GRÉGOIRE CHAMAYOU ΤΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΦΙΧΤΕ Μια φιλοσοφία της αστυνομίας Εκδόσεις Στάσει εκπίπτοντες σελ. 78 Κυκλοφόρησε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2021


«Αν έπρεπε να ορίσουμε την αστυνομία με βάση μια και μοναδική αρχή ή με βάση μια και μοναδική διατύπωση, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε ένα ερωτηματικό σε αυτή την προσπάθειά μας. Θα συμπυκνωνόταν σε μια απλή και αμείλικτη ερώτηση: «ποιος είσαι εσύ;» Αυτό που συνοψίζει την αστυνομία, αυτό που της δίνει την απόλυτη ουσία της, είναι αυτή η ανακριτικότητα, η οποία αντιστοιχεί, επίσης, στην πολύ συγκεκριμένη διαδικασία –τόσο οικεία πλέον σε εμάς– του ελέγχου της ταυτότητας: «Τα χαρτιά σας παρακαλώ!»


Παρ’ όλα αυτά, η ερώτηση «ποιος είσαι;», δια στόματος της αστυνομίας, πάντα υπονοεί κάτι περισσότερο από μια πρόθεση απλής ανάγνωσης…


Ο Φίχτε, εκπρόσωπος μιας από τις πλέον θεωρησιακές εκφράσεις της φιλοσοφίας του Εγώ, το 1797 κατέρχεται από τα υψίπεδα του φιλοσοφικού του στοχασμού για να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα, μέτρα αστυνομικά, οδηγώντας με ουσιαστικό τρόπο στην επινόηση ενός αστυνομικού μηχανισμού ταυτοποίησης, στην συγκρότηση μιας αστυνομικής τεχνολογίας του Εγώ».
(Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης).

Η άκρως ενδιαφέρουσα, αλλά και εξαιρετικά επίκαιρη αυτή έκδοση αναφέρεται στις προτάσεις, που έκανε ο Φίχτε το 1797 στις Αρχές του Φυσικού Δικαίου, όπου μεταξύ άλλων έγραφε: «Η θεμελιώδης αρχή κάθε καλά οργανωμένης αστυνομικής δύναμης θα πρέπει να είναι η ακόλουθη: κάθε πολίτης θα πρέπει, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο, να μπορεί να ταυτοποιείται άμεσα ως ένα συγκεκριμένο άτομο. Κανείς δεν δύναται να παραμένει άγνωστος στους αστυνομικούς». Επομένως, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, το άμεσο επακόλουθο της αρχής της ταυτοποίησης ήταν ένα σχέδιο για ένα νέο σύστημα διαβατηρίων, που θα εκδίδεται από την πλησιέστερη αρμόδια Αρχή και θα περιλαμβάνει την ακριβή περιγραφή του κατόχου του, ενώ συνιστάται στα «σημαντικά άτομα», που έχουν την δυνατότητα να καταβάλλουν το απαραίτητο κόστος, να αντικαταστήσουν την περιγραφή των χαρακτηριστικών τους με ένα σχετικό πορτραίτο.
Τον 18ο αιώνα υπήρχαν τα εσωτερικά διαβατήρια, τα οποία υποχρεώνονταν οι ταξιδιώτες να έχουν στην κατοχή τους και να επιδεικνύουν κατά τις μετακινήσεις τους, ενώ, επίσης, υπήρχαν οι άδειες ασφαλούς διέλευσης και οι άδειες μετακίνησης. Το συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποκλείει τις ανεπιθύμητες πληθυσμιακές ομάδες, όπως «οι τεμπέληδες, οι ζητιάνοι, οι περιπλανώμενοι Εβραίοι, οι Τσιγγάνοι και άλλα άγνωστα ή ύποπτα άτομα».
Ο Φίχτε, όμως, διακρίνοντας αφ’ ενός ότι ο έλεγχος αυτός δεν ήταν αρκετός και αφ’ ετέρου την ανεπάρκεια αυτού του είδους του αποκλεισμού των κοινωνικών «μιασμάτων», πρότεινε να γενικευτεί το σύστημα των διαβατηρίων σε ολόκληρο τον πληθυσμό, ώστε να καταστεί καθολικό, υποχρεωτικό και μόνιμο.
Εδώ, οι προθέσεις περί καθολικότητας, υποχρεωτικότητας και μονιμότητας είναι ξεκάθαρες, δηλώνονται ρητά και κατηγορηματικά, έξω και μακριά από δικαιολογίες περί «πρόσκαιρων» μέτρων, μέτρων «εξαίρεσης», ή μέτρων «αδιανόητων, αλλά αναγκαίων». Το καθολικό είναι και υποχρεωτικό και μόνιμο χωρίς υπεκφυγές, χωρίς υποκρισίες, δίχως ιδεολογικά, υγειονομικά ή άλλα προσχήματα.
Όπως, έξοχα, περιγράφει ο Grégoire Chamayou «Όταν το σώμα στο οποίο μιλούσα χαθεί ξανά μέσα στο πλήθος, θα καταφέρω να το εντοπίσω αν γνωρίζω το όνομά του. Και αντίστροφα, γνωρίζοντας το όνομα, θα μπορέσω να εντοπίσω την καταχώριση (signalement) του σώματος στο οποίο αντιστοιχεί αν συμβουλευτώ το κεντρικό μητρώο. Θα αναγνωρίσω την ιστορία του, θα εντοπίσω τις συντεταγμένες του, θα το ξαναβρώ. Γνωρίζοντας ένα σώμα βρίσκουμε το όνομά του. Γνωρίζοντας ένα όνομα βρίσκουμε το σώμα του… Γνωρίζοντας ένα σύνολο από ιδιότητες βρίσκουμε το όνομα και εντοπίζουμε το σώμα που αντιστοιχεί σε αυτό. Το ζήτημα της ταυτοποίησης οδηγεί σε αυτό το τρίπτυχο, σε αυτή την τριπλή σχέση αντιστοιχίας (correspodance), απόδοσης (traduction) και ισοδυναμίας (equivalence) ανάμεσα στο όνομα, στο σώμα και στις ιδιότητές του: να εξατομικεύεις (individualizer) μια περιγραφή, να σωματοποιείς (somatiser) ένα όνομα, να ονομάζεις (nommer) ένα σώμα. Ωστόσο ο πρωταρχικός σκοπός, η κινητήρια βούληση πίσω από την οργάνωση αυτών των συστημάτων αντιστοιχίας, είναι η βούληση για μια συγκεκριμένη εξουσία: την εξουσία να συλλαμβάνεις. Να μπορείς να αναγνωρίζεις σημαίνει να μπορείς να βρίσκεις: Σε αναγνώρισα, δεν θα μου ξεφύγεις».
Ο Φίχτε συνδέει, λοιπόν, ρητά το σχέδιο του για μια γενικευμένη ιχνηλασιμότητα, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, με την ελαχιστοποίηση της φυσικής παρακολούθησης, αφού μ’ ένα τέτοιου είδους σύστημα επιτήρησης δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη να χρησιμοποιούνται πράκτορες, ούτε πληροφοριοδότες, ούτε και μηχανορραφίες. Η παρακολούθηση πραγματοποιείται από απόσταση, αθέατα, καταγράφοντας τα ίχνη, ιχνηλατώντας κάθε κίνηση, η οποία γνωστοποιεί την επομένη, και ούτω καθεξής. Εδώ η ιχνηλασιμότητα υπερκεράζει την ιχνηλάτηση: «η ιχνηλασιμότητα λειτουργεί σε συντελεσμένο μέλλοντα –«θα γνωρίζω τι θα έχεις πράξει»–. Η διαδικασία είναι παρεμφερής, αλλά διαφορετική. Για να ξεχωρίσουμε αυτό το καθεστώς από τα κλασικά μοντέλα επιτήρησης, έχει προταθεί η έννοια «dataveillance (παρακολούθηση δεδομένων»): εποπτεία που ασκείται μέσω της καταγραφής δεδομένων, που αποθηκεύονται προς μελλοντική χρήση. Η ιχνηλασιμότητα συνίσταται στην οργάνωση στο παρόν της μελλοντικής δυνατότητας να διαβάζουμε το παρελθόν».
Η Φίχτε καταπιάνεται, επίσης, με τον καταναγκασμό και την υποχρεωτικότητα, καθώς η επιβολή οποιουδήποτε «συμφώνου ασφάλειας» απαιτεί την εκχώρηση της φυσικής ελευθερίας του ατόμου με αντάλλαγμα την προστασία του κράτους. Και πως θα επιτευχθεί η γενική υπακοή αποφεύγοντας την χρήση ωμής δύναμης, αφού σ’ αυτή μπορεί κάλλιστα να προταχθεί αντίσταση; Ο Φίχτε είναι και πάλι κατηγορηματικός: «Η οργάνωση του συστήματος θα έπρεπε να στρέφεται προς την ίδια τη βούληση, να την επηρεάζει και να την κάνει να μην επιθυμεί άλλο από αυτό που μπορεί να συνυπάρχει με μια μορφή ελευθερίας που συμμορφώνεται με τον νόμο, μια ελευθερία συμβατή με τον νόμο». Ο Φίχτε προτείνει ούτε λίγο ούτε πολύ, όπως τονίζει και ο συγγραφέας, μια διαδικασία εθελούσιου ευνουχισμού, όπου οποιαδήποτε βούληση «αναπόφευκτα» θα οδηγείται στο αντίθετο αποτέλεσμα σύμφωνα με μια μηχανική αναγκαιότητα, όπου μια πράξη θα αυτοακυρώνεται στρεφόμενη τελικά ενάντια σ’ αυτόν που θα την διαπράττει. Μ’ άλλα λόγια, προτείνει να κατασκευαστούν οι συνθήκες για να καταστεί εφικτή μια ελεγχόμενη βούληση, η οποία ακόμα και αν δεν καθορίζεται εσωτερικά από το «ηθικό δίκαιο» να μην μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ορίζει και επιτρέπει ο νόμος.
Ο Grégoire Chamayou καταπιάνεται στην συνέχεια, μεταξύ άλλων και με την κλασική έννοια της αστυνομίας, την σχέση της με μια συγκεκριμένη θεωρία, αυτή των σκοπών του Κράτους, τις αντιρρήσεις επ’ αυτού των γερμανών διαφωτιστών, αλλά και την τάση επαναπροσδιορισμού της αστυνομίας μέσω αυτής της «πολεμικής», ενώ στο τέλος της έκδοσης επιστρέφει στο ζήτημα των διαβατηρίων και συγκεκριμένα της πλαστογράφησής τους.

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: