Η Υπέρτατη Ποινή

H Αμερική είναι ένα έθνος που μπορεί να περιγραφεί με μία και μόνο λέξη: asafudafidatitotaf»

Joe Biden, ο ηγέτης του «ελεύθερου κόσμου»  σε ένα από τα αμέτρητα επικά σαρδάμ του

Ο πεζογράφος Αντώνης Σαμαράκης δεν ήταν ποτέ του γούστου μας. Κάτι το αδιόρατα ενοχλητικό υπήρχε στα γραφτά του, «πολιτικά ορθός» προτού να γίνει η πολιτική ορθότητα καταστατικός όρος για επιζήσει ένα έργο και να μην αφανιστεί από τη λογοκριτική μάστιγα του «cancel culture», με ακραίους οφθαλμοφανείς συμβολισμούς -που ακυρώνονται de facto ως συμβολισμοί-, διάθεση  εντυπωσιασμού, επιτηδευμένα κοφτή και ασθμαίνουσα γραφή, ένας γλυκερός και εύπεπτος ανθρωπισμός ξεχειλίζει από την εργογραφία του. Υπερβολικά βραβευμένος και ακατανόητα εξυμνημένος.

Μολαταύτα δεν γίνεται να μην κοντοσταθεί κάποιος διαβάζοντας το παρακάτω εδάφιο από το «Σήμα κινδύνου» (1958): «Γιατί οι λογής λογής φόβοι που κυριαρχούν στον κόσμο μας, και προπαντός οι δύο αυτοί βασικοί φόβοι, ο φόβος του πολέμου και ο φόβος της πείνας, τελικό αποτέλεσμα έχουν να προδίνουμε την ελευθερία, την ανάγκη για ελευθερία που μας είναι έμφυτη. Και σιγά-σιγά, θα ’ρθουν οι κατοπινές γενιές, που δε θα αισθάνονται τίποτα στη λέξη «ελευθερία». Γιατί θα νεκρωθεί το ένστικτο της ελευθερίας με τη διαρκή υποταγή στο φόβο του πολέμου και στο φόβο της πείνας. Θα νεκρωθεί η δίψα της ελευθερίας». 

Η Υπέρτατη ποινή κατά τον συγγραφέα είναι η «στέρηση του αισθητηρίου της ελευθερίας». Αλλά ποιός τον ακούει σήμερα τον Σαμαράκη;

Αρχές Απριλίου στα σαλόνια των διεθνών λογοκριμένων και λογοκριτικών ΜΜΕ, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των εγχώριων κυριακάτικων εφημερίδων φιλοξενήθηκαν «κατ’ αποκλειστικότητα» τα πτώματα από την υποτιθέμενη σφαγή στη Μπούτσα από τα ρώσικα στρατεύματα.

Απαραίτητοι κομπάρσοι οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι που «πιστοποίησαν» τη σφαγή. Οφ δη ρέκορντ ζήτησαν από τον Ζελένσκι να αποδείξει ότι δεν σκηνοθέτησε τη σφαγή. Αγγλοσάξωνες έφτιαξαν την «είδηση» ίσως και το γεγονός γι’ αυτό και κανένας μη αγγλοσάξωνας δεν έπιασε το (αμετάφραστο) υπονοούμενο Bucha-Butcher (χασάπης). Στις υπόλοιπες σελίδες διαβάζουμε για τον επισιτιστικό κίνδυνο, τους φουσκωμένους λογαριασμούς της ΔΕΗ και κάτι ακατανόητα για ρήτρες αναπροσαρμογής και χρηματιστήρια ενέργειας, ενώ ο κανιβαλισμός της «white trash» (όπως λένε τους φτωχούς και ανέργους λευκούς Αμερικάνους οι πλούσιοι και επιτυχημένοι Δημοκρατικοί), που ακούει στο όνομα  Ρούλα Πισπιρίγγου δεν έχει τελειωμό. Αυτάρεσκοι υπουργοί και τεχνοκράτες διαβεβαιώνουν ότι ο εξίσου κανιβαλιστικός τουρισμός θα πάει καλά όπως το 2019.

 Η «σφαγή της Μπούτσα» ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως, οι παντός τύπου οβίδες όμως συνεχίζουν να σκάνε αδιάκοπα στα σπίτια μας.

Κάποιοι βιάζονται να χαρακτηρίσουν το κοινό ως αποχαυνωμένο, επειδή έπαψε να γεμίζει τους δρόμους και τις πλατείες, όπως τον «παλιό καλό καιρό» με σημαίες και ντουντούκες και συνθήματα.

Ίσως και να έχουν δίκιο. Εμείς θα υπενθυμίσουμε ήρεμα το «σύνδρομο της οβίδας». Χιλιάδες στρατιώτες δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη ψυχολογική πίεση του πολέμου και εμφάνιζαν ψυχοσωματικά προβλήματα. Από την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων πολλοί στρατιώτες έπεφταν ξαφνικά στο χώμα και έμεναν ακίνητοι για ώρες χωρίς να έχουν χτυπηθεί από σφαίρα. Κρύβονταν μέρες ή και εβδομάδες στα χαρακώματα για να μην σκοτωθούν από τους βομβαρδισμούς.

Ακόμα και αν δεν είχαν τραυματιστεί υπέφεραν από ακαμψία, ασταθή βάδιση, παραλήρημα, απώλεια όσφρησης, ακοής, όρασης και ομιλίας χωρίς προφανή λόγο. Η πανούργα επιστήμη κατ’ εντολή των στρατηγών, άργησε πολύ να το αποδεχτεί ως σύνδρομο και μόνο μετά το προσωρινό τέλος των ανθρωποσφαγών, το 1945.

 Αν το «μένουμε σπίτι» έγινε το καθημερινό χαράκωμα επί δύο ολόκληρα χρόνια, υποτίθεται για να προστατευτούμε, οι οβίδες είναι η πληροφορία (μέχρι να πέσουν οι πραγματικές) και το «σύνδρομο της πληροφορίας» είναι η νέα κοινωνική νεύρωση. Αυτή που κατατρώει τις σωματικές και ψυχικές σάρκες και το αίσθημα ελευθερίας.

Οι άνθρωποι αδρανοποιούνται και ζαρώνουν όλο και πιο πολύ, πνίγονται από την πληροφορία και την ξεσκισμένη επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σπαταλούν το χρόνο και τη ζωτική ενέργεια τους παρακολουθώντας τον «πόνο του άλλου», είτε παρακολουθώντας τους άλλους, που παρακολουθούν…

Ίσως γιατί, όπως είχε γράψει ο Φρόυντ, δεν υπάρχει μόνο η άμυνα του «εγώ» απέναντι σε έναν εξωτερικό κίνδυνο, αλλά και ο εσωτερικός φόβος του «εγώ» απέναντι σε μια πτυχή του.

Λ.

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: