Οι ανεύθυνοι των Αθηνών και οι εραστές της ύπαρξης

Από αριστερά: Ρωμαίος Ζουλούμης, Τάκις Βασιλάκης, Ευθαλία Αργυροπούλου, Μίνως Αργυράκης. Μπροστά οι δύο κοπέλες που κάθονται στο πάτωμα Νέλλη
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΝΑΤΑΣ ΜΕΛΑ ΤΟ 1945

Μπορεί η γενιά των μπίτνικ ετυμολογικά να εισάγεται από τον συγγραφέα Τζακ Κέρουακ το 1948 για να περιγράψει μια λογοτεχνική παρέα της Αμερικής, που με τα γραπτά και την καθημερινότητά της αμφισβητούσε κοινωνικές και αισθητικές νόρμες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, αλλά στην Αθήνα από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, στην κόψη του τελειώματος της Κατοχής και στην αρχή του εμφυλίου πολέμου, λίγο πριν από την εμφάνιση των μπίτνικ στην Αμερική, έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της μια ανάλογη και παράξενη, για τα δεδομένα της εποχής, παρέα λογοτεχνών, ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και γενικότερα «παράξενων» ανθρώπων. Ένιωθαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις κοινωνικές νόρμες του ελλαδικού χώρου και δεν έβρισκαν ενδιαφέρον στο επιβαλλόμενο δίπολο ενός κομμουνιστικού ή δεξιού καθεστώτος. Συναντήθηκαν και έζησαν μαζί και προσπάθησαν μέσα από την τέχνη να νιώσουν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από το επιβαλλόμενο εμφυλιακό δίπολο. Από την μια η επιβολή της δεξιάς και η συμμόρφωση σε ασφυκτικά κοινωνικά δεδομένα και από την άλλη η εναλλακτική κομμουνιστική εξουσία που από το ξεκίνημά της είχε συντονιστεί με το εκάστοτε καθεστώς δίνοντας σπουδαία σε αγριότητα εξουσιαστικά δείγματα γραφής.

Πολλοί ερευνητές εκ των υστέρων τους χαρακτήρισαν ως πρόδρομους του ρεύματος των υπαρξιστών, που στον ελλαδικό χώρο εμφανίστηκε στις αρχές του 1950 με την «Ιπτάμενη Παράγκα» στου Ψυρρή του Σίμου Τσαπνίδη.

Οι πρώτοι υπαρξιστές ήταν γόνοι εύπορων οικογενειών, οι οποίοι σύχναζαν στο καφενείο «Βυζάντιο» στο Κολωνάκι και στου Λουμίδη μαζί με άλλους καλλιτέχνες παραδίπλα, όπως ο Χατζιδάκης, ο Ελύτης και ο Τσαρούχης, απαγγέλοντας ποίηση και κείμενα συγγραφέων, ενώ ανέβαζαν και αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις. Στον ίδιο χώρο, συνυπήρχαν και άνθρωποι που προσπαθούσαν να κλείσουν συμφωνίες με μαυραγορίτες για λίγα βασικά αγαθά. Ένα μωσαϊκό όπου ο πόνος και η δυστυχία αναμειγνύονταν με το γέλιο, τον έρωτα και το πάθος για την τέχνη. Ο Ελύτης, είχε γράψει γι’ αυτή την αντίθεση στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» : «Κι ας πα’ να λέγανε οι ηθικολόγοι –θα έπρεπε να πω: οι στενοκέφαλοι– ότι ήτανε ντροπή, τη στιγμή που οι άλλοι πεινούσαν ή σκοτώνονταν, εμείς να διασκεδάζουμε. Αλλά αυτό ακριβώς είχε σημασία. Από εμάς τους ίδιους που «διασκεδάζαμε» οι περισσότεροι πεινούσαν ή σκοτώνονταν τις νύχτες κρυφά, χωρίς να το κάνουν ποτέ μπαϊράκι τους. Ο Τσαρούχης είχε –όπως κι εγώ– δοκιμαστεί σκληρά στην Αλβανία, ο Αντρέας Καραντώνης γύριζε από πόρτα σε πόρτα και πουλούσε χαρουπόμελο για να ζήσει. Ο Βαλαωρίτης θα ακολουθούσε τα μυστικά καραβάνια προς τη Μέση Ανατολή. Και ένας από τους νέους ποιητές, ο Λόης, θ’ ανέβαινε σε λίγο στην αγχόνη». Μερικά ονόματα από εκείνη την «ανεύθυνη» παρέα ήταν ο ποιητής Γιώργος Μακρής, η θεατρική συγγραφέας Λένα Τσούχλου, η γλύπτρια Νάτα Μελά, η μετέπειτα εκδότρια Ιωάννα Χατζηνικολή, η θεατρική συγγραφέας Φώφη Τρέζου και η γλύπτρια Αλεξάνδρα Νικολετοπούλου. Για όλα τα παραπάνω πρόσωπα θα μπορούσαν να γραφτούν ξεχωριστά αρκετά πράγματα μα θα προσπαθήσουμε να μην μακρυγορήσουμε: Η Λένα Τσούχλου υπήρξε οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, όπως και η Νάτα Μελά (εγγονή του Παύλου Μελά) στο ΕΑΜ η οποία και αποχώρησε μετά την δολοφονία του φίλου και ιδεολογικού της συντρόφου Κίτσου Μαλτέζου από τον ΕΛΑΣ. Μαζί ταξίδεψαν όλο τον ελλαδικό χώρο και έμεναν στην ύπαιθρο και σε σκηνές. Σε σκηνή είχαν μείνει και στη Μύκονο για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπου ψάρευαν και ζούσαν σαν οργισμένες αμαζόνες, προξενώντας έντονες αντιδράσεις από τους ντόπιους και από τους οποίους είχαν αμυνθεί με κατσαρόλες, φωνές και τηγάνια. Δεν δίσταζαν να παίζουν τάβλι την δεκαετία του ’40 με καυτά σορτς καπνίζοντας, μέσα σε ανδροκρατούμενα καφενεία. Η Ιωάννα Χατζηνικολή και αυτή οργανωμένη στην ΕΠΟΝ αλλά μετέπειτα μόνιμα ερωτευμένη με την αλητεία όπως έλεγε σε συνέντευξή της λίγο πριν πεθάνει: «Θα ήθελα πολύ να ξαναπεράσω την εποχή της αλητείας μου. Έκανα ό,τι κάνει κάποιος όταν δεν κάνει τίποτα. Η ουσία της αλητείας είναι ότι δεν κάνεις τίποτα. Ότι υπάρχεις στιγμές, στιγμές, στιγμές, όπως πάει κι όπως έρθει, χωρίς πρόγραμμα. Έξω πάντως. Κανείς δεν αλητεύει μες στο σπίτι του».

Η Φώφη Τρέζου το 1959 δίνει όνομα σε αυτή την παρέα φτιάχνοντας ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Οι Ανεύθυνοι». Οι ανεύθυνοι, λοιπόν, δεν περιορίζονται στις ιδεολογικές νόρμες της εποχής, σκανδαλίζουν και για πολλούς ίσως φαίνονται και για ανεύθυνοι, ίσως και να θέλουν να είναι, έχοντας την ευθύνη να αρνηθούν τα δεδομένα μήπως και ανακαλύψουν μια άλλη πρόταση, μια άλλη πραγματικότητα. Ανεύθυνοι, ώστε με ευθύνη να ερωτοτροπήσουν με την ουτοπία, να την αναζητήσουν σαν τον φάρο μέσα στο σκοτάδι της εξουσίας και του χαλασμού.

Γιώργος Μακρής

Ο Γιώργος Μακρής είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση αυτής της παρέας. Δεν θέλησε ποτέ να δημοσιεύσει κανένα ποίημα του γιατί θεωρούσε πως αυτόματα θα έμπαινε σε καλλιτεχνική νόρμα. Η μόνη ενυπόγραφη δημοσίευση του είναι μια μετάφραση του ποιήματος «Πέτρα του Ήλιου» του Octavio Paz. Το 1941 σε ένα κείμενό του αναφέρει το σκεπτικό του γύρω από την ελευθερία που πρέπει να σου παρέχει η τέχνη: «Αν ασχοληθείς με την τέχνη, πρέπει να ’χεις τη δύναμη ν’ απαλλαχτείς από την άμεση επιρροή της, έτσι ώστε, αργότερα κι αν σε κυριέψει, να μπορείς να έχεις τη σκέψη σου ελεύθερη». Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που ο Μακρής ποτέ δεν δημοσίευσε ποίημα του και είχε αποκτήσει ένα ευρύ φάσμα εγκυκλοπαιδικών γνώσεων επί παντός επιστητού. Πολλοί καλλιτέχνες αναφέρονται στην επιρροή που τους άσκησε ο Μακρής και κάποιοι του αφιέρωσαν ποιήματα τους, όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Νάνος Βαλαωρίτης. Στα μάτια των καλλιτεχνών ήταν σαν ένας σύγχρονος Σωκράτης με τον οποίο μπορούσαν να συζητήσουν ο,τιδήποτε.

Είμαστε πάντα εκεί

Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

Ο αγώνας τους και μεις για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος

Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.

Εκ πεποιθήσεως δεν δούλευε και ζούσε από την μεγάλη περιουσία της οικογένειάς του. Όπως είχε δηλώσει: «Η πρώτη γενιά συγκεντρώνει την περιουσία, η δεύτερη την συντηρεί και η τρίτη γενιά την τρώει. Εγώ ανήκω στην τρίτη!». Ο Μακρής για ένα διάστημα μετακόμισε στο Παρίσι όπου ξυλοκοπήθηκε μια φορά από μπάτσους σε μια διαδήλωση φωνάζοντάς τους SS-SS και μια άλλη από Γάλλους εθνικιστές επειδή φώναξε «Ζήτω η Αλγερία». Τα ποιήματά του δημοσιεύθηκαν δεκαετίες μετά τον θάνατό του, αφού συλλέχτηκαν σε ένα τσουβάλι όλα τα χαρτάκια, οι χαρτοπετσέτες, τα κουτιά από τσιγάρα που επάνω τους υπήρχαν στίχοι του Μακρή. Ο Μακρής αυτοκτόνησε τον Γενάρη του 1968, από την ταράτσα της πολυκατοικίας που ζούσε. Είχε τόσο μέσα του το χιούμορ, που λέγεται πως την ώρα που ανέβαινε τις σκάλες τον ρώτησε ο θυρωρός που πάει τέτοια ώρα και εκείνος του απάντησε «Μην ανησυχείς, θα κατέβω γρήγορα».

Γύρω από την παραπάνω εύπορη παρέα νέων, υπήρχε και μια παρέα φτωχών νέων στους οποίους ενυπήρχε το πάθος τους για την τέχνη, την ελευθερία και το ενδιαφέρον τους για νέα καλλιτεχνικά ρεύματα στην Ευρώπη μαζί με την αγωνία της επιβίωσης. Η παρέα αποτελούταν από τον Τάκη Βασιλάκη, τον Πάνο Ραϋμόνδο, τον Βλαδίμηρο Μακ, την Λίλη Μακ και τον Μίνω Αργυράκη. Όλοι οι παραπάνω, άλλοτε όλοι μαζί, άλλοτε χώρια, αλήτευαν στην Αθήνα πολλές φορές ξυπόλυτοι από πεποίθηση και μονίμως ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον χωρίς περιορισμούς και δεσμεύσεις. Ο Τάκης Βασιλάκης είναι πλέον ο παγκοσμίου φήμης εικαστικός Takis.

Το πρώτο έγγραφο δείγμα αυτής της παρέας είναι η «Προκήρυξη υπ. Αριθ.1» που υπογράφεται από τον ποιητή Γιώργο Μακρή ως διοργανωτή του Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων, με ημερομηνία τον Νοέμβριο 1944:

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ Υπ. Αριθ. 1

Έχοντας κοινή αισθητική και κοσμοθεωρητική άποψη, πως η καταστροφή κι η θνητότητα της μορφής των όντων περιλαμβάνονται στο περίγραμμα της ολοκλήρωσης της ζωής.

Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε «χαμό».

Αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική κατοχύρωση της Ακρόπολης, σαν κάτι ανήκουστο και ξένο προς τη ζωή.

Νιώθοντας απαραίτητη την ανάγκη της αιωνιότητας στην τέχνη, μόνο κατά τη διάρκεια της ώρας της δημιουργίας.

Καταλαβαίνοντας τον Φειδία, που έδωσε μεν στο έργο χρονοϊστορική υπόσταση, χωρίς όμως να είναι τίποτα παραπάνω στα πλαίσια της υποστασιακής αιωνιότητας, για την οποία δεν υπάρχει χρονική διάρκεια και που γι’ αυτήν ένα δευτερόλεπτο δεν έχει διαφορά από τρία δισεκατομμύρια αιώνες, χάρη στις βουλητικές της ιδιότητες και στη δυναμική της χροιά, που μόνο στ’ άτομα νοούνται και κανέναν δε νοιάζει ο αριθμός των ατόμων αυτών.

Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν.

Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών.

Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει.

Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας. Είναι ένα βλήμα που ξεκινάει με λίγες πιθανότητες για στόχο τους πολλούς, μα που δεν επιζητάει παρά ελάχιστους.

Γιώργος Βασιλείου Μακρής

Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων).

Νοέμβριος 1944.

Η προκήρυξη αυτή έχει τον χαρακτήρα μανιφέστου και χαρακτηρίζεται ως το πρώτο ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό μανιφέστο του ελλαδικού χώρου, με σαφές διορατικό πολιτικό και κοινωνικό πρόσημο. Η διορατικότητά του έγκειται όχι μόνο στην ραγδαία τουριστικοποίηση που στις μέρες μας ως γάγγραινα κατατρώει το κοινωνικό σύνολο και παρουσιάζεται από την εξουσία ως μάνα εξ ουρανού, αλλά και στον συμβολισμό του από την εγχώρια και ξένη εξουσία. Εναντιώνεται, λοιπόν, στην οικειοποίηση του Παρθενώνα, είτε μέσω του τουρισμού αλλά και ως σύμβολο που χρησιμοποιήθηκε πάντα από την εξουσία, από τους Ναζί και τους Φασίστες αλλά και από τα δύο εμφυλιακά στρατόπεδα. Το μανιφέστο επιθυμεί να παραδώσει τον Παρθενώνα στην ροή της αιωνιότητας μέσω της καταστροφής του, υλικά αλλά και νοηματοδοτικά ώστε να σταματήσει να μας πνίγει, όπως αναφέρεται.

ΙΩΑΝΝΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ -ΛΕΝΑ ΤΣΟΥΧΛΟΥ, Ιωάννα Χατζηνικολή (αριστερά) και η Λένα Τσούχλου. Στα 1946 οι δύο Ανεύθυνες, τολμούν να καπνίζουν, να φορούν καυτό σορτς και να παίζουν τάβλι σε αντροκρατούμενο καφενείο.

Δύο χρόνια μετά, το 1946, γράφεται από την Λένα Τσούχλου το ποίημα «Εμείς οι λίγοι» το οποίο αντιπροσωπεύει την αισθητική και τα πιστεύω της «ανεύθυνης» αυτής παρέας. Δημιουργός του ποιήματος αρχικά θεωρήθηκε ο Γιώργος Μακρής, αλλά η έρευνα έδειξε πως το ποίημα τελικά είναι της Λένας Τσούχλου. Ο έρωτας, η φωτιά, το αδέσμευτο και το ανεξούσιο, η εγκλωβισμένη δυναμική της ελευθερίας με τις μη προβλεπόμενες συνέπειές της λίγο πριν σπάσει το καλούπι που δεν βολεύεται παρουσιάζονται σε αυτό το ποίημα, που μοιάζει με ένα μπουκέτο με άγρια γνωστά αλλά και άγνωστα λουλούδια:

Εμείς οι λίγοι

Eίμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης

Με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.

Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.

Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας

Κι ολλούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.

Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.

Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας

Κι σ’ όλους με τους έρωτες αυτής αγαπούμε.

Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.

Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμαστε τίποτα απ’

Αυτόν τον κόσμο

Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.

Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους

Λένα Τσούχλου

1946

Μέσα, λοιπόν, στα ασφυκτικά πλαίσια της Κατοχής και μετέπειτα του εμφυλίου πολέμου, οι «ανεύθυνοι» αρνήθηκαν το επιβαλλόμενο κάδρο και ερωτεύτηκαν την ουσία της ύπαρξης. Έκλεισαν μέσα τους όλο τον κόσμο και συγχρόνως τον αρνήθηκαν. Καύσιμη ύλη το σώμα και το πνεύμα τους και όλο αυτό δεν ήταν πρόταση, αλλά ανάγκη. Ανάγκη οι μέρες να είναι πυρκαγιά και οι νύχτες πέλαγο, έξω από την φόρμα, μόνιμα ενθουσιασμένοι και μόνιμα αρνητές.

Ελευθερόκοκκος

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 218, Σεπτέμβριος 2021

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: