Category Archives: Αναλύσεις

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ «2» ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟ …ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ «ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΨΟΧΕΡΟΒΟΛΟΥΣΑΣ»*

Και μελαγχολικός
κρατώντας τίμιο λάβαρο
Ν’ ανοίγει την πομπή
ο εθνικός μαλάκας»…

Στα εξουσιαστικά παζάρια, όπως είναι γνωστό, αυτός που έχει το πάνω χέρι είναι εκείνος, ο οποίος λόγω ισχύος έχει μεγαλύτερη ικανότητα να επιβάλλει την θέλησή του. Η ικανότητα αυτή αυξάνεται ακόμα περισσότερο, όταν η «άλλη» πλευρά είναι στριμωγμένη χρονικά, δηλαδή, βιάζεται για διάφορους λόγους να λύσει ένα «πρόβλημα» εντός ενός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις φαινομενικά «άλυτα» ή «περίπλοκα» ζητήματα αίφνης διευθετούνται εν ριπή οφθαλμού. Στις λεγόμενες διεθνείς σχέσεις, όμως, δεν υπάρχει ζήτημα το οποίο αποκόπτεται από την λεγόμενη συνολική ατζέντα, αλλά αντίθετα η έκβαση κάθε είδους επιμέρους διαπραγμάτευσης εξαρτάται από τις συνολικότερες διευθετήσεις. Έτσι, η «λύση» ενός ζητήματος παρ’ ότι οφείλεται σε φανερές ή μη παραχωρήσεις εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ολοκλήρωσης θεσμικών διαδικασιών.

Το ζήτημα της ομηρίας και τελικά της απελευθέρωσης από το τουρκικό κράτος των δύο ελλήνων στρατιωτικών είναι χαρακτηριστικότατο.

Ξεκινώντας από την σχετική ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ας κρατήσουμε την σημασία της διατύπωσης ότι η στρατιωτική περίπολος «φέρεται να εντοπίστηκε από τουρκική περίπολο σε τουρκικό έδαφος» και φυσικά ότι απουσιάζει η οιαδήποτε αναφορά σε σύλληψη παρά μόνο σε τυπικές διαδικασίες που αναμενόταν (;) να ολοκληρωθούν, όπως συνήθως… Συνέχεια

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ «ΚΡΙΣΗΣ» ΚΑΙ ΤΗΣ «ΧΡΕΩΚΟΠΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΣΥΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ «ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ…

Ο ιστορικός Gunnar Hering, στην ογκώδη μελέτη του Τα Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936 (Ά και Β́ τόμος), διαπιστώνει ότι στη βιβλιογραφία γίνεται συχνά η προσπάθεια να ερμηνευτεί η βαθιά απογοήτευση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων από τις γενικότερες συνθήκες, από την αποτελεσματικότητα του κράτους και εν ολίγοις η γενική δυσαρέσκεια ως σύγκρουση μεταξύ του αστικού επιχειρηματικού κόσμου και της κρατικής «μπουρζουαζίας» ή της «ολιγαρχίας».

Παρατηρεί δε ότι, επειδή ακριβώς οι μαρξιστές ιστορικοί ορίζουν το φαινόμενο της κοινωνικής τάξης μέσω της σχέσης προς τα μέσα παραγωγής, σ’ αυτές τις συζητήσεις παίζει ρόλο αυτή ακριβώς η προβληματική κατά την γνώμη του οροθέτηση.

«Τα γεγονότα του 1909, όπως θα δούμε, δεν μπορούν καθόλου να ενταχθούν σ’ αυτό το σχήμα. Αν όμως δεχθούμε την υπόθεση της αντιπαράθεσης μεταξύ δύο ομάδων του αστικού κόσμου, οι οποίες είχαν υποστηρίξει δύο διαφορετικά σχέδια ηγεμονίας, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την έννοια της τάξης, που ορίζεται οικονομικά μέσω της σχέσης προς τα μέσα παραγωγής· το αναγωγικό σχήμα δεν εξηγεί τη σύγκρουση, η οποία, όπως είναι γενικά παραδεκτό, ήταν μάλλον πολιτική και λιγότερο οικονομική. Η ανάλυση της κατάστασης δυσχεραίνεται από την επιμονή στην μαρξιστική αντίληψη ότι θα πρέπει να συλλάβουμε τους κατόχους της κρατικής εξουσίας με οικονομικά οριζόμενες έννοιες. Οπωσδήποτε στην ελληνική κοινωνία υπήρξαν και τέτοιες κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ως ταξικές. Η μεγάλη, όμως, γενική κρίση στα έτη μετά το 1897 δεν μπορεί να περιγραφεί και να ερμηνευτεί έτσι. Αντίθετα: αποδεικνύεται ότι κοινωνικές ομάδες με απολύτως αντιτιθέμενα συμφέροντα συμμετείχαν στη γενική, συγκεχυμένη και συχνά ασαφώς διατυπωνόμενη δυσαρέσκεια. Συγκρούσεις μεταξύ επιμέρους συμφερόντων σχετικοποιούνταν μέσα στη γενική απογοήτευση και σε μια ένταση σε σχέση με το κράτος, τις πολιτικές ηγετικές ομάδες και, τελικά, στην μεγάλη πολιτική σύγκρουση» (Gunnar Hering, ο.π. β́ τόμος σελ. 698). Συνέχεια

Η Σημειωτική του Κλουβιού για τα Πουλιά (Γ’)

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ;

Έχουν μήπως έναν ιδιαίτερο συμβολισμό εδώ; Ενώ εστιάσαμε σε ένα τύπο κλουβιού, υπάρχουν εδραιωμένες παραδόσεις με κλουβιά για πεταλούδες ή καλλιέργειες για πεταλούδες, φάρμες, (κλουβιά ενυδρεία για ψάρια). Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει φυσική σύνδεση στην καταλληλότητα των πουλιών να βρίσκονται σε κλουβιά στα πολιτιστικά χρονικά.

Ο λόγος που τα πουλιά έχουν τόσο έντονη απήχηση έχει διερευνηθεί από τον Leonard Lutwack:

«… Από όλα τα άγρια ζώα, το πουλί ήταν πάντα πιο κοντά στην ανθρωπότητα επειδή μεγάλο μέρος της ζωής του μπορεί εύκολα να παρατηρηθεί και να εκτιμηθεί. Η ικανότητα πτήσης και το κελάηδισμα κάνουν εξαιρετικά αισθητή την παρουσία των πουλιών σε κάθε είδους περιβάλλον… αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που τα καθιστούν οικεία σε μας, η πτήση και το κελάηδισμα- εξακολουθούν να διατηρούν έναν αέρα μυστηρίου που ξεχωρίζει τα πουλιά από τα άλλα ζώα. [Αυτή] η οικειότητα και η υπερβατικότητα [έχουν] προσδώσει στα πουλιά ένα ευρύτερο φάσμα εννοιών και συμβολισμού στη λογοτεχνία περισσότερο από κάθε άλλο ζώο.» Συνέχεια

Η Σημειωτική του Κλουβιού για τα Πουλιά (Β΄)

ΦΥΛΑΚΙΣΗ

«Οι φυλακές είναι οι ναοί όπου οι διάβολοι μαθαίνουν να λυμαίνονται. Κάθε φορά που γυρίζουμε το κλειδί στρίβουμε το μαχαίρι της μοίρας, γιατί κάθε φορά που κλείνουμε σε ένα κλουβί έναν άνθρωπο τον κλείνουμε μέσα με μίσος». (Gregory David Roberts, Shantaram)

Η λέξη jail ή gaol (φυλακή) έχει ετυμολογική ρίζα στην λατινική cavea«cage» (κοίλο, «κλουβί»). Ωστόσο, δεν χρησιμοποιείται η λέξη κλουβί, καθώς αυτό είναι παρωχημένο, σε μια πιο «συγχωρητική και προοδευτική κοινωνία», που «πιστεύει» στην αποκατάσταση του πληθυσμού των φυλακών της. Ονομάζοντας cell «κελί» το δωμάτιο της φυλακής, το συγκρίνουμε με το κελί του μοναχού, ένα μέρος για περισυλλογή και βελτίωση. Αν και η λέξη cell προέρχεται από την λατινική λέξη για το δωμάτιο -«cella», ο ρόλος των εκκλησιών στις φυλακές προτείνει αυτή τη συσχέτιση.

Υπάρχει, ακόμα, μια παράδοση στα δικαστικά συστήματα όπου γίνεται αναφορά στο κλουβί του εναγόμενου. Ο Μ. Cherif Bassiouni πρότεινε ότι η αιτία γι’ αυτά προερχόταν από τον Μεσαίωνα. «Το αρχικό σκεπτικό για να γίνει αυτό ήταν ο φόβος ότι οι ποινικοί κατηγορούμενοι θα επιτεθούν ή θα εκφοβίσουν τους μάρτυρες ή τους δικαστές». Ή από μια άλλη σκοπιά, είναι ένας τρόπος για να πούμε ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Συνέχεια

Η Σημειωτική του Κλουβιού για τα Πουλιά (A΄)

Το κλουβί για πουλιά ως σύμβολο και αλληγορία έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλούς πολιτισμούς. Από τότε που ο άνθρωπος ζούσε σε κοινωνίες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, μέχρι τη στιγμή που τελικά πήγε να ζήσει στο νέο του αστικό περιβάλλον. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά διεισδυτικό πολιτιστικό σύμβολο και είναι εύκολο να γίνουν πολλές διαπολιτισμικές και ιστορικές συγκρίσεις.

Το επίκεντρο αυτού του άρθρου είναι κυρίως το πώς χρησιμοποιείται το μοτίβο του κλουβιού στον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Ωστόσο, προκειμένου να κατανοήσουμε το «κλουβί», θα πρέπει, επίσης, να κατανοήσουμε το ευρύτερο πλαίσιο των κλουβιών στην κοινωνία. Επί πλέον, εξετάζουμε το πώς χρησιμοποιείται σημειολογικά το κλουβί στην επικοινωνία. Από ψυχολογική άποψη ερευνούμε το κλουβί ως δοχείο, περιέκτη, γεγονός το οποίο αποτελεί μια αλληγορία για τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε.

ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΠΩΣ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΚΛΟΥΒΙ;

Αν κάνετε οποιαδήποτε εργασία με προβολές (μοντέλα) με ανθρώπους που ζουν σε πόλεις, θα βρείτε παρόμοιες αναλο­γίες και αλληγορίες στα λόγια τους, όταν περιγράφουν τη διαβίωση στις πόλεις ή το πέρασμά τους μέσω αυτών. Δεν σημαίνει πως αυτό δείχνει ότι όλα όσα σκέφτονται για τη ζωή στην πόλη είναι αρνητικά, αλλά ότι τα σύνθετα αποτελέσματα του αγώνα για να διατηρήσουν την ατομικότητα και την αίσθηση της ανεξαρτησίας μεταξύ τόσων πολλών ανθρώπων έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες συγκλίσεις στις αστικές εμπειρίες. Όντας μία μονάδα μέσα στις μάζες, στο πλαίσιο της συμπυκνωμένης φύσης της ζωής στην πόλη, οδηγούμαστε σε άμεσες συγκρίσεις για πράγματα που εμείς βάζουμε σε κλουβιά προκειμένου να εκφράσουμε το πώς αισθανόμαστε για τη ζωή μας: «Νιώθω σαν αρουραίος μέσα σε λαβύρινθο», «είμαστε στοιβαγμένοι σαν κότες στο κοτέτσι στην πολυκατοικία μου» ή «οι πόλεις γίνονται όλο και πιο πολυσύχναστες, είμαστε σαν σαρδέλες σε κουτί». Συνέχεια

Κυνηγοί- τροφοσυλλέκτες και η μυθολογία της αγοράς (Β΄)

Ιδιοκτησία και κεφάλαιο

Αναφορές από τους πρώτους εξερευνητές και ανθρωπολόγους κάνουν λόγο, ότι η κοινή χρήση και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την κυριότητα προσωπικών κτήσεων, είναι κοινά χαρακτηριστικά των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Μεταξύ των Hadza, η έλλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας στα πράγματα ισχύει και για την κυριότητα στους πόρους (Woodburn). Οι προσπάθειες να χαρακτηριστεί η σχέση κάποιων κυνηγών-συλλεκτών με τη γη ως ιδιοκτησία, μπορεί να είναι μια περίπτωση επιβολής δυτικών αντιλήψεων για τους ανθρώπους που έχουν πολύ διαφορετικές πεποιθήσεις για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Ο Riches υποστηρίζει ότι ο όρος ιδιοκτησία θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι που παρατηρήθηκαν αρνούνται σε άλλους το δικαίωμα χρήσης ειδικότερων πόρων. Η απλή πράξη του να ζητηθεί η άδεια μπορεί να αποτελεί μόνο μια κοινωνική σύμβαση που εκφράζει φιλική πρόθεση και δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη νομικού ελέγχου πάνω σε ένα πόρο.

Για τους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες η καθημερινή παραγωγή της τροφής τους, εξαρτάται από τα σώματα τους και την ευφυΐα τους. Η κινητικότητα τους είναι υψίστης σημασίας και το φυσικό κεφάλαιο είναι αναγκαστικά απλό. Το κεφάλαιο στον κόσμο των κυνηγών-συλλεκτών δεν είναι ένα φυσικό πράγμα που μπορεί να αλλοιώνεται και να ελέγχεται, αλλά γνωρίζουν ότι είναι κοινό και προσιτό σε όλους. Με αυτή τη γνώση, οι κυνηγοί-συλλέκτες μπορούν να κατασκευάσουν γρήγορα την υλική υποδομή τους. Ο Turnbull γράφει για τους Πυγμαίους της Κεντρικής Αφρικής: Τα υλικά για την κατασκευή καταφυγίου, τον ιματισμό, και όλα τα άλλα απαραίτητα αντικείμενα της υλικής υποδομής είναι άμεσα προσβάσιμα. Σε αντίθεση με το κατασκευασμένο κεφάλαιο της βιομηχανικής κοινωνίας, για τους κυνηγούς-συλλέκτες απόθεμα κεφαλαίου είναι η γνώση που μεταδίδεται ελεύθερα και αδύνατο να ελεγχθεί για ατομικό πλεονέκτημα. Επί πλέον, η έλλειψη της ενασχόλησης με την απόκτηση υλικών αγαθών δίνει στους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες την ελευθερία να απολαύσουν τη ζωή. Ο περισσότερος χρόνος από τις ζωές των κυνηγών-συλλεκτών, δεν ξοδεύεται σε ένα χώρο εργασίας μακριά από τους φίλους και την οικογένεια, αλλά στην συζήτηση, ξεκούραση, ανταλλαγή, και τις γιορτές, εν ολίγοις, στην ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό αποτελεί ένα ιδανικό της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, εκφρασμένο στις μεγάλες θρησκείες και στη λαϊκή κουλτούρα, αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό απραγματοποίητο. Συνέχεια

Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και η μυθολογία της αγοράς (Α΄)

Τα τελευταία δυο χρόνια, πολύπλοκοι οικονομικοί όροι και δυσνόητες οικονομικές αναλύσεις, κυριαρχούν σε όλα τα δημοσιογραφικά και μη μέσα. Η πολιτική, (αντιπροσώπευση, διαμεσολάβηση, εξαπάτηση και τα παράγωγα της) παραχωρείται στην οικονομία και στους οικονομέτρες. Αυτή η καθολική επικράτηση των οικονομικών όρων και δεδομένων διαμορφώνουν για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση μια «αμερικανοποίηση» της κοινωνίας. Δηλαδή στην κατασκευή μιας χρηματοοικονομικής σκέψης για όλους, ανεξαρτήτως μόρφωσης, ηλικίας, επαγγελματικής κατάστασης κλπ. Τα πάντα να περιστρέφονται με πλανητική συμπαντική ακρίβεια γύρω από το κέρδος, την οικονομική βιωσιμότητα, το χρηματικό απόθεμα. Είναι μια προσπάθεια πάνω από τον καπιταλισμό αφού πρωταρχικά αυτό που επιδιώκεται είναι να σκεφτόμαστε όλοι με όρους οικονομίας της αγοράς και όχι κοινωνικά. Έχει σημασία να παράγεται κάτι είτε αφορά εμπόρευμα, αγαθό ή υπηρεσία (π.χ. περίθαλψη) μόνο εφ’ όσον είναι επικερδές.

Η απληστία και ο ατομικισμός όσο και εάν έχουν στιγματιστεί και παλαιότερα ως απόρροια του καπιταλισμού, αποτελούν και σήμερα βασικά χαρακτηριστικά του «πολιτισμένου» ανθρώπου. Ο οποίος αναφωνεί «αν δεν γίνεις και συ καθίκι, πως θα επιβιώσεις…;» και που θυμίζει τη τεχνητή σύγκρουση ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων. Όπου αρκετοί ιδιωτικοί απαξιώνουν τους δημοσίους όχι για λόγους δημοσιονομικούς, ιδεολογικούς ή αργομισθίας αλλά…ζηλοφθονίας. Είναι αυτοί που εάν είχαν «μπάρμπα στη Κορώνη…» θα ήταν μέσα στο σύστημα και πιθανότατα τα κομματόσκυλα και οι εργατοπατέρες με το χαρτογιακά. Όπως και από την άλλη πλευρά, οι εντός του δημοσίου για πολλά χρόνια απολάμβαναν τα λάφυρα της κομματικής πελατειακής τους ισχύος αδιαφορώντας πλήρως για την κάθε Κούνεβα, που δούλευε με μπλοκάκι και καθάριζε δημόσια κτίρια. Είναι γεγονός ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, εντός του Δημοσίου τομέα και των ΔΕΚΟ υπήρχαν δυο ταχύτητες εργαζομένων που παρήγαγαν το ίδιο προϊόν, οι υπάλληλοι του δημοσίου και οι υπάλληλοι του εργολάβου. Οι μεν ήταν οι προνομιούχοι, οι δε οι σύγχρονοι «σκλάβοι». Και αφού ο «ελεύθερος» δεν έκανε τίποτα για να απεγκλωβίσει το «σκλάβο» έγινε και αυτός σιγά-σιγά ο «σκλάβος του μνημονίου». Συνέχεια

Ο Ιδεαλισμός που κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει! (Β΄)

Ο Τράιτσκε έγινε καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου μεταξύ 1874-1896. Ακολουθώντας τα ίχνη του Χέγκελ, είπε: «ο πόλεμος δεν είναι μόνο μια πρακτική, παρά και μια θεωρητική αναγκαιότητα, μια επιτακτική απαίτηση της λογικής. Η έννοια του κράτους συνεπάγεται την έννοια του πολέμου, γιατί η ουσία του κράτους είναι η δύναμη. Το κράτος είναι ο λαός οργανωμένος σε κυρίαρχη δύναμη». Μία ακόμη… φιλοσοφημένη φράση του είναι: «ο λαός, οι υπήκοοι, δεν πρέπει να είναι τίποτε περισσότερο από δούλοι του κράτους. Δεν έχει σημασία τι σκέπτεστε, αρκεί να υπακούτε» και συνεχίζει: «η πολεμική δόξα είναι η βάση όλων των πολιτικών αρετών. Στον πλούσιο θησαυρό της γερμανικής δόξας η πρωσική στρατιωτική δόξα είναι κόσμημα τόσο πολύτιμο, όσο και τα αριστουργήματα των ποιητών και των σοφών μας. Το να «παίξουμε» στα τυφλά με την ειρήνη έγινε η ντροπή της σκέψης και της ηθικής του καιρού μας». Ως ένας ακόμη λάτρης του πολέμου συμπεραίνει: «το ότι ο πόλεμος θα έπρεπε να εξοστρακιστεί για πάντα από τον κόσμο είναι μια ελπίδα όχι μόνο παράλογη, αλλά και ανήθικη». Τι πολεμοχαρείς κάποιοι φιλόσοφοι! Όνειρο τους να ατενίζουν τα πεδία των σφαγών απ’ τους υψηλούς καθηγητικούς τους θώκους, πάντα συντροφιά με αφέψημα στη σωστή θερμοκρασία και να γεμίζουν αράδες-αράδες τα ταλαίπωρα χαρτιά τους με ύμνους δόξας και ανδραγαθοσύνης στο όνομα της εξουσίας και του ψεύδους. Συνέχεια

Ο Ιδεαλισμός που κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει! (Α΄)

«Σκεφτείτε, κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση…» Χρόνης Μίσσιος, «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;»

Το κράτος, θέλοντας να επιβάλει το δίπολο καλών κακών και την όξυνση των άκρων, τοποθετεί από τη μια τους ακροαριστερούς (με τις «αντιεξουσιαστικές» συνιστώσες τους) και από την άλλη τους ακροδεξιούς ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μόνο που το νόμισμα δεν έπεσε κορώνα ή γράμματα, στάθηκε όρθιο. Αυτά τα δίπολα τρέφουν κάθε κυριαρχία, γίνονται τα δεκανίκια της και τη σώζουν από τις δύσκολες καταστάσεις που περνάει. Την ταΐζουν με φροντίδα, μέχρι να ξαναστηθεί στα πόδια της και να μας τσακίσει. Γι’ αυτό δεν θελήσαμε να αρκεστούμε σε μία ακόμη ιστορική παρουσίαση της κτηνωδίας των ναζί, αν και αυτή είναι πάντοτε χρήσιμη ως μνήμη, που δείχνει μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη διάβρωση από την εξουσία. Πολλοί είπαν ότι από τότε και μετά ο κόσμος δε θα ’ταν πια ο ίδιος και ίσως έχουν δίκιο. Μιας και πολύς λόγος γίνεται τελευταία σχετικά με την «φασιστική απειλή», θεωρήσαμε σημαντικό να εξετάσουμε όσα πυροδότησαν κυρίως το ναζισμό, γιατί αυτές είναι οι αιτίες που κατά βάθος υπάρχουν και εμφανίζονται με πολλά ονόματα σε όλες τις εποχές, της τωρινής μη εξαιρουμένης, βέβαια. Και πολλές φορές έχουν και το όνομα του «καλού» της ιστορίας. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η απολυταρχία, ως μία ακόμη μορφή κρατισμού, αποτελεί μία ακόμη μορφή υποδούλωσης των ανθρώπων στην κυριαρχία, την πλέον φανερή. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος θ΄)

Αυτές οι πρώτες κοινωνίες, που καλύπτονται από την ομίχλη του χρόνου και συχνά για μας πατούν μεταξύ φαντασίας και απόμακρης άρρητης μνήμης, αντιμετωπίζονται άλλοτε με αμηχανία και άλλοτε με την εμπορική διάθεση του τηλεπλασιέ βιβλίων, που τις αποδίδει σε εξωγήινους πληθυσμούς. Είναι πιο εύκολο συχνά για τους ανθρώπους να θεωρούν αυτές τις ελεύθερες κοινωνίες ως δημιουργήματα εξωγήινων πολιτισμών, παρά ελεύθερων ανθρώπων. Άλλοτε πάλι οι εκπολιτιστές είναι οι εξωγήινοι, σα να χρειάζεται να έρθουν πλάσματα από άλλους πλανήτες, για να επιβληθεί μία εξουσία· λες και δεν είναι επαρκείς οι γη-γενείς εξουσιαστές.

Οι ουτοπιστές που ανατράφηκαν μέσα στα όρια του πολιτισμού, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Μωρ και τον Λεκατσά, φαντάζονται την ιδανική πολιτεία ως κοινοκτημοσύνη. Πρώτα από όλα, ο ιδανικός τους κόσμος είναι μία πολιτεία, διαθέτει άρα πολίτευμα, επεξεργάζεται επομένως νοητικά τη διαχείριση της εξουσίας. Έπειτα, η κοινοκτημοσύνη διαμοιράζει απλώς την γη σε ίσα μέρη στην καλύτερη περίπτωση, αν δε μιλάει και για σωστή διαχείριση της βιομηχανίας. Προσπαθούν να λύσουν ένα αίνιγμα, πιάνοντάς το από τη μέση της διαδρομής, χωρίς να αναζητούν τα αρχικά αίτια που υπέταξαν τον άνθρωπο. Άλλωστε, δεν χάνουν στιγμή την εμπιστοσύνη τους στον πολιτισμό, δεν αμφιβάλουν σχεδόν ποτέ για τις συνέπειές του, γεγονός που δημιουργεί όχι μόνο μία μερική αντιμετώπιση του θέματος, αλλά και του δίνει ακριβώς την αίσθηση του απραγματοποίητου. Δεν γίνεται από τη μία να κρατάμε όσα φυλάκισαν τον άνθρωπο και τον υπέταξαν και από την άλλη να επιδιώκουμε μία ελεύθερη κοινότητα ανθρώπων. Ακριβώς για αυτό οι κοινωνίες αυτές είναι ουτοπικές με όλη τη σημασία της λέξης: ου-τόπος. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος η΄)

«Το χαμόγελο [των Νεμάντι, μιας νομαδικής φυλής στη Σαχάρα] ήταν ένα μήνυμα από την Χρυσή Εποχή. Μου είχε μάθει να απορρίπτω χωρίς δισταγμό όλα τα επιχειρήματα για την ασκήμια της ανθρώπινης φύσης. Η ιδέα της επιστροφής σε μία «αρχική απλότητα» δεν ήταν αφελής ή αντιεπιστημονική ή εκτός πραγματικότητας. Η αποκήρυξη. Η αποκήρυξη μπορεί να πετύχει, ακόμη και σε τούτη την προχωρημένη εποχή». Bruce Chatwin,  Τα μονοπάτια των τραγουδιών.

Ο μύθος του χαμένου παραδείσου απαντάται σε αμέτρητους λαούς, για να εκφράσει μια εποχή που οι άνθρωποι δεν διαχώριζαν το καθημερινό από το ιερό. Ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους, με τα ζώα και τη φύση, θέτοντας στο κέντρο του κόσμου ένα σημείο (ένα δέντρο, έναν στύλο), που λειτουργούσε ως πέρασμα ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ώστε να μπορούν να φτάσουν στον κόσμο των θεών. Μας θυμίζει τη σκάλα του Ιακώβ ή τη σκάλα του Μωάμεθ. Μετά την καταστροφή αυτού του κόσμου το πέρασμα ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει. Ο μύθος εκφράζει μία πραγματικότητα πέρα από τα όρια της απτής καθημερινότητας, που απελευθερώνει τους ανθρώπους από τις υλικές ανάγκες. Άλλωστε, πολύ συχνά η κατοχή αντικειμένων, πέρα απ’ τα απολύτως απαραίτητα, θεωρείται ότι φυλακίζει τους ανθρώπους. Εδώ και πολλούς αιώνες η ανθρωπότητα, διαχωρίζοντας τη λογική από το μύθο σε πολύ μεγάλο βαθμό, απομάκρυνε το καθημερινό από το μεταφυσικό, κάνοντας τη ζωή ένα αβάσταχτο καθήκον, γεμάτο ενοχές, νόμους και υποχρεώσεις, που δεν έχουν σκοπό να εξυψώσουν τον άνθρωπο, αλλά να τον τιμωρήσουν, καλύπτοντας κάτω από τόνους άχρηστων προϊόντων του πολιτισμού, το θαύμα που έχει μέσα του. Οι μύθοι ήταν συμμετοχή στην πνευματική διάσταση του κόσμου. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος ζ΄)

Η Εδέμ και ο Παράδεισος είναι ο περιφραγμένος κήπος των απολαύσεων. Των απολαύσεων φυσικά όπως τους όριζε η κρατική μηχανή. Έναν τέτοιο κήπο επιφυλάσσει και το Ισλάμ (= η υποταγή στο θεό) για τους πιστούς του Αλλάχ. Ο επουράνιος αιώνιος κήπος διαποτίζει τη συνείδηση του πιστού και την καθημερινότητά του και οι επίγειοι κήποι σε διάφορα ανατολικά κράτη έχουν το σκοπό της υπενθύμισης: του κήπου που κάθε απόλαυση τον κατακλύζει δίχως τους πόνους της επίγειας ζωής, είναι το βραβείο των θυσιών και των μαρτυρίων. Οι μυθολογικοί συγγενείς του «χρυσού γένους» δεν αναφέρονταν σε περιφραγμένους κήπους, γιατί άχρονος κήπος ήταν όλη η γη. Η χριστιανική παράδοση, αν και παρουσιάζει πολλά κοινά με την ισλαμική, άλλωστε η μία τροφοδότησε την άλλη, εμφανίζουν μία ουσιαστική διαφορά που εδώ μας ενδιαφέρει, γιατί αλλάζει την έννοια του παραδείσου για τις δύο θρησκείες. Ο θεός του κορανίου συγχωρεί το προπατορικό αμάρτημα του Αδάμ, ο οποίος δεν το κληροδοτεί στους απογόνους του, όπως κάνει αυτός της παλαιάς διαθήκης. Έτσι, στο Ισλάμ απουσιάζει και το σχέδιο σωτηρίας της ανθρωπότητας με την αποστολή του Χριστού. Από την άλλη το Ισλάμ δεν είναι, κατά βάση, μυστηριακή θρησκεία, όπως ο χριστιανισμός και δεν διακρίνεται η θρησκευτική δραστηριότητα από την καθημερινή. Η πολιτική και θρησκευτική εξουσία είναι ενιαία. Αφού δεν υπάρχει μεσσίας, δεν υπάρχει ιερατείο που τελεί τα μυστήρια. Υπάρχουν νομοδιδάσκαλοι («ulama» και «fuguha»), που μελετούν και γνωρίζουν το θεϊκό νόμο, καθοδηγώντας την κοινότητα, χωρίς να διαθέτουν ένα ιδιαίτερο ιερατικό χάρισμα. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος στ΄)

«Ο παράδεισος, έτσι όπως συμβατικά περιγράφεται, είναι ένα μέρος τόσο μάταιο, τόσο αδιάφορο, τόσο άχρηστο, τόσο άθλιο, που κανείς δεν επιχείρησε ποτέ να περιγράψει μια ολόκληρη μέρα στον παράδεισο, παρότι αρκετοί έχουν περιγράψει μια μέρα στην ακροθαλασσιά». Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω

Οργανώνοντας τον πολιτισμένο παράδεισο

Με την καθιέρωση των οργανωμένων θρησκειών, οι οποίες επέβαλαν ιεραρχικές και εξουσιαστικές τελετουργίες και κατόπιν δόγματα –το έχουμε εν μέρει αναπτύξει και σε προηγούμενο κείμενο, ας μην κουράσουμε εδώ– η «χρυσή εποχή», μετατράπηκε σε παράδεισο, που παγίωσε κάποια χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα ο χριστιανικός και ο ισλαμικός παράδεισος αποτέλεσαν ένα είδος υπόσχεσης, επιστροφής, άρα και ένα μέσο υποδούλωσης και εκμετάλλευσης. Με την ψεύτικη υπόσχεση της επιστροφής στον παράδεισο, όσοι ήθελαν να γευτούν τους αιώνιους καρπούς του, έπρεπε να είναι καλοί και πιστοί, σύμφωνα με τα προστάγματα του δόγματος. Δηλαδή, να ακολουθούν αυστηρά τους θρησκευτικούς νόμους. Ήταν βέβαια ελεύθεροι να παρακούσουν, αλλά βέβαια θα έπρεπε να ξέρουν ότι αυτή η λάθος επιλογή θα τους οδηγούσε στο «πυρ το εξώτερον». Επί πλέον, ο παράδεισος δεν αποτελεί μια κατάσταση που ανά πάσα στιγμή μπορεί να καταστραφεί, όπως είδαμε στους πρώτους μύθους για την «χρυσή εποχή», από έναν κατακλυσμό ή ένα άλλο φυσικό φαινόμενο, αλλά είναι αιώνιος και περιμένει τους εκλεκτούς. Άλλωστε, η ίδια η προέλευση της λέξης Παράδεισος (από την περσική λέξη pardez=κήπος/ pairi-daeza= περίκλειστος κήπος), σημαίνει έναν περιφραγμένο τόπο ομορφιάς και αγαλλίασης, που δεν προορίζεται για όλους, αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να διαθέτει σύνορα. Επομένως, η λέξη Παράδεισος από μόνη της σηματοδοτεί μία άλλη διάσταση από αυτήν που συμπυκνώνει η έννοια του «χρυσού γένους». Αξίζει, λοιπόν, να εξετάσουμε κάποιες επιμέρους πτυχές του θέματος, για να δείξουμε ότι ο πολιτισμός και οι εξουσιαστικές σχέσεις που τον συνοδεύουν κατάφεραν να αξιοποιήσουν ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά ακόμη και τις πιο όμορφες πλευρές της φύσης. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος ε΄)

Στη Λατινική Αμερική αντίστοιχες ιστορίες του χαμένου παραδείσου που ακολουθούνται από έναν κατακλυσμό, είναι διάσπαρτες. Στον μύθο των Πουρέπετσα, στο Μεξικό, υπήρχε μία εποχή που ζούσαν μόνο ζώα στη γη, που μεγάλωναν ανενόχλητα. Ο βασιλιάς του κόσμου, ο Τουκούπ Ατσά έφτιαξε μια γυναίκα και έναν άνδρα από χώμα, αλλά το νερό τους διέλυσε, όταν πήγε στο ποτάμι να τους πλύνει. Γι αυτό τους έφτιαξε από στάχτη, αλλά και πάλι διαλύθηκαν στο νερό. Έτσι, τους έφτιαξε από μέταλλο κι αυτοί όχι απλώς δε διαλύθηκαν, αλλά πολλαπλασιάστηκαν και έφτιαξαν τις φυλές της γης. Έπειτα από αυτό όμως ακολούθησε ο κατακλυσμός, από τον οποίο επέζησε μόνο ο Τέσπι και η οικογένειά του, αφού έφτιαξε ένα μεγάλο κανό, όπου, εκτός από τους δικούς του, έβαλε και όλα τα ζώα. Ταξίδεψαν για καιρό στα κύματα, φτάνοντας μέχρι τα σύννεφα. Τελικά, έστειλε τα πουλιά να δουν εάν σταμάτησε ο κατακλυσμός. Επέστρεψε ένα κολίμπρι, που έφερε στα φτερά του τις αντανακλάσεις της φύσης και στο ράμφος του ένα λουλούδι. Έτσι, ο Τέσπι πήρε το μήνυμα και επέστρεψε στη στεριά. Σε έναν θρύλο των Ίνκας, στο Περού, η λίμνη Τιτικάκα παρουσιάζεται ως μια εύφορη κοιλάδα, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ήσυχοι κι ευτυχισμένοι και τίποτε δεν τους έλειπε. Η γη ήταν πλούσια και έδινε στους ανθρώπους ό,τι χρειάζονταν. Οι Άπους, οι θεοί των βουνών, προστάτευαν τους ανθρώπους που κατοικούσαν στην περιοχή και δεν υπήρχαν ούτε βίαιοι θάνατοι, ούτε μίσος, ούτε ανταγωνισμός. Απαγορευόταν, μόνο, να κατέβουν στο εσωτερικό του βουνού και να φτάσουν στην Ιερή Φωτιά. Για καιρό ζούσαν χωρίς να σκεφτούν να παραβούν τον κανόνα, αλλά το κακό πνεύμα τους έβαλε να αποδείξουν τη γενναιότητά τους. Έτσι, αυτοί, παρασυρμένοι από την πρόκληση, παράκουσαν την απαγόρευση και κατέβηκαν, με αποτέλεσμα χιλιάδες πούμα να ξεπηδούν από το βουνό και να τους επιτίθενται. Ο θεός Ήλιος από τη στεναχώρια του για τους ανθρώπους έβαλε τα κλάματα και προκάλεσε πλημμύρα. Από την πλημμύρα μόνον ένας άνδρας και μια γυναίκα κατάφεραν να σωθούν. Όταν ο Ήλιος σταμάτησε να κλαίει, διαπίστωσαν ότι όλοι είχαν πνιγεί και τα πούμα είχαν μεταμορφωθεί σε πέτρες. Για αυτό και η λίμνη ονομάστηκε Τιτικάκα (η λίμνη των πέτρινων πούμα). Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος δ΄)

Σε ένα μύθο της Ινδονησίας, περιγράφεται η περιπέτεια πέντε αδερφών (τρία αγόρια και δύο κορίτσια), που ζουν στον ουράνιο κόσμο. Εξ αιτίας μίας φάρσας που σκαρώνει ο ένας αδερφός στον άλλο, ανακαλύπτουν άθελά τους, μετά από πολύ βαθύ σκάψιμο, τον κάτω κόσμο. Στην αρχή φοβούνται και στέλνουν το σκύλο τους, δεμένο με ένα σκοινί στον πάτο του λάκκου, για να εξερευνήσουν τι βρίσκεται εκεί. Όταν ο σκύλος επιστρέφει, έχει άμμο στα πόδια. Η περιέργειά τους υπερισχύει και αποφασίζουν όλοι μαζί πια (εκτός μιας αδερφής τους), συνοδευόμενος ο καθένας από ένα σκύλο, να κατέβουν στον κάτω κόσμο. Όμως τελικά εγκλωβίστηκαν για πάντα στον κάτω κόσμο, ο οποίος έγινε ο κόσμος που ζούμε τώρα. Η αδερφή τους, που μένει πίσω στον ουράνιο κόσμο, συμβολίζει την ελπίδα της επιστροφής στην ευτυχία που ζούσαν πρωτύτερα. Προφανώς και ο μύθος αυτός εκφράζει, μέσα από μια αλληγορία, την «πτώση» του ανθρώπινου γένους απ’ την κατάσταση της ελεύθερης κοινότητας στην ατέλειωτη θλίψη του πολιτισμού. Ο κόσμος που ζούμε είναι μία κάθοδος. Μάλιστα, δε φαίνεται άνευ σημασίας το ότι ο καθένας συνοδευόταν από έναν σκύλο, το ζώο που εξημέρωσε ο άνθρωπος για να του χρησιμεύει ως φύλακας. Η εξημέρωση που ενέχει την υποδούλωση της φύσης τον έδιωξε από τον παράδεισο, όπου όλοι ήταν μέρος ενός κοινού σώματος, της φύσης. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος». (Μέρος γ΄)

«Πολιτισμός είναι ένας φαλαινοθηρικός σταθμός,
όπου ο ξένος που κάνει τον περίπατό του
ανάμεσα σε άσπρα αετώματα
και παιδιά που παίζουν,
παρόλα αυτά,
με κάθε ανάσα που παίρνει αισθάνεται
την παρουσία του φονευμένου γίγαντα».
Tomas Transtru..mer, Ελεγεία (από τα 17 Ποιήματα)

Όλες οι μυθολογίες, στο ξεκίνημά τους, μιλούν για τη δημιουργία του κόσμου. Η απαρχή του κόσμου σε πολλούς λαούς έχει τα χαρακτηριστικά της «χρυσής εποχής» του Ησίοδου. Οι Βίκινγκ, οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι 500 περίπου φυλές των Ινδιάνων της Αμερικής, συνέθεσαν τους δικούς τους μύθους για αυτή την εποχή, που περιλαμβάνει ευτυχισμένους ανθρώπους. Οι Αβορίγινες, που χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή Ονειροχρόνο, της δίνουν μία αιώνια διάσταση, καθώς είναι κομμάτι του ονείρου, που βρίσκεται πάντα στο παρόν ή, όπως θα μπορούσε να πει κανείς καλύτερα, είναι άχρονο. Όπως λέει και ο Neil Phillip, «οι μύθοι είναι τα όνειρα της ανθρωπότητας». Σε λαούς, όπως οι Κινέζοι και οι Αιγύπτιοι, όπου είχε από νωρίς κυριαρχήσει η γεωργία, οι μύθοι έδιναν βάρος σε αυτήν, ενώ σε λαούς όπως οι Αβορίγινες, που ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, δίνουν γνώσεις για την επιβίωσή τους. Για τους Πολυνήσιους η ζωή, η πίστη και η γη συνδέονται στενά.

Στην Αίγυπτο, οι πρώτοι άνθρωποι δημιουργήθηκαν από τα δάκρυα του θεού Ρα, που είναι και ο δημιουργός του σύμπαντος. Στους σκανδιναβικούς μύθους οι άνθρωποι γεννήθηκαν από τον ιδρώτα του θεού, για αυτό ήταν φτιαγμένοι για μια ζωή γεμάτη μόχθο. Στην κινέζικη μυθολογία, τα αντιμαχόμενα στοιχεία, το Γιν και το Γιανγκ, βρίσκονταν μέσα σε ένα αβγό, που κάποια στιγμή έσπασε[1] και βγήκε από αυτό ο Παν-κου, ένα τριχωτό, δυνατό πλάσμα που κρατούσε σε απόσταση αυτά τα αντιμαχόμενα στοιχεία. Σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, ο κόσμος έγινε από τα μέλη του σώματός του που διασκορπίστηκαν και οι άνθρωποι έγιναν από τους ψύλλους του. Σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, ο Παν-κου, αφού ταξίδεψε στον κόσμο με τα τέσσερα ζώα του (τον δράκο, τη χελώνα, το μονόκερο και τον φοίνικα), έδωσε σχήμα στο σύμπαν με σφυρί και καλέμι. Έμαθε στους πρώτους ανθρώπους τα πάντα για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και μόλις τους μετέδωσε τη σοφία του για τον κόσμο, εξαφανίστηκε. Στον Ιαπωνικό μύθο ο Καμούι είναι ο θεός δημιουργός, που πάνω στη ράχη μιας τεράστιας πέστροφας έφτιαξε τον κόσμο, ο οποίος πριν ήταν ένα απέραντο βαλτοτόπι. Μάλιστα, οι πρώτοι άνθρωποι, οι Αϊνού, είχαν σώμα από χώμα, μαλλιά από φυτό στελλαρία και ραχοκοκαλιά από κλωνάρια ιτιάς. Για αυτό και καμπουριάζουμε, όταν γερνάμε. Βλέπουμε ότι θεωρούσαν το ανθρώπινο σώμα ως αναπόσπαστο τμήμα της φύσης γύρω τους. Αλλιώς για ποιον λόγο να σκαρφίζονταν τέτοιες ιστορίες; Η φύση όμως δεν ήταν μόνο γύρω αλλά και μέσα τους. Για τον λόγο αυτό ένιωθαν ότι είναι πλασμένοι απ’ τα ίδια υλικά. Το πέλμα τους, σε κάθε βήμα, επικύρωνε μια αιώνια σχέση ανάμεσα στην Γη και τα παιδιά της. Οι Αϊνού είναι οι ιθαγενείς κάτοικοι των βόρειων ιαπωνικών νησιών Χοκάιντο (Ιαπωνία) και Σαχαλίνης (Ρωσία). Η αρχαία θρησκεία τους είναι πολυθεϊστική και λατρεύει πνεύματα της φύσης. Στην κοινωνία τους οι γυναίκες οργάνωναν την κοινότητα και οι άνδρες ήταν κυνηγοί. Ο Αϊοΐνα ήταν ένας θεάνθρωπος, που κατέβηκε από τον ουρανό στη γη, για να διδάξει στους ανθρώπους να κυνηγούν, να μαγειρεύουν και να κάνουν διάφορα άλλα πράγματα και τέλος επέστρεψε στον ουρανό. Οι Ιάπωνες αναπολούν την Αγνή Χώρα, τους Αιώνιους Κήπους, στο τέλος του δρόμου της θλίψης και επιθυμούν να επιστρέψουν σε αυτήν. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (μέρος β΄)

Είναι πιθανόν οι ρίζες του πολιτισμού να έχουν συνδεθεί με τη γέννηση και τη θεμελίωση της έννοιας «φυλακή». Μετά την τσάπα ο άνθρωπος, που πλέον έχει γυρίσει την κλεψύδρα και η άμμος της, που συμβολίζει την ελευθερία του, χάνεται σιγά-σιγά στον χρόνο, επινοεί την πρώτη φυλακή. Εξημερώνει άγρια ζώα και τα εκμεταλλεύεται για φαγητό και ένδυση κυρίως. Η μετατροπή του ανθρώπου-κυνηγού σε άνθρωπο-κτηνοτρόφο γίνεται ακόμη ένας δυνατός βοριάς στον ανεμόμυλο του πολιτισμού. Έτσι αρχίζει η φυλάκιση και εκμετάλλευση άλλων πλασμάτων. Μαλλί, γάλα και στο τέλος κρέας και δέρμα (ανάλογα με το είδος). Ο άνθρωπος μοιράζεται πλέον την τροφή του με τα ζώα που εκτρέφει. Τα φροντίζει και τα περιποιείται ενδεχομένως, για να τα εκμεταλλευτεί… καλύτερα. Αναπτύσσει έντονη οικειότητα με ένα άλλο είδος, για πρώτη φορά, πέρα από το δικό του. Η μοιρασιά της τροφής –στοιχείο δεσίματος στις κοινότητες των κυνηγών– δεν είναι γεγονός πλέον που ορίζει σχέσεις συντροφιάς. Τρέφω ένα άλλο πλάσμα και νοιάζομαι για αυτό, με σκοπό να το εκμεταλλευτώ όσο γίνεται και στο τέλος να του αφαιρέσω και τη ζωή. Ο πρώτος κτηνοτρόφος σίγουρα θα είχε στιγμές συναισθηματικής σύγχυσης το δίχως άλλο. Ο άνθρωπος-κυνηγός δεν προλάβαινε –πώς ήταν δυνατόν άλλωστε;– να αναπτύξει κανένα άμεσο, συναισθηματικό δεσμό με τα θηράματά του. Η διαδικασία της δολοφονίας για αυτόν είχε άλλη σημασία, δεν έχανε την υπερβατικότητά της, καθώς ήταν μία παρέμβαση στην ενότητα. Συνέχεια

Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (μέρος α΄)

Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος,
τον δρόμο δεν βρίσκεις,
τον έχασες αλίμονο!
Είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο! Φραντς Κάφκα, «Η πληγή και η λέξη»

Σαν το κόκκινο νήμα του παραμυθιού, ένας κοινός μύθος ενώνει τις λαϊκές αφηγήσεις πολλών λαών· η ανάμνηση μίας παλιάς εποχής, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, σε αρμονία με τη φύση. Αυτή η εποχή, που αντιστοιχούσε σε έναν τέτοιο τρόπο ζωής, ονομάστηκε από τον Ησίοδο «χρυσούν γένος». Ο Ησίοδος ήταν ένας βοσκός που αγαπούσε να λέει ιστορίες, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του και δεν εμπιστευόταν τον κόσμο του εμπορίου και της ναυπηγικής που εκθείαζε η εποχή του. Και αυτός είχε γεννηθεί μέσα σε συνθήκες πολιτισμού στα δικά του μέρη, για αυτό και ζούσε ως βοσκός και όχι ως κυνηγός ή τροφοσυλλέκτης. Έτσι, ακόμη και o ίδιος, αναπολεί ήδη την «χρυσή εποχή» ως κάτι μακρινό. Οι εποχές που την ακολουθούσαν, κατά τον Ησίοδο, είχαν τα χαρακτηριστικά άλλων μετάλλων, πιο ευτελών, ακολουθώντας μία σχεδόν φθίνουσα πορεία ως τα δικά του χρόνια. Αν ζούσε σήμερα, προφανώς θα χαρακτήριζε το δικό μας γένος πλαστικό, χαλύβδινο ή κάτι παρόμοιο. Την ανάμνηση μίας άλλης ζωής που χάθηκε διατήρησαν στους μύθους τους και άλλοι λαοί, πολύ διαφορετικοί και πολύ απομακρυσμένοι μεταξύ τους, όπως οι Ίνκας, οι Αβορίγινες, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ιαπωνίας, αλλά και οι σύγχρονοι πληθυσμοί της Λατινικής Αμερικής. Άλλωστε, η ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση χρησιμοποίησε αυτό το μύθο και τον προσάρμοσε στο μοτίβο των πρωτοπλάστων, που εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο, ως τιμωρία για το αμάρτημα της γνώσης. Η ανάμνηση αυτού του «χρυσού γένους», όμως, δεν ανήκει στον ουράνιο κόσμο των θεών· διαδραματίστηκε εδώ, στη γη και μάλιστα δεν την έφεραν… άγνωστες ομάδες εξωγήινων. Συνέχεια

Πατρίδα και μητρίδα: Αναζητώντας το ρίζωμα (Β΄ Μέρος)

[…] ο κόσμος του ανθρώπου είναι πολύπτυχος, συνιστά ένα σύνολο διασυνδεόμενων διαδικασιών και οι αναζητήσεις εκείνες που τεμαχίζουν το σύνολο αυτό σε διακριτά μέρη, χωρίς στη συνέχεια να το ανασυνθέτουν, δημιουργούν ψευδή εικόνα της πραγματικότητας. Έννοιες όπως «έθνος», «κοινωνία» και «πολιτισμός» χαρακτηρίζουν κομμάτια του συνόλου και απειλούν να μετατρέψουν ονόματα σε αντικείμενα. Μόνο εάν κατανοήσουμε τα ονόματα αυτά ως δέσμες σχέσεων και τα επανατοποθετήσουμε στο πεδίο από το οποίο αποσπάστηκαν, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα αποφευχθούν παραπλανητικά συμπεράσματα και ότι θα διευρυνθεί από την πλευρά μας η κατανόηση. Eric Wolf, Η Ευρώπη και οι λαοί χωρίς ιστορία, σελ. 27.

Όταν αναζητά ο καθένας τις πνευματικές του ρίζες, χρειάζεται να τις δει με ειλικρίνεια, με μια ψύχραιμη ματιά. Το πρώτο βήμα που απαιτείται να κάνουμε είναι να δούμε κατάματα όσα αποτελούν για μας σφάλματα και όσα αποτελούν προτερήματα. Σίγουρα δεν θα συμφωνήσουμε όλοι σε αυτή την διάκριση. Για παράδειγμα, στον ελλαδικό χώρο πριν λίγες δεκαετίες ο άξιος σεβασμού άνθρωπος, κατά γενική ομολογία, ήταν αυτός που διέθετε την λεγόμενη μπέσα, το να είναι δηλαδή έντιμος και να κρατά τον λόγο του. Ωστόσο, εδώ και κάποια χρόνια το ανωτέρω σχήμα έχει ανατραπεί πλήρως· «άξιος σεβασμού», επιτρέψτε μας τα εισαγωγικά, είναι όποιος κατορθώνει να πλουτίζει εύκολα, δίχως κόπο και με κάθε μέσον και έξυπνος όποιος εξαπατά αποτελεσματικά. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το πώς φτάσαμε σε αυτή την αλλαγή. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι στόχος του παρόντος κειμένου να καταφύγει σε μια τέτοια ιστορική ανάλυση, αλλά να αναδειχθεί αν αυτό αποτελεί όντως σφάλμα ή προτέρημα, αν αυτή η εξαπάτηση είναι όντως αρετή. Από την μεριά μας, θεωρούμε ότι όχι απλώς δεν είναι αρετή, αλλά επί της ουσίας κόβει τις ρίζες της ανθρωπιάς μας. Συνέχεια

Πατρίδα και μητρίδα: Αναζητώντας το ρίζωμα (Α΄ Μέρος)

Οφείλουμε σεβασμό προς έναν αγρό με σιτάρι, όχι για τον ίδιο τον αγρό, αλλά γιατί α­-ποτελεί πηγή τροφής για τους ανθρώπους.

Κατά ανάλογο τρόπο, οφείλουμε σεβασμό προς μια συλλογικότητα, όποια κι αν είναι –πατρίδα, οικογένεια ή οτιδήποτε άλλο-, όχι για την ίδια, αλλά ως τροφή για κάποιον αριθμό ανθρώπινων ψυχών.

Αυτή η υποχρέωση επιβάλλει πρακτικά διαφορετικές συμπεριφορές και πράξεις, ανάλογα με τις διάφορες καταστάσεις. Όμως θεωρούμενη αυτή καθαυτή, είναι ίδια για όλους.

Ειδικότερα είναι απολύτως ίδια για όλους όσους βρίσκονται έξω από αυτή τη συλλογικότητα.

Ο βαθμός του οφειλόμενου προς τις ανθρώπινες συλλογικότητες σεβασμού είναι πολύ υψηλός, για πολλούς λόγους.

Κατ’ αρχάς, καθεμία είναι μοναδική και, εάν καταστραφεί, δεν αντικαθίσταται. Ένας σάκος σιτάρι μπορεί πάντα να αντικατασταθεί από έναν άλλον σάκο σιτάρι. Η τροφή που παρέχει μια κοινότητα στην ψυχή εκείνων που είναι μέλη της δεν έχει ισοδύναμο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Έπειτα, λόγω της διάρκειάς της, η κοινότητα διεισδύει ήδη στο μέλλον. Περιέχει τροφή, όχι μόνο για τις ψυχές των ζωντανών, αλλά και για εκείνες πλασμάτων που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, που θα έρθουν στον κόσμο τους επόμενους αιώνες.

Τέλος, λόγω και πάλι της διάρκειάς της, η συλλογικότητα έχει τις ρίζες της στο παρελθόν. Συνιστά το μοναδικό όργανο διατήρησης για τους πνευματικούς θησαυρούς που έχουν συγκεντρωθεί από εκείνους που έχουν πεθάνει, το μοναδικό όργανο μεταβίβασης μέσω του οποίου οι νεκροί μπορούν να μιλούν στους ζωντανούς. Και το μοναδικό επίγειο πράγμα που συνδέεται άμεσα με την αιώνια μοίρα του ανθρώπου, είναι η ακτινοβολία εκείνων που κατόρθωσαν να αποκτήσουν πλήρη συνείδηση αυτής της μοίρας, ακτινοβολία η οποία μεταβιβάστηκε από γενιά σε γενιά. Simon Wiel, Ανάγκη για ρίζες.

Όταν προσπαθούμε να αναζητήσουμε την ταυτότητά μας, ανατρέχουμε αυτομάτως στο παρελθόν. Η ταυτότητα είναι μια ατομική και συλλογική συνειδητοποίηση της αναζήτησης τής ρίζας. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με τα δέντρα, δεν μπορεί κανείς να ανυψωθεί προς το φως, χωρίς να βυθίζει τις ρίζες του βαθιά στο χώμα. Για να μπορεί να ατενίζει κανείς τον ουρανό, έχει ανάγκη πρώτα να στρέφεται μέσα στη γη. Κάθε άνθρωπος, άσχετα από τον τόπο και τον χρόνο που ζει, εμπεριέχει την αρχέγονη ανάγκη της ψυχής του να καταβυθίζεται στην ύπαρξή του. Μέρος αυτής της καταβύθισης είναι η ανάγκη τού να συνδέεται με τις ρίζες του. Το ρίζωμα δεν συνδέεται μονάχα με το παρελθόν, αλλά και το μέλλον. Αποτελεί συγχρόνως έντονη βίωση του παρόντος. Συνέχεια