Συμμαχίες και Εγκλήματα της Εξουσίας. Η περίπτωση των εκλογών του 1920

Οι συνθήκες εκλογικής εξαπάτησης για ακόμη μια φορά βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη. Πολλάκις τα κομματικά επιτελεία, μικρά και μεγάλα, προσπαθούν να οδηγήσουν στο εκλογικό παζάρι μεγαλύτερη πελατεία. Ορισμένες συνταγές έχουν σταθερή αποτελεσματικότητα διαχρονικά, όπως η όξυνση των αντιπαραθέσεων και διαφορών μεταξύ των κυρίαρχων κομμάτων, ώστε και οι «αδιάφοροι» να οδηγηθούν σε κάλπικες λύσεις «λιγότερο κακές». Μια ιστορική εκλογική αναμέτρηση, με πάρα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία στο κομμάτι της όξυνσης και του διχασμού, αποτελεί αναμφισβήτητα εκείνη του 1920. Είναι η ιστορική περίοδος που έχει χαρακτηριστεί ως «εθνικός διχασμός» μεταξύ βενιζελικών και μοναρχικών πολιτικών δυνάμεων (1915-1922), είναι τότε που το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε χωριστεί σε παλαιά και νέα Ελλάδα, με νότιους και βόρειους, και δυο ξεχωριστές, για μια χρονική περίοδο, κρατικές οντότητες. Έχει ενδιαφέρον να δούμε, λοιπόν, ένα συγκεκριμένο μέρος αυτής της περιόδου και ειδικότερα λίγους μήνες πριν τις εκλογές του 1920.

            Εν συντομία, η δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα είναι πάρα πολύ πυκνή από γεγονότα για τον ελλαδικό χώρο, αφού βρίσκεται στο επίκεντρο η κατασκευή των νέων κρατών που θα καταλάβουν το χώρο της ευρωπαϊκής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βαλκανικοί πόλεμοι, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και μοίρασμα σε ζώνες επιρροής της οθωμανικής αυτοκρατορίας από τους κυρίαρχους, το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα,  συνθέτουν μια δεκαετία που για την ελληνική πολιτική εξουσία και ελίτ είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Και γι’ αυτό το λόγο, ασφαλώς η ένταση μεταξύ των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων δεν πήγαζε τόσο από τις ιδεολογικές διαφορές όσο από το ποιος εν τέλει θα αναλάβει τη διαχείριση της ελληνικής κρατικής νομής. Ασφαλώς υπήρχαν δομικές πολιτικο-ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των κρατιστών, αλλά η υπερβολική ένταση, ο διχασμός, η διάσπαση του κράτους δεν ήταν προϊόν επιβολής πεποιθήσεων αλλά του ποιος θα «πάρει» τα κλειδιά του νέου διευρυμένου Κράτους, μεγαλύτερου και σε έκταση και σε πληθυσμό, γεγονός που δημιουργούσε υψηλές προσδοκίες στους κρατιστές. Άλλωστε, μπορεί ο Βενιζέλος να ονομάτισε το κόμμα του «Κόμμα Φιλελευθέρων», αλλά είναι γνωστές και αναμφισβήτητες οι πρακτικές αυταρχικής διακυβέρνησης και υποδαύλισης με τη χρήση τραμπούκικων ομάδων για την επίτευξη των σκοπών του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, πως ο Βενιζέλος λογόκρινε μέχρι και τα πρακτικά της Βουλής, ενώ οι Γύπαρης (Διοικητής Ταγμάτων Ασφαλείας) και η συνοδεία του τραμπούκιζαν αντιβενιζελικούς βουλευτές. Ως γνωστόν, αργότερα μετά το 1922, είναι εκείνος που νομοθέτησε το περίφημο «Ιδιώνυμο» που καταδίωκε κομμουνιστές και άλλα ανατρεπτικά στοιχεία. Εμπνευστής του ήταν ο υπουργός Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος, μετέπειτα στέλεχος στη δικτατορία Μεταξά. «Όστις επιδιώκει την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν τη διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας, ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν τιμωρείται με φυλάκισιν τουλάχιστον έξι μηνών. Προς τούτοις επιβάλλεται διά της αποφάσεως και εκτοπισμός ενός μηνός μέχρι δύο ετών εις τόπον εν αυτή οριζόμενον. Μετά τας αυτάς ποινάς τιμωρείται και όστις επωφελούμενος απεργίας ή λοκ – άουτ, προκαλεί ταραχάς ή συγκρούσεις».(Άρθρο 1, του 4229/1929, «Ιδιώνυμου»). Είναι, επίσης, γνωστές οι άμεσες σχέσεις του με τα τάγματα εφόδου «τρία έψιλον» και το ρόλο που είχαν διαδραματίσει στην καταστολή συγκεντρώσεων και τον εμπρησμό συνοικιών, όπως της Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη. Εύκολα διαπιστώνει κάποιος τις συσχετίσεις που υπάρχουν με τη σημερινή εποχή, με τις νομοθετήσεις-απαγορεύσεις της εξουσίας, τα ακροδεξιά μορφώματα που δρουν ως το μακρύ χέρι του Κράτους, αλλά και έναν απόγονο της οικογένειας Βενιζέλου στο «πηδάλιο» της. Ασφαλώς οι εξουσιαστικές πρακτικές δεν διαφοροποιούνταν και πάρα πολύ μεταξύ των εξουσιαστικών μηχανισμών ή των «χρήσιμων» μορφωμάτων που άλλοτε έχουν χρώμα μελανό και άλλοτε κόκκινο.

            Η συγκεκριμένη περίοδος, πριν και μετά τις εκλογές του 1920, εμφανίζει επιπλέον ενδιαφέρον διότι η εξουσία μέσω της λήθης προσπαθεί να αποκρύψει και συσκοτίσει τις πρακτικές της. «Η πιο σημαντική κατηγορία εναντίον του Βενιζέλου ήταν πως επανήλθε στην εξουσία υπό τις λόγχες των Άγγλων-Γάλλων το 1917 και εν συνεχεία εγκατέστησε ένα αυταρχικό, αντιδημοκρατικό καθεστώς, εκτόπισε τους πολιτικούς του αντιπάλους (Δραγούμη, Γούναρη, Πεσμαζόγλου κ.ά.) και επέβαλε λογοκρισία, τρομοκρατία και αυταρχικές πρακτικές, με αποκορύφωμα την δολοφονία του επικεφαλής της αντιπολίτευσης Ίωνα Δραγούμη, την οποία διηύθυνε ο στενός του συνεργάτης Εμμανουήλ Μπενάκης και εκτέλεσε ο προσωπικός του φίλος Παύλος Γύπαρης» (Απ. Διαμαντή, Η ψευδαίσθηση των Συμμαχιών, εκδ. Manifesto, 2022, σ. 106). 

            Είναι εξαιρετικά πιθανό εάν δεν δολοφονούνταν να ήταν ο πρωθυπουργός μετά τις εκλογές του 1920. Φυσικά ο Δραγούμης έτρεφε μίσος για τον Βενιζέλο το οποίο μέσα από την εθνική και πατριωτική του οπτική τον είχε οδηγήσει σε συμμαχίες με το μοναρχικό στρατόπεδο. Ο Γιάννης Κορδάτος, μαρξιστής ιστορικός, γ.γ. του μετέπειτα ΚΚΕ, σημείωνε: «Η αστική μας τάξη πρέπει να κλάψει ειλικρινά την τραγική δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη. Έχασε έναν πολιτικό της από τους πιο διαλεχτούς, τίμιους και ηθικούς. Ο αντιπολιτευόμενος αστικός κόσμος ίσως έχασε το μόνο πολιτικό άντρα που μπορούσε με τα ηθικά και πνευματικά του προσόντα ν’ αντικρύσει και να πολεμήσει τη βενιζελική ιδεολογία. Ο τραγικός του θάνατος αφαιρεί από την αστική αντιπολίτεψη το σημαντικώτερό της παράγοντα και κλονίζει την Κυβέρνηση στο «φιλελευτερισμό» της, που με την τελευταία αυτή πράξη των οργάνων της –μαζί με τόσες άλλες- ξεσκεπάζεται και στο Εξωτερικό ακόμα. (…) Τον πρωθυπουργό Βενιζέλο τονέ μισούσε σαν πολιτικό. Το πήρε κατάκαρδα γιατί ο Β. με ξένη δύναμη επιβλήθηκε αυτός κ’ η πολιτική του. Το λογάριαζε πολύ που συνταγματικές ελευτερίες τσαλαπατηθήκανε από τους Βενιζελικούς. Εχαραχτήριζε πολύ άσκημα τους Βενιζελικούς κοινωνιολόγους που κολλήσανε στο βενιζελικό καθεστώς, και σε ωρισμένες κρίσιμες στιγμές εσωτερικής οξύτητας δε βγάλανε κραυγή διαμαρτυρίας». (Γ. Κορδάτου, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τ. Ε’, σ. 241)

            Ο βενιζελικός τύπος αντέστρεψε πλήρως τα γεγονότα της δολοφονίας, σε σημείο που η εφημερίδα Πατρίς του Δ. Λαμπράκη να γράφει: «Δια της λεωφόρου Κηφισίας παρά τους Αμπελοκήπους εθεάθη περί τας πρώτας απογευματινάς ώρας ο εκ των 16 της αντιπολιτεύσεως Ι. Δραγούμης επ’ αυτοκινήτου κατερχόμενος προς της Αθήνας. Η περίπολος διέταξε το αυτοκίνητο να σταματήση. Ο Ι. Δραγούμης εξήγαγε περίστροφον και επυροβόλησε , ο σωφέρ εσταμάτησεν. Εις στρατιώτης ελόγχισε τον πυροβολούντα πολιτικόν. Ο οποίος εξέπνευσε».

Τα πραγματικά γεγονότα έγιναν αρκετά διαφορετικά, και αποκαλύφθηκαν τυχαία λόγω της παρουσίας μάρτυρα ξένης πρεσβείας. Στην Αθήνα πραγματοποιούνταν ταραχές λόγω της φήμης περί δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι (η απόπειρα εναντίον του είχε εξαπλωθεί εντός της επικράτειας ως δολοφονία). Εξαγριωμένο πλήθος βενιζελικών πραγματοποιούσε πογκρόμ επιθέσεων σε αντιβενιζελικούς στόχους. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Δραγούμης κινείτο με το αυτοκίνητο του από τη Κηφισιά προς το κέντρο. Στο ύψος Κηφισίας με Λ. Αλεξάνδρας δέχεται έλεγχο από δυνάμεις ασφαλείας. Μετά από διαβουλεύσεις, στις οποίες  έλαβαν μέρος ο Εμμ. Μπενάκης και ο Γύπαρης, αποφασίζεται με συνοδεία οπλισμένου στρατιωτικού αποσπάσματος να μεταφερθεί πεζά νοτιότερα. Στη συμβολή Κηφισίας και Παπαδιαμαντοπούλου εκτελείται εν ψυχρώ. Είναι μια ακόμη κρατική δολοφονία, αυτή τη φορά στα πλαίσια του ενδοεξουσιαστικού ανταγωνισμού. Τα «Δημοκρατικά Τάγματα Ασφαλείας», όπως και τα φιλομοναρχικά «Τάγματα Επίστρατων» επιδίδονταν σε επιθέσεις, τρομοκρατία και δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων. Διαχρονικά το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, το οποίο αποτελεί συνέχεια αυτής της περιόδου, αφού γόνοι και απόγονοι αυτών που έδιναν τις εντολές για δολοφονίες και πογκρόμ, συνεχίζουν να διαφεντεύουν(Μητσοτάκης, Σαμαράς, Γερουλάνος κ.λπ.). Είναι τουλάχιστον ειρωνικό, λοιπόν, να «καταδικάζουν τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται», αφού είναι γνήσια απότοκα τέκνα της κρατικής πολιτικής βίας. Και κάπως έτσι, ένα σύνθετο και πυκνό πλέγμα σχέσεων εξουσίας απλώνεται παντού δημιουργώντας ρόλους, ταυτότητες και εξαρτήσεις σε όσους συναλλάσσονται με αυτό. Και αυτό δεν είναι απλά ένα σύμπτωμα της ελληνικής αστικής δημοκρατίας, όπου όλα τα κακά αναθεματίζονται σε μια οικογενειοκρατία. Παρατηρούμε ότι και στις λεγόμενες φιλελεύθερες δημοκρατίες δυτικού τύπου υπάρχουν πρόσωπα συγγένειας τα οποία υπηρετούν το σύστημα σε ανώτατο επίπεδο (βλέπε Μπούς, Κλίντον, Τριντό κ.ά.). Με λίγα λόγια, δεν είναι θέμα μιας κακής εφαρμογής της αστικής δημοκρατίας αλλά πρόβλημα που υπάρχει και αναπτύσσεται εν γένει από τα εξουσιαστικά ιεραρχικά συστήματα. Σίγουρα τα κράτη έχουν τις ιδιαιτερότητες τους βάσει παραδόσεων, ιστορικών συνθηκών αλλά είναι δεδομένο ότι οι παγκόσμιες κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια όταν στις «υπανάπτυκτες» –υπό ηγεμονία– χώρες συναλλάσσονται με έμπειρα στελέχη που διαθέτουν οικογενειακή παράδοση στη διακυβέρνηση. Και γι’ αυτό το λόγο, το φαινόμενο της οικογενειοκρατίας είναι πιθανότατα πιο συχνό σε αυτές τις χώρες.

            Επιπλέον, προεκλογικά του 1920 το αντιπολιτευτικό πολιτικό σύστημα ενώθηκε με προμετωπίδα τον αντιβενιζελισμό, τη διακοπή του εξαντλητικού πολέμου και τη δημοκρατία. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τα χαρακτηριστικά αυτών των συνεργασιών και τους μηχανισμούς εξαπάτησης που τέθηκαν, για ακόμη μια φορά, σε εφαρμογή. Ο αντιβενιζελισμός είχε διάφορες αφετηρίες· υπήρχαν αντιλήψεις φιλομοναρχικές, σοσιαλιστικές, δημοκρατικές και άλλες που αφορούσαν στο πλαίσιο διαφωνιών για την εξωτερική πολιτική της διαφημιζόμενης «νέας ελλάδας των δυο ηπείρων και πέντε θαλασσών». Η τελευταία, μετά τη συνθήκη των Σεβρών, είχε παρουσιαστεί από τον κυβερνητικό τύπο ως τεράστια επιτυχία του Βενιζέλου παρ’ ότι υπήρχαν έγκριτες στρατιωτικές αναλύσεις για το αντίθετο. Ο πόλεμος είχε εξαντλήσει οικονομικά όχι μόνο δημοσιονομικά το ελληνικό κράτος αλλά και τα νοικοκυριά. Ο Βενιζέλος είχε λάβει δυο δάνεια το 1917 και 1918, ύψους 750εκ γαλλικών φράγκων για την εξυπηρέτηση προηγούμενων δανείων και τη χρηματοδότηση του στρατού, ακολουθώντας μια διαδικασία όπου οι μεγάλες δυνάμεις δανείζουν διαρκώς τις περιφερειακές χώρες ώστε να είναι πιο ευάλωτες στους εκβιασμούς. Πρόκειται για μια πρακτική συνώνυμη της δημιουργίας του ελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα. Ασφαλώς οι φερόμενοι ως «εκβιαζόμενοι» των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι τίποτα άλλο παρά τοπικοί «φύλαρχοι» που ανελίχθηκαν σε αυτή τη θέση με δική τους επιθυμία και στρατηγική. Συνεπώς καμία θυματοποίηση δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή σε όσους ισχυρίζονται ότι ο τάδε ή ο δείνα εξουσιαστής είχε καλές προθέσεις αλλά δεν τον άφησαν τα «συμφέροντα». Γιατί απλούστατα τα «συμφέροντα» τους ανεβάζουν και τα «συμφέροντα» τους κατεβάζουν. Όπως δηλώνουν λοιπόν και σύγχρονοι ιστορικοί, ο πόλεμος είχε κουράσει τον κόσμο και αυτός είναι ένας από τους λόγους της εκλογικής αποτυχίας του Βενιζέλου, ο οποίος παρ’ ότι πλειοψήφησε σε απόλυτους αριθμούς έχασε σε έδρες. Έχει σημασία, λοιπόν, ότι παρά το γεγονός πως ο τύπος διακατεχόταν από έναν εθνικό παροξυσμό επέκτασης του ελληνικού κράτους στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, σημαντικό κομμάτι ανθρώπων επιθυμούσε τη διακοπή κάθε εχθροπραξίας. Και αυτό το διακύβευμα ήταν σημαντικό για πάρα πολλούς ψηφοφόρους του 1920. Επιθυμούσαν να σταματήσει ο πόλεμος. Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι μας, όχι μόνο ο πόλεμος δεν σταμάτησε αλλά συνεχίστηκε και παραπέρα μέχρι πριν την Άγκυρα. Οι αντιπολεμικοί επίδοξοι εξουσιαστές της αντιπολίτευσης έγιναν πολεμικοί κυβερνήτες. Και οι αντιπολεμικοί ψηφοφόροι επιστρατεύτηκαν ώστε το στράτευμα να φτάσει τους 200.000 στρατιώτες και να καταλάβει την Άγκυρα.

Το γεγονός αυτό αναμφισβήτητα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες εκλογικές εξαπατήσεις που έχουν συντελεστεί στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Και σε αυτή την εξαπάτηση συμμετείχαν όλα τα κόμματα που συνεργάστηκαν άμεσα ή έμμεσα ως Αντιπολίτευση. Και οι μεγάλες εξαπατήσεις δεν πραγματοποιούνται εάν δεν συμμετέχει και η Αριστερά. «Με έμβλημα την ελιά που συμβόλιζε την ειρήνη, είχε δημιουργηθεί εκ των πραγμάτων μια γενικότερη αντιβενιζελική συμμαχία, ένα λαϊκό μέτωπο, στις τάξεις του οποίου είχε εκ των πραγμάτων μπει και το αναπτυσσόμενο σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα το οποίο εκφράζονταν κυρίως από το ΣΕΚΕ. Το προεκλογικό αντιβενιζελικό σύνθημα «σφύρι, δρεπάνι και ελιά στεφάνι» είναι χαρακτηριστικό αυτής της συμμαχίας μεταξύ σοσιαλιστών και αντιβενιζελικών, η οποία είχε πλέον ευρύτατη λαϊκή βάση. Είναι χαρακτηριστικό της ευρύτητας του αντιβενιζελικού μετώπου το γεγονός πως στην προεκλογική συγκέντρωση του ΣΕΚΕ στην Πλατεία Κοτζιά συγκεντρώθηκαν πάνω από 50.000, οι οποίοι προφανώς δεν ήταν όλοι κομμουνιστές και οι περισσότεροι, σύμφωνα και με την μαρτυρία του Γιάννη Κορδάτου, ήταν αντιβενιζελικοί που φοβούμενοι τα αντίποινα των βενιζελικών καλύφθηκαν μέσα στη συγκέντρωση του ΣΕΚΕ(ΚΚΕ). Αφού μίλησε ο Ευάγγ. Παπαναστασίου καταχειροκροτούμενος από γνωστούς αντιβενιζελικούς δημοσιογράφους και πολιτικούς –Γεώργιο Βλάχο, Νικολούδη κ.ά.– έγινε πορεία που έφτασε στο Σύνταγμα, όπου βγήκαν οι κυρίες από τα μπαλκόνια των ξενοδοχείων και πέταγαν λουλούδια στους διαδηλωτές φωνάζοντας «μπράβο παιδιά, σφυρί δρεπάνι»! (Απ. Διαμαντή, Η ψευδαίσθηση των Συμμαχιών, εκδ. Manifesto, 2022, σ. 107). Όπως είχε δηλώσει και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, «είναι γνωστόν ότι οι κομμουνισταί εψήφισαν κατά κανόνα τους οπαδούς της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως»(Αλ. Παπαναστασίου, Δημοκρατία και Εκλογικόν Σύστημα, εκδ. Προμηθεύς, σ. 15). Στην προκήρυξη που μοιράστηκε στη συγκεκριμένη συγκέντρωση, από το ΣΕΚΕ, γραφόταν: «Εκείνοι που σας έστειλαν στο μέτωπο να σκοτωθείτε, εκείνοι που εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα σας και το αίμα σας στον πόλεμο για να πλουτίζουν, αποφάσισαν τώρα να εκμεταλλευθούν και την ψήφο σας και τη συνείδηση σας για να διατηρήσουν την εξουσία… θέλουν την ψήφο σας για να μπορέσουν, κρατώντας στα χέρια τους την εξουσία, να συνεχίσουν τους πολέμους που σας κρατούν οκτώ χρόνια τώρα διαρκώς επιστρατευμένους και σας σέρνουν από μέτωπο σε μέτωπο». (ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 1918-1924, σελ.151-152.)

            Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι υπήρχε μια συνεργασία αντιβενιζελικών και σοσιαλιστών και το αφήγημα τους ήταν κυρίως αντιπολεμικό. Πάντα επιδιώκεται από την πλευρά των εξουσιαστών οι άνθρωποι να οδηγούνται στις κάλπες και στην εξαπάτηση. Βάσει των διακυβευμάτων που υπάρχουν κάθε φορά διαμορφώνονται οι συμμαχίες, οι συνεργασίες, οι αντιπαραθέσεις και τα «στρατόπεδα». Και γι’ αυτό το λόγο, η εκλογική απεργία είναι η ελάχιστη πράξη αξιοπρέπειας απέναντι σε μια συνειδητή διαδικασία παραπλάνησης και τεχνασμάτων που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη από τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Αυτοί, που το 1920 μιλούσαν για ειρήνη, τους αμέσως επόμενους μήνες εκστράτευαν προς την Άγκυρα με χιλιάδες επιστρατεύσεις. Αλλά και το Κόμμα (ΣΕΚΕ-ΚΚΕ) μετεκλογικά το έπαιζε «θύμα», μια παράσταση-καριέρα που ξεκίνησε τότε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

            Επιπλέον τα εγκλήματα της εξουσίας, όπως πρόσφατα στα Τέμπη, δεν είναι πράξεις και γεγονότα που μπορούν έστω και στο ελάχιστο να ευαισθητοποιήσουν τις συνειδήσεις των κυρίαρχων πολιτικών διότι, εκτός όλων των άλλων, όπως παρατηρήσαμε και παραπάνω είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί και τα «τζάκια» τους που δίνουν τις εντολές για εν ψυχρώ δολοφονίες. Η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη είναι χαρακτηριστική, διότι εμπλέκονται άμεσα και έμμεσα πρόσωπα τα οποία επί πολλές δεκαετίες αποτελούν την λεγόμενη ελίτ της ελληνικής εξουσίας. Μια ελίτ αδίστακτη για τα πάντα, η οποία για να παραπλανήσει εμφανίζεται με «αγγελικό» πρόσωπο, μα όταν τα πράγματα «στραβώνουν» εμφανίζονται τα τάγματα, οι τραμπούκοι και οι δολοφόνοι. Μια ελίτ που ξεπλένει τα εγκλήματα της με μουσεία, χορηγίες και ιδρύματα.

Όσοι πιστεύουν ότι αυτά, απλά, γίνονταν παλαιότερα και αφορούν το παρελθόν (ξε)γελιούνται πικρά…

                              Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.237, Μάιος 2023

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: