Γυναικοκτονία

Τα ειδικευμένα κομμάτια της εξουσίας είναι συνδεδεμένα με την ίδια μήτρα της εξουσίας. Ο πόλεμος σ’ αυτά είναι πόλεμος ενάντια στην μήτρα της εξουσίας, σε διαφορετική περίπτωση μια νέα εξουσία γεννιέται

«Από την ελευθερία δεν μπορείς να κόψεις ούτε ένα κομματάκι, γιατί αμέσως όλη η ελευθερία συγκεντρώνεται μέσα σ’ αυτό το κομματάκι».

γυναικοκτονίαΑυτή την πολύ εύστοχη διαπίστωση την είχε διατυπώσει ο Μιχαήλ Μπακούνιν επικεντρώνοντας στον ανεξέλεγκτο αναγεννητικό και αέναο χαρακτήρα της ελευθερίας που είναι το αντίθετο της εξουσίας. Ενώ, λοιπόν, η φύση της ελευθερίας είναι τέτοια που καταφέρνει μέσα και από τις πιο δύσκολες καταπιεστικές συνθήκες να κάνει την εμφάνιση της, όχι νωχελικά και αναιμικά, αλλά ακμαία και ζωντανά, τί γίνεται όταν η εξουσία κομματιάζεται σε μικρά κομματάκια; Χάνει έδαφος ή τελικά ισχυροποιείται; Το παραπάνω σαφώς και δεν είναι αρκετά δύσκολο ερώτημα, καθώς έχει ήδη απαντηθεί ακόμα και με την μακιαβελική φράση στο βιβλίο του «Ηγεμόνα» «διαίρει και βασίλευε». Όταν, λοιπόν, η εξουσία διαιρεθεί, δημιουργώντας ειδικεύσεις, δημιουργεί αυτόματα «μικρές» καταστολές και διαχωρισμούς που συνδέονται άμεσα με την ίδια μήτρα της εξουσίας και έτσι, μέσω αυτών των ειδικεύσεων, συνολικά η εξουσία δυναμώνει, αφού, εκτός των άλλων, η εφαρμογή του μερικού, του μέρους, προϋποθέτει την εκδήλωση όλου του εξουσιαστικού πλέγματος· σε κάθε επί μέρους εξουσία συγκεντρώνεται όλη η ισχύς της.

Η πατριαρχία, η μητριαρχία, η σεξουαλική εξουσία, ο ρατσισμός, η αστυνομοκρατία, οι φυλακές, οι νόμοι, οι φορολογικές υποχρεώσεις, οι κομματικοί μηχανισμοί, το κράτος και τόσες άλλες μορφές εξουσίας, προσωπικές ή συλλογικές, συνδέονται με την μήτρα της καταπίεσης και της εξουσίας, ώστε η ανθρώπινη δραστηριότητα να καταπιέζεται από το εξουσιαστικό φάσμα.

Η αναφορά, η κριτική και ο πόλεμος σε κάθε μορφή εξουσίας είναι η υγιής απελευθερωτική κίνηση πάνω στην αρρώστια που μεταδίδει η κάθε μορφής εξουσία, αρκεί σε κάθε περίπτωση να μην λησμονηθεί πως η μήτρα της καταπίεσης είναι η ίδια η λογική της εξουσίας. Επειδή το μερικό είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συνόλου, η σύνθεση πάνω στις πρακτικές της εξουσίας είναι απαραίτητη. Αν η αναφορά, η κριτική και η πολεμική γίνεται μόνο στο σύνολο τότε υπάρχει κίνδυνος η όποια θέση και αντίδραση να πνιγεί σε έναν θεωρητικισμό, χωρίς κοινωνική επαφή και να αναλωθεί σε μια ενδιαφέρουσα ίσως μεν, στείρα δε, θεωρία, κριτική και πολεμική.

Σε αντίθετη περίπτωση, όταν η αναφορά, η κριτική και η πολεμική γίνεται μόνο στο μερικό, τότε υπάρχει κίνδυνος η όποια θέση και αντίδραση, όσο απελευθερωτικά χαρακτηριστικά και να προβάλει, να τρέφει μια εξουσία, που κατά βάση απλά θέλει να ανταγωνιστεί και να επικρατήσει έναντι μιας άλλης. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι να σέρνονται, άλλες φορές με ανιδιοτέλεια και άλλες όχι, ατομικότητες και συλλογικότητες για να στηρίξουν κινήσεις και κινήματα που στέκονται μόνο στο μερικό χωρίς καμμία αναφορά στο συνολικό.

Η ιστορία έχει δείξει πως το σύστημα, αργά ή γρήγορα, ξέρει να εγκολπώνει κάθε είδους μερικό, που παίρνει –μάλιστα– και κινηματικές διαστάσεις και τελικά να το χρησιμοποιεί εις βάρος των υπηκόων του. «Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στα χέρια της προ πολλού συνθηκολογημένης λεγόμενης νέας αριστεράς είχαν απομείνει είτε τα κουφάρια είτε τα υπολείμματα των πάλαι ποτέ ένδοξων κινημάτων (γυναικείο, αντιρατσιστικό, αντιπολεμικό, ομοφυλόφιλο, αντιαυταρχικό, αντιψυχιατρικό, μεταναστευτικό ή προσφυγικό κ.α.) της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Η συντριβή έμοιαζε, αλλά και ήταν οριστική, όχι τόσο γιατί δεν επέτρεπε αναζωπυρώσεις, αλλά περισσότερο, γιατί πλέον ήταν ολοένα και περισσότερο κατανοητό ότι η αφομοίωση ήταν το μικρότερο “κακό”.

Το “σύστημα” μετά την αρχική επίδειξη σκληρότητας, όχι μόνο “κατάπινε” κάθε διεκδίκηση με ιδιαίτερη ικανότητα και επεδείκνυε “απρόσμενη” ανοχή και προσαρμοστικότητα, όχι μόνο ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις για αναγνώριση κάθε είδους διαφορετικότητας, αλλά κυρίως αναβαπτιζόταν στην επαναστατική κολυμβήθρα του κάθε είδους δικαιωματισμού».[1]

Έτσι, λοιπόν, το κράτος έχοντας κατανοήσει πως το τάδε ή το δείνα δικαίωμα, απαίτηση κ.λπ. από τα δημιουργημένα κινήματα που στέκονται ενάντια και ασχολούνται αποκλειστικά, με τις επί μέρους εκδηλώσεις της εξουσίας, δεν πρόκειται να επηρεάσει την εξουσία του, το εντάσσει στους κόλπους του και έτσι μ’ αυτό τον τρόπο όλοι είναι κερδισμένοι, το κράτος γιατί προσαρμόστηκε και ισχυροποιήθηκε με νέα δεδομένα και μεγαλύτερη σφαίρα επιρροής, αλλά και τα κάθε λογής κινήματα και κινήσεις, που έχουν στο ενεργητικό τους μια «νίκη» την οποία και θα την χρησιμοποιήσουν, πολιτικά και κομματικά όταν χρειαστεί, για την ενίσχυση της θέσης τους μέσα στο σύστημα εξουσίας.

Άλλωστε, είναι γνωστό ότι όλες αυτές οι κινήσεις και τα κινήματα έχουν άμεση σχέση και επικοινωνία με την εξουσία και πιέζουν, με πορείες, συλλογή υπογραφών, με συνεντεύξεις σε συγκεκριμένους δημοσιογράφους και επαφή με συγκεκριμένους δικηγόρους και πολιτικούς που όλοι είναι ενταγμένοι και έχουν τον ρόλο τους στο κινηματικό δίκτυο επικοινωνίας και συνδιαλλαγής με την εξουσία. Όλα αυτά, βέβαια, για καλό σκοπό, όπως λένε, αλλά τελικά ο μόνος σκοπός που επιτυγχάνεται με αυτή την στενή επικέντρωση σε κάθε διεκδίκηση και συνάμα με την μη απελευθερωτική πρακτική, είναι η εξέλιξη της εξουσίας και η προσαρμογή του συστήματος σε νέα εξουσιαστικά δεδομένα, μετά τις διάφορες κινηματικές προτροπές και απαιτήσεις. Όλοι ευχαριστημένοι, λοιπόν, και παρέα δεμένοι στο άρμα της εξουσίας!

Ο όρος «γυναικοκτονία» ως μοχλός συνδιαλλαγής με την εξουσία

gynaikoktΈνα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να δώσει μορφή σε όλα τα παραπάνω, είναι ο όρος «γυναικοκτονία» που προωθείται και χρησιμοποιείται από το φεμινιστικό κίνημα, την αριστερά και τον αναρχισμό. Ο όρος «γυναικοκτονία», σύμφωνα με το «Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE)», αφορά: «δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους, οι οποίες διαπράττονται ή γίνονται ανεκτές τόσο από ιδιώτες όσο και από δημόσιους φορείς. Ο όρος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από ερωτικό σύντροφο, τον βασανισμό και τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα μισογυνισμού, τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών ως “εγκλήματα για λόγους τιμής” και λοιπές μορφές δολοφονίας, τη στοχευμένη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων, και περιπτώσεις γυναικοκτονίας οι οποίες συνδέονται με συμμορίες, το οργανωμένο έγκλημα, εμπόρους ναρκωτικών και την εμπορία γυναικών και κοριτσιών».

Οι φεμινιστικές οργανώσεις ζητούν την νομική κατοχύρωση του όρου, ώστε ο δράστης να τιμωρείται βαρύτερα απ’ το κράτος, που κατ’ επέκταση θεωρούν ότι αυτό θα οδηγήσει σε αλλαγή νοοτροπίας των αντρών απέναντι στις γυναίκες. Παραγνωρίζεται, προφανέστατα, το γεγονός ότι οι νόμοι –το καταπιεστικό αυτό εργαλείο των εξουσιαστών– δεν συμβάλλει σε αλλαγή νοοτροπίας. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αίτημα με το οποίο, αυτοί που το προβάλλουν, επιθυμούν να συνδιαχειριστούν κρατικά δικαστικά θέματα και να προτείνουν χειρότερες τιμωρίες από ισόβιες καθείρξεις που συνήθως επιβάλλονται στους δολοφόνους. Άραγε, τί χειρότερο υπάρχει από δύο δεκαετίες σε ένα μπουντρούμι; Είναι προφανές, πως ο ορισμός του EIGE, προσπαθεί όλους τους φόνους γυναικών να τον αποδώσει με τον εξειδικευμένο όρο της «γυναικοκτονίας». Κατ’ αρχήν ο διαχωρισμός από μόνος του δεν στοχεύει, όπως αναφέρονται οι φεμινιστικές οργανώσεις, στην ίση φυλετική αντιμετώπιση απ’ το δικαιϊκό και το δικανικό σύστημα, αλλά στην υπερίσχυση του ενός φύλου επί του άλλου (ενώ ανερυθρίαστα και υποκριτικά μιλούν για ισότητα των δύο φύλων), ξεχωρίζοντας σαφώς μια δολοφονία από άντρα προς γυναίκα και δίνοντας της μια επί πλέον νομοθετική βαρύτητα σε σχέση με μια δολοφονία από γυναίκα προς άντρα. Με αυτό τον τρόπο όσοι επιθυμούν την νομική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» γίνονται αρωγοί του κράτους, της καταστολής και ουσιαστικά οι εξουσιαστικοί «φάροι» που του δείχνουν τον δρόμο της συνέχισης της εξουσίας και μάλιστα με την προτροπή και την πλήρη συναίνεση αυτών των «ριζοσπαστικών» κινημάτων. Η δικηγόρος στο Κέντρο Γυναικείων Ερευνών και Μελετών Διοτίμα, Χαρά Χιόνη-Χότουμαν, αναφέρει πως με την νομική κατοχύρωση του όρου και την βαρύτερη τιμωρία η νοοτροπία της κοινωνίας θα αλλάξει: «Η αναγνώριση του όρου γυναικοκτονία μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική αλλαγή νοοτροπίας της κοινωνίας. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι με αυτόν τον όρο δεν επιχειρείται μια αντίστιξη ανάμεσα στις γυναίκες και στους άνδρες θύματα. Όταν το θύμα μιας ανθρωποκτονίας έχει υποστεί χρόνια κακοποίηση από τον δράστη, όταν χάνει τη ζωή του επειδή είναι γυναίκα, επειδή ο δράστης την αντιμετώπισε ως αδύναμη, ως κατώτερη, η πράξη αυτή θα πρέπει να τιμωρείται βαρύτερα».[2]

Η παραπάνω διαπίστωση είναι βαθιά εξουσιαστική, νομιμοποιεί και κατοχυρώνει τα μπουντρούμια ως μέσο «σωφρονισμού» και παραδειγματισμού για το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, συνδιαλέγεται με το κράτος προτείνοντάς του κάτι το οποίο είναι σκληρότερο από την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία για τις ανθρωποκτονίες και τελικά διαπραγματεύεται μια αναβαθμισμένη θέση των γυναικών στο πλέγμα εξουσίας.

Η επιβολή ενός άντρα προς μια γυναίκα εντάσσεται στον ιό της εξουσίας που έχει μολύνει το κοινωνικό σύνολο και στην βαθιά εξουσιαστική πεποίθηση της υπεροχής. Σε πολλές κοινωνίες του παρελθόντος οι γυναίκες είχαν το πρώτο χέρι στην διαχείριση της κοινωνικής ζωής, πολλές φορές υπόγεια και άλλες φανερά στην καθημερινότητα, συλλογικά αλλά και ατομικά από την γέννηση, την πορεία της ζωής μέχρι τον θάνατο ενός ανθρώπου. Οι δολοφονίες που γίνονταν από άντρες προς γυναίκες ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα του μοναδικού ελέγχου που είχε ο άντρας επάνω στην γυναίκα λόγω σωματικής διάπλασης και με κύρια αιτία την αίσθηση ότι ο άντρας ουσιαστικά δεν μπορούσε να εξουσιάσει την γυναίκα με άλλο τρόπο, πέρα από τις απειλές, την κακοποίηση και την βία.

Το παραπάνω σαφώς συνεχίζει να συμβαίνει και στην εποχή μας. Στο πρόσφατο περιστατικό της δολοφονίας στα Γλυκά Νερά, όπου η Καρολάιν δολοφονήθηκε απ’ τον σύζυγό της –ο οποίος για σχεδόν 40 μέρες έπαιζε θέατρο υποστηρίζοντας το σενάριο της ληστείας από αλλοδαπούς– έχουμε, τηρουμένων των ιδιαιτεροτήτων της εποχής, μία περίπτωση ενός προμελετημένου φόνου. Σαν γενικό πλαίσιο μπορεί να αναφερθεί ότι προφανώς η Καρολάιν είχε την όποια αυτοκυριαρχία της στην ζωή της, γεγονός που αποκρύπτεται τεχνηέντως από την φεμινιστική ρητορική, η οποία τελικά συγκρούστηκε με τα θέλω και την εξουσία που ένιωθε ο δολοφόνος σύζυγος επάνω της, με αποτέλεσμα ο δολοφόνος να της αφαιρέσει την ζωή, δηλαδή δρώντας με την μέγιστη εξουσιαστική πράξη στην σύζυγό του.

Πάνω σ’ αυτό το γεγονός οι φεμινιστικές οργανώσεις βλέπουν πατριαρχία και γυναικοκτονία και δεν αναφέρονται καθόλου στο γεγονός της εξουσίας που κινητοποιεί έναν δολοφόνο ή έναν κακοποιητή και βιαστή, προβάλλοντας πάνω στο γεγονός και σε κάθε αντίστοιχο γεγονός, την δικιά τους πολιτική ατζέντα. Το ίδιο το σύστημα προβάλει και επιβραβεύει κακοποιητικές εξουσιαστικές συμπεριφορές, εκτρέφει ανταγωνισμούς, εγωισμούς και αυταρχικότητες, προβάλει ως επιτυχημένο κάποιον ή κάποια σύμφωνα με τα χρήματα και την δουλειά που έχει. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτό το άκρως εξουσιαστικό σύστημα δημιουργούνται επί μέρους καταπιέσεις και εξουσίες που η αντιμετώπισή τους ως ξεχωριστά εξουσιαστικά φαινόμενα, χωρίς να υπάρχει στο κάδρο η μήτρα του προβλήματος, μπορεί με την σειρά της να δημιουργήσει νέους ανταγωνισμούς, εξουσίες, καθώς και αφορισμούς και γενικεύσεις. Σε κάθε δολοφονία, κακοποίηση και βιασμό η εξουσία είναι το πρόβλημα και το σύστημα το γόνιμο έδαφος ανάπτυξής τους. Το κυριώτερο, σ’ όλα αυτά, είναι ότι το προερχόμενο από τη μήτρα της εξουσίας γεγονός, αντί να στραφεί εναντίον της –όπως είναι το σωστό– έρχεται να την ενισχύσει…

Ελευθερόκοκκος

[1] ΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΡΟΔΙΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΗΤΤΑ ΜΙΑΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ ΠΕΙΝΑΣ, ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 214, Απρίλιος 2021.

[2] https://www.bovary.gr/faces/oramatistes/gynaikoktonia-dolofonies-gynaikon

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 217, Ιούλιος – Αύγουστος 2021

Both comments and trackbacks are currently closed.