Περιθώριο, αυτόνομες γειτονιές και το παράδειγμα της περιθωριακής κοινότητας του «αυτόνομου» Λάκκου Ηρακλείου

Η έννοια του περιθωρίου έχει κυριαρχήσει να ταυτίζεται μ’ ένα σύνολο πρακτικών της ανθρώπινης έκφρασης που δεν γίνεται να ενσωματωθούν στις κυρίαρχες πρακτικές. Μουσική και τέχνη γενικότερα, αντιλήψεις, τρόπος ζωής, συνήθειες κ.ά. μπορούν να ενταχθούν σε αυτό που ονομάζεται περιθώριο. Στον τομέα της μουσικής τα παραδείγματα είναι πολλά, όπως το ρεμπέτικο, η punk μουσική, είδη ηλεκτρονικής μουσικής, ακόμα και τα λεγόμενα σκυλάδικα μπορούν να ενταχθούν στην έννοια του περιθωρίου. Η μουσική δεν είναι ένα ξέχωρο φαινόμενο αποκομμένο από τις συνήθειες του ανθρώπου, δεν είναι απλά ένας ήχος και νότες στα μουσικά όργανα που της δίνουν υπόσταση, αλλά συνδέεται και ανατροφοδοτείται από τον τρόπο ζωής και τις ανθρώπινες αντιλήψεις.

Σε παλιές εικόνες από συγκρούσεις, συγκεντρώσεις και πορείες, ένα παρατηρητικό «μουσικό» μάτι θα μπορούσε να διακρίνει τι μουσική άκουγε αυτός ο κόσμος που βρισκόταν στο δρόμο. Συνήθως οι εικόνες από τις καταλήψεις της Νομικής και τις συγκρούσεις του Πολυτεχνείου το ’73, καθώς και οι εικόνες από τις πρώτες μεταπολιτευτικές διαδηλώσεις είναι ένα κολάζ διάφορων μουσικών ρευμάτων από «νέο κύμα», Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Σαββόπουλο μέχρι ξένη και ελληνική ροκ σκηνή των Rolling stones και του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα. Στην δεκαετία του ’80 το μουσικό κολάζ άρχιζε να αλλάζει, με προτίμηση στο ροκαμπίλη και το punk, ενώ την δεκαετία του ’90 μπορεί κάποιος να ακούσει από Cure μέχρι γενιά του Χάους και Τρύπες. Με τους παραπάνω συσχετισμούς φανερώνεται πως η σχέση της μουσικής με τον άνθρωπο είναι κάτι παραπάνω από μια ακουστική σχέση. Σ’ αυτό το κείμενο δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω σ’ αυτούς τους συσχετισμούς, αλλά επιφυλασσόμαστε να επεκταθούμε μελλοντικά.

Όμως, το περιθώριο είναι τελικά κάτι συγκεκριμένο και πόσο δεν εντάσσεται και ενσωματώνεται με την κυρίαρχη κουλτούρα; Τι ρόλο έχει παίξει η εξουσία στην διαμόρφωση της ιδέας του περιθωρίου; Πάλι θα αναφερθούμε σ’ ένα μουσικό παράδειγμα. Το ρεμπέτικο, παρ’ όλο που χαρακτηρίζεται συλλήβδην περιθωριακό είδος, χρονικά (δηλαδή όσο αφορά τον χρόνο για τον οποίο μιλάμε για το ρεμπέτικο), αλλά και ατομικά (δηλαδή από άτομα που χαρακτηρίζονταν ως ρεμπέτες) άλλοτε έχει και άλλοτε δεν έχει σχέση με το περιθώριο. Πως γίνεται να μιλάμε για ένα περιθωριακό είδος μουσικής και αυτό να είναι πρώτο σε πωλήσεις για δεκαετίες; Επίσης, πόσο περιθωριακός είναι ένας καλλιτέχνης, όπως ο Τούντας ή ο Σκαρβέλης και ο Τσιτσάνης, που έφτασαν να είναι και διευθυντές πολυεθνικών δισκογραφικών εταιριών; Παρεμπιπτόντως, πως ο περιθωριακός Τσιτσάνης είχε για κουμπάρο τον Μουσχουντή, τον αστυνομικό διευθυντή Θεσσαλονίκης; Για να προλάβουμε τυχόν αντιδράσεις, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται η αξία του ρεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και η τεράστια συνεισφορά των παραπάνω καλλιτεχνών στο λαϊκό τραγούδι, απλά οι αναφορές γίνονται ώστε να κατανοηθεί πόσο ρευστός είναι ο όρος περιθώριο και πως το περιθώριο κάποιες φορές έχει σχέσεις και αλληλεπιδράσεις με την εξουσία. Άρα, όταν μιλάμε για περιθώριο καλό είναι να συγκεκριμενοποιούμε τον χρόνο, τον τόπο και τα άτομα που θεωρούμε πως το απαρτίζουν.

Πηγαίνοντας την σκέψη ένα βήμα πιο πέρα, θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε πως η έννοια του περιθωρίου υπάρχει επειδή υπάρχει μια κυρίαρχη πρακτική και κατά μια έννοια, δημιουργείται από την ίδια την εξουσία που ορίζει το κυρίαρχο και το περιθωριακό. Και σ’ αυτό το σημείο ο χρόνος παίζει σπουδαίο ρόλο στην κατανόηση των δύο αντίθετων εννοιών του κυρίαρχου και του περιθωρίου, γιατί αυτό που σήμερα ορίζεται ως περιθώριο αύριο μπορεί να είναι κυρίαρχο ή έστω περιθωριακό και ενταγμένο στην κυρίαρχη κουλτούρα ως εναλλακτικό. Αυτό, εκτός από την μουσική, μπορεί να διαπιστωθεί σε θέματα ισότητας φύλλων, εργασιακά, δικαιώματα κλπ. Το άλλοτε περιθώριο αργά ή γρήγορα θα έρθει σε επικοινωνία με την εξουσία, θα διαπραγματευτεί και εν τέλει θα ενταχθεί.

Ο αυτόνομος Λάκκος Ηρακλείου

Στις αρχές του 20ου αιώνα στην περιοχή Λάκκος του Ηρακλείου στην Κρήτη υπήρξε μια κοινότητα με ξεχωριστές συνήθειες και τρόπους συμπεριφοράς με αρκετές ομοιότητες της κοινότητας των ρεμπετών στον Πειραιά. Η κοινότητα οριζόταν ως περιθωριακή από τις αρχές και την κυρίαρχη κουλτούρα και είχε μια ιδιότυπη αυτονομία σε σχέση με την αστυνομία. «Στο Λάκκο, όταν κατέβαιναν ήταν μαζεμένοι 5- 6 αστυνομικοί. Οι αστυνομικοί- οσάκις ήθελαν να πούμε να κάνουνε έλεγχο, μπλόκο- ήτανε έξι- επτά μαζί, διότι άμα ήτανε μόνος δεν τα έβγαζε πέρα».[1] Βέβαια, αυτή η ωραιοποιημένη αυτονομία φαίνεται πως δεν είχε έρθει ουρανοκατέβατη: «Ο Λάκκος ήταν άλλο βασίλειο, άλλο κράτος. Εδώ κυβέρναγε η μαγκιά. Όχι, όλοι, ορισμένοι. Τώρα τα νταλαβέρια αυτονών με την ασφάλεια, την αστυνομία, αυτά είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο». [2] Το κράτος είχε διεισδύσει στην κοινότητα του Λάκκου μέσω αρκετών «πρωτόμαγκων», οι οποίοι με την σειρά τους μέσω του δικτύου που είχαν δημιουργήσει, αναπαρήγαγαν τις σχέσεις εξουσίας που ο αρχικός εκπορευτής ήταν το ίδιο το κράτος και η αστυνομία. Η κυρίαρχη ελίτ από τους «πρωτόμαγκες» στο Λάκκο ήταν επιφορτισμένη με τον χρηματισμό της αστυνομίας από διάφορες δραστηριότητες (εμπόριο, πορνεία, ναρκωτικά και προστασίες) και στο να διασφάλιζει την τάξη στην κοινότητα, επενέβαινε σε διαφωνίες και διευθετούσε εντάσεις και συγκρούσεις έτσι ώστε να αποφεύγεται η αστυνομική παρέμβαση. «Ο Κ., π Π., ήταν όλοι τσάτσοι και ρουφιάνοι. Ο Μ. ήταν τσάτσος βασιλικός, ήταν με όλους καλός. Αυτοί ήτανε ρουφιάνοι της αστυνομίας, με αυτά διατηρούσανε τα μαγαζιά, τα ζάρια, το χασίς, τα μπουρδέλα».[3]  Μετά την περίοδο της Κατοχής οι λακουδιανοί μάγκες διαμαρτύρονταν για τις διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις με τις οποίες το κράτος θα έλεγχε τον Λάκκο. «Στο διάστημα 1955- 1960, οι νομοθετικές ρυθμίσεις του νόμου 3310/1955 “Περί καταπολεμήσεως των αφροδισίων νόσων και άλλων διατάξεων” και των τροπολογιών του 4095/1960 (υποχρεωτική παρακολούθηση της υγείας των ιερόδουλων αποκλειστικά από κρατικούς γιατρούς), διαμόρφωσε νέο κανονιστικό πλαίσιο στο χώρο της πορνείας.  Ο νόμος προέβλεπε την κατάργηση των οίκων ανοχής με τη μορφή ομαδικού εταιρισμού, το διαχωρισμό κοινών και ελευθερίων γυναικών και την απαγόρευση της εκμετάλλευσης ιερόδουλων από διαφόρους “εκμαυλιστές, μαστροπούς και σωματέμπορους”. Βαθμιαία επιχειρήθηκε η απογκετοποίηση της πορνείας από οριοθετημένες περιοχές του αστικού χώρου. […] Τα όποια κατάλοιπα της κουλτούρας του χώρου εκκαθαρίστηκαν οριστικά σε μια νέα επιχείρηση αρετής κατά την περίοδο της δικτατορίας».[4] Οι μάγκες αντιλαμβάνονταν όλες αυτές τις επεμβάσεις του κράτους, σαν καταπάτηση των σχέσεων που είχαν δημιουργήσει και επιπλέον ως αμφισβήτηση της εξουσίας τους στην περιοχή. Το ζητούμενο για τις ελιτ των περιθωριακών ομάδων που έλεγχαν την κοινότητα του Λάκκου, ήταν η διατήρηση των σχέσεων εξουσίας που είχαν δημιουργήσει μέσω της επικοινωνίας τους με την εξουσία και σε καμία περίπτωση η πλήρης διάσπασή τους που θα τους έφερνε αντιμέτωπους με την διάλυση της εξουσίας τους στην κοινότητα.

Το παραπάνω παράδειγμα μας βοηθάει να κατανοήσουμε ότι το λεγόμενο περιθώριο μπορεί να είναι κομμάτι της εξουσίας και να παίζει το ρόλο του εκεί όπου το κράτος και η κυρίαρχη αφήγηση, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για διάφορους λόγους, δεν μπορεί να κυριαρχήσει φανερά. Επίσης, μας βοηθάει να κατανοήσουμε την προβληματική που αναπτύσσεται και μπορεί να μην είναι φανερή, γύρω από το ζήτημα των λεγόμενων αυτόνομων περιοχών. Το παράδειγμα του Λάκκου, μας δείχνει πως μια περιοχή εντός αστικού ιστού μπορεί να θεωρείται «αυτόνομη» κάποιες φορές, μόνο σε συνεννόηση ή με την θέληση της εξουσίας και αυτό δεν δείχνει απαραίτητα την αδυναμία των κατοίκων μπροστά στο κράτος, όσο την δολιότητα κάποιων ατόμων ή ομάδων που έχοντας αναλάβει χρέη «ελίτ» και τοπαρχών εξυπηρετούν την εξουσία και μόνο.  Η ωραιοποίηση του περιθωρίου σαν μια έννοια που βρίσκεται έξω από την κυρίαρχη αφήγηση, συσκοτίζει τις πραγματικές σχέσεις εξουσίας που μπορεί να ενυπάρχουν, όχι μόνο εντός του περιθωρίου, αλλά και στις σχέσεις του με την ίδια την εξουσία για να μπορεί να υπάρχει ως τέτοιο, δηλαδή ως περιθώριο. Η ωραιοποίηση και η έλλειψη διεισδυτικής ματιάς πάνω σε επαναστατικά περιθώρια ή περιοχές και κοινότητες οδηγεί ακόμα και τους καλοπροαίρετους, σε αναπαραγωγή μοντέλων εξουσίας που μπορεί και να μην φαίνονται με την πρώτη ματιά. Η αναπαραγωγή μύθων βρίσκει κερδισμένη μόνο την εξουσία, ενώ η ανακάλυψη της αλήθειας, ακόμα και όταν αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους, βοηθάει την υπόθεση της απελευθέρωσης.

Ελευθερόκοκκος

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.225, Απρίλιος 2022


[1] Βιογραφία Γιώργη «Καλαϊτζή» στο Γιάννης Ζαϊμάκης Καταγώγια Ακμάζοντα στον Λάκκο Ηρακλείου, σελ. 190.

[2] Βιογραφία Γιώργη «Σαλταδόρου», στο Γιάννης Ζαϊμάκης, Καταγώγια Ακμάζοντα στον Λάκκο Ηρακλείου, σελ. 191.

[3]Βιογραφία Γιώργη «Καλαϊτζή», στο Γιάννης Ζαϊμάκης, Καταγώγια Ακμάζοντα στον Λάκκο Ηρακλείου, σελ. 191.

[4] Γιάννης Ζαιμάκης, Καταγώγια Ακμάζοντα στον Λάκκο Ηρακλείου, σελ. 264.

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: