Ο Καραγκιόζης στα «ρυπαρά» καφενεία του 19ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα

Β’ Μέρος

Το θέατρο σκιών στον ελλαδικό χώρο συνέχιζε μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα να συγκαταλέγεται
στα δημοφιλέστερα ψυχαγωγικά είδη. Μέχρι και το 1970 ο Καραγκιόζης αποτελούσε, κυρίως για τους ανθρώπους που έμεναν σε χωριά και έβλεπαν μέχριτότε μόνο παραστάσεις περαστικών μπουλουκιών, ένα από τα βασικά είδη ψυχαγωγικού θεάματος. «Μετά το 1970 εμφανίσθηκε η τηλεόραση και άλλαξαν τα πράγματα. Η τηλεόραση σκότωσε τον Καραγκιόζη.» (συνέντευξη καραγκιοζοπαίχτη Γιάνναρου, εφημερίδα ΦΡΑΓΚΑΤΑ τ. 27,1/2008). Η τηλεόραση ολοκλήρωσε τον παραγκωνισμό του θεάτρου σκιών, που είχε ξεκινήσει ο κινηματογράφος. Κύριος, όμως, λόγος αυτής της περιθωριοποίησης είναι η μετάβαση από τις μικρές κοινωνίες και κοινότητες ανθρώπων (χωριά, γειτονιές πόλεων) σε διευρυμένες απρόσωπες κοινωνίες αγνώστων.

Τα παραπάνω συνεπάγονται και σε μια ατομική στροφή προς τα μέσα, προς μια ιδιώτευση. Πλέον οι πλατείες και οι γειτονιές δεν έχουν τον ίδιο ρόλο στην κοινωνικοποίηση και στην συναναστροφή των ατόμων, όπως είχαν έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Αυτό επηρέασε και όλα τα λαϊκά θεάματα που στηρίζονταν σε μια πρότερη κοινωνική συνθήκη, της γειτονιάς, της κοινότητας και της πλατείας και κατά επέκταση του ατόμου που αισθάνεται μέλος μιας κοινότητας. Ο Καραγκιόζης στις μέρες μας αισθάνεται αμήχανος μπροστά στην μαζικοποίηση, τα παγκοσμιοποιημένα πρότυπα διασκέδασης και τρόπου ζωής, αμήχανος μπροστά στην τεχνολογική «ευκολία» όπου ο καθένας μπορεί να διασκεδάσει με οτιδήποτε πατώντας ένα κουμπί και αν βαρεθεί να πατήσει ένα άλλο. «Ο κόσμος έχει κλειστεί σ’ ένα χαζοκούτι. Χαζεύει πατώντας κουμπιά και αποβλακώνεται. Κατά συνέπεια δεν είναι μόνο ο Καραγκιόζης αλλά γενικότερα όλα τα δημόσια θεάματα αντιμετωπίζουν πτώση» (ό.π.). Τα δημοσιεύματα του παρελθόντος όπου φαίνεται η δυναμική του θεάτρου σκιών έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Δημοσιεύματα όπως: «Πρόκειται μ’ άλλα λόγια, περί μιας νόσου την οποία θα μας επιτραπεί να ονομάσωμεν Καραγκιοζίτιδα […]» (Κοκκίνης, Αντικαραγκιόζης σελ. 21 σε Φαραί, αριθ. 51, 9/6/1896). Και όπως: «Βαδίζομεν προς το κέντρον της Χαλκίδος (κυριολεξία πραγματική) στεκόμεθα στον Καραγκιόζη.. Φρίκη!! Όλοι οι άνθρωποι της καλής τάξεως η οποία άξιοι να λέγεται πρώτη άλλοι καθιστοί και άλλοι περιμένοντες να ευρεθούν καθίσματα!![…] διακρίνομεν δικηγόρους, διευθυντάς εφημεριδών, εμπόρους, μεγαλοεπιχειρηματίας και… και … Σταυροκοπούμεθα!». (Κοκκίνης Αντικαραγκιόζης, σελ. 59 σε Εφημ. Εωσφόρος Χαλκίδας, φ. 154, 3/7/1932).


Άδεια από την αστυνομία

«Οι καραγκιοζοπαίχτες επαίρνανε άδεια από τη χωροφυλακή και μόλις κατεβαίνανε στο μέρος που θα παίζανε ήταν υποχρεωμένοι να πάνε στην αστυνομία. Ποιό επάγγελμα η πρώτη στάση που θα κάνει είναι στην αστυνομία; Ξέρεις; Η πουτάνα!» (συνέντευξη του καραγκιοζοπαίχτη Γιάνναρου, εφημερίδα ΦΡΑΓΚΑΤΑ τ. 27, 1/2008).

Μια πτυχή της ιστορίας των παραστάσεων του θεάτρου σκιών είναι αυτή της υποχρεωτικής αδειοδότησης από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής όπου θα παιζόταν Καραγκιόζης. Το παραπάνω απόσπασμα από την συνέντευξη του Γιάνναρου παρουσιάζει την απέχθεια των καραγκιοζοπαιχτών στο μέτρο της υποχρεωτικής αδειοδότησης. Οι καραγκιοζοπαίχτες όταν έφταναν σε κάποια επαρχιακή πόλη, περιοχή ή χωριό πριν ακόμα στήσουν τον μπερντέ περνούσαν υποχρεωτικά από το τοπικό αστυνομικό τμήμα, όπου έπρεπε να πάρουν την απαραίτητη άδεια. Αυτή η πρακτική φαίνεται ότι διήρκεσε σχεδόν σε όλο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Οι αιτίες αυτής της πρακτικής μπορούν να ανιχνευθούν στον πρότερο «άσεμνο» και επικριτικό βίο του Καραγκιόζη, στην ενόχληση των δυτικολάγνων και «καθωσπρέπει» κατοίκων και του τύπου που έβλεπαν στις παραστάσεις του Καραγκιόζη μια αυθεντική λαϊκή πρακτική που οι ίδιοι την αποστρέφονταν και την μάχονταν, στους κατά καιρούς καβγάδες που ξεσπούσαν την ώρα των παραστάσεων, στο στερεότυπο που ήθελε τους γυρολόγους, περιπλανώμενους καλλιτέχνες, μουσικούς, ηθοποιούς, καραγκιοζοπαίχτες κ.ά., να είναι άτομα με ροπή στην παραβατικότητα και με «χαλαρά» ήθη.

«Τότες το επάγγελμα αυτό ήτανε τέτοιο που το σιχαινότανε όλη η κοινωνία. Αλίμονο σε κείνον που πήγαινε σε αστυνομία ή σε δικαστήριο και έλεγε πως είναι καραγκιοζοπαίχτης. Αμέσως ο αστύνομος ή ο δικαστής του λέγανε: Μπα, καραγκιοζοπαίχτης; Σπουδαίο υποκείμενο!» (Σωτήρης Σπαθάρης, Απομνημονεύματα, σελ. 34).

Ο Σωτήρης Σπαθάρης στα απομνημονεύματά του αφηγείται δεκάδες περιπέτειες που είχε με την αστυνομία εξ’αιτίας του επαγγέλματός του. Ξυλοδαρμοί, μπουζουριάσματα, απειλές και τεχνάσματα, ώστε να δοθεί η πολύτιμη άδεια για το πολυπόθητο μεροκάματο. Ο Σπαθάρης με περίσσεια ειλικρίνεια αιτιολογεί το κυνηγητό της αστυνομίας στο «κακό» όνομα που είχαν βγάλει στο επάγγελμα πολλοί καραγκιοζοπαίχτες. Μας αναφέρει λοιπόν ότι αρκετοί καραγκιοζοπαίχτες αποπλανούσαν παιδιά, έκλεβαν και ήταν μπλεγμένοι με πολλές δουλειές του υποκόσμου. Αμέσως μετά την έκδοση του βιβλίου του το 1960, όπου αναφέρονται πολλά από τα παραπάνω, το σωματείο των καραγκιοζοπαιχτών διέγραψε τον Σωτήρη Σπαθάρη που ήταν ιδρυτικό μέλος του.

«[…] αυτοί οι κακοί καραγκιοζοπαίχτες, που με τις μεγάλες ατιμίες που κάνανε, άλλοι να κυνηγάνε παιδιά με ανήθικο σκοπό, άλλοι να ανακατεύονται με κλεπταποδόχους και με άλλες βρωμοδουλιές, έβγαλαν το κακό όνομα στο επάγγελμα του Καραγκιόζη.» (ό.π., σελ. 33-34).

Κάπως έτσι καθιερώθηκαν τα ψευδώνυμα στους καραγκιοζοπαίχτες. Έτσι το πραγματικό όνομα τους δεν συνδέονταν με το επάγγελμα του καραγκιοζοπαίχτη: Δημήτρης Σαρδούνης ως Μίμαρος, ο Παπούλιας ως Μόλλας, ο Ιωάννης Μουρελάτος ως Γιάνναρος και άλλοι πολλοί. Σε άλλο σημείο της αυτοβιογραφίας του ο Σπαθάρης εξιστορεί την διαδικασία αδειοδότησης στην πόλη της Λιβαδειάς. Αφού ο Σπαθάρης και ο βοηθός του βρήκαν τον αστυνόμο να πίνει καφέ με την παρέα του, τους έβαλε να περιμένουν δύο ώρες και όταν τελείωσε τον καφέ του τους είπε: «Θα σας δώσω άδεια να παίξετε, αλλά με την συμφωνία, μη μάθω πως την ημέρα μαζεύεται παιδιά στον Καραγκιόζη ή γίνει καμιά κλοπή, γιατί θα σας σπάσω στο ξύλο». (ό.π., σελ. 45).


Παραστάσεις εν καιρώ πολέμου

Οι παραστάσεις του Καραγκιόζη ήταν ένα μέσω ψυχαγωγίας στην ανάπαυλα του πολέμου. Στους βαλκανικούς πολέμους, στον ελληνοιταλικό πόλεμο και την περίοδο της γερμανικής κατοχής, ο Καραγκιόζης ήταν πανταχού παρών, ως μέσο ψυχαγωγίας. Ο Σπαθάρης, όπως και πολλοί καραγκιοζοπαίχτες επιστρατεύτηκαν στους βαλκανικούς πολέμους και τα βράδια έκαναν παραστάσεις Καραγκιόζη, πολλές φορές με κίνδυνο της ζωής τους. «[…] την στιγμή που η Πασοπούλα είχε γελάσει τον Μπέη, το Διονύσιο καιτον Εβραίο καιτους είχε βάλει μες στο κιούπι και βγήκε ο Μορφονιός στο πανί και όλοι γελάσανε, ένα εχθρικό κανόνι έριξε τρεις κανονιές και μια οβίδα έσκασε κοντά στους θεατές χωρίς να χτυπήσει κανένα. Οι άλλες δυό όμως πέσανε μες στους στάβλους και μας σκοτώσανε πέντ’ έξι μουλάρια και άλογα. Εγώ ρίχνω αμέσως χάμω τον Καραγκιόζη, σβήνω τα λυχνάρια και τρυπώνω σε κάτι κασέλες». (ό.π., σελ. 59-60).
Υπάρχει μαρτυρία μιας ιδιαίτερης παράστασης Καραγκιόζη στα αλβανικά βουνά. Ο Δημήτρης Μεϊμάρογλου ή Μίμαρος καραγκιοζοπαίχτης και στρατιώτης στο αλβανικό μέτωπο περιγράφει μια ιδιότυπη παράσταση στα χαρακώματα. «Έπαιξα χωρίς φιγούρες, χωρίς σκηνή, καθισμένος σε μια πέτρα. Ψειριασμένος σε ψειριασμένους.[…] Η φωνή μου αντηχούσε στη χαράδρα. Έπαιζα σαν σε κανονική παράσταση και οι θεατές μου είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Το έργο κράτησε κάπου 40 λεπτά […]. Μετά 3 ώρες άρχισε το ιταλικό πυροβολικό. Είχαμε απώλειες». (Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 129, Οκτώβρης 1965).
Δεν έλειπαν και οι παραστάσεις στα νοσοκομεία όπου περιθάλπονταν οι τραυματισμένοι του πολέμου. Ο Σωτήρης Σπαθάρης πήγαινε εκεί εθελοντικά και πολλοί τραυματίες του έδιναν ότι είχαν για την προσφορά του όπως τσιγάρα, φρούτα και γλυκά. «Στο Αρεταίειον, του κάθε θεατή μου θα του έλειπε το ’να χέρι, το ’να πόδι, τα δυό πόδια […]. Αφού έπαιξα και όλα τα παλικάρια γελάσανε, την ώρα που μάζευα τα εργαλεία μου, ένας τραυματίας που είχε αναρρώσει μου φωνάζει γελαστά: Σπαθάρη, για κοίτα εδώ. Τόσα χρόνια που παίζεις, τέτοιον Καραγκιόζη δεν έχεις δει. Και μου έδειχνε το σώμα του που ήταν σύρριζα κομμένο χέρια και πόδια». ( Σπαθάρης, Απομνημονεύματα, σελ. 146). Δεν έλειπαν και οι παραστάσεις που γίνονταν στην επαρχία με σκοπό την συγκέντρωση βοήθειας σε οικογένειες που το είχαν ανάγκη και ορφανοτροφεία.
Επίσης κυκλοφόρησαν πολλά φυλλάδια από Καραγκιοζοπαίχτες με ολόκληρα έργα που σατίριζαν τον Μουσολίνι όπως: «Ο Μπαρμπαγιώργος κι ο Καραγκιόζης βομβαρδίζουν τη Ρώμη», «Ο Καραγκιόζης και ο Μουσολίνι», κ.ά. Τα φυλλάδια ξεκίνησαν να κυκλοφορούν τον Νοέμβριο του 1940 και πωλούνταν στα περίπτερα.
Στην γερμανική κατοχή πολλοί καραγκιοζοπαίχτες όπως ο Μίμαρος, ο Δώριζας και ο Σπαθάρης, συνεχίσουν να δίνουν παραστάσεις. Βέβαια οι παραστάσεις τελειώνουν νωρίς το βράδυ, εκεί που άλλοτε ήταν η ώρα που άρχιζαν, λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Η πληρωμή των
καραγκιοζοπαιχτών ήταν κυρίως σε τρόφιμα αλλά και σε κατοχικό νόμισμα. Στην αρχή της κατοχής ο Σπαθάρης καλείται από γερμανούς αξιωματικούς να παίξει πέντε φορές Καραγκιόζη στο θέατρο «Κεντρικόν» με αντάλλαγμα φαγητό γι αυτόν και την οικογένειά του. Ενώ παραστάσεις συνεχίζει να δίνει σε όλη την διάρκεια της κατοχής στην Ερυθραία και στην κεντρική πλατεία στο Μαρούσι. Οι παραστάσεις τελείωναν νωρίς το βράδυ και καθώς υπήρξε απαγόρευση κυκλοφορίας ο Σπαθάρης κοιμόταν επί τόπου πίσω από τον μπερντέ, αλλά πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό: «[…] ξαπλώναμε κάτω από το πάτωμα της σκηνής. Σε λίγο έφταναν τα συμμαχικά αεροπλάνα για να χτυπήσουν το αεροδρόμιο Τατοΐου. Τους έριχναν κι από κει τα γερμανικά αντιαεροπορικά και τα θραύσματα έπεφταν
βροχή στην Ερυθραία. Από την σκηνή του Καραγκιόζη ακούγαμε συνέχεια χρίτς! Αλλά ήμασταν καλά προφυλαγμένοι γιατί το πάτωμα ήταν από μαδέρια».
(ό.π., σελ. 151- 152). Ο Δημήτρης Μειμάρογλου (Μίμαρος) έπαιζε στον Περισσό, στην Καλογρέζα, στην Νέα Ιωνία και στο Γαλάτσι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που στην σκηνή ανέβαιναν ιταλοί στρατιώτες που άρπαζαν όποια φιγούρα τους άρεσε, άσχετη με την παράσταση, και έπαιζαν: «Το 43 βρέθηκα να παίζω στο Γαλάτσι, στου Λιναρά. Πατείς με πατώσε. Ένα βράδυ η Αντίσταση χτύπησε ένα Γερμανό κι οι καταχτητές ξέσπασαν στον Καραγκιόζη! Μου έριξαν τα σκηνικά, με χαστούκισαν με κλώτσησαν και πέταξαν τον κόσμο έξω. Που να ξαναπαίξουμε στο Γαλάτσι». (Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 129, Οκτώβρης 1965).


Επίλογος;

Η πορεία του Καραγκιόζη στον ελλαδικό χώρο αναπόφευκτα ακολουθεί καιτην ιστορία του, όπως όλες οι λαϊκές τέχνες. Οι εκάστοτε αλλαγές στην κοινωνική συγκρότηση που επιφέρει η κυριαρχία αναπόφευκτα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην συνέχιση και σε ποια μορφή θα συνεχίζουν να υπάρχουν, και αν θα υπάρχουν, κάποιες λαϊκές τέχνες. Συνήθως όσες συνεχίζουν να υπάρχουν, αμφιταλαντεύονται μεταξύ της φοκλοροποίησης και της ουσιαστικής ύπαρξή τους. Όταν οι κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησαν και είναι βασικές για την ύπαρξη κάποιων λαϊκών τεχνών έχουν μεταβληθεί ή δεν υπάρχουν πια, τότε οι λαϊκές τέχνες υποβαθμίζονται, φολκλοροποιούνται και υπάρχουν για ιδιοτελείς λόγους που συνήθως εξυπηρετούν διάφορους τοπικούς ή ευρύτερα κυριαρχικούς σχεδιασμούς. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι όταν μιλάμε για λαϊκές
εκφράσεις στον χώρο της τέχνης ξεκινάνε από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Δεν μπορεί να υπάρξει αναβίωση ή ανάδειξη μιας λαϊκής τέχνης και οι κοινωνικές συνθήκες που την γέννησαν και διαμορφώθηκαν να είναι ουσιαστικά ξένες και εχθρικές σε αυτήν. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο Καραγκιόζης έχει μια αμηχανία στο τώρα και έχει επικεντρωθεί μόνο σε παιδικές παραστάσεις. «Νομίζω ότι τα χρόνια αλλάξανε. Τα παλιά τα χρόνια μέχρι το ΄50 οι μικροί καλυπτόντουσαν πίσω από τους μεγάλους που έρχονταν γιατί μέχρι το ΄50 οι δάσκαλοι απαγόρευαν στα παιδιά να πάνε σε δημόσια θεάματα και ειδικά στον Καραγκιόζη. Το παιδί λοιπόν το κάλυπτε ο πατέρας του. Το έπαιρνε μαζί. Είχε μια φήμη ότι είναι βρωμόλογος. Εγώ γι’ αυτό είπα στον Σπαθάρη κάποια άλλη φορά. Του είπα: Εντάξει Ευγένιε τον Καραγκιόζη τον έχεις αναδείξει εσύ και αυτοί που τον προώθησαν μαζί με εσένα, αλλά τον κάνατε πολύ παιδικό. Ενώ πριν από το ΄50 έλεγες: Εγώ πάω να δω μια παράσταση Καραγκιόζη». (συνέντευξη του καραγκιοζοπαίχτη Γιάνναρου, εφημερίδα ΦΡΑΓΚΑΤΑ τ. 27, 1/2008).


Ελευθερόκοκκος


Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
-Δαμιανάκος Στάθης (επιμ.) Θέατρο Σκιών- Παράδοση και νεωτερικότητα, εκδ. Πλέθρον.
-Ελληνικός Σύλλογος Μουσικοκινητικής Αγωγής CARL ORFF, περιοδικό Ρυθμοί, Φθινόπωρο 2008.
-Καραγκιοζολόγιο(ν), περιοδικό για τον Καραγκιόζη. Κοκκίνης Σπύρος, Αντικαραγκιόζης, εκδ. Φιλοππότη, 1985.
-Πετρόπουλος Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, εκδ. Νεφέλη, 1996.
-Πούχνερ Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, εκδ. Στιγμή, 1985.
-Σπαθάρης Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, εκδ, Αγρα 2010.
-Χατζάκης Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών, εκδ. Προσκήνιο, 1998.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.187, Νοέμβριος 2018

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: