Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ

του ÉRIC VUILLARD

Μτφ: Γιώργος Φαράκλας

Αθήνα 2021

σελ. 89

Εκδόσεις Πόλις

Ο-πόλεμος-των-φτωχών«Το 1524 οι φτωχοί ξεσηκώνονται στον Νότο της Γερμανίας. Η εξέγερση επεκτείνεται, σύντομα εξαπλώνεται στην Ελβετία και στην Αλσατία. Μια μορφή ξεχωρίζει μέσα στο χάος: η μορφή ενός νεαρού θεολόγου, που μάχεται μεταξύ των εξεγερμένων. Ονομάζεται Τόμας Μύντσερ. Η τρομερή ζωή του είναι μυθιστορηματική. Αυτό σημαίνει ότι θα άξιζε να την ζήσουμε· άρα και να την αφηγηθούμε.

***

Το ξέρουμε από τον καιρό του Ρουσσώ ότι η ανισότητα έχει μια πολύ παλιά και τρομερή ιστορία, που δεν έχει ακόμη τελειώσει. Ο Πόλεμος των φτωχών αφηγείται ένα σκληρό και όχι πολύ γνωστό επεισόδιο των μεγάλων λαϊκών εξεγέρσεων.

Τον 16ο αιώνα το κίνημα της Μεταρρύθμισης των διαμαρτυρόμενων ξεσηκώνεται ενάντια στην εξουσία και στα προνόμια. Γρήγορα, όμως σημειώνει μια παύση, κάνει ένα βήμα πίσω, αστικοποιείται. Οι χωρικοί, ωστόσο, οι φτωχοί των πόλεων, στους οποίους εξακολουθούν να τάζουν ισότητα στον ουρανό, αναρωτιούνται: «Και γιατί να μην έχουμε ισότητα τώρα, εδώ στη γη;».

Ακολουθεί μια μανιασμένη πάλη ανάμεσα στους ισχυρούς, στους συμβιβασμένους προτεστάντες, και τους άλλους, τους εξαθλιωμένους. Μερικοί θεολόγοι ηγούνται των δεύτερων. Ο Τόμας Μύντσερ είναι ένας από αυτούς· έχει σημαδέψει τις μνήμες με την αποφασιστικότητα και τον δυναμισμό του ύφους του. Ο Πόλεμος των φτωχών αφηγείται την ιστορία μιας εξέγερσης δια του λόγου, την αποτυπώνει με αμεσότητα η ευρηματική δύναμη της γραφής του Ερίκ Βυϊγιάρ.

***

Από την πρώτη κιόλας παράγραφο αυτού του θυελλώδους έργου ιστορικής μυθοπλασίας, ο Βυϊγιάρ καθηλώνει τον αναγνώστη του. Τοποθετώντας τη δράση του βιβλίου στην εποχή που οι θρησκευτικές διαμάχες έστελναν τα έθνη στον πόλεμο και τους ανθρώπους στην πυρά, ο Βυϊγιάρ περιγράφει τη ζωή ενός λησμονημένου οραματιστή, τόσο σε ένα εντυπωσιακό έργο επικαιροποίησης ενός ιστορικού γεγονότος όσο και σε ένα επαναστατικό κήρυγμα, μια παθιασμένη καταγγελία της ανισότητας». (Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)

Ο Βυϊγιάρ σκάβει βαθιά για να βρει τους σπόρους της εξέγερσης, να αφηγηθεί τον ξεσηκωμό των απόκληρων, των φτωχών, να ξαναζωντανέψει με πύρινη γλώσσα την δράση τους, τους πόθους τους, έρχεται να ανατινάξει την λήθη για να μας θυμίσει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει, γιατί η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, καμμία ιδέα, καμμία σελίδα, καμμία αράδα της ιστορίας δεν σβήνει, δεν λιώνει στην πυρά της εξουσίας, κάθε εξουσίας.

Μας θυμίζει το ξύπνημα του νεαρού Τόμας Μύντσερ και των συντρόφων του, που θέλουν να σταθούν ἐν τῇ ἀληθείᾳ γυμνοί. Πιστεύουν σε μια χριστιανοσύνη αυθεντική και αγνή. Ο Μύντσερ μιλάει στο Τσβίκαου με πάθος στους φτωχούς υφαντουργούς, στους εργάτες των ορυχείων, στις γυναίκες τους, σε όλη την φτωχολογιά, διαβάζει το Ευαγγέλιο και τα πάθη αναμοχλεύονται. Τον διώχνουν προτού «μολύνει» περισσότερο εκείνους, που θεωρούνταν καταδικασμένοι ως δούλοι, γιατί «οι υφαντουργοί νιώθουν καλά ότι, αν τραβήξεις το νήμα, θα ξηλωθεί όλο το υφαντό, και οι μεταλλωρύχοι, νιώθουν καλά ότι, αν σκάψεις σε πολύ μεγάλο βάθος, όλη η σήραγγα θα καταρρεύσει».

>Όμως, όλα αρχίζουν ξανά, οι εξεγέρσεις του παρελθόντος, που είχαν πνιγεί στο αίμα, οι στασιαστές που καταδιώχθηκαν από βασιλιάδες και βαρώνους, από ευγενείς και την εκκλησία, που σφαγιάσθηκαν, που σταυρώθηκαν, που παραδόθηκαν στην πυρά, δεν σβήστηκαν από τις μνήμες, οι ιδέες τους δεν έπαψαν να διαδίδονται, ώσπου να φθάσουν οι επόμενοι ανυπότακτοι. Ο Μύντσερ θέλει να απαλείψει ό,τι είναι πομπώδες, αρνείται τις πολυτέλειες, η κακία τον αρρωσταίνει, ο πλούτος τον κάνει ράκος, «ο Μύνστερ πεινάει, πεινάει και διψάει, φρικτά, και τίποτα δεν μπορεί να τον χορτάσει, τίποτα να τον ξεδιψάσει· θα καταβροχθίσει παλιά οστά, κλαδιά, πέτρες, λάσπες, το γάλα, το αίμα, τη φωτιά. Τα πάντα».

Ο Μύντσερ επικαλείται τον ζώντα λόγο, που πηγάζει, όχι από τα βιβλία, αλλά από την καρδιά, με μια σφοδρότητα, που τρομάζει τους άλλους θεολόγους. Επικαλείται τον πικραμένο Ιησού: «Δεν έφαγαν ακόμη ολόκληρη την Ιεζάβελ οι σκύλοι». Το τελετουργικό το γράφει στο παλιά του τα παπούτσια, διαδίδει «τον λόγο του Θεού» στα γερμανικά εξοργίζοντας τους εχθρούς του, που πληθαίνουν όσο πληθαίνει και το πλήθος, που συρρέει από παντού για να τον ακούσει. Ο Μύντσερ είναι γεμάτος οργή, κρατάει στο χέρι την ρομφαία, δίχως την παραμικρή σκέψη για υποκλίσεις και φιοριτούρες, ξεσηκώνει τον κόσμο, αντί να επικαλείται τον αγαθό λαό του Θεού, τον βωβό, άπραγο, αξιολύπητο, και συναινούντα λαό, μιλάει για την δοκιμασία του πυρός, κραυγάζει ότι τίποτα δεν γίνεται συναινετικά: «Ας πολεμήσουν! Η νίκη που καταστρέφει τους ισχυρούς άπιστους τυράννους είναι εξαίσια».

Ο Ερίκ Βυϊγιάρ βλέπει έναν Μύντσερ έξαλλο: «Έχει ξεφύγει. Νομίζει ότι είναι εμπνευσμένος. Και είναι. Αλλά εμπνέεται από τα πράσινα φύλλα, την καβαλίνα, τη σύφιλη, τα σύννεφα, τη μεγάλη μυρμηγκοφωλιά των πόλεων, από τις ιδέες περί ελευθερίας, από τα τσαλαπατημένα χωράφια, από τα κτήματα που δουλεύουν οι κολίγες και τα φέουδα που κληρονομούν οι τσιφλικάδες, από τα ξεριζωμένα αμπέλια, από τους φόρους, από τις επιβαρύνσεις, από τα υβριστικά παρατσούκλια, από τα δρεπάνια, τους πασσάλους, τα παλούκια, τα κοντάρια, ναι, εμπνέεται από τον μεγάλο μορφασμό του άρρωστου ζώου, από το παραπέτασμα που σκίζεται, από την ριπή, το εργαστήριο, την ανιαρή δουλειά, και σωρούς από γεγονότα, ναι, εμπνέεται από τον Θεό, είναι θεόπνευστος, αλλά Θεός είναι, τότε, η πραγματική ουλή, η συναναστροφή των κυμάτων, “ένα μάτσο χαρτιά που έχουν γραμμένες τις ματαιώσεις και τους λήθαργους μας”».

Ο Μύντσερ, λοιπόν, ονειρευόταν έναν κόσμο δίχως προνόμια, δίχως ιδιοκτησία, ξεσήκωνε τον κόσμο κατά της καταπίεσης, απέκλειε κάθε «λύση» που θ’ άφηνε τα πράγματα ως είχαν: «“Αχ! Αγαπητοί κύριοι, πόσο ωραίο θα είναι να δούμε τον Κύριο να βαρά πάνω στα παλιά σκεύη με έναν σιδερένιο λοστό. Μόλις το πω αυτό, είμαι ένας στασιαστής. Εμπρός λοιπόν!” Και πήγε εμπρός».

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: