VAE VICTIS, «ΟΥΑΙ ΤΟΙΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙΣ»

vae-victisΗ φράση «οὐαὶ τοῖς ἡττημένοις», (στη νεοελληνική: αλίμονο στους ηττημένους ή τους νικημένους), αποτυπώνει μέσα στις χιλιετίες με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως, ο νόμος είναι το δίκαιο του ισχυρού, που επιβάλλει τη θέληση του έναντι του ανίσχυρου ή του ηττημένου. Σύμφωνα με τον Τίτο Λίβιο, η φράση αυτή λέχθηκε, το 390 π.Χ., από τον αρχηγό των Γαλατών Βρέννο, τη στιγμή που, μετά από αντιρρήσεις των Ρωμαίων για το σωστό βάρος χρυσού, που θα καταβαλλόταν ως λύτρα για την αποχώρηση των Γαλατών από τη Ρώμη, έριξε το ξίφος και τη ζώνη του πάνω στη ζυγαριά των δικών του σταθμών αναφωνώντας Vae victis.

Η πανδημία λειτούργησε, ως επιταχυντής εξελίξεων μεταβάλλοντας άρδην τους όρους επιβολής της εξουσίας στον κοινωνικό χώρο, που επιστρέφει σιγά σιγά σε μια πραγματικότητα, που θα συνιστά την περιβόητη «νέα κανονικότητα».

Η μετά πανδημίας εποχή δεν θα ενσωματώνει όπως συνήθως τους δυσμενείς για τους εξουσιαζόμενους όρους μιας ακόμα «κρίσης». Η μετά κορωναϊό εποχή, είναι η θριαμβευτική επανείσοδος στον θαυμαστό κόσμο του Χάξλεϋ. Πρόκειται για την αρχή μιας νέας κατάστασης, η οποία μεταβάλλει το σκηνικό και επιβάλλει νέους κανόνες σε ένα όλο και πιο ενοποιητικό σχήμα για την εξουσία, με τον κοινωνικό χώρο να μορφοποιείται, ως ένα σύνολο διασυνδεδεμένων ατομικοτήτων σε μια επαναλαμβανόμενη μέρα της μαρμότας.

14 μήνες τρομοκρατίας, με πρόσχημα τον Covid-19 έχουν επιφέρει παγκόσμια τεκτονικές αλλαγές και συγκλίσεις, που σε αντίθετη περίπτωση θα χρειάζονταν δεκαετίες για να πραγματοποιηθούν και πάντα φυσικά με σφόδρα πιθανό το ενδεχόμενο να συναντήσουν ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιστάσεις.

Τις τελευταίες ημέρες, η κυβέρνηση της ΝΔ με τον υπουργό Κώστα Χατζηδάκη κατέθεσε στην βουλή προς διαβούλευση, το νομοσχέδιο για τα εργασιακά ζητήματα και τον εκσυγχρονισμό του καθεστώτος που τα διέπει, όπως διατείνονται οι τωρινοί διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων. Τα δήθεν, αντιπολιτευόμενα κόμματα του κοινοβουλίου το χαρακτήρισαν, ως βασική αιτία πολέμου (ΚΚΕ), ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως την μητέρα των μαχών. «Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα μικρό καλάθι», λέει η παροιμία.

Η νομική διευθέτηση ζητημάτων, όπως το λεγόμενο εργασιακό με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην βουλή, από τον υπουργό εργασίας της κυβέρνησης της ΝΔ Κωστή Χατζηδάκη, έρχεται να διεκπεραιώσει ανοιχτά ζητήματα από την μνημονιακή περίοδο και να καθορίσει το κανονιστικό εκείνο πλαίσιο, που θα διέπει τις λεγόμενες εργασιακές σχέσεις εφ’ εξής, στην μετά covid εποχή. Μ’ άλλα λόγια στοχεύει στην εμπέδωση της λεγόμενης νέας κανονικότητας, όπως αυτή την διαμορφώνουν και την επιβάλλουν κράτος κι εξουσία.

Έτσι, η διευθέτηση των ζητημάτων αυτών, έρχεται να «πατήσει» στην υπάρχουσα πραγματικότητα, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εδώ και πάνω από μια δεκαετία μετά και την επιβολή του μνημονιακού καθεστώτος στον ελλαδικό χώρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διευθέτηση αυτή θα είναι συνολικά προς όφελος των εξουσιαστών.

Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο αλλά μια πάγια και διαχρονική κατάσταση. Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να πούμε πως η καταστρατήγηση του οκτάωρου και της πενθήμερης εργασίας, η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, οι απλήρωτες υπερωρίες και όλα αυτά, που για την αντιπολίτευση αποτελούν δήθεν «αιτία πολέμου» και αφορμή για να δοθεί «η μητέρα των μαχών», είναι μια πραγματικότητα που την υφιστάμεθα και διευρύνεται συνεχώς ήδη από την έναρξη της λεγόμενης μνημονιακής εποχής. Οι ίδιοι, λοιπόν, (Συριζα) που καμώνονται ότι βρίσκονται με τα όπλα υπό μάλης, είναι εκείνοι που επέβαλαν προηγουμένως δύο μνημόνια, αποσυμπιέζοντας ταυτόχρονα μεγάλο μέρος των κοινωνικών αντιδράσεων.

Οπότε, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να ισχυρίζονται πως το εν λόγω νομοσχέδιο καταργεί το οκτάωρο, πενθήμερο κ.λπ. τα οποία ήδη έχουν καταργηθεί στην πράξη επί των ημερών τους, με αριστερή δηλαδή δόξα και τιμή.

Ο υπό διαβούλευση νόμος έρχεται σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο και διαμορφούμενο περιβάλλον, μετά από μια σειρά νόμους, όπως για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, το νομοσχέδιο για την παιδεία, ο πτωχευτικός νόμος, οι πλειστηριασμοί κ.λπ., για να διευθετήσει ζητήματα από το παρελθόν, αλλά και να εδραιώσει νομικά την είσοδο στη νέα εποχή. Να δημιουργήσει τις νέες ισορροπίες, αλλά και να επιβάλει τους νέους όρους εξουσίας στον κοινωνικό χώρο.

Έχουμε, λοιπόν, την πλήρη απομυθοποίηση ενός εξουσιαστικού αφηγήματος, που πάνω από μισό αιώνα συνέβαλλε τόσο στην εδραίωση της εξουσίας, αλλά και στην διαπλεκόμενη ή μη συσχέτισή της με τον κοινωνικό χώρο.

Το αφήγημα δεν ήταν άλλο από εκείνο που υποσχόταν για κάθε επόμενη γενιά και καλύτερη ζωή, ένα αφήγημα που προ πολλού έχει αντικατασταθεί από το κάθε πέρσι και καλύτερα, κάθε φέτος και χειρότερα, σύμφωνα με την λαϊκή θυμοσοφία. Επίσης, σηματοδοτεί το πως θα διαμορφωθεί η ζωή σε όλα τα επίπεδα με την «μεγάλη επανεκκίνηση», όπως την περιγράφει και ο Κλάους Σβαμπ, πρόεδρος του παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ, και την εγκαθίδρυση της λεγόμενης 4ης βιομηχανικής επανάστασης, που ενοποιεί κομμάτια της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας.

Είναι χαρακτηριστικές άλλωστε στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για τα εργασιακά –ας κρατήσουμε και τον συμβολισμό της κατάθεσης του λίγο μετά από την εργατική πρωτομαγιά– προβλέψεις που αφορούν την εισαγωγή της ψηφιοποιημένης πραγματικότητας, που επιβάλλεται με ταχύτατους ρυθμούς, με κάρτες εργασίας, «δικαίωμα» στην αποσύνδεση, τηλεργασία κ.ά.

Η ιστορική πραγματικότητα έχει αποδείξει, πως κράτος και εξουσία, δηλαδή εκείνοι που έχουν την ισχύ να διαμορφώσουν την «νέα πραγματικότητα», καθορίζουν και τους άγραφους ή μη νόμους που θα την διέπουν. Η αποσάθρωση των εργασιακών σχέσεων με τα εξαντλητικά ωράρια, η ανασφάλιστη εργασία, η αδιάκοπη πολλές φορές εργασία επτά ημέρες την εβδομάδα και οι αμοιβές όσο μια χούφτα ρύζι, ήταν η επιβαλλόμενη ισχύουσα πραγματικότητα, αν και όχι νομικά κατοχυρωμένη. Το γεγονός αυτό, είναι ακόμη μία απόδειξη ότι το σύνταγμα και οι νόμοι τους είναι κουρελόχαρτα, που δεν έχουν καμμία δεσμευτική επίδραση για τους αφέντες και που όταν χρειαστεί θα αναπροσαρμοστούν στα μέτρα τους.

Το μοντέλο που επιλέχτηκε από την κυριαρχία, για να διαχειριστεί κατ’ επίφαση την πανδημία στην πραγματικότητα, στοχεύει σε μια εκ βάθρων αποσάθρωση του υπάρχοντος πλέγματος των εκμεταλλευτικών σχέσεων και την αναδόμηση τους σύμφωνα με τις νέες ανάγκες της κυριαρχίας, που καθορίζονται από τις τεχνολογικές εξελίξεις και την λεγόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση. Η είσοδος σε μια όλο και περισσότερο ασφυκτική εικονική πραγματικότητα ενός ψηφιοποιημένου κόσμου τεχνητής νοημοσύνης, με ολοένα και πιο συγκεντρωτικό έλεγχο και επιτήρηση της ζωής του κοινωνικού χώρου από ένα απομακρυσμένο διευθυντήριο, για να οργανωθεί και να ασκήσει την εξουσία του, απαιτεί νέα εργαλεία για την ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα σε εξουσιαστή και εξουσιαζόμενο.

Εξ ού, λοιπόν, και η συνεχής νομοπαρασκευή, με τελευταίο τον νόμο για τα εργασιακά που δεν είναι τίποτα άλλο από την νομική αναδιάταξη των επίσημα ισχυόντων και σ’ αυτό το πεδίο.

Καθοριστική αλληλεπίδραση στην διαμόρφωση της υπάρχουσας κατάστασης, διατηρεί η θέση που πήρε –και συνεχίζει να έχει– το προηγούμενο χρονικό διάστημα απέναντι στα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της πανδημίας, το σύνολο των αντιπολιτευόμενων ή αντικυβερνητικών κομμάτων, οργανώσεων, σχημάτων και ομάδων.

Το σημείο αυτό είναι κομβικό, διότι οι σημερινοί κοινοβουλευτικοί «πολέμιοι» μαζί με τους εξημερωμένους εξωκοινοβουλευτικούς, συνέπραξαν στην διαμόρφωση και επιβολή του σημερινού σκηνικού και της νέας κατάστασης. Οι αντιπολιτευόμενοι εντός κοινοβουλίου, εκτός από το ότι όταν κυβερνούσαν και οι ίδιοι έβαζαν το λιθαράκι τους (βλ. νόμο του ΠΑΣΟΚ το 2011, ΣΥΡΙΖΑ το 2017) δεν παρέλειπαν τις κρίσιμες «στιγμές» με την διαχρονικά «συνεπή» τους στάση (βλ. ΚΚΕ) να βάζουν «πλάτη» στα δύσκολα, λαμβάνοντας φυσικά και τα συχαρίκια από ολόκληρο το φάσμα των «αστικών πολιτικών δυνάμεων».

Αυτό, όμως, που συνδέει τους κοινοβουλευτικούς με τους εξωκοινοβουλευτικούς, είναι η ευρεία συναίνεση τους στις απαγορεύσεις, τον εγκλεισμό και την εδραίωση ενός καθεστώτος εξαίρεσης με πρόσχημα την πανδημία. Εγκαθίδρυσαν την τρομοκρατία διευρύνοντάς την για να έχει απήχηση ο συνδικαλιστικός τους λόγος. Την στιγμή που διακυβευόταν η ελευθερία, εκείνοι ζητούσαν προσλήψεις, την ώρα που επιβαλλόταν ο εγκλεισμός εκείνοι ζητούσαν κρεβάτια και ΜΕΘ. Με λίγα λόγια, ανήγαγαν το δευτερεύον σε πρωτεύον συμπράττοντας στη βάση με τις εξουσιαστικές σκοπιμότητες της κυριαρχίας, αποδεικνύοντας περίτρανα, πως αποτελούν αναντικατάστατο τμήμα. Βασική προϋπόθεση για να ξεγελιούνται όσοι αφελείς ή ανόητοι της έχουν απομείνει είναι φυσικά να δίνονται «μάχες» πάντα σε ένα ελεγχόμενο πεδίο.

Αυτοί, λοιπόν, οι οποίοι για να ικανοποιήσουν τις εξουσιαστικές τους βλέψεις στην ουσία συνεργάστηκαν μεταξύ τους, έρχονται σήμερα ως τιμητές να κηρύξουν τον πόλεμο.

Σε ποιόν όμως;

Διαμαρτύρονται για το αντισυνδικαλιστικό περιεχόμενο του νόμου και για την κατάργηση του δικαιώματος στις καταλήψεις. Στην ουσία, όμως, δεν τους καταργεί ο νόμος Χατζηδάκη. Ο συνδικαλιστικός ρόλος έχει ήδη ατονήσει, ο κοινωνικός χώρος αποστρέφεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σωματεία και εργατοπατέρες, δεν συγκινείται από τα καλέσματα τους, και τους θεωρεί διαχρονικά πουλημένους στην εργοδοσία, και κομματικά πλήρως ελεγχόμενους. Η διαχρονική συνδιαλλαγή τους με τα εξουσιαστικά συμφέροντα, οι πολιτικές τους καριέρες κ.λπ. από την μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα, τους έχει καταστήσει αναξιόπιστους και απεχθείς.

Η κυριαρχία, παρά τις ενδοεξουσιαστικές διαμάχες που την χαρακτηρίζουν, αλλά και μέσα από αυτές, ανασυντάσσεται και προχωρά προς την ενοποίηση της με αιχμή του δόρατος την λεγόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση και την εγκαθίδρυση ενός ψηφιοποιημένου κόσμου. Στο παρελθόν κάθε νέα κατάσταση, που επιβλήθηκε ως νέος τρόπος ζωής, προϋπέθετε την καταστροφή της προηγούμενης. Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια αυτά είδαμε εξουσιαστικά συμφέροντα να γιγαντώνονται και να εξανεμίζουν άλλα, κόμματα που άσκησαν εξουσία να μετονομάζονται έχοντας εξαερωθεί, ενώ άλλα εξαφανίστηκαν από το πολιτικό σκηνικό αφού έπαιξαν τον ρόλο τους στις κρίσιμες στιγμές αυτής της μετάβασης, ενώ οι πλάτες των εξουσιών, δηλαδή τα σωματεία κ.λπ., έκλεισαν κι αυτά τον κύκλο τους, με ανυπολόγιστη συνεισφορά στην νέα πραγματικότητα που εισερχόμαστε τάχιστα και βιαίως. Η σημερινή τους καταστροφή ή συρρίκνωση δεν είναι προϊόν μιας αυταρχικής ακροδεξιάς κυβέρνησης όπως θέλουν να λένε, αλλά το αποτέλεσμα της προηγούμενης δράσης τους.

Οι φιλόνομοι και συνταγματολάτρες τυχαίως ξεχνούν πως, η πραγματική αντίσταση και ο ακηδεμόνευτος αγώνας θα είναι πάντα παράνομος, όσο υπάρχει εξουσία και θα ορθώνεται καταλύοντας τους νόμους της. Δεν αιτείται νομικές επικυρώσεις από τους αφέντες, διότι αυτό που αντιπαλεύει λυσσαλέα σε στιγμές του ιστορικού χρόνου είναι η απαγκίστρωση της από αφέντες και δυνάστες.

Σε μια εποχή όπου όλος ο αριστερός και αριστερίστικος συρφετός, αυτοί που εμφανίζονταν και εμφανίζονται ως υπερασπιστές ανθρωπίνων και εργατικών δικαιωμάτων, αφού πρώτα κατοχύρωσαν την θέση του μέσα στο εξουσιαστικό σύστημα, επιστρέφουν τώρα στα αφεντικά τους όσα με τόνους αίματος και θυσιών, ας θυμηθούμε όσους δεν έκαναν πίσω, αλλά θυσιάστηκαν αντί να βολευτούν στην μίζερη ζωή, που τους πρόσφεραν οι κάθε λογής εξουσιαστές. Ας θυμηθούμε και ας τιμήσουμε, παράλληλα, κάποιους αγωνιστές που δεν ζήτησαν νομικές εγγυήσεις για να συγκρουστούν με το κράτος και την εξουσία στα πλαίσια της εξέγερσης του Σικάγο το 1886 και της καθιερωμένης έκτοτε πρωτομαγιάς.

Παραθέτουμε, λοιπόν, αποσπάσματα από τις απολογίες των αναρχικών, που πολέμησαν για το οκτάωρο μαζί με τα αδέλφια τους.

Ο Σπάιζ είπε: «Λοιπόν, αυτές είναι οι ιδέες μου. Αποτελούν μέρος του εαυτού μου, δεν μπορώ να τις αποχωριστώ και δεν θα το έκανα ακόμα κι αν μπορούσα. Κι αν νομίζετε ότι μπορείτε να συντρίψετε αυτές τις ιδέες που κερδίζουν έδαφος κάθε μέρα και περισσότερο, αν νομίζετε ότι μπορείτε να τις στείλετε στην κρεμάλα -αν επιβάλλετε άλλη μια φορά τη θανατική ποινή σε άτομα που τόλμησαν να πουν την αλήθεια – και σας προκαλώ να μας αποδείξετε σε ποιο σημείο είπαμε ψέματα – σας λέω ότι αν ο θάνατος είναι η ποινή γιατί διακηρύχτηκε η αλήθεια, τότε θα πληρώσω το ακριβό τίμημα με περηφάνια και τόλμη! Φωνάξτε το δήμιό σας!».

Ο Τζωρτζ Ένγκελ είπε: «Μισώ και πολεμώ όχι τον καπιταλιστή σαν άτομο, αλλά το σύστημα, που του δίνει τα προνόμιά του. Η μεγαλύτερή μου επιθυμία θα ήταν να μπορέσουν να αναγνωρίσουν οι εργάτες ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους».

Ο Λινγκ, που ήταν τότε μόνο 21 χρονών, είπε:

«Επαναλαμβάνω ότι είμαι εχθρός της τάξης που επικρατεί σήμερα και επαναλαμβάνω ότι θα την πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις, όσο μπορώ ακόμα να ανασαίνω… Σας απεχθάνομαι! Απεχθάνομαι την τάξη σας, τους νόμους σας, την εξουσία σας που στηρίζεται στη βία. Κρεμάστε με γι’ αυτό!».

Η εκτέλεση της καταδίκης αναβλήθηκε μια και η υπόθεση παρουσιαζόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ιλλινόις. Όλες οι εργατικές οργανώσεις παντού, εκτός από τους Ιππότες της Εργασίας, ζήτησαν χάρη για τους καταδικασμένους αναρχικούς.

Ο κυβερνήτης Όγκσλμπυ μετέτρεψε την ποινή του Φήλντεν και του Σβαμπ σε ισόβια και έτσι μεταφέρθηκαν στις κρατικές φυλακές του Τζόλιετ μαζί με τον Νημπ.

 Ο Λινγκ απέφυγε το ικρίωμα την προηγούμενη της εκτέλεσης πυροδοτώντας ένα τσιγάρο με δυναμίτη μέσα στο στόμα του.

Οι υπόλοιποι τέσσερις κρεμάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1887.

«Οι θηλιές στήθηκαν γρήγορα, οι κουκούλες κατέβηκαν. Τότε κάτω από τα καλύμματα ακούστηκαν τα εξής:

ΣΠΑΪΣ: Θα ’ρθει μια εποχή που η σιωπή του τάφου μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα.

ΕΝΓΚΕΛ και ΦΙΣΕΡ: Ζήτω η Αναρχία! Αυτή είναι η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου!».

ΛΟΥΠΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 216, Ιούνιος 2021
Both comments and trackbacks are currently closed.