Category Archives: Αναλύσεις

Από το Κυπριακό του ’52-’58 έως το Μακεδονικό τού σήμερα: Οι ανυπότακτοι νεολαίοι και ο αγώνας τους ενάντια στην εξουσία.

Το άρθρο που ακολουθεί αφιερώνεται στη μνήμη του Νίκου Νικολαΐδη και των ανυπότακτων νεολαίων της δεκαετίας του ’50.

«Η Κυβέρνησις είναι αποφασισμένη να πατάξη πάσαν αναρχικήν εκδήλωσιν, η οποία υπό το πρόσχημα του πατριωτισμού αποβλέπει ευθέως εις αντεθνικούς σκοπούς». Κωνσταντίνος Καραμανλής (πρωθυπουργός) 9/5/1956

«Εκείνο το βράδυ διώξαμε νωρίς τα κορίτσια από το Στέκι και συναντηθήκαμε για πρώτη φορά με κάτι άλλα παιδιά από τα γύρω δημόσια σχολεία κι αποφασίσαμε την άλλη μέρα στη διαδήλωση να φτιάξουμε μια σφιχτή ομάδα καμιά σαρανταριά να ήμαστε όλοι μαζί μακρυά από τους άλλους – όχι σαν τα πρόβατα και να την πέφτουμε πίσω από τους μπάτσους εκεί που δεν περίμεναν θα είχαμε μαζί μας ξυραφάκια και σουγιάδες μα κάτι τύποι πιο μεγάλοι από εμάς δεκαοχτάρηδες και βάλε δεν γουστάραν τέτοιο σκηνικό και είπαν ότι έπρεπε να πάμε όλοι μαζί με τους άλλους και να είμαστε ήσυχοι γιατί αν τους χτυπούσαμε τους μπάτσους θα παίζαμε λέει το παιχνίδι τους...». Νίκος Νικολαΐδης, Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Οι ιστορίες που δεν είναι Ιστορία

Θηριωδίες των άγγλων κατακτητών

Λέγεται πως την Ιστορία την κατασκευάζουν οι νικητές. Οι κάθε είδους νικητές που ενσαρκώνουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την εξουσία διαχρονικά. Νικητές που, συχνά πυκνά, εκκινούν από το μετερίζι των καταπιεσμένων, για να καταλήξουν, ανερυθρίαστα, καταπιεστές, συνήθως χαρακτηριστικά σκληρότεροι από αυτούς που μέχρι πρότινος μέμφονταν. Αυτοί «γράφουν» την Ιστορία, με κεφαλαίο, αυτοί ορίζουν με ακρίβεια το «αληθές», αυτοί διαχειρίζονται την προκρούστεια κλίνη του damnati memoriae, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι.

Αν το καλοσκεφτούμε, οι ανωτέρω βίαια κατακτημένες δυνατότητες δίνουν στους εξουσιαστές, παράλληλα, και το «δικαίωμα» να δομήσουν το παρελθόν, αυτό που ονομάζουμε μνήμη, κατά το κέφι τους. Και είναι σαφές πως όποιος δύναται σε μεγάλο βαθμό να ελέγξει τη μνήμη του παρελθόντος, μπορεί να κάνει το ίδιο και για το παρόν, αλλά και να διαμορφώσει κατά το δοκούν το μέλλον. Με άλλα λόγια, αυτό που καταφανώς αδόκιμα και αφηρημένα αποκαλούμε «πραγματικότητα» είναι αποτέλεσμα συστηματικής στρέβλωσης, μεγέθυνσης και, κυρίως, αφαίρεσης. Συνέχεια

«ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝ ΠΑΡΕΛΘΟΝ»…

«Μια προσωρινή άποψη εγκαθίσταται εύκολα μέσα στην ψυχή των μαζών, όμως είναι πολύ δύσκολο να ριζώσει εκεί μια σταθερή πεποίθηση, και επίσης πολύ δύσκολο να καταστρέψουν αυτή την τελευταία, αφού διαμορφώθηκε. Δεν μπορούν καθόλου να την αλλάξουν παρά με τίμημα βίαιες επαναστάσεις, και μόνο αφού η πεποίθηση έχει χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά την εξουσία της πάνω στις ψυχές. Οι επαναστάσεις χρησιμεύουν τότε για να αποκρούσουν ολοκληρωτικά πεποιθήσεις, που σχεδόν είναι εγκαταλελειμμένες ήδη, αλλά τις οποίες ο ζυγός της συνήθειας εμπόδιζε να εγκαταλειφθούν ολοκληρωτικά. Οι επαναστάσεις που αρχίζουν είναι στην πραγματικότητα πεποιθήσεις που τελειώνουν». (Gustav Le Bon, Η ψυχολογία των μαζών)

«Οι προβλέψεις του μέλλοντος ουδέποτε είναι κάτι περισσότερο από προβολές αυτόματων διαδικασιών και διεργασιών του παρόντος, δηλαδή συγκυριών που είναι πιθανό να λάβουν χώρα αν οι άνθρωποι δεν δράσουν και αν τίποτε το απροσδόκητο δεν συμβεί. Κάθε πράξη, καλώς ή κακώς, και κάθε τυχαίο περιστατικό καταστρέφει κατ’ ανάγκη το όλο σχήμα στο πλαίσιο του οποίου κινείται η πρόβλεψη και βρίσκει τα τεκμήριά της. (Η σχετική παρατήρηση του Προυντόν ότι «η γονιμότητα του απροσδόκητου υπερβαίνει κατά πολύ τη φρόνηση του πολιτικού ανδρός» ευτυχώς εξακολουθεί να ισχύει. Υπερβαίνει δε, ακόμη προφανέστερα, τους υπολογισμούς των ειδικών.) Το να αποκαλούνται «τυχαία γεγονότα» ή «επιθανάτιος ρόγχος του παρελθόντος» τέτοια απροσδόκητα, απρόβλεπτα και μη προβλέψιμα συμβάντα, και να καταχωνιάζονται έτσι ως αμελητέα στο περιβόητο «χρονοντούλαπο της ιστορίας», είναι ένα από τα πιο παλιά κόλπα του επαγγέλματος (Hannah Arendt, Περί βίας)

Έχει ειπωθεί και δικαιολογημένα ότι ένα μυρμήγκι, που θα είχε το χρόνο μπροστά του θα μπορούσε να ισοπεδώσει το Λευκό Όρος. Ο Gustav Le Bon αναλογιζόμενος την επίδραση του χρόνου στη γένεση των ιδεών των μαζών υποστηρίζει ότι ο χρόνος κρατεί υπό την εξάρτησή του τις μεγάλες δυνάμεις (όπως η φυλή), που αποκτούν εξ αιτίας του δύναμη και εξ αιτίας του την χάνουν, ενώ επίσης ο χρόνος είναι εκείνος που προετοιμάζει τις ιδέες και τις πεποιθήσεις, το έδαφος που θα φυτρώσουν και θα καλλιεργηθούν. Πρόσθετε, επίσης, ότι ο χρόνος συσσωρεύει το τεράστιο απόθεμα πεποιθήσεων και σκέψεων, πάνω στο οποίο γεννιούνται οι ιδέες μιας εποχής και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει πάντα να ανατρέχουμε στο παρελθόν για να κατανοήσουμε την γένεσή τους. Συνέχεια

Όταν ο Ανδρέας «χάριζε» ζωές!!

Όταν οι κάθε λογής εξουσιαστές –μικρής ή μεγάλης δυναμικότητας– αποφασίζουν να μιλήσουν σε διάφορα αφιερώματα-αγιογραφίες πολιτικών, είναι πολύ πιθανό να εντοπιστούν διάφορα «μαργαριτάρια». Είναι το διαρκές άγχος της εξουσίας να επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα της ύπαρξής της και ταυτόχρονα η διαδρομή και οι αποφάσεις τού κάθε πολιτικού να εντάσσονται στο εκάστοτε πλαίσιο. Έτσι μπορεί κάποιος να εμφανίζεται από υπερασπιστής της Δημοκρατίας και των δικαιωμάτων μέχρι γνήσιος πατριώτης και πετυχημένος διπλωμάτης. «Φωτοστέφανο» από τους αυλικούς στους αυλάρχες. Αυτή η προσπάθεια η οποία συναντάται, όχι μόνο μέσω των συνεντεύξεων, αλλά και στις ονοματοθεσίες οδών, πλατειών, γηπέδων, αεροδρομίων και οπουδήποτε, ώστε η συχνή επανάληψη της χρήσης και της επαφής να δημιουργεί την αίσθηση του οικείου και της απότισης φόρου τιμής και σεβασμού. Είναι τέτοια η πρεμούρα τους, που πολλές φορές παρατηρούμε σε όμορες περιοχές, η κοινή και όμοια ονοματοθεσία οδών να δημιουργεί προβλήματα ορθής χωροταξικής αποτύπωσης. Αλλά ας όψεται.

Πρόσφατα και με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Παπανδρέου ο προσωπικός γιατρός του και πρώην υπουργός σε συνέντευξή του στο κανάλι της Βουλής, «Ζωντανοί Διάλογοι» με τον Τάκη Κάμπρα ανέφερε:

«Η Αυριανή μετά έβαζε προσωπικές φωτογραφίες της Δήμητρας Παπανδρέου και ο Παπανδρέου βλέποντας αυτή την εικόνα, να βλέπει τη γυναίκα του σε τέτοιες φωτογραφίες, μπορώ να σας πω ότι είχε καταρρακωθεί. Αλλά δεν το έδειχνε, δεν παραπονιότανε». Συνέχεια

Η επανάσταση στην Ρωσσία τον Φεβρουάριο του 1917

Η συμπλήρωση εκατό χρόνων από το πολυσυζητημένο 1917 μας ωθεί, εκ των πραγμάτων, σε μία αναδρομή και εξέταση ενός ιστορικού γεγονότος, το οποίο στιγματίζει μέχρι σήμερα την πορεία του κόσμου. Ως συνήθως, οι άνθρωποι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δέχονται τις εικόνες και τις παραστάσεις που τους εντυπώνονται με έναν ορισμένο τρόπο. Αυτό ισχύει και με την περίπτωση του 1917, της επανάστασης του Φεβρουαρίου και των γεγονότων του Οκτωβρίου. Ο τρόπος αυτός απόκτησης γνώσεων και «καταστάλαξης» εμπειριών είναι κατ’ ουσίαν εξουσιαστικός, εφ’ όσον δεν προέρχεται από την αυτοδύναμη δημιουργικότητα και την καλλιέργεια ιδεών από τους ίδιους τους καταπιεζόμενους κι εκμεταλλευόμενους ανθρώπους, οι οποίοι εν συνεχεία θα έχουν την δυνατότητα να τις θέσουν σε εφαρμογή, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, όπως είναι είτε οι αμέσως ασκούντες την δύναμη επιβολής, είτε οι αποτελούντες την χαρακτηριζόμενη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως πρωτοπορεία. Επομένως, αναμφισβήτητα εξουσιαστική είναι και η διαδικασία με την οποία οι άνθρωποι οδηγούνται σε συγκεκριμένες ενέργειες, των οποίων δεν γνωρίζουν ούτε το βαθύτερο νόημα, αλλά ούτε και τα αποτελέσματα τα οποία θα προκύψουν, επειδή συνήθως υποκύπτουν σε αόριστα συνθήματα, σε υποσχέσεις οι οποίες δεν έχουν πραγματικό αντίκρυσμα, δεν υλοποιούνται, αφού συμπλέκονται με την τεχνική της πολιτικής, η οποία είναι το κατ’ εξοχήν μέσον χειραγώγησης ή πραγματοποιείται το ακριβώς αντίθετο από το υποσχεθέν. Συνέχεια

Δημογραφικές Πολιτικές Διαχρονικά στον Βαλκανικό Χώρο

Την ίδια στιγμή που ο Καναδάς προσπαθεί να βρει εργατικό δυναμικό από άλλες χώρες για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, όπως αυτές διαμορφώνονται σε επαρχίες του, κυρίως αυτές που είναι αρκετά ορεινές και «παγωμένες», οι όμορες ΗΠΑ ασκούν μια αυστηρή μεταναστατευτική πολιτική. Δυο διαφορετικές χώρες με διαφορετικές ανάγκες κατά την ίδια περίοδο κάτι που τις διαφοροποιεί, ουσιαστικά για πρώτη φορά ως προς την εύρεση και ικανοποίηση των μεταναστατευτικών ροών. Και οι δυο χώρες δεν θα αναπτύσσονταν με όρους οικονομικής μεγέθυνσης, τις προηγούμενες δεκαετίες, εάν κατά εκατομμύρια δεν συνέρρεαν μετανάστες στα εδάφη τους από το 19ο αι. Σήμερα ο Καναδάς «παρακαλεί» μετανάστες να καταφέρουν να περάσουν τα επιτηρούμενα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ ώστε πεζή να μπορέσουν να εισέλθουν στην επικράτειά του. Αρκετοί κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι το μόνο κοινό που έχουν αυτές οι δύο χώρες είναι ότι βρίσκονται στη Β. Αμερική και ότι η «κουλτούρα» του κάθε κράτους διαφοροποιείται σημαντικά. Θα συμφωνήσουμε, εν μέρει, με αυτή τη διαπίστωση, στη βάση ότι ο Καναδάς για λόγους που του ήταν επιτρεπτό και αναγκαίο συνάμα, άσκησε μια «κοινωνική πολιτική» για τους «πολλούς», αλλά και μια παρελκυστική και επιθετική για τους ιθαγενείς ινδιάνους. Για ποιο λόγο τα αναφέρουμε όλα αυτά; Γιατί, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε και στη συνέχεια, η μετανάστευση και η ροή των ανθρώπων από τις εστίες τους σε νέα άγνωστα μέρη σχετίζονται με σχεδιασμούς και αποφάσεις που λαμβάνονται σε κεντρικό πολιτικό και οικονομικό επίπεδο διαχρονικά. Συνέχεια

Μακεδονικό, ώρα μηδέν: Η κύρωση της επαίσχυντης συμφωνίας προ των πυλών

Την επαύριο του ογκώδους συλλαλητηρίου του περασμένου Ιούνη, ο τότε υπουργός εξωτερικών Κοτζιάς είπε ούτε λίγο ούτε πολύ πως «αυτοί που δεν κατέβηκαν ήταν περισσότεροι». Και έσπευσε να δηλώσει συνειδησιακά ήσυχος, εφόσον, βάσει της παραπάνω «συλλογιστικής», εκπροσωπεί την πλειοψηφία, την οποία βέβαια με αυθαίρετο τρόπο χρωμάτισε όπως τον βόλευε.

Μία από τις «λογικές» που ατύπως θέσπισε η παγκόσμια τάξη που προέκυψε μετά το 1989 ήταν πως όποιος δεν εκφράζεται ή δεν αντιδρά ξεκάθαρα και φανερά αυτομάτως θεωρείται ότι συναινεί και συμφωνεί με τα σχέδιά της, ακόμα και στην περίπτωση που δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτά, ώστε να είναι σε θέση να αντιδράσει. Ας πρόσεχε, ας φρόντιζε να γνωρίσει.

Ήταν μια τετριμμένη (πλέον) ακροβασία από τον «κύριο ΣΤΑΖΙ» (κατά τους πρώην συντρόφους του), αλλά επαρκής, ώστε να επιστρέψει τον κλονισμό που δέχτηκε η τρέχουσα εξουσιαστική διαχείριση των πραγμάτων πίσω στην πηγή του, δηλαδή στους συμμετέχοντες στα συλλαλητήρια. «Όταν είσαι περικυκλωμένος, πανικόβαλλε τον ίδιο τον εχθρό». Το σύνθημα είχε δοθεί και ο μηχανισμός της προπαγάνδας έσπευσε να υιοθετήσει την δέουσα απαξιωτική τακτική, προσπερνώντας το παρόν με «επίθεση στο μέλλον»: «Δεν υπάρχετε. Εμείς συνεχίζουμε. Και τί άλλο, άραγε, μπορείτε να κάνετε;». Συνέχεια

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ…

«Η ανοχή, επιφυλάσσοντας στους ηττημένους έναν βαθμό εξουσίας και ασφάλειας, και διατηρώντας ανοικτό το ενδεχόμενο αναστροφής της ήττας τους, συντηρεί την αντιπολίτευσή τους, ενώ επιτρέπει στον νικητή να εφαρμόσει τα προγράμματα και τις πολιτικές του». S.F. Hartenberg, Εξτρεμισμός και Ανοχή στην Πολιτική, (1967)

«Η συνεργασία υποδηλώνει εκτενή εμπλοκή με κόμματα-παρίες σε συνδυασμό με υψηλό επίπεδο ανοχής. Σαφώς, και επιπροσθέτως, συνεπάγεται επίσης και ένα «δράμα» για το κομματικό σύστημα και για τη δημοκρατία. Συνεργασία μπορεί να προκύψει σε ένα ή περισσότερα πεδία: εκλογικό, νομοθετικό, ή/και εκτελεστικό. Οι εκλογικές δεσμεύσεις και διαπραγματεύσεις εμπεριέχουν συμφωνίες –επίσημες ή σιωπηρές– δημιουργίας περιφερειακού ανταγωνισμού που θα είναι αμοιβαία επωφελής». William M. Downs, Πολιτικός εξτρεμισμός στις δημοκρατίες, (2012)

Σύμφωνα μ’ έναν ορισμό της «σύγκρουσης», που βασίζεται σε μια περιοριστική σημασία του όρου, η «σύγκρουση» παραπέμπει σε μια αντιληπτή διάσταση ενδιαφερόντων ή στην πεποίθηση ότι οι φιλοδοξίες των εμπλεκομένων μερών δεν μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ορισμό αυτό η σύγκρουση λαμβάνει χώρα, όταν οι «εμπλεκόμενοι» θεωρούν ότι οι φιλοδοξίες τους είναι ασύμβατες ή προβάλλουν τεχνηέντως αυτή την εικόνα, γιατί κάτι τέτοιο ωφελεί αμφότερους. Στην τελευταία περίπτωση ενδείκνυται η προβολή της παράστασης μιας εικονικής σύγκρουσης, η οποία για να πείθει ενδύεται κυρίως τον συγκρουσιακό λόγο, με το σκηνικό να συμπληρώνεται από συνεχείς απειλές, που διατηρούν την ένταση και δίνουν την δυνατότητα σε ενδιάμεσους μηχανισμούς, όπως λόγου χάρη τα ΜΜΕ, αλλά όχι μόνον, να την διαφημίζουν. Συνέχεια

Ο Χρόνος και οι Αναρχικοί

στην ταινία «Μεγαλέξαντρος» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου

Μα πως γίνεται ο χρόνος να έχει ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα; Ο άνθρωπος γελιέται όταν νομίζει ότι το θηρίο που λέγεται χρόνος πιάστηκε στο δόκανό του. Τον καρατόμησε από το μηδέν έως το εικοσιτέσσερα και από το μηδέν έως το εξήντα και έτσι ορίζει άλλους ανθρώπους. Όποιος είναι έξω από αυτούς τους αριθμούς βαφτίζεται με υποκοριστικά όπως: απροσάρμοστος, τρελλός, φαντασμένος, περιθωριακός, τεμπέλης. Άνθρωποι που δεν χωράνε στην έννοια της κοινωνίας, εχθροί της φερέφωνης κανονικότητας. Ο ανθρώπινος χρόνος δεν είναι τίποτα άλλο παρά δυνάστης. Στην ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Μεγαλέξαντρος», τα παραπάνω φαίνονται καθαρά μέσα από μια ελεύθερη ορεινή κοινότητα, ένα σταματημένο ρολόι και του ρόλου των αναρχικών, που εμφανίζονται στην κοινότητα.

Ο δυνάστης Μεγαλέξαντρος, στην ομώνυμη ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, καταφθάνει με την ένοπλη ομάδα του καθώς και με μια ομάδα Ιταλών αναρχικών, σε ένα χωριό. Οι χωριανοί τούς υποδέχονται με χαρά και το ίδιο βράδυ στήνουν γλέντι για το καλωσόρισμά τους. Οι χωρικοί διαμηνύουν στους αναρχικούς ότι στο χωριό δεν υπάρχει ιδιοκτησία, όλοι είναι ίσοι και ότι για να μείνουν θα πρέπει και αυτοί να βοηθήσουν στην καλλιέργεια, στην βιοτεχνία αλλά και να υπερασπίσουν το χωριό όταν χρειαστεί. Μια άλλη ιδιαιτερότητα του χωριού είναι ότι το κεντρικό ρολόι της πλατείας είναι σταματημένο από τους ίδιους του χωρικούς. Τα ρολόγια που μετρούν το χρόνο, γι’ αυτούς είναι δυνάστες. Η εξουσία που ασκούν είναι τέτοια ώστε μπορούν να ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Κανείς δεν είναι ελεύθερος όταν υπάρχουν τα ρολόγια που έχουν υποτάξει τον χρόνο, κανείς δεν έχει την ελευθερία να πορεύεται άναρχα και ανεξούσια στο πλαίσιο που ορίζουν αυτά. Συνέχεια

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ

Όταν η περιβαλλοντική συνείδηση καταλήγει σε χωματερές ανθρώπων

Όλοι μας έχουμε δει σε διάφορα σημεία να υπάρχουν ειδικοί χώροι όπου ο καθένας μπορεί να αφήσει την παλιά ή την χαλασμένη ηλεκτρονική του συσκευή. Τι είδους ανακύκλωση γίνεται όμως και ποιοι την κάνουν; Αρκετοί ίσως να έχουμε δει και μια τηλεοπτική διαφήμιση με το μότο: «ανακύκλωση συσκευών, το κάνεις για σένα». Είναι από τις φορές που θα συμφωνήσουμε απόλυτα με τα παραπάνω και θα εξηγηθούμε γι’ αυτό. Η ανακύκλωση συσκευών είναι όντως κάτι που το άτομο το κάνει μόνο για τον εαυτό του και για τίποτα άλλο. Είναι από τις περιπτώσεις που το άτομο κοιμάται ήσυχο έχοντας ήσυχη την συνείδησή του ότι προσέφερε στο περιβάλλον, ότι δεν δημιούργησε άλλο ένα απόβλητο που δεν θα απορροφηθεί από την φύση στον αιώνα τον άπαντα και όλα αυτά ανακυκλώνοντας την ηλεκτρονική του συσκευή.

Με την ανακύκλωση το άτομο εναποθέτει ένα δικό του πρόβλημα σε κάποιον άλλον, στο Κράτος, σε μια Ανώνυμη Εταιρία σε μια Δημοτική Επιχείρηση κλπ. Τελικά όμως το πρόβλημα, μέσα από την διαχείριση των παραπάνω φορέων, μεταφέρεται ώσπου εν τέλει να το επωμίζονται οι λαοί της Άπω Ανατολής, της Αφρικής και της Ινδίας. Καμμία ανακύκλωση ηλεκτρονικών συσκευών δεν γίνεται από τις εταιρίες που διαφημίζονται ως τέτοιες. Οι εται­ρείες ανακύκλωσης ηλεκτρονικών συσκευών είναι ουσιαστικά κομιστές ηλεκτρονικών αποβλήτων προς άλλες εταιρείες και πάει λέγοντας, μέχρι οι συσκευές να φτάσουν στην Αφρική, στην Ινδία ή στην Κίνα. Το εμπόριο των αποβλήτων έχει μεγάλα κέρδη. Με αυτό τον τρόπο είναι όλοι ευτυχισμένοι: ο καταναλωτής που έπραξε το περιβαλλοντικό του καθήκον (το κάνεις για σένα λέει το σποτ!) και όλοι οι ενδιάμεσοι, Κράτος, Ανώνυμες Εταιρίες, Δημοτικές Επιχειρήσεις κτλ. που τσίμπησαν αρκετά φραγκάκια απ’ την διακίνηση των ηλεκτρονικών αποβλήτων και τέλος τα εκάστοτε εξουσιαστικά οικονομικά συστήματα, καπιταλιστικά, δημοκρατικά, κουμουνιστικά, δικτατορικά κτλ που είναι οι τελικοί αποδέκτες, κερδίζοντας τεράστια οικονομικά οφέλη στις πλάτες όλων αυτών που ζουν και αναπνέουν παρέα με τα ηλεκτρονικά απόβλητα ολόκληρου του κόσμου. Συνέχεια

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Επανήλθε στο προσκήνιο και στη δημοσιότητα το θέμα των σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας και μιας ενδεχόμενης συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών. Όπως είπε, σε δεύτερο χρόνο, ο Ιερώνυμος «υπήρξε πρόθεση για συμφωνία» και όχι συμφωνία, αλλά φυσικά δεν γνωρίζουμε πότε δυο μέρη και φορείς συζητούν ένα θέμα με την, εκ των προτέρων, πρόθεση να διαφωνήσουν. Στη διαπραγμάτευση ο στόχος της κάθε πλευράς είναι να υπάρξει συμφωνία που τουλάχιστον η κάθε πλευρά είτε θα είναι είτε θα νιώθει ωφελημένη είτε θα μπορεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά/πολιτικά τα οφέλη μιας απόφασης. Διαφορετικά εάν η πρόθεση είναι η διαφωνία τότε δεν υφίστανται συζητήσεις προς τη κατεύθυνση για μια νέα θεσμική συμφωνία. Ασφαλώς γνωρίζουμε ότι η συγκεκριμένη δήλωση απευθυνόταν αποκλειστικά και κύρια στους ιεράρχες και στις άμεσα εκφρασμένες αντιρρήσεις τους ως προς τη «συμφωνία».

Η ελληνική Εκκλησία, ως επίσημος θεσμικός και εκτελεστικός φορέας της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας στον ελλαδικό χώρο, εξ αρχής είχε άμεση και στενή σύνδεση με το Κράτος από την ίδρυση του ελληνικού μοναρχικού κρατιδίου. Άλλωστε, από το 1833 η Αντιβασιλεία της Ελλάδας επεξεργάζεται σχέδια απόσπασης της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ίδρυση αυτοκέφαλης εκκλησίας του ελληνικού βασιλείου. Τις προτάσεις αυτές παρουσιάζει την εποχή εκείνη ο Σπυρίδων Τρικούπης και η Αντιβασιλεία εκδίδει, χωρίς απόφαση και συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βασιλικό διάταγμα όπου ανακηρύσσεται η αυτονομία της. Η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει πια δογματική σχέση με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και όχι διοικητική. Συνέχεια

ΑΝΑΘΥΜΙΑΣΕΙΣ «ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑΣ»

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε πριν από 9 χρόνια, στο υπ’ αριθμ. 86 φύλλο του μηνός Σεπτεμβρίου 2009, της μηνιαίας αναρχικής εφημερίδας ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η αναδημοσίευσή του αποσκοπεί στην επαναφορά στη μνήμη ορισμένων καταστάσεων και διαδικασιών, οι οποίες είχε επισημανθεί ότι προετοίμαζαν αλλά και αποτελούσαν συνέχεια προγενέστερων συνθηκών και οδήγησαν στα όσα βιώνονται επί των ημερών μας με την σύμπραξη ακροδεξιών και κομμουνιστών-αριστερών στην διαχείριση της εξουσίας, καθώς και την συμπόρευση αντιεξουσιαστών και αναρχιστών με το παρόν καθεστώς. Το κείμενο γράφηκε με αφορμή δηλώσεις του Π. Κοροβέση σε σχέση με το σκάνδαλο της Ζήμενς.

Ας κάνουμε μια ακόμα παρατήρηση του ρυπαρού σκηνικού της πολιτικής μετά και την πρόσφατη «θύελλα» που ξεσηκώθηκε, για μια ακόμα φορά, στους κόλπους του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ

Επισημαίνουμε, κατ’ αρχήν, πως μέσα σ’ αυτό το υπερφορτωμένο σύστημα ραδιουργιών και πολυσύνθετων τεχνικών, που αποκαλείται πολιτική, περιλαμβάνεται (εκτός των άλλων) η τεχνική της «αθωότητας» και της «ευθιξίας», της υπεράσπισης της ηθικής και της τιμής. Η ηθική γίνεται σημαία κάθαρσης, που σείεται ανάλογα με τις σκοπιμότητες που υπάρχουν (και για τους λιπόψυχους ανάλογα με το πόσους υποστηρικτές μπορούν να μαζέψουν). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ανασύρονται και συνδέονται με την επικαιρότητα γεγονότα που έχουν λάβει χώρα πριν από δεκαετίες. Γίνονται εργαλεία στα χέρια της μιας ή της άλλης εξουσιαστικής μερίδας με σκοπό την επικράτηση.

Η «θύελλα» που προαναφέραμε σχετίζεται με τα όσα δήλωσε ο νεότευκτος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά παλιά καραβάνα στις ραδιουργίες και τους φραξιονισμούς (για να μην ξεχνάμε και την ορολογία της αριστεράς), Π. Κοροβέσης.

Σύμφωνα με τα γραφόμενα, θεώρησε τον εαυτό του αποδέκτη των ερωτημάτων που έθεταν τα άρθρα των Βότση και Μπέη στην Ελευθεροτυπία και έσπευσε να τοποθετηθεί, συμπαρατασσόμενος «ανακυκλικά» με συνέντευξη που έσπευσε να δώσει στο Κανάλι 1 του Πειραιά. Συνέχεια

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2008…

«Οι Γάλλοι βαριούνται… Η νεολαία βαριέται… Ο στρατηγός ντε Γκωλ βαριέται». [Εφημερίδα Le Monde Mαρτίου του 1968 (Λίγες ημέρες μετά το Παρίσι φλέγεται)]

«Μια κυνική άποψη για τα μέλη της γενιάς που πήρε το όνομά της από το γεγονός, άποψη η οποία προέρχεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά, υποστηρίζει ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 απέκτησαν κομφορμιστικά χαρακτηριστικά, προδίδοντας τα νεανικά τους ιδανικά με αντάλλαγμα σημαντικές θέσεις εξουσίας στην ελληνική κοινωνία. Εφόσον το Πολυτεχνείο περιγράφεται συχνά ως «ύστερο ’68», η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε παρόμοια με την ανάληψη θέσεων ισχύος από εκπροσώπους της γενιάς του Μάη του ’68 σε πολλές δυτικές χώρες». Κωστής Κορνέτης, Τα Παιδιά της Δικτατορίας

Ἐχουμε χαρακτηρίσει σε παλαιότερο κείμενό μας την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 ως την εξέγερση, που υποχώρησε αήττητη θέλοντας να υπογραμμίσουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο την ανάγκη να αναζητούνται διαρκώς σημαντικές όψεις ενός γεγονότος, οι οποίες θα φωτίζουν και θα οδηγούν σε διαφορετικούς δρόμους από εκείνους, που υποδεικνύουν κοινότυπα συμπεράσματα εκπορευόμενα άλλοτε από λογικές πολιτικής νίκης και άλλοτε πολιτικής ήττας. Είναι άλλωστε κατά την γνώμη μας αναμφισβήτητο γεγονός ότι ιδιαίτερα σε περιόδους κινηματικής ευμάρειας, η ικανοποίηση, που πηγάζει από την βελτίωση της θέσης των πολιτικών δυνάμεων του κινήματος, εξαφανίζει στην κυριολεξία ακόμη και τους χλιαρότερους προβληματισμούς, που εκφράζονται για τις αφομοιωτικές ικανότητες κάθε μορφής εξουσίας.

Αυτή, όμως, η ενίσχυση της κινηματικής εξουσίας, γιατί περί αυτού πρόκειται, οδηγεί βήμα βήμα στην φανερή, πλέον, ενσωμάτωσή της σε όμορους (αριστερά) ιδεολογικούς χώρους. Η εκτίμηση, όμως, αυτή παραμένει ανολοκλήρωτη αν δεν αναζητηθούν οι προϋπάρχοντες δίαυλοι, τα ενδιάμεσα πολιτικά σχήματα, δομές κοκ, που εμφανιζόμενοι ως αντισυστημικοί μπορούν αφ’ ενός να υποδεχθούν και να εκφράσουν πολιτικά την αποξένωση και την βαθιά αντιπάθεια για την πολιτική και τα κόμματα στο όνομα της αυτοοργάνωσης, ενώ την ίδια στιγμή οι κομματικές λογικές όχι μόνο κυριαρχούν στο εσωτερικό τους, αλλά είναι αυτές που διαπαιδαγωγούν πολιτικά τους υποψήφιους «αυτοοργανωμένους». Συνέχεια

Η διπλωματία του ξίφους και το ξίφος της διπλωματίας

«Συμφωνίες, χωρίς ξίφος, είναι λόγια μονάχα, ανίκανα να εξασφαλίσουν τον άνθρωπο. Τα δεσμά των λόγων είναι πολύ εύθραυστα για να χαλιναγωγήσουν τη φιλοδοξία των ανθρώπων, τη φιλοχρηματία τους, την οργή τους και τα άλλα τους πάθη, χωρίς το φόβο μιας δύναμης που μπορεί να εξαναγκάζει». Thomas Hobbes

«Τα λόγια ενός διπλωμάτη δεν πρέπει να έχουν σχέση με τις πράξεις, διαφορετικά τί είδους διπλωματία είναι αυτή; Άλλο πράγμα οι λέξεις και άλλο οι πράξεις. Τα ωραία λόγια είναι η μάσκα για την απόκρυψη των κακών πράξεων. Ο ειλικρινής διπλωμάτης είναι σαν το ξηρό νερό ή το ξύλινο σίδερο». Ιωσήφ Στάλιν

Ο όρος διπλωματία έχει ταυτιστεί στο μυαλό πολλών ανθρώπων με μια πολιτισμένη δια­δικασία, που αποσκοπεί στην ειρηνική διαχείριση των σχέσεων ανεξάρτητων κρατών και διεθνών οργανισμών. Μ’ άλλα λόγια θεωρείται σε γενικές γραμμές ότι η διπλωματία συνιστά μια λειτουργία, που αποσκοπεί στην επικοινωνία κρατικών αξιωματούχων, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής δίχως την προσφυγή στην βία, είτε μέσω επίσημων συμφωνιών είτε σιωπηρών διευθετήσεων.

Η διπλωματία, λοιπόν, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, συντείνει στην αποφυγή «κρίσεων» κατοχυρώνοντας το «αγαθό» πρόσωπο του κράτους. Η εντύπωση αυτή είναι φυσικά λανθασμένη, καθώς, όπως είναι γνωστό, η διπλωματία δεν παύει να υφίσταται σε περιπτώσεις ένοπλων συγκρούσεων ή γενικευμένων ανθρωποσφαγών, όπου συχνότατα χρησιμοποιείται για την κλιμάκωσή τους και όχι για την παύση τους. Συνέχεια

Σχετικά με την Α΄ Παγκόσμια Ανθρωποσφαγή

Καθώς συμπληρώνονται 100 έτη (11 Νοεμβρίου1918-11 Νοεμβρίου 2018) από το πέρας της α’ παγκόσμιας ανθρωποσφαγής, είναι χρήσιμη μία αναδρομή στα αίτια και τις καταστάσεις που οδήγησαν σε αυτήν.

Τα αίτια

Πρώτη δεκαετία του 1900 έως το 1914. Ο πρώτος πιο αιματηρός πόλεμος που βίωσε, μέχρι τότε, η ανθρωπότητα είναι προ των πυλών.

Οι ετοιμασίες για την μεγάλη ανθρωποσφαγή εξελίσσονται υπογείως και σε πολλά επίπεδα.

Το ίδιο χρονικό διάστημα οι κατέχοντες την εξουσία Ευρωπαίοι απολαμβάνουν, ξέγνοιαστοι την ονομαζόμενη «όμορφη εποχή» (belle epoche), με την «κουλτούρα», τις τέχνες, το εμπόριο, τη μόδα, τις νέες τεχνολογίες, την ιατρική-βιολογία, τις εφευρέσεις (ηλεκτρισμός) και τις τηλεπικοινωνίες και μεταφορές, σε έξαρση. Σε απογείωση και η επιδειξιομανία των «ευγενών» στην οποία βασικό ρόλο παίζουν οι οίκοι ραπτικής που επινοούν διαφορετικά (για κάθε αλλαγή εποχής), πανάκριβα ρούχα, γούνες και φανταχτερά καπέλα, τα οποία, απαραιτήτως, πρέπει να επιδειχτούν στα πολυτελή εστιατόρια, όπερες, θέατρα αλλά και καμπαρέ που βρίσκονται σε μεγάλη άνθιση και όπου ρέει η σαμπάνια.

Απ’ την άλλη, ταυτόχρονα, τονίζονται σε κάθε ευκαιρία ο διαφορετικός τρόπος ζωής και τo χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Οι λαϊκές γειτονιές απομακρύνονται από τις περιοχές που ζουν οι εύποροι, οι αστικές συγκοινωνίες και τα μετρό γίνονται τα καθημερινά μέσα μεταφοράς των εργατών σε αντίθεση με τα πολυτελή βαγόνια και τα αμάξια των αφεντικών. Αυτές οι διακρίσεις και, φυσικά, το πολύ χαμηλό οικονομικό επίπεδο και η καταστολή επιφέρουν εντάσεις, συνεχείς διαμαρτυρίες, πορείες, διεκδικήσεις, έξαρση της μετανάστευσης, ιδεολογικές αλλαγές και δημιουργία εργατικών οργανώσεων με έντονη την παρουσία της Δεύτερης Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Προπολεμικά η «ηρεμία» επικρατεί ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις στην Ευρώπη. Ο πόλεμος και οι συγκρούσεις έχουν μεταφερθεί στις μακρινές αποικίες, όπου με την πρόφαση του εκπολιτισμού επιβάλουν με τα όπλα στους γηγενείς λαούς την επικυριαρχία τους. Οι μεγάλες αυτοκρατορίες (Αγγλία, Γαλλία) είναι αυτές που έχουν τις περισσότερες αποικίες και η Γερμανία, Αυστρία, Τουρκία είναι αυτές που επιθυμούν να γίνει ανακατανομή των εδαφών των αποικιών. Συνέχεια

Α΄ Παγκόσμιος Εξουσιαστικός Πόλεμος

Κείμενο με αφορμή την λήξη του πριν από 100 έτη.

Όπως υποστηρίζουν οι «ειδικοί» της προϊστορίας Μπρεΐ και Λοτιέ, «δεν υπήρχε μεγάλο χάσμα μεταξύ του ανθρώπου κυνηγού και των ζώων. Οι δεσμοί ανάμεσά τους ακόμη δεν είχαν διαρρηχθεί και ο άνθρωπος ένιωθε κοντά στα ζώα που ζούσαν γύρω του και που σκότωναν και διατρέφονταν όπως αυτός… Απ’ αυτά πήρε όλες τις ιδιότητες ο πολιτισμός, τις άμβλυνε –ταχύτητα στις ενέργειές του, εξαιρετικά ανεπτυγμένες αισθήσεις όρασης, ακοής και όσφρησης, φυσική αντοχή σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό, ακριβή και λεπτομερή γνώση των ικανοτήτων και των συνηθειών των θηραμάτων, καθώς και μεγάλη επιδεξιότητα στην αποτελεσματική χρήση των υποτυπωδών όπλων που διέθετε».

Τεράστιες μεταβολές στο κλίμα, στην πανίδα και την χλωρίδα, επέτρεψαν την μετακίνηση μεγάλων κυρίως ζώων, ενώ άλλα είδη εξαφανίστηκαν δια παντός για διάφορες και διαφορετικές αιτίες. Τα εργαλεία που εμφανίστηκαν «ξαφνικά» στα χέρια μακρινών μας προγόνων άρχιζαν να σκαλίζουν την γη, αλλά και να δίνουν νέες δυνατότητες στους τροφοσυλλέκτες-κυνηγούς. Και όμως, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι της λίθινης εποχής ήταν φιλοπόλεμοι κυνηγοί.

Οκτώ με δέκα χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή μας, οι πρώτες αυτοσχέδιες πόλεις απέκτησαν τα πρώτα τείχη και τα πρώτα φυλάκια. Ανθρωπολόγοι αναφέρουν, παρ’ όλα αυτά, ότι στην Πολυνησία της προηγούμενης χιλιετηρίδας, όπως και σε πολλές φυλές των Ατζέκων, οι πολεμιστές αποσύρονταν όταν σκότωναν τον προσωπικό τους αντίπαλο για να τιμήσουν το πνεύμα του και θεωρώντας ότι εκπλήρωσαν το πολεμικό τους καθήκον. Εκατοντάδες χρόνια αργότερα, σε διαφορετικά μέρη, αλλά και εποχές, άνθρωποι πολεμούν για την επιβίωσή τους, για να προστατεύσουν τον χώρο που διέμεναν ή για την ελευθερία τους, αλλά όχι με μεθόδους και τακτικές που πολλαπλασίαζαν τις πιθανότητες ενός «άσκοπου θανάτου», που εξαφάνιζαν την πρωταρχική αρχή της μάχης μέχρι τότε: την κατοχύρωση της προσωπικής ασφάλειας.

Τα όρια που έθετε μια κοινότητα που συναινούσε στην διεξαγωγή μιας μάχης δεν υπερβαίνονταν ανεξάρτητα από την εξέλιξη των πραγμάτων. Συνέχεια

Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Εξουσιαστικού Πολέμου

Τα σύνορα, ο πολιτισμός, η επιστήμη, η τεχνολογία, τα οπλικά συστήματα, η κοινωνιολογία, η πολιτική και η ψυχολογία (από τις ψυχώσεις κλπ) των κατοίκων της ευρώπης, αλλά και, σχεδόν, ολόκληρου του κόσμου, αναδιαμορφώνονται από τους δύο μεγάλους πολέμους που διεξάγονται το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και, οι οποίοι, στην ουσία αποτελούν ενιαίο πόλεμο, με ένα μεσοδιάστημα «ειρήνης» είκοσι ετών.

Πρώτος Μεγάλος Πόλεμος «λήγει» στις 11 Νοεμβρίου του 1918 με την υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στον εκπρόσωπο της ηττημένης Γερμανίας Ματίας Ερτζμπέργκερ και τον στρατάρχη Φερντινάν Φος, στο δάσος της Κομπιέν (η οποία επικυρώνεται με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στις 28 Ιουνίου 1919). Η λεγόμενη ανακωχή είναι ουσιαστικά μία «άνευ όρων» συνθηκολόγηση της Γερμανίας και περιλαμβάνει τα εξής:

Εντός δεκαπενθημέρου απαιτείται παράδοση από τη Γερμανία της Αλσατίας και Λωραίνης, αποχώρηση από θέσεις που κατείχε σε Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο και αντικατάσταση των γερμανικών στρατευμάτων σε όλο το μήκος της δεξιάς όχθης του Ρήνου από στρατεύματα της «Αντάντ» τα οποία θα συντηρούσε η Γερμανία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα οφείλει να αποσυρθεί από την Αυστροουγγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, γενικότερα να επιστρέψει στις θέσεις που είχε πριν τον πόλεμο (1/8/1914) και να εγκαταλείψει τα εδάφη που κατείχε στην ανατολική Αφρική. Επίσης, απαιτείται η αποκήρυξη της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ με τη Ρωσία (Άνοιξη του 1918) και της συνθήκης του Βουκουρεστίου με τη Ρουμανία.

Τέλος, η Γερμανία, υποχρεούται να παραδώσει τον τεράστιο οπλισμό της (5 χιλιάδες πυροβόλα, 30 χιλιάδες πολυβόλα, 2 χιλιάδες αεροπλάνα, 3 χιλιάδες ολμοβόλα) και να παροπλίσει το στόλο της και να καταβάλει στους νικητές τεράστια αποζημίωση. Συνέχεια

ΠΟΙΟΣ ΚΥΒΕΡΝΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ;;;

«Στην πραγματικότητα υπάρχουν ελάχιστες, ίσως και καμία, σοσιαλιστικές ηγεσίες που δεν έχουν αναρριχηθεί σε τέτοια τριμμένα ζεστά καθίσματα. Σ’ ένα λιγότερο άμεσα αντιληπτό επίπεδο, οι επιτυχημένοι επαναστάτες κληρονομούν και τα πληροφοριακά δίκτυα του παλιού κράτους: μερικές φορές λειτουργούς και πληροφοριοδότες, αλλά πάντοτε έγγραφα, φακέλους, αρχεία, νόμους, οικονομικά αρχεία, απογραφές, χάρτες, συμφωνίες, αλληλογραφία, υπομνήματα και ούτω καθ’ εξής. Όπως συμβαίνει με το περίπλοκο σύστημα ηλεκτροδότησης σε κάθε μέγαρο, που ο ιδιοκτήτης το έχει βάλει στα πόδια, το κράτος περιμένει τον καινούργιο του ιδιοκτήτη που θα γυρίσει το διακόπτη για να βρει ξανά τον παλιό καλό εαυτό του. Δεν θα έπρεπε επομένως κανείς να εκπλήσσεται ιδιαίτερα αν οι επαναστατικές ηγεσίες συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν τελικά τον ρόλο του μεγάλου γαιοκτήμονα». Μπένεκτιτ Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες, Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του Εθνικισμού.

Είναι γνωστό ότι οι καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι από κάθε μορφής κυριαρχία, όσο και αν παραμένουν γονατισμένοι, όσο και αν βρίσκονται αλυσοδεμένοι από κάθε είδους εξαρτήσεις βρίσκουν τα μονοπάτια που οδηγούν στις μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις.

Αυτό το γεγονός, όμως, δεν είναι αρκετό.

Πολλές φορές μια αποτυχημένη εξέγερση είναι χειρότερη από μια κοινωνική σύγκρουση χαμηλότερης μεν έντασης, αλλά καθαρότερης στα χαρακτηριστικά της. Δυστυχώς, η ορμή και ο πόθος για άμεση σύγκρουση των καλοπροαίρετων τουλάχιστον από τους συμμετέχοντες σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν οδηγούν στη λήψη εκείνων των αποφάσεων, που τουλάχιστον για τους αναρχικούς πρώτα απ’ όλα εξασφαλίζουν τον μη εκφυλισμό, σ’ όποιο βαθμό, των ιδεών τους.

Ο Ερρίκο Μαλατέστα υποστήριζε ότι δεν αρκεί να επιθυμούμε κάτι, αλλά αν θέλουμε να το αποκτήσουμε θα πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσουμε τα κατάλληλα μέσα, τα μέσα εκείνα, που αναγκαστικά απορρέουν από τους στόχους, που επιδιώκουμε και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγωνιζόμαστε. Έτσι, αν σφάλουμε στην επιλογή των μέσων, όχι μόνο δεν θα φτάσουμε στον επιδιωκόμενο στόχο, αλλά θα απομακρυνθούμε περισσότερο απ’ αυτόν. «Όποιος βγαίνει στον δρόμο», έγραφε, «και παίρνει λάθος μονοπάτι, δεν φτάνει εκεί που θέλει, αλλά εκεί που τον πάει το μονοπάτι που πήρε». Συνέχεια

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ «ΗΡΩΕΣ» ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ 2015…

«Ξέρουμε πως ποτέ δεν αρπάζει κανείς την εξουσία, με την πρόθεση να την αφήσει μετά. Η εξουσία δεν είναι μέσον, είναι σκοπός. Δεν εγκαθιδρύει κανείς δικτατορία για να προστατεύσει μία επανάσταση – κάνει επανάσταση για να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία. Η «διπλή σκέψη», ο δεύτερος κανόνας στον οποίο πιστεύει η οργάνωση (ο πρώτος είναι η συστηματική παραποίηση του παρελθόντος, αφού όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον), είναι η ικανότητα να έχεις ταυτόχρονα δύο πεποιθήσεις αντιφατικές μεταξύ τους και να παραδέχεσαι και τις δύο. Να λες ηθελημένα ψέματα, ενώ πιστεύεις ειλικρινά ότι είναι αλήθεια, να αρνιέσαι την ύπαρξη μίας αντικειμενικής πραγματικότητας, όταν την ίδια στιγμή ξέρεις πως η πραγματικότητα αυτή υπάρχει». G. Orwell.

«Αργά ή γρήγορα πίσω από αυτή την πόρτα που σκέπασαν τα χόρτα, μια νέα γενιά θα μεγαλώνει κούκλες». Marsua Basho.

Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν (59 Χαϊκού)

Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μανουέλ Μπαρόζο σε ομιλία του, το 2014, είχε δηλώσει μεταξύ άλλων ότι: «Η Ε.Ε. είναι ένα εργαστήρι της παγκοσμιοποίησης». Σε Έγγραφο Προβληματισμού Για Την Τιθάσευση της Παγκοσμιοποίησης (Μάιος 2017) της Ε.Ε. μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Βρισκόμαστε ακόμη στο αρχικό στάδιο του μετασχηματισμού, κατά το οποίο η ψηφιοποίηση, τα ρομπότ, η τεχνητή νοημοσύνη, το διαδίκτυο των πραγμάτων, η τρισδιάστατη εκτύπωση θα μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε, εργαζόμαστε και καταναλώνουμε […] Το 2025, 61 % από τα 8 δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζουν στην Ασία, κυρίως στην Κίνα και την Ινδία. Το σχετικό μερίδιο της Ευρώπης στον παγκόσμιο πληθυσμό θα μειωθεί, και η ΕΕ των 27 θα αντιπροσωπεύει 5,5 %. Μπορεί έτσι να προκύψει μια πολυπολική παγκόσμια τάξη με διάφορες πολιτικές, τεχνολογικές, οικονομικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Αλλά θα συνεπάγεται επίσης μεγάλες νέες αγορές για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις». Συνέχεια

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ «2» ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟ …ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ «ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΨΟΧΕΡΟΒΟΛΟΥΣΑΣ»*

Και μελαγχολικός
κρατώντας τίμιο λάβαρο
Ν’ ανοίγει την πομπή
ο εθνικός μαλάκας»…

Στα εξουσιαστικά παζάρια, όπως είναι γνωστό, αυτός που έχει το πάνω χέρι είναι εκείνος, ο οποίος λόγω ισχύος έχει μεγαλύτερη ικανότητα να επιβάλλει την θέλησή του. Η ικανότητα αυτή αυξάνεται ακόμα περισσότερο, όταν η «άλλη» πλευρά είναι στριμωγμένη χρονικά, δηλαδή, βιάζεται για διάφορους λόγους να λύσει ένα «πρόβλημα» εντός ενός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις φαινομενικά «άλυτα» ή «περίπλοκα» ζητήματα αίφνης διευθετούνται εν ριπή οφθαλμού. Στις λεγόμενες διεθνείς σχέσεις, όμως, δεν υπάρχει ζήτημα το οποίο αποκόπτεται από την λεγόμενη συνολική ατζέντα, αλλά αντίθετα η έκβαση κάθε είδους επιμέρους διαπραγμάτευσης εξαρτάται από τις συνολικότερες διευθετήσεις. Έτσι, η «λύση» ενός ζητήματος παρ’ ότι οφείλεται σε φανερές ή μη παραχωρήσεις εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ολοκλήρωσης θεσμικών διαδικασιών.

Το ζήτημα της ομηρίας και τελικά της απελευθέρωσης από το τουρκικό κράτος των δύο ελλήνων στρατιωτικών είναι χαρακτηριστικότατο.

Ξεκινώντας από την σχετική ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ας κρατήσουμε την σημασία της διατύπωσης ότι η στρατιωτική περίπολος «φέρεται να εντοπίστηκε από τουρκική περίπολο σε τουρκικό έδαφος» και φυσικά ότι απουσιάζει η οιαδήποτε αναφορά σε σύλληψη παρά μόνο σε τυπικές διαδικασίες που αναμενόταν (;) να ολοκληρωθούν, όπως συνήθως… Συνέχεια

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ «ΚΡΙΣΗΣ» ΚΑΙ ΤΗΣ «ΧΡΕΩΚΟΠΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΣΥΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ «ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ…

Ο ιστορικός Gunnar Hering, στην ογκώδη μελέτη του Τα Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936 (Ά και Β́ τόμος), διαπιστώνει ότι στη βιβλιογραφία γίνεται συχνά η προσπάθεια να ερμηνευτεί η βαθιά απογοήτευση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων από τις γενικότερες συνθήκες, από την αποτελεσματικότητα του κράτους και εν ολίγοις η γενική δυσαρέσκεια ως σύγκρουση μεταξύ του αστικού επιχειρηματικού κόσμου και της κρατικής «μπουρζουαζίας» ή της «ολιγαρχίας».

Παρατηρεί δε ότι, επειδή ακριβώς οι μαρξιστές ιστορικοί ορίζουν το φαινόμενο της κοινωνικής τάξης μέσω της σχέσης προς τα μέσα παραγωγής, σ’ αυτές τις συζητήσεις παίζει ρόλο αυτή ακριβώς η προβληματική κατά την γνώμη του οροθέτηση.

«Τα γεγονότα του 1909, όπως θα δούμε, δεν μπορούν καθόλου να ενταχθούν σ’ αυτό το σχήμα. Αν όμως δεχθούμε την υπόθεση της αντιπαράθεσης μεταξύ δύο ομάδων του αστικού κόσμου, οι οποίες είχαν υποστηρίξει δύο διαφορετικά σχέδια ηγεμονίας, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την έννοια της τάξης, που ορίζεται οικονομικά μέσω της σχέσης προς τα μέσα παραγωγής· το αναγωγικό σχήμα δεν εξηγεί τη σύγκρουση, η οποία, όπως είναι γενικά παραδεκτό, ήταν μάλλον πολιτική και λιγότερο οικονομική. Η ανάλυση της κατάστασης δυσχεραίνεται από την επιμονή στην μαρξιστική αντίληψη ότι θα πρέπει να συλλάβουμε τους κατόχους της κρατικής εξουσίας με οικονομικά οριζόμενες έννοιες. Οπωσδήποτε στην ελληνική κοινωνία υπήρξαν και τέτοιες κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ως ταξικές. Η μεγάλη, όμως, γενική κρίση στα έτη μετά το 1897 δεν μπορεί να περιγραφεί και να ερμηνευτεί έτσι. Αντίθετα: αποδεικνύεται ότι κοινωνικές ομάδες με απολύτως αντιτιθέμενα συμφέροντα συμμετείχαν στη γενική, συγκεχυμένη και συχνά ασαφώς διατυπωνόμενη δυσαρέσκεια. Συγκρούσεις μεταξύ επιμέρους συμφερόντων σχετικοποιούνταν μέσα στη γενική απογοήτευση και σε μια ένταση σε σχέση με το κράτος, τις πολιτικές ηγετικές ομάδες και, τελικά, στην μεγάλη πολιτική σύγκρουση» (Gunnar Hering, ο.π. β́ τόμος σελ. 698). Συνέχεια