14η Ιουλίου

του ÉRIC VUILLARD

μτφ: Μανώλης Πιμπλής

Αθήνα 2019

σελ. 201

Εκδόσεις Πόλις

14η-Ιουλίου«Η Γαλλική Επανάσταση αρχίζει στις 28 Απριλίου του 1789, τη μέρα που ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης βιοτεχνίας χάρτινης ταπετσαρίας ανακοινώνει στο προσωπικό μειώσεις μισθών. Οι εργάτες εξεγείρονται, βάζουν φωτιά στις εγκαταστάσεις, τις λεηλατούν. Η Γαλλία είναι σε κρίση· οι άνθρωποι υποφέρουν. Ώσπου έρχεται αυτή η ατελείωτη νύχτα που όλοι πέρασαν ξάγρυπνοι, γεμάτοι αγωνία. Το πρωί της 14ης Ιουλίου, με την άλωση της Βαστίλλης, η Επανάσταση είναι πλέον σε εξέλιξη. Ο Ερίκ Βυϊγιάρ μάς μεταφέρει το κλίμα εκείνης της ημέρας, εμφυσώντας πνοή σε τούτη τη μεγάλη εξέγερση που, με τον καιρό, το μήνυμά της ξεθώριασε σε εορταστικό απολίθωμα. Με αφετηρία το ανώνυμο πλήθος, το 14η Ιουλίου εστιάζει στη συλλογική αφήγηση των ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν σε αυτά τα γεγονότα, αλλά ξεχάστηκαν από την επίσημη Ιστορία· μικρογραφίες όλο ζωή, που συνθέτουν από κοινού μια μεγαλειώδη τοιχογραφία. Η άλωση της Βαστίλλης είναι ένα από τα πιο εμβληματικά συμβάντα όλων των εποχών. Μας αφηγήθηκαν, όμως, την ιστορία της όπως την έγραψαν οι επιφανείς, υπό την οπτική γωνία, όσων δεν ήταν παρόντες εκείνη την ημέρα. Το βιβλίο του Ερίκ Βυϊγιάρ διηγείται, αντίθετα, την ιστορία των αφανών, που πράγματι άλωσαν την Βαστίλλη. Είναι ένα βιβλίο χάρη στο οποίο η ημέρα της επετείου της Γαλλικής Επανάστασης, η ημέρα της εθνικής εορτής της Γαλλίας, μοιάζει να ανακτά το ορμητικό και ανυπότακτο μεγαλείο της. Ένα βιβλίο με παθιασμένη γραφή, το οποίο καθιστά πρόδηλο αυτό που συνήθως λησμονούμε: η ελευθερία απαιτεί και την ισότητα όλων ενώπιον της Ιστορίας». (Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)

Ο Ερίκ Βυϊγιάρ «σκαλίζει», όπως μόνο αυτός γνωρίζει τα γεγονότα της άλωσης της Βαστίλλης την μυθική εκείνη ημέρα της 14ης Ιουλίου 1789. Με κομμένη στην κυριολεξία την ανάσα τον παρακολουθούμε να αφηγείται, όσα προηγήθηκαν στην Γαλλία με τις ταραχές να πληθαίνουν όσο η εξαθλίωση μεγάλωνε. Η πρόταση μείωσης των άθλιων μισθών εκ μέρους του Ζαν Μπατίστ Ρεβεγιόν, του επονομαζόμενου βασιλιά της χάρτινης ταπετσαρίας ενώπιον της εκλογικής συνέλευσης του δημοτικού του διαμερίσματος, είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Οι λεηλασίες στις σιταποθήκες πληθαίνουν, το πλιάτσικο στα μαγαζιά, οι προπηλακισμοί αξιωματούχων, οι πολιορκίες των μεγάρων τους, οι τραυματισμοί στρατιωτών, οι έφοδοι στα σπίτια πλουσίων.

Στις 28 Απριλίου η εξέγερση εξαπλώνεται, όταν συρρέουν απ’ όλες τις παρισινές συνοικίες εργάτες, ζητιάνοι, ένας λαός από γυναικόπαιδα, και εισβάλλουν στην φολί Τιτόν, μια από τις επαύλεις της αριστοκρατίας: «Νάτη λοιπόν η φολί, η φολί Τιτόν, εκεί όπου η δουλειά μετατρέπεται σε χρυσό, η κατεστραμμένη ζωή μεταμορφώνεται σε γλύκισμα, όλος ο ανθρώπινος μόχθος, ο καθημερινός, ο εξαντλητικός, όλη η βρωμιά, οι αρρώστιες, η απελπισία, τα νεκρά παιδιά, τα σαπισμένα δόντια, τα λιγδιασμένα μαλλιά, οι ρόζοι, οι ανησυχίες απ’ τα μύχια της ψυχής, η τρομακτική σιωπή της ανθρωπότητας, η μονοτονία, η ρουτίνα που ταπεινώνει, οι ψύλλοι, η ψώρα, τα χέρια που τσουρουφλίζονται στους λέβητες, τα μάτια που γυαλίζουν στο σκοτάδι, τα βάσανα, τα γδαρσίματα, η αϋπνία που σου βγάζει γλώσσα, η χαμέρπεια που σου βγάζει τη γλώσσα μεταμορφώνονται σε μέλι, τραγούδι, μικρούς ζωγραφικούς πίνακες».

Οι χιλιάδες εξεγερμένοι ρημάζουν το παλάτι, σπάζουν τα τζάμια, πετούν καταγής τους ουρανούς των κρεβατιών, ανάβουν φωτιές, διαλύουν τους πολυέλαιους, μα πάνω απ’ όλα θέλουν να μάθουν μέχρι που μπορούν να φθάσουν, τι μπορεί να κατορθώσει ένα πλήθος τριάντα χιλιάδων ανθρώπων οπλισμένων μόνο με μπαστούνια και κυβόλιθους. Οι χωροφύλακες φθάνουν, δέχονται βρισιές, κατάρες δίχως σταματημό, και βροχή από πέτρες και κεραμίδια. Το ιππικό πλησιάζει τους στασιαστές και τότε οι στρατιώτες οπλίζουν και πυροβολούν, το πλήθος σκορπίζει, οι γυναίκες ουρλιάζουν, οι νεκροί πέφτουν σωρό, οι ιππείς οργώνουν τους δρόμους τρυπώντας τις πλάτες όσων τρέχουν για να σωθούν, τα πτώματα στοιβάζονται σε κάρα, κάποιους τους κρεμούν, άλλους τους σημαδεύουν για πάντα με πυρακτωμένο σίδερο, και άλλους τους στέλνουν στα κάτεργα. Πάνω από 300 οι νεκροί και άλλοι τόσοι οι τραυματίες. Με εξαίρεση την 10η Αυγούστου 1792, πρόκειται για την πλέον φονική ημέρα της Επανάστασης.

Όλα, όμως, μόλις τώρα αρχίζουν. Γιατί «τέτοια είναι η ανταρσία. Κάνει ξαφνικά την εμφάνισή της στον κόσμο και τον ανατρέπει, ύστερα η δύναμή της εξασθενεί, πιστεύουμε πως χάθηκε από προσώπου γης. Αλλά μια μέρα ξαναγεννιέται. Έχει ιστορία ακανόνιστη, σπασμωδική, υπόγεια και ανομοιόμορφη. Γιατί πρέπει κανείς να ζήσει, πρέπει να οργανώσει τη ζωή του, δεν γίνεται συνέχεια να εξεγείρεται· θες και λίγη ειρήνη για να κάνεις παιδιά, να δουλέψεις, να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, να ζήσεις».

Η απαράμιλλη αφήγηση του συγγραφέα μάς οδηγεί λεπτό προς λεπτό, μέρα με τη μέρα, πρώτα στην παραμονή της 14ης Ιουλίου, εκείνης της μακράς νύχτας που όλοι στο Παρίσι έμειναν άγρυπνοι, οι έσχατοι των φτωχών, οι άνεργοι, οι φοιτητές, ένα ρακένδυτο πλήθος, που κατά ομάδες απειλούσε τα σπίτια των πλουσίων, ορδές αλητών «ένας τρομακτικός αριθμός κακοντυμένων με απειλητικές φάτσες, οπλισμένοι μ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος, ντουφέκια, μπαστούνια, πρόχειρες βουκέντρες, τσεκούρια, ανοιχτήρια, σουβλιά, ληστές, ζητιάνοι, πόρνες, τσαγκάρηδες, χειρωνάκτες, ράφτες, λούστροι, ξυλουργοί, αμαξάδες, χτίστες, πεταλωτήδες, νερουλάδες, ταπετσιέρηδες, σιδεράδες, φουρνάρηδες, βαρελάδες, κηροποιοί, καπνεργάτες.

«Στο φρούριο η ανησυχία μεγαλώνει. Ο διοικητής ανεβαίνει στους πύργους. Ακούει κάτω χαμηλά τον ρόγχο του απέραντου πλήθους, το βλέπει που σαλεύει τριγύρω σαν λάβα κοχλάζουσα. Είναι σαν ένα τεράστιο ραβδί ραβδοσκόπου να είχε μόλις ακουμπήσει το Παρίσι· παντού ροή, ανάμεσα στους κιτρινισμένους τοίχους, διαμέσου των κήπων και κατά μήκος των τάφρων. Άνθρωποι παντού. Πρέπει να βάλουμε τη φαντασία μας να δουλέψει. Να φανταστούμε για μια στιγμή τον διοικητή και τους στρατιώτες του φρουρίου να ρίχνουν μια ματιά πάνω από τις επάλξεις. Να δούμε την εικόνα ενός πλήθους που είναι μια πόλη, την εικόνα μιας πόλης που είναι λαός. Να φανταστούμε την κατάπληξή τους. Να φανταστούμε τον βαρύ, συννεφιασμένο ουρανό, τον ζεστό δυτικό άνεμο, τα μαλλιά τα κολλημένα στο πρόσωπο, τα μάτια τα κόκκινα από την σκόνη, αλλά προπαντός το πανταχού παρόν πλήθος, μπροστά τις τάφρους, στα παράθυρα των σπιτιών, στα δένδρα, στις στέγες παντού».

Ο συγγραφέας συνεχίζει την αφήγηση με απέραντη τρυφερότητα στο μη επώνυμο πλήθος των εξεγερμένων, με πυρακτωμένη γραφή, ένας ύμνος στην Επανάσταση που παραμένει τέτοια όσο σαρκάζει την πολιτική, την διαπραγμάτευση, τους ειδικούς στα παζάρια και στο παρασκήνιο. Διαβάζεται με μια ανάσα…

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.