αυτόν που εί­πε: «Μα τι θέ­γουν πα­ντε­σπά­νι να φά­νε; Αυ­τοί δεν εί­ναι α­φε­ντι­κά μα σκλά­βοι… Αι κοι­νω­νί­γαι γεν μπο­ρούν να πγο­ο­δέ­ψουν ό­ταν ο ό­κλος α­ποτ­γα­χεί­νε­ται. Πγέ­πει να πγο­λά­βο­μεν τας α­ναρ­χι­κάς εκ­δη­λώ­σεις…» Συνέχεια

ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ 1876-1936 (Μέρος Α΄)

Λαυρεωτικά

1876, αρ­χές Οκτωβρίου. Πάτρα. Χω­ρι­κοί καί­νε την α­πο­θή­κη του κρα­τι­κού μο­νο­πω­λί­ου στην Πά­τρα, σε μιά έ­μπρα­κτη α­πά­ντη­ση στην λή­στευ­σή τους α­πό το κρα­τι­κό μο­νο­πώ­λιο.

1879, Μάρ­τιος. Σύ­ρος. Η α­περ­γί­α των βυρ­σο­δε­ψών κα­τα­λή­γει σε βί­αιες συ­γκρού­σεις με την ε­θνο­φρου­ρά. Οι α­περ­γοί κα­τα­στρέ­φουν έ­να βυρ­σο­δε­ψεί­ο, στή­νο­νται ο­δο­φράγ­μα­τα, γί­νο­νται ά­γριες ο­δο­μα­χί­ες ό­που σκο­τώ­νε­ται έ­νας ε­θνο­φύ­λα­κας και τραυ­μα­τί­ζο­νται πολ­λοί. Πολλοί είναι και οι τραυματίες από τους εργάτες. Ε­νερ­γη­τι­κό μέ­ρος και στην α­περ­γί­α και στις συ­γκρού­σεις πή­ρε ο Α­ναρ­χι­κός Ό­μι­λος Σύ­ρου.

1894, Μάϊος. Α­θή­να. Πρώ­τος ε­ορ­τα­σμός της πρω­το­μα­γιάς στη Ελ­λά­δα. Λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα ο Καλ­λέρ­γης (έ­νας α­πό τους πρω­τερ­γά­τες του σο­σια­λι­σμού στον Ελ­λα­δι­κό χώ­ρο) την ώ­ρα που συ­νε­δρί­α­ζε η βου­λή, άρ­χι­σε να δια­βά­ζει το μή­νυ­μα της πρω­το­μα­γιάς, α­πό το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό θε­ω­ρεί­ο,. Συνέχεια

Gino Lucetti. Η απόπειρα κατά της ζωής του Μουσολίνι

Γεννημένος το 1900 στο αναρχικό προπύργιο της Καρράρα, ο Τζίνο Λουτσέττι είχε διαμορφώσει μια πολύ ατομικιστική στάση, συγκριτικά με τους περισσότερους αναρχοκομμουνιστές συντρόφους του. Ήταν μια εξέχουσα αντιφασιστική φυσιογνωμία, τοπικά και σε όλη την ιταλική επικράτεια.

Πολλοί από εκείνους που τον ήξεραν τον θυμούνται διαρκώς να σκέπτεται, με ένα βιβλίο κάτω από τη μασχάλη, στον περίπατο του κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Καταγόμενος από εργατική οικογένεια, ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος και στη βάση αυτής της αυτομόρφωσης συμμετείχε στους αγώνες της δεκαετίας του 1920, αντιμετωπίζοντας τους φασίστες σε πολλές περιπτώσεις.

Σε μια αψιμαχία, σκληρότερη από το συνηθισμένο, στο δημοφιλές «Napoleon Cafι», πληγώθηκε στο λαιμό από σφαίρα, μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών με φασίστα (κάποιον Perfetti), ο οποίος πυροβολήθηκε στο αυτί. Έπεσε στο έδαφος κοντά στο Montignoso (κωμόπολη κοντά στην Καρράρα), μη μπορώντας να βρει έναν γιατρό διατεθημένο να αφαιρέσει τη σφαίρα. Μετά από λίγες ημέρες κατορθώνει να μπει λαθραία σε πλοίο για τη Γαλλία, όπου τελικά βρίσκει γιατρό για το τραύμα του.
Στη Γαλλία είναι που σχεδίασε την απόπειρα κατά της ζωής του Μουσολίνι, που έμελλε να τον κάνει διάσημο. Με κόπο μαζεύει χρήματα (μια ανύποπτη συμπατριώτισσά του, η Λίνα Σκουασόνι, η οποία ζούσε στην Ομπάνι, κοντά στη Μασσαλία, του δάνεισε χρήματα για το ταξίδι), και επιστέφει στην Ιταλία και τη Ρώμη, όπου και θα πραγματοποιήσει την απόπειρα κατά της ζωής του Ντούτσε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1926. Συνέχεια

Γουίλλιαμ Γκόντγουιν (1756-1836): Ο απόστολος της «Παγκόσμιας Καλωσύνης»

Ο αγγλικός Ρομαντισμός ξεκίνησε με το τέλος του 18ου αιώνα. Με «υψηλή διανόηση και ένθερμα αισθήματα» και ενάντια στην «ανηθικότητα και την ανοησία του κόσμου», συνεχίστηκε και κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήρθαν στο προσκήνιο λογοτέχνες και πολιτικοί ακτιβιστές, οι οποίοι προκάλεσαν, ξεκινώντας από την μεγάλη Μεταρρύθμιση του 1832, τις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που έμελλε να πραγματοποιηθούν στο υπόλοιπο του 19ου αιώνα. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το έτος 1793 ως το σημείο εκκίνησης του Αγγλικού Ρομαντισμού: ήταν η χρονιά όπου ο Γουίλλιαμ Γκόντγουιν εξέδωσε το βιβλίο του Πραγματεία περί των Αρχών της Πολιτικής Δικαιοσύνης.

O Γουίλλιαμ Γκόντγουιν γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1756, στο Wisbech του Cambridgeshire, από παραδοσιακή οικογένεια αιρετικών ιερέων. Ήταν το έβδομο από τα δεκατρία παιδιά της οικογένειας· ανατράφηκε ως καλβινιστής, γεγονός που αναμφίβολα τον επηρέασε καθοριστικά. Στην ηλικία των δεκαεπτά, ο Γουίλλιαμ στάλθηκε σε θεολογική ακαδημία στο Χόξτον, κοντά στο Λονδίνο. Μετά την αποφοίτησή του, επρόκειτο να γίνει ιερέας στο Στόουμαρκετ του Σάλφολκ. Εν τούτοις, πριν κλείσει χρόνος, έφυγε από το Σάλφολκ, εγκαταλείποντας δια παντός το αξίωμά του. Κατόπιν, πήγε στο Λονδίνο, όπου και κέρδιζε τα προς το ζην από την συγγραφή. Συνέχεια

Ο Μπακούνιν συναντά τον Βάγκνερ

Μια διαφορετική ιστορία από τη φλεγόµενη Δρέσδη του 1849

«Η ελευθερία είναι η φιλαλήθεια
προς τους εαυτούς µας.
Όποιος είναι φιλαλήθης και ειλικρινής προς τον εαυτό του,
απόλυτα προσαρµοσµένος
στην φύση του,
εκείνος είναι αναµφισβήτητα
ελεύθερος». (Απόσπασµα από γράµµα του Βάγκνερ)

Λιντάου 1849, σύνορα Γερµανίας-Ελβετίας. Ένας νεαρός άντρας, αφού επιδεικνύει το διαβατήριο του στους συνοριοφύλακες, επιβιβάζεται σε ατµόπλοιο µε προορισµό την Ελβετία. Το διαβατήριο είχε τα στοιχεία κάποιου καθηγητή Βίντµαν, µα στην πραγµατικότητα πρόκειται για τον καλλιτέχνη Βάγκνερ, ο οποίος προσπαθεί να διαφύγει από την Γερµανία έχοντας ψεύτικο όνοµα και χαρτιά. Ο Βάγκνερ στον έλεγχο διαβατηρίων µένει σιωπηλός και στρεσαρισµένος, ελπίζοντας ότι ο έλεγχος θα τελειώσει γρήγορα χωρίς ερωτήσεις. Στη συνέχεια επιβιβάζεται στο ατµόπλοιο και διασχίζει την λίµνη Κωνστάντζα. Τα πρώτα ελβετικά χωριά έχουν αρχίσει και αχνοφαίνονται στον ορίζοντα. Από εκεί συνεχίζει το ταξίδι του στην Ελβετία µε άµαξα κάτω από τα βουνά των Άλπεων. Στο ηµερολόγιο του αποτυπώνει αυτή την στιγµή: «Τίποτα δεν µπορεί να συγκριθεί µε τα εξαίσια συναισθήµατα, που πληµµυρίσανε το είναι µου, µόλις ένοιωσα πως ήµουν ελεύθερος. Καµία γνώµη δεν µε ενδιέφερε, κανένα ψέµµα. Μπορούσα να βροντοφωνάξω στον κόσµο, ότι εγώ ο καλλιτέχνης, τον περιφρονούσα µ’ όλη µου την καρδιά… Για πρώτη φορά στην ζωή µου αισθανόµουν ελεύθερος µε όλους και εναντίον όλων, υγιής και χαρούµενος, αν και δεν ήµουν σε θέση να ξέρω, πού θα πήγαινα να κρυφτώ αύριο, για να αναπνεύσω ήσυχος τον αέρα του ουρανού». Πρόκειται για τον προσωπικό επίλογο µιας εξέγερσης που δεν ευοδώθηκε και πνίγηκε στο αίµα, την εξέγερση της Δρέσδης τον Μάιο του 1849. Ο Βάγκνερ βγήκε από αυτή την εξέγερση διαφορετικός. Άφησε πίσω του πολλά, είδε συντρόφους του να πεθαίνουν στους φλεγόµενους δρόµους της Δρέσδης, αλλά και τρεις από αυτούς να οδηγούνται στις φυλακές, τον Χέµπνερ, τον Μάρτεν και τον Μπακούνιν. Η σύντροφός του Μίνα αποµακρύνθηκε από αυτόν χρεώνοντάς του την φτώχεια τους, µην µπορώντας να καταλάβει για ποιο λόγο ο Βάγκνερ τα έβαλε µε τον βασιλιά, ενώ είχε µια καλή θέση στην βασιλική όπερα. Η ζωή και το έργο του από εδώ και πέρα θα αποκτήσουν άλλο νόηµα. Συνέχεια

Ανατόλι Ζελεζνιάκοβ

O Προάγγελος της Καταιγίδας

«Ο φρουρός είναι κουρασμένος». Μ΄ αυτά τα λόγια, που εκστόμισε τη νύχτα της 5ης προς 6η Ιανουαρίου 1918, ένας νεαρός αναρχικός ναύτης με το όνομα Ανατόλι Ζελεζνιάκοβ διέλυσε την Καταστατική Συνέλευση και σκάλισε μια μικρή θέση γι’ αυτόν στην ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης. Όταν το τσαρικό καθεστώς κατέρρευσε το Φεβρουάριο του 1917, ο Ζελεζνιάκοβ υπηρετούσε σ’ ένα ναρκοθετικό πλοίο με βάση την Κρονστάνδη, το περίφημο αρχηγείο του Βαλτικού Στόλου, κοντά στην πρωτεύουσα του Πέτρογκραντ. Μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου, αναρχικοί και άλλοι αγωνιστές κατέλαβαν τη βίλα του P.P. Durnovo, ο οποίος ήταν Κυβερνήτης της Μόσχας κατά την επανάσταση του 1905, και τη μετέτρεψαν σε μια επαναστατική κομμούνα και «χώρο ξεκούρασης», με δωμάτια για ανάγνωση και συζήτηση και ένα κήπο για να παίζουν τα παιδιά τους. Στα εχθρικά μυαλά, πάντως, η βίλα Durnovo είχε γίνει ένα άντρο ανομίας, «ένα είδος Brocken, όπου οι δυνάμεις του κακού συγκεντρώθηκαν, γίνονταν συνάξεις μαγισσών, όπως και όργια, συνωμοσίες, σκοτεινές, καταχθόνιες και αδίστακτες αιματηρές πράξεις», όπως έγραψε στις σημειώσεις του για τη Ρωσική Επανάσταση ο N.N. Sukhanov. Κι όμως, η βίλα έμεινε ανενόχλητη μέχρι την 5η Ιουνίου 1917, όταν κάποιοι απ’ τους αναρχικούς ενοίκους προσπάθησαν να καταλάβουν την τυπογραφική μονάδα μιας μεσο-αστικής εφημερίδας. Το Πρώτο Συνέδριο των Σοβιέτ, που τότε διεξαγόταν στην πρωτεύουσα, αποκήρυξε τους δράστες σαν «εγκληματίες που αποκαλούν τους εαυτούς τους αναρχικούς» και την 7η Ιουνίου, ο P.N. Pereverzev, υπουργός δικαιοσύνης στην Μεταβατική Κυβέρνηση διέταξε τους αναρχικούς να εκκενώσουν το σπίτι αμέσως. Συνέχεια

Η Ιστορία ενός Φυλλαδίου και η Μοίρα του Αναρχικού Varshavskiy

(Από την Ιστορία της Αναρχικής Αντίστασης ενάντια στον Ολοκληρωτισμό)

Κάποιοι ερευνητές, ακολουθώντας γενικά τη σοβιετική ιστοριογραφική παράδοση των δεκαετιών του 1960-1980, βλέπουν τη δεκαετία του ’20 σαν μια περίοδο κρίσης και παρακμής του αναρχικού κινήματος στο γεωγραφικό χώρο της ΕΣΣΔ1. Σύμφωνα με έργα άλλων συγγραφέων και τα έγγραφα που δημοσιεύθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με αρχές της δεκαετίας του 2000, υπάρχουν αποδείξεις ότι ο αγώνας των αναρχικών οργανώσεων σε πολλές περιοχές της ΕΣΣΔ συνεχίσθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 σε συνθήκες καταστολής και παρανομίας. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, οι αναρχικοί αποπειράθηκαν να ξαναστήσουν τις οργανώσεις που προηγουμένως διαλύθηκαν, εξέδωσαν φυλλάδια και παράνομα περιοδικά, συμμετείχαν δραστήρια στις συγκρούσεις των ανέργων εργατών, προώθησαν τη δημιουργία ανεξάρτητων συνδικάτων εργατών, ανέργων και αγροτών, κάλεσαν στον αγώνα για την καταστροφή του γραφειοκρατικού καθεστώτος μέσω της κοινωνικής επανάστασης και το χτίσιμο της χωρίς κράτος κομμουνιστικής κοινωνίας βασισμένης στην αυτo-κυβέρνηση.

Η OGPU σημείωνε ακόμα και τις περιπτώσεις απαλλοτριώσεων που οργάνωναν αναρχικοί. Το εύρος των κοινωνικών στρωμάτων με τα οποία δούλεψαν οι αναρχικοί αυτή την περίοδο είναι πολύ πλατύ. Είναι εργάτες, άνεργοι, αγρότες, δάσκαλοι, φοιτητές και εκείνοι που «εκκαθαρίστηκαν» από θεσμούς της ανώτερης εκπαίδευσης λόγω του ότι ήταν πολιτικά ύποπτοι, κληρωτοί και στρατιώτες, μέλη της RKSM (Ένωση Ρωσικής Κομμουνιστικής Νεολαίας) και του πρώην VKP(b) (Πανρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα – μπολσεβίκικο), ακόμη και Κοζάκους2. Οι αναρχο-απόκρυφοι κύκλοι που λειτούργησαν ανάμεσα στην διανόηση ήταν, επίσης, πολυπληθείς τη δεκαετία του ’203. Οι προσπάθειες να ξαναστηθούν οι αναρχικές οργανώσεις συνεχίσθηκαν την δεκαετία του ’30. Οι πιο γνωστές απ’ αυτές ήταν η Συνομοσπονδία των Ουκρανών Αναρχικών Nabat (Konfederatsiya anarkhistov Ukrainy Nabat) το 1934 και η δραστηριότητα της παράνομης αναρχικής ομάδας στο χημικό εργοστάσιο του Στάλινγκραντ το 19374. Συνέχεια

Οι Ισπανοί Αναρχικοί. Τα ηρωικά χρόνια 1868 – 1936

Συγγραφέας: Μάρραιη Μπούκτσιν

Έκδοση: Βιβλιοπέλαγος

Η ιστορία της κοινωνικής επανάστασης στην Ιβηρική χερσόνησο, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 και η δράση των αναρχικών σε αυτή, λειτούργησε, και λειτουργεί ακόμη για πολλούς, σαν σημείο αναφοράς για την οργανωτική της λειτουργία, τον αντιφασιστικό χαρακτήρα της, όσο και για την ένοπλη πρακτική της. Ο καθένας, ανάλογα τα ιδεολογικά γυαλιά που φόρεσε, ερμήνευσε επί μέρους την σημασία της και προσπάθησε να την εξηγήσει αποσκοπώντας σε ίδια συμφέροντα.

Το βιβλίο «Οι Ισπανοί Αναρχικοί – Τα ηρωικά χρόνια 1868-1936» έρχεται με μια αντικειμενική οπτική γωνία να βάλει στη θέση τους όσους πίστεψαν και πιστεύουν ακόμα ότι οι κοινωνικές διεργασίες μπορούν να ξεκινήσουν απλά επειδή κάποιοι το αποφάσισαν, φέροντες το ύφος του «πρωτοπόρου καθοδηγητή».

Ο συγγραφέας, Μάρεη Μπούκτσιν, στην εισαγωγή του αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Ένας λόγος ήταν, η απομυθοποίηση του ρόλου των αριστερών/μαρξιστών σε σχέση με την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία (ζούσε στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου) και η ανάγκη για την καταγραφή μιας θαυμαστής ιστορικής εμπειρίας του «αναρχικού κινήματος» στην Ισπανία, το οποίο ήταν ελάχιστα γνωστό στους αμερικανούς ριζοσπάστες, πόσο μάλλον σε άλλους λιγότερο πολιτικοποιημένους. Θέλησε να εκφράσει, όπως ο ίδιος αναφέρει, «μία στοιχειώδη κατανόηση γι’ αυτούς τους ανθρώπους που αγάπησαν τόσο πολύ την ελευθερία», καθώς και να αποτίσει φόρο τιμής στον ιδεαλισμο τους χωρίς να κρύψει τις οργανώσεις τους από το φως μιας καλοπροαίρετης κριτικής. Ο δεύτερος λόγος ήταν η εμφάνιση της μαύρης σημαίας στους δρόμους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, τα ισχυρά αναρχικά αισθήματα της ριζοσπαστικής νεολαίας και η σύγκριση των δύο «αντίθετων απόψεων» αφού από τη μια οι ισπανοί αναρχικοί έζησαν σε μια περίοδο υλικής σπάνις, ενώ αντίθετα οι νέοι της δεκαετίας του ’60, σε μια περίοδο τεχνολογικών ανακαλύψεων, υπερασπίστηκαν το δικαίωμά τους στην απόλαυση. Συνέχεια

Ελιζέ Ρεκλύ. Ένας αναρχικός και λόγιος

του ΜΑΞ ΝΕΤΤΛΑΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Τροπή
σελ. 367

«Γι’αυτό ακόμα πάντα, και σήμερα περισσότερο από ποτέ, η εξέταση της ζωής αυτών που διαποτίζονται με τις πιο καθαρές μορφές ελευθερίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τις πραγματοποιούν αν είναι δυνατό στην ίδια τους την ζωή έχει ιστορικό και υποδειγματικό ενδιαφέρον και δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου ως προσωπολατρία. Αφηγούμενος εδώ τη ζωή του Ελιζέ Ρεκλύ με πολλές λεπτομέρειες, και το κάνω αυτό με ειλικρινή θαυμασμό και σεβασμό γι’ αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο, θα ήθελα με αυτό επίσης να υποδεικνύω συνεχώς τις δυνατότητες ανάπτυξης και δράσης, οι οποίες βρίσκονται μέσα σ’ όλους μας και τις οποίες θα έπρεπε να αφυπνίσουμε, όπως κατάφερε να το κάνει ο Ρεκλύ ο οποίος, ελευθερωνόμενος πνευματικά από πολύ στενές συνθήκες, δημιούργησε γύρω του μια ατμόσφαιρα ελευθερίας και ανθρώπινης καλοσύνης και αλληλεγγύης. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του, αρκεί μονάχα να το θέλουμε· κανένας θεός και κανένα κόμμα δεν μπορεί να το κάνει αυτό για μας, και όταν εμείς παραλείπουμε αυτού του είδους τις ιδιαίτερες προσπάθειες, μετά από λίγο αναπολούμε μια ζωή παραμελημένων ευκαιριών και παραμένουμε αλυσοδεμένοι στο άψυχο και πνιγηρό εξουσιαστικό περιβάλλον που μας περιστοιχίζει». Συνέχεια