Διαδρομές Αναρχικής Θεώρησης: Το ζήτημα της ασφάλειας, το κράτος και η αναρχική οπτική

«Οι αναρχικοί, δεν είναι ένα απλό όνομα ή μια ταμπέλα μέσα στον κοινωνικό χώρο. Όσοι αποφασίζουν να ακολουθήσουν το δρόμο του αγώνα και της πάλης για την αναρχία θεωρούν πως έχουν επιφορτιστεί με συγκεκριμένες ευθύνες, τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά. Ας το επαναλάβουμε για μια ακόμη φορά. Η απελευθέρωση των ανθρώπων δεν είναι ένα νεανικό παιχνιδάκι. Ούτε ένα γεροντικό καπρίτσιο. Πολύ περισσότερο δεν είναι η εκτόνωση κάποιων θυμωμένων για τη θέση που τους επιφύλαξε το σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης. Αυτή η υπεύθυνη στάση των αναρχικών έρχεται να καθορίσει τη διαρκή αναζήτηση, την επίμονη προσπάθεια, το ξεκαθάρισμα απόψεων, την εμβάθυνση και την διάδοση των λειτουργικών εμπειριών, το κόψιμο των οποιωνδήποτε ορατών ή αόρατων δεσμών με τις εξουσιαστικές ιδεολογίες και πρακτικές. Πρόκειται για όλα αυτά τα συστατικά που συμπεριλαμβάνονται στην Αναρχική Θεώρηση».

(Γιώργος Βλασσόπουλος, Μάρτιος 2009, Περί πράξης ή οι παρενέργειες του ακτιβισμού)

Έχουμε την βαθιά πεποίθηση, ότι οι θεμελιώδεις αρχές της αναρχίας δεν αποτελούν απολιθωμένους κανόνες και δόγματα, που φυλάγονται σε κάποια επαναστατική κιβωτό, ούτε κτήμα ορισμένων μυημένων, των οποίων η αυθεντία δεν αμφισβητείται. Η εξουσία μιας «αλήθειας» που νομιμοποιεί το κράτος, ή η απόλυτη, αλάθητη και καθολική εξουσία των εκπροσώπων της επιστήμης, όχι μόνο δεν μας δεσμεύει, αλλά την απορρίπτουμε κατηγορηματικά. Όπως έγραφε ο Μιχαήλ Μπακούνιν, «Γενικά, δεν ζητάμε τίποτα περισσότερο απ’ το να υπάρξουν άνθρωποι, προικισμένοι με μεγάλη γνώση, μεγάλη πείρα, μεγάλα πνεύματα και, πάνω απ’ όλα, μεγάλες καρδιές, που ν’ ασκήσουν πάνω μας μια φυσική και θεμιτή επιρροή, μιαν επιρροή ελεύθερα αποδεχτή και ποτέ επιβεβλημένη στ’ όνομα μιας οιασδήποτε επίσημης αυθεντίας, είτε ουράνιας είτε επίγειας» (Θεός και Κράτος).

Στο βαθμό που οι ανθρώπινες ιδέες αναπτύσσονται σ’ αυτήν την κατεύθυνση, η σαφήνεια είναι εκείνη, η οποία πρώτα απ’ όλα απομακρύνει από το ψεύδος της πολιτικής, αλλά και από την ίδια την πολιτική· η διαύγεια ακόμα και των πολυπλοκότερων ιδεών είναι εκείνη, που απομακρύνει από τον κόσμο των «ειδικών» και των προνομίων, που ούτως ή άλλως αρνούμαστε σ’ αυτούς και όχι μόνο. Γι’ αυτό και οι αναρχικοί δεν τσαλαβουτούν σε κάποιου είδους ιδεολογική σαλάτα, γι’ αυτό και οι γκρίζες περιοχές και τα θολά νερά αποτελούν το προνομιακό πεδίο των κάθε λογής τεχνικών της εξουσίας. Οι ανθρώπινες σκέψεις και εμπειρίες χιλιάδων ετών, ένα πλήθος παραστάσεων και ιδεών, αλλά και οι κακουχίες και τα δεινά, που έχουν υποστεί οι ανθρώπινες κοινωνίες από την κρατική κατοχή, υποτίθεται ότι θα οδηγούσαν στην αναγνώριση και την αποτίναξη, πρώτα απ’ όλα, του παραλογισμού περί της αναγκαιότητας του κρατικού ζυγού.

Και όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι διαθέτουν, είτε ηθελημένα είτε εκβιαζόμενοι, ζωτικές δυνάμεις, ζωτική ενέργεια προς όφελος των καταπιεστών και εκμεταλλευτών τους. Όταν και όποτε οι αυταπάτες περισσεύουν, επιλέγουν, και δικαίως, να βαδίσουν στο χιλιοπατημένο μονοπάτι της εξέγερσης, από το οποίο συνήθως αποσύρονται, είτε γιατί η οργή εκτονώνεται, είτε γιατί η εξουσία προβαίνει σε παραχωρήσεις και προσφέρει δικαιώματα. Η αποδοχή τους, με ή χωρίς αυταπάτες, οδηγεί σε νέες κρατικές βαρβαρότητες, η εξουσία γίνεται ακόμη πιο αχαλίνωτη, γιατί πολύ απλά ακόμη και η πιο δεσποτική εξουσία τρέφεται από την αναγνώριση και την νομιμοποίηση της από τους υπηκόους της.

Σ’ αυτό το σημείο διαφέρει η αντιμετώπιση του κράτους εκ μέρους των αναρχικών, οι οποίοι παραμένουν σφοδροί πολέμιοί του, σε κάθε περίπτωση, «εξαιρετική» ή μη, θεωρούν κράτος και κεφάλαιο τους νόμιμους βιαστές της θέλησης των ανθρώπων, αρνούμενοι να αποδεχθούν νόμους, θεσμούς και κάθε λογής κρατικές απαγορεύσεις, εντολές και καταναγκασμούς.

Ή μήπως υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι και ποιες είναι αυτές; Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα στους δυνάστες μας, στ’ όνομα της «ασφάλειας», έστω της υγειονομικής, να αναλαμβάνουν τα «κατάλληλα καθήκοντα», ώστε να μας «προστατέψουν»; Όμως, εάν αναγνωρίσουμε ορισμένα δικαιώματα στο κράτος, εφ’ όσον δεχόμαστε την (δήθεν) υπό όρους εξουσία του, να επιβάλλει απαγορεύσεις σε καθορισμένα ζητήματα, δεν σημαίνει ότι ουσιαστικά αναγνωρίζουμε την ουσία της επιβολής; Και αν σήμερα αναγνωρίσουμε αυτή την εξουσία, αυτή την δικαιοδοσία, γιατί αύριο δεν θα πρέπει να αποδεχθούμε κάτι παρόμοιο για ένα άλλο «κρίσιμο» ζήτημα, αφού κάτι τέτοιο υποτίθεται θα συνηγορεί προς το «γενικό καλό»; Μα αυτός, ακριβώς, είναι ο απλός τρόπος με τον οποίο αναπαράγονται οι εξουσιαστικές σχέσεις, η κοινωνική αποδοχή της κρατικής επιβολής και κάθε μορφής εκμετάλλευση, που δεσμεύει την ανθρώπινη δημιουργικότητα, που αλυσοδένει τις ζωτικές κοινωνικές δυνάμεις.

Ας δούμε ένα πρόσφατο παράδειγμα.

Εξανίστανται ορισμένοι, κατά δήλωσή τους ορμώμενοι εξ αναρχοκομμουνιστικών επάλξεων, εμπρός στις ποικίλες εναντιώσεις στα απαγορευτικά μέτρα, που επιβάλλει το κράτος-εγγυητής της υγειονομικής ασφάλειας των πολιτών, διότι, όπως ισχυρίζονται, δεν έχουμε φτάσει σε τέτοιο σημείο κοινωνικής συνείδησης και αυτοπειθάρχησης, με αποτέλεσμα να έχουμε ανάγκη τις έξωθεν και άνωθεν εντολές, δηλαδή τις κρατικές εντολές και απαγορεύσεις. Μάς προτρέπουν, μάλιστα, να αρκεστούμε σε μια κριτική στα κυβερνητικά μέτρα για την πανδημία και στην εμφανή πρόθεση εκμετάλλευσης της ευκαιρίας, ώστε να επιβληθούν «άσχετα» μέτρα. Αλλά, μέχρι εκεί. Θα πρέπει να δεχθούμε κάποιους προσωρινούς(;) περιορισμούς και απλά να είμαστε σε μια επιφυλακή για να μην μετατραπούν τα προσωρινά μέτρα σε μόνιμα!!!

Η κουτοπονηριά σ’ όλο της το μεγαλείο, θα σχολίαζε κάποιος και θα προσπερνούσε, δίχως ν’ ασχοληθεί περισσότερο. Και δεν θα είχε άδικο, αφού πλήθος επιφανών εκπροσώπων της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής ελίτ, όχι μόνο δεν αποσυνδέουν τα λεγόμενα υγειονομικά μέτρα από τη νέα τάξη πραγμάτων, που σχεδιάζουν, αλλά διαβεβαιώνουν ότι μ’ αφορμή την «πανδημία» ανοίγονται αδιανόητες ευκαιρίες και συγκεκριμένα ότι οι «πιθανότητες για αλλαγή και για μια νέα τάξη πραγμάτων είναι απεριόριστη, μόνο η φαντασία μας μπορεί να βάλει φραγμό» (Η Μεγάλη επανεκκίνηση, Klaus Schwab, Thierry Malleret). Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε υποκριτικά, αποκλειστικά για υγειονομική ασφάλεια, αλλά να θέτουμε γενικά το ζήτημα της ασφάλειας και της εγγύησής της από τα κράτη ή τους υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως ο ΠΟΥ, η ΕΕ κ.ά.

Περί της αρχής της ασφάλειας, λοιπόν, ο λόγος και, άρα, περί θεμελίωσης του ίδιου του κράτους. Securus στα λατινικά είναι ο άνθρωπος sine cura, δηλαδή δίχως έγνοια, χωρίς ανησυχία, με ήρεμη συνείδηση και ενάρετη καρδιά, ατάραχος, εκείνος που τίποτα δεν μπορεί του διαταράξει την σταθερότητα. Μ’ άλλα λόγια, περιγράφεται μια εσωτερική κατάσταση, που την χαρακτηρίζει η γαλήνη, η πραότητα, η αμετάβλητη ψυχική ηρεμία. Ο Σενέκας, απευθυνόμενος στον Λουκίλιο, ισχυρίστηκε ότι «η ασφάλεια είναι το αγαθό που προσιδιάζει στον σοφό» (securitas autem proprium bonum sapientis est), ενώ ο Επίκτητοςπαρότρυνε με τον ίδιο τρόπο γράφοντας: «πλησίασε τη φιλοσοφία, αν θέλεις να κερδίσεις, ως αντάλλαγμα την απάθεια, την ελευθερία, την ηρεμία [ασφάλεια]». Η επικούρειααταραξία από την πλευρά της προϋποθέτει την συνεχή καλλιέργεια της απλότητας, την συνεχή απομάκρυνση από τις μάταιες αναζητήσεις και την ματαιοδοξία της κοινωνικής αναγνώρισης, ενώ η στωική αταραξία δοκιμάζεται και ατσαλώνεται μέσα στους πολιτικούς αγώνες και διαμάχες, μέσα από την επαφή με τα πλήθη, μέσω του θάρρους, της επιμονής, και της εσωτερικής πειθαρχίας στην διαρκή κατάδυση στις υποθέσεις του κόσμου. Έτσι, σύμφωνα και με το αρχαίο επικούρειο ρητό, η έσχατη, μεγάλη και οριστική πηγή ανασφάλειας παραμένει ο θάνατος: «Σε ό,τι αφορά τον θάνατο κατοικούμε όλοι οι άνθρωποι μιαν ανοχύρωτη πόλη» (Επίκουρος, Προσφώνησις). Τελικά, όμως, ο σοφός, με συνεχείς ασκήσεις, θα καταστήσει τον εαυτό του ένα απόρθητο φρούριο, σύμφωνα και με τον Μάρκο Αυρήλιο (Τα Εις εαυτόν, Βιβλίο IV): «Όμοιος να είσαι με το ακρωτήριο, όπου όλο έρχεται και σπάζει το κύμα: εκείνο μένει ακίνητο…». Ασφάλεια της παράστασης, ασφάλεια της επιθυμίας, της δράσης και τέλος ασφάλεια απέναντι στον θάνατο.

Είναι εύκολα κατανοητή, λοιπόν, η τεράστια εννοιολογική μεταβολή που αφορά στην ασφάλεια, όταν αυτή προσδιορίζεται πλέον, όχι ως μια εσωτερική υπόθεση, αλλά ως κατάσταση, σκοπός, βασική λειτουργία, αλλά και θεμέλιο του νεωτερικού κράτους.

Οι θεωρούμενοι κλασικοί της πολιτικής σκέψης, αλλά και θεμελιωτές του νεωτερικού κράτους, ο Χομπς, ο Σπινόζα, ο Λοκ, ο Ρουσσώ, θέτουν την ασφάλεια στο κέντρο του θεωρητικού τους συστήματος.

Σύμφωνα με τον Χομπς, όσοι «συγκρότησαν την πολιτική κοινότητα [τη συγκρότησαν] για τη διαρκή και όχι προσωρινή ασφάλειά τους» (κεφ. 19, Λεβιάθαν), σύμφωνα με τον Σπινόζα «η αρετή του κράτους είναι η ασφάλεια» και «εύκολα καταλαβαίνουμε ποιο είναι το καλύτερο καθεστώς για κάθε κράτος, αν αναλογιστούμε τον σκοπό της πολιτικής κοινωνίας: ο σκοπός αυτός δεν είναι άλλος από την ειρήνη και την ασφάλεια της ζωής» (Πολιτική Πραγματεία), ενώ ο Λοκ συνηγορεί διαβεβαιώνοντας, ότι «σωτηρία και ασφάλεια είναι ο σκοπός της σύμπτυξης της κοινωνίας» και επίσης, ότι «[οι άνθρωποι] φροντίζουν, μόλις μπορέσουν, να αποκτήσουν την ασφάλεια και την εγγύηση της πολιτικής κοινωνίας» (Δεύτερη Πραγματεία). Τέλος, ο Ρουσσώ, επίσης, επισημαίνει, ότι «ο πρώτος στόχος που έθεσαν οι άνθρωποι στην πολιτική τους συνένωση ήταν η αμοιβαία ασφάλεια» (Περί κοινωνικού συμβολαίου).

Η διαπίστωση, λοιπόν, έρχεται εύκολα και αβίαστα: οτιδήποτε σ’ αυτά τα κείμενα αναφέρεται ως ασφάλεια ορίζεται ταυτόχρονα ως η αρχή θεμελίωσης του κράτους, αλλά και ως η πηγή κοινωνικής νομιμοποίησής του, μια ασφάλεια διαρκής και όχι προσωρινή, μια ασφάλεια που εξισώνεται με την σωτηρία και την ειρήνη, μια ασφάλεια, που εγγυάται το κράτος μόνο μέσω της επιβολής σχέσεων πειθάρχησης με τους υπηκόους ή τους πολίτες.

Έτσι, η χαρακτηριζόμενη χαώδης ή και αναρχική, προπολιτική κατάσταση, «μια κατάσταση», όπως την περιγράφει ο Χομπς, «εξαθλίωσης», «μια κατάσταση έχθρας, κακίας, βίας και αμοιβαίας καταστροφής», όπως την χαρακτηρίζει ο Λοκ, ή «η πλέον φρικτή αταξία» σύμφωνα με τον Ρουσσώ, έρχεται να λάβει τέλος με την επινόηση του κράτους, που έχει ως πρωταρχική αποστολή του να εδραιώσει εκείνο που λείπει «απελπιστικά» στη φυσική κατάσταση, όπου παρ’ όλα αυτά εγγράφονται οι μεγάλες αρχές. Όπως γράφει ο Χομπς, «Πράγματι, οι νόμοι της φύσης, δηλαδή η ευθυδικία, η δικαιοσύνη, η ευγνωμοσύνη και οι παρεμφερείς ηθικές αρετές […] δεν αποτελούν στα πλαίσια της φυσικής κατάστασης νόμους με την κυριολεξία του όρου, αλλά ιδιότητες, που ωθούν τους ανθρώπους στην ειρήνη και την υπακοή. Νόμοι υφίστανται πραγματικά μόνο μετά την ίδρυση της πολιτικής κοινότητας και είναι οι διαταγές της, άρα το θετικό δίκαιο» (Λεβιάθαν).

Νόμοι, λοιπόν, είναι οι διαταγές, οι περιορισμοί, οι απαγορεύσεις, το κανονιστικό πλαίσιο, που ενσωματώνει τα λεγόμενα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. Πράγματι, η προσδιορισμένη ως οριστική ασφάλεια δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά ενσαρκώνεται από τον Δικαστή, τον Αστυνόμο και τον Στρατιώτη. Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια επισήμανση. Η κατάσταση εξαίρεσης την οποία ορίζει ο κυρίαρχος (Καρλ Σμιτ, «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης»), ενισχύει την εκτελεστική εξουσία, η οποία πλέον δεν αναγνωρίζει όρια στην δράση της, καταργεί κάθε προηγούμενη νομιμότητα για να αποκαταστήσει την νομιμότητα(!), γεγονός που ισχύει, είτε αφορμή είναι ο υγειονομικός κίνδυνος, είτε μια ανεξέλεγκτη εσωτερική αναταραχή.

Το ζήτημα, λοιπόν, που γρήγορα τέθηκε, δεν είναι άλλο από την υπέρβαση του νομικού πλαισίου, και την επαναθεμελίωση του πολιτικού χαρακτήρα του κράτους, γεγονός που υπερβαίνει την όποια νομική κατασκευή, η οποία προσδιορίζει κατ’ αρχήν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μ’ άλλα λόγια, η μη αναγωγιμότητα του πολιτικού στο νομικό αναδεικνύεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο στην περίπτωση της κατάστασης εξαίρεσης, που, όπως παρατήρησε ο Καρλ Σμιτ, αποκτά για την νομική επιστήμη ανάλογη σημασία, όπως το θαύμα για την θεολογία.

Στην κατάσταση εξαίρεσης, τελικά, το κράτος αποκαλύπτει την φύση του ή μήπως, ακριβώς για να διαφυλάξει την φύση του, προσφεύγει «προσωρινά» στην παραβίαση των θεμελιωδών «ελευθεριών»; Για εμάς τους αναρχικούς η απάντηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, παρ’ ότι αντιλαμβανόμαστε την διάκριση και παρακολουθούμε την συζήτηση περί ολοκληρωτισμού και των όρων επιβολής της λεγόμενης μετα-δημοκρατίας. Αδυνατούμε, όμως, να παρακολουθήσουμε, να νομιμοποιήσουμε και να συμμετάσχουμε μ’ οιονδήποτε τρόπο σε μια συζήτηση, που συνηγορεί και συνομολογεί σε μια κριτική χρήση της κατάστασης εξαίρεσης, όχι μόνο γιατί προβάλλει στον κοινωνικό χώρο την υποχρέωση να αποδεχθεί μια «πρόσκαιρη» ανακωχή με την εξουσία, αλλά γιατί η κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι ένας τεχνικός μηχανισμός, αλλά η αποτύπωση της συνεχούς κατακτητικής του διάθεσης.

Ας επιμείνουμε στο ζήτημα των δικαιωμάτων, για τα οποία άλλωστε έχει χυθεί πολύ μελάνι. Όπως είδαμε, το οξύμωρο ζήτημα, που τίθεται εκ μέρους του κράτους σε μια κατάσταση εξαίρεσης, δεν είναι πλέον η διαφύλαξη των δικαιωμάτων, αλλά η διάσωση του πλαισίου που θα επιτρέψει την διάσωση των δικαιωμάτων, ζήτημα, που όπως ισχυρίζεται το ίδιο το κράτος, αφορά την γενική ασφάλεια, ακόμα και όταν ως αφορμή ορίζεται μια υγειονομική «κρίση».

Όμως, όπως παρατηρούν νομικοί και πολιτικοί επιστήμονες, «τα δικαιώματα θεωρείται ότι είναι ασυμβίβαστα ακόμη και με τροποποιημένες μορφές του ωφελιμισμού. Για να είναι σημαντικά δεν μπορούν να είναι απλά προσαρτήματα του ωφελιμισμού· και γι’ αυτό πρέπει να έχουν ανεξάρτητο ηθικό ρόλο, να καταλαμβάνουν δηλαδή διαφορετική ηθική σφαίρα «δώματα» (compartments) από το ωφελιμισμό» (Γρηγόρης Μολυβάς, Δικαιώματα και Θεωρίες Δικαιοσύνης, Rawls, Dworkin, Notick, Sen). Μ’ άλλα λόγια, ακόμα και ευνοϊκά διακείμενοι θεωρητικοί στον ωφελιμισμό διατείνονται, ότι δεν μπορεί να ενσωματώσει με συνέπεια ακόμα και τα ηθικώς σημαντικά νομικά δικαιώματα, αφού είναι δύσκολο ο ωφελιμισμός να δεχθεί τον ανεξάρτητο ρόλο του δικαιώματος.

Το παράδειγμα, που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικό.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι στο Κολοσσαίο παρακολουθούν με ευχαρίστηση τον βασανισμό ενός χριστιανού 50.000 αφιονισμένοι με το θέαμα θεατές, που ουρλιάζουν από ευχαρίστηση την στιγμή που κατασπαράσσεται από τα θηρία. Ένας συνεπής ωφελιμιστής το μόνο που μπορεί να πει για να δικαιολογήσει την πράξη, είναι ότι η οδύνη και ο πόνος του ενός είναι τόσος, που υπερβαίνει την ηδονή και την χαρά, που αντλούν οι πενήντα χιλιάδες(·) όμως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί φυσικά ηθική καταδίκη του βασανισμού, αφού η μεγιστοποίηση σε κάθε περίπτωση μπορεί εύκολα να γείρει την πλάστιγγα στην διαφορετική πλευρά. Είναι εύκολα κατανοητό, ότι ο ωφελιμισμός, εφ’ όσον αποσκοπεί στο απρόσωπο βέλτιστο αποτέλεσμα είτε μέσω μια ποινής, είτε μέσω μιας απαγόρευσης, εκλαμβάνει τα άτομα ως εκείνους τους υποδοχείς του αγαθού, αδιαφορώντας για τις ειδοποιούς διαφορές που αφορούν τα πρόσωπα.

Και επιστρέφουμε στην κατάσταση εξαίρεσης.

Η επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας, που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2020 με  διάγγελμα του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, κατοχυρώθηκε νομικά ως υλοποίηση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που εκδόθηκε για την αντιμετώπιση του κορoνοϊού. Και εδώ αρχίζουν οι αντιρρήσεις αρκετών νομικών, αφού οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου αποτελούν ουσιαστικούς νόμους, οι οποίοι υποτίθεται ότι δεν είναι δυνατό να παραβιάσουν το Σύνταγμα ανατρέποντας την ιεραρχία των κανόνων δικαίου: «Η ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή η λεγόμενη stricto sensu προσωπική ελευθερία, κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος. Ως τέτοια, πρόκειται για μια ελευθερία που δεν είναι δυνατό να ανασταλεί ούτε κατά την κήρυξη πολιορκίας σύμφωνα με το άρθρο 48 του Συντάγματος, η οποία βέβαια προβλέπεται ούτως ή άλλως με την κήρυξή της από τη Βουλή μόνο σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης ή εκδήλωσης ένοπλου κινήματος για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εάν είχε κηρυχθεί κατάσταση πολιορκίας θα αιρόταν απλώς η απαγόρευση λήψης ατομικών διοικητικών μέτρων περιορισμού της εν λόγω ελευθερίας με βάση το άρθρο 5 παρ. 4. Στο διάγγελμά του, ο πρωθυπουργός αιτιολόγησε το μέτρο με βάση την ανάγκη κρατικής παρέμβασης «όταν η άσκηση της ατομικής ελευθερίας υπερβαίνει τον συνταγματικό της σκοπό και απειλεί την κοινωνία» (Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτορας Νομικής ΑΠΘ, 23-3-2020).

Θα το επαναλάβουμε, η επιβολή μιας κατάστασης εξαίρεσης εκ μέρους των κρατών, δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, είτε με την στενή είτε με την ευρεία έννοια, καθ’ ότι αποτελεί μια βαριά κληρονομιά, που αφήνουν οι εξουσιαστές στην πορεία των διάδοχων διαχειρίσεων των κρατικών υποθέσεων. Η απόλυτη συνύφανση της ασφάλειας (υγειονομικής ή άλλης) με το κράτος δεν αφήνει, όπως είδαμε, περιθώρια αμφιβολιών σχετικά με τις προθέσεις αυτών των σχεδιασμών. Η απόλυτη πειθάρχηση, που απαιτείται, υποδηλώνει και το μέγεθος των εξουσιαστικών προσδοκιών.

Μη γελιόμαστε, αν το κράτος δικαιούται της ανοχής μας λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων, τις οποίες μόνο το ίδιο έχει την κυριαρχία να ορίζει, τότε δικαιούται να κάνει χρήση απεριόριστης βίας για την επίτευξη του σκοπού του και φυσικά διαθέτει όσο χρόνο εκείνο και μόνο εκείνο θεωρεί ότι του είναι απαραίτητος. Πώς είναι δυνατόν εκείνοι, που παραχωρούν μια τέτοια δήθεν πρόσκαιρη νομιμοποίηση, να βεβαιώνουν ότι αντιτίθεται στην «άλλη» καταστολή; Υπάρχει καλή και κακή κρατική καταστολή, χρειαζούμενη και αχρείαστη, απαραίτητες και χρήσιμες (υγειονομικές) απαγορεύσεις και περιορισμοί και «άλλοι», που είναι «άχρηστοι»;

Από πότε οι αναρχικοί παραδίδονται ψυχή τε και σώματι, στο επιστημονικό ιερατείο, που συνδιοικεί και συνορίζει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης; Πώς είναι δυνατόν να ξεχνάμε ότι η ζωή δημιουργεί την ζωή και όχι η επιστήμη; Όπως έγραφε ο Μιχαήλ Μπακούνιν: «Ένα επιστημονικό σώμα στο οποίο θα είχαν εμπιστευθεί τη διακυβέρνηση της κοινωνίας, πολύ σύντομα θα κατέληγε να μην αφοσιώνεται πια στην επιστήμη, αλλά σε μια τελείως διαφορετική υπόθεση· κι η τελευταία, όπως στην περίπτωση όλων των κατεστημένων εξουσιών, θα ήταν η ίδια της η αυτο-διαιώνιση, κάνοντας την κοινωνία που του έχει εμπιστευθεί την τύχη της, όλο και πιο ηλίθια και, συνακόλουθα, να έχει μεγαλύτερη ανάγκη τη διακυβέρνηση και την καθοδήγησή τους» (Μπακούνιν, Θεός και Κράτος).

Πώς είναι δυνατόν η –σε κάθε τόπο και χρόνο καταγεγραμμένη– αφοσίωση και αυτοθυσία των αναρχικών ενάντια σε κάθε μορφή τυραννίας να χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα άκουσον άκουσον πειθάρχησης και μάλιστα δίχως όρους στα κελεύσματα των «ειδικών» και της επιστήμης, γενικά και αόριστα; Πώς είναι δυνατόν να ξεχνάμε ότι η ζωή δημιουργεί την ζωή και όχι η επιστήμη; Πώς γίνεται η αυτοθυσία και η αυταπάρνηση αναρχικών σε περιόδους πανδημίας, όπως ο Ερρίκο Μαλατέστα να χρησιμοποιούνται κουτοπόνηρα από διάφορους κινηματικούς καραγκιόζηδες για να στηριχθεί το κρατικό αφήγημα;

Ας τους θυμίσουμε, λοιπόν, ορισμένα από όσα έγραφε για την επιστήμη, τα οποία δήθεν ξεχνούν: «Δεν πιστεύω στο αλάθητο της επιστήμης ή στη δυνατότητά της να επεξηγεί τα πάντα, όπως δεν πιστεύω στο αλάθητο του Πάπα, στην Ηθική και στη θεϊκή προέλευση της Αγίας Γραφής. Πιστεύω μόνο ό,τι μπορεί να αποδειχτεί. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι οι αποδείξεις είναι σχετικές και συνεχώς ακυρώνονται ή ξεπερνιούνται από άλλες. Η αμφισβήτηση λοιπόν πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη όσων θέλουν να φτάσουν κοντά στην αλήθεια. Στη θέληση για πίστη, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακύρωση της λογικής, αντιτάσσω τη θέληση για γνώση, ώστε το τεράστιο πεδίο της έρευνας και της ανακάλυψης να είναι ανοιχτό για μας. Όπως έχω ήδη πει, αποδέχομαι μόνο ό,τι μπορεί να αποδειχθεί με τρόπο που δεν αφήνει λογικά κενά και το ενστερνίζομαι σε σχετικό βαθμό, πάντα προσδοκώντας νέες, πιο ολοκληρωμένες αλήθειες. Σε καμιά περίπτωση λοιπόν πίστη, με τη θρησκευτική έννοια του όρου». (Ερρίκο Μαλατέστα, Αναρχισμός και Επιστήμη).

Οι αναρχικοί αρνούνται να αναγνωρίσουν, σε κάθε περίσταση, την κρατική εξουσία, όποια μορφή και αν αυτή λαμβάνει. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός, ότι η δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων, η «απόλαυση» των ίδιων ή διαφορετικών δικαιωμάτων ορίζεται από τους νόμους, που το κράτος θεσπίζει. Μήπως δεν έχει καμία σημασία, ότι τα δικαιώματα που το κράτος διατηρεί για τον εαυτό του με την βία, τους νόμους και τους θεσμούς, δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνα τα «δικαιώματα» και «ελευθερίες» που χορηγεί, μετρά και αναγνωρίζει ή ανά πάσα στιγμή αρνείται στους υπηκόους ή στους πολίτες;

Ούτε υπήκοοι, λοιπόν, ούτε πολίτες.

Οι αναρχικοί δεν ζητάμε περισσότερο ή λιγότερο κράτος, δεν διαπραγματευόμαστε «νέα» ή «παλαιά» κοινωνικά συμβόλαια, παραμένουμε προσηλωμένοι στην α-κρατική νοηματοδότηση της έννοιας της ανθρώπινης ελευθερίας, μακριά και ενάντια σε κρατικούς πάτρωνες, σωτήρες και κάθε λογής μεσσίες.

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: