Δίπολα και Ανθρώπινες Σχέσεις στην καθημερινότητα μας

enallaktikidrasi-dentro-evgnomosynisΠόσο οξύμωρο είναι τελικά, ένας αναρχικός να ακούει κρατικό ραδιόφωνο, να μαθητεύει σε κρατικά σχολεία ή να σπουδάζει σε κρατικά πανεπιστήμια; Η χρήση τους ή μη αποδεικνύει και την σύμπλευσή του με τις απόψεις και ιδέες του; Είμαστε σίγουροι ότι πολλές φορές και σε πάρα πολλές περιπτώσεις, αρκετοί που τοποθετούν τον εαυτό τους στην αντίπερα όχθη από εκείνη της εξουσίας και της κυριαρχίας αισθάνονται ολίγον σαν «εξωγήινοι» και «περίεργοι». Όχι επειδή είναι ανέφικτη η επεξήγηση και η ανάλυση των ρόλων και της στάσης στην καθημερινότητά μας. Λες και δεν είναι αυτονόητα ορισμένα ζητήματα, ότι δεν υπάρχει κάποια κοινή βάση, που πάνω σε αυτή να πατάμε και να αναπτύσσουμε τη συλλογιστική μας. Βαρύγδουπες λέξεις και αναλύσεις περιγράφουν απλές και προφανείς καταστάσεις.

Ζούμε σε έναν ψηφιακό κόσμο που μετασχηματίζεται και η αποξένωση μεταξύ των ανθρώπων γιγαντώνεται. Αυτό δημιουργεί νέες συνθήκες και δεδομένα στις ανθρώπινες σχέσεις. Αναμφισβήτητα, οι βλαβερές συνέπειες της μακρόχρονης παγιωμένης κρατικής εξουσίας και κυριαρχίας έχουν καταστρέψει και αλλοιώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Και θεωρούμε πως είναι ό,τι χειρότερο για τον άνθρωπο η αλλοίωση των χαρακτηριστικών του, τα οποία έρχονται από πολλές χιλιάδες χρόνια πριν. Ένα σύστημα εξουσιαστικό και άδικο που έχει παράξει έναν τύπο ανθρώπου όπου κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, η απομόνωση, οι διακρίσεις. Είναι η τοξικότητα που εκπέμπεται και δυστυχώς δεν εκπορεύεται μονάχα από άτομα που φέρουν εξουσία.

Είναι, βέβαια, η τοξικότητα δημιούργημα των σχέσεων που αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται από τις κρατικές, εξουσιαστικές και καταπιεστικές δομές, όπως εκείνες της οικογένειας, της θρησκείας, της εκπαίδευσης κ.ά. Και αυτό ναι μεν δεν πρέπει να το ξεχνάμε αλλά από την άλλη εάν θέλουμε διαρκώς να βαδίζουμε σταθερά το δρόμο προς την ελευθερία, οφείλουμε να παλεύουμε ώστε να μην πιτσιλιζόμαστε από τα λασπόνερα της εξουσίας καθώς ταυτόχρονα αποτελούμε οντότητες και κύτταρα αυτής της κοινωνίας, όπου προσπαθούμε διαρκώς να διαμορφώσουμε τις συνθήκες εκείνες ώστε να δημιουργήσουμε τον κόσμο που οραματιζόμαστε.

Όταν πριν από μερικές δεκαετίες, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, εγκαινιάστηκαν τα πρώτα μη κρατικά ραδιόφωνα, ως προάγγελος των πρώτων μη κρατικών τηλεοπτικών σταθμών, όλοι χαίρονταν και απολάμβαναν τον πλουραλισμό των ειδήσεων, την μη κηδεμονία από το κράτος και γι’ αυτό δεκάδες ήταν τα ράδιο που εξέπεμπαν ως δημοτικά και ιδιωτικά κυρίως. Παρομοίως και στη τηλεόραση.

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά, μπορούμε να πούμε, ότι δεν υπάρχει κανενός είδους πλουραλισμός και καμμία ακηδεμονία. Γιατί όπου δεν υπάρχει εμφανώς το κράτος, υπάρχει το κεφάλαιο με τους αδυσώπητους και στυγνούς όρους του. Εκεί βρίσκεται το σημείο όπου τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη πιο πολύ επειδή εάν δεν φέρνει η jazz ή η κλασσική μουσική έσοδα, τότε δεν θα υπάρξει ποτέ σχετική εκπομπή. Και εκεί, ακριβώς, έρχεται η απάντηση στο αρχικό ερώτημα. Εμφανίζεται το κρατικό ραδιόφωνο, όχι στην ειδησεογραφική του διάσταση, αλλά στις υπόλοιπες να διαθέτει μεγαλύτερο πλουραλισμό εκπομπών λόγου και μουσικής σε σημείο που να αναρωτιέσαι: Ποιος προωθεί εν τέλει τις κυρίαρχες τάσεις με τα μουσικά σκουπίδια και τις εκπομπές-κουτσομπολιό; Αναμφισβήτητα το σκουπιδαριό κυριαρχεί αλλά και από την άλλη εάν το κράτος δεν ένιωθε ισχυρό δεν θα διέθετε κανέναν πλουραλισμό. Είναι μια τακτική κίνηση που σίγουρα έχει περισσότερα ωφέλη για εκείνο, στη πολιτική του και κοινωνιολογική του εμφάνιση από τη στιγμή που δεν κινείται με αυστηρούς χρηματοοικονομικούς όρους βιωσιμότητας. Γι’ αυτό και δεν είχε κανένα πρόβλημα ακόμη και εβδομαδιαία εκπομπή με τον «αιρετικό» Κλεάνθη Γρίβα να περιλάμβανε το πρόγραμμα στη δεκαετία του ΄90 και να προβάλλεται από κρατικό κανάλι «αντικρατικός» λόγος. Νιώθει ισχυρό και το δείχνει. Και εάν δεν είχε αναπτυχθεί ο ψηφιακός τρόπος ραδιοφώνου η πνευματική πτώχευση θα ήταν μάλλον μεγαλύτερη.

Παρόμοια δίπολα υπάρχουν και στην περίθαλψη όσο και στην εκπαίδευση. Και το «δημόσιο» περιπλέκεται με το «ιδιωτικό» και τούμπαλιν. Η γενική αίσθηση αναμφισβήτητα είναι ότι το «δημόσιο» έχει το θετικό και κοινωνικό πρόσημο ενώ το ιδιωτικό αποτελεί είτε μια φετιχιστική εκδοχή είτε διαχωρισμένο προνόμιο λίγων και εκλεκτών, της ελίτ. Ως γνωστόν οι γενικεύσεις και οι ομαδοποιήσεις σχεδόν πάντα κρύβουν παγίδες και θολούρες. Έτσι ζώντας σε μια εποχή που έχει προστεθεί ακόμη ένας «εξουσιαστικός ρόλος» εκείνος του γονέα, πολλές συμπεριφορές που θα τοποθετούνταν στη γενίκευση «ιδιωτικό» εμφανίζονται στο δημόσιο. Να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν λέμε εξουσιαστικός ρόλος γονέα δεν αναφερόμαστε σε αυτό που προϋπάρχει στην πυρηνική οικογένεια και στην εξουσιαστική σχέση γονέα-παιδιού αλλά σε μια νέα σχέση που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στον ελλαδικό χώρο. Και έχει να κάνει με την αλαζονεία και εξουσία που βγάζει ο γονέας προς τον οποιονδήποτε συναναστρέφεται το παιδί του και δεν χαίρει της εκτίμησής του. Δηλαδή προς τον δάσκαλο, προπονητή, συμμαθητή παιδιού, γονείς συμμαθητών… Η λίστα δυστυχώς είναι μεγάλη… Μια συμπεριφορά που αντιμετωπίζει το παιδί ως το μοναδικό ανεκτίμητο πορσελάνινο αντικείμενο που ο γονέας αποφασίζει για τα πάντα όλα, δραστηριότητες, καθηγητές, φίλους που θα κάνει παρέα… Και μη τυχόν κάποιο παιδί προσβάλει, χτυπήσει, βρίσει το παιδί του! Αλλοίμονο του! Καταγγελίες ενάντια σε δασκάλους και διευθυντές. Και αναρωτιόμαστε με ποιόν είμαστε; Με τον γονέα ή με τους εκπαιδευτικούς; Με το «θύμα» ή με τους «θύτες»-κρατικούς λειτουργούς; Με αυτόν που έχει δίκιο/άδικο ή ενάντια σε αυτόν που είναι κρατικός λειτουργός; Δεν απαιτείται ασφαλώς να είμαστε με κανέναν απλά τα ερωτήματα τίθενται για λόγους ανάδειξης των σχέσεων και συμπεριφορών που αναπτύσσονται στην καθημερινότητα μας. Και βεβαίως-βεβαίως εννοείται ότι δεν θα πάει το παιδί τους στο πληρέστερο σχολείο αλλά στο κατά φημισμό καλύτερο. Και είναι βέβαιο ότι εάν υπήρχε οικονομική δυνατότητα το παιδί θα πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο. Η τοξικότητα του «ιδιωτικού» έχει διαχυθεί και στο «δημόσιο». Είναι εκείνο το πλέγμα συμπεριφορών που κάποιος είναι αντικρατιστής επειδή δεν δύναται να είναι κρατιστής, βρίζει τον δημόσιο υπάλληλο από φθόνο, καταριέται τα saab και τα lotus επειδή θα ήθελε να είχε και αυτός ένα αλλά δεν μπορεί. Και εάν παρ’ ελπίδα αποκτήσει κάτι από αυτά που έβριζε τότε ένας άλλος «άνθρωπος» γεννήθηκε μέσα από τη ματαιοδοξία του. Φοβού τους φθονερούς! Ή αλλιώς «ου μόνον αρχή άνδρα δείκνυσιν, αλλά και αρχήν ανήρ», δηλαδή «ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται όταν έχει εξουσία στα χέρια του». Και αυτό αφορά τους πάντες. Θυμόμαστε τον τότε πρωθυπουργό Σαμαρά που ως γονέας απαίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών να απολύσει την καθηγήτρια που έπιασε με σκονάκι τον κανακάρη του και τον «μηδένισε». Κατάφερε τότε και ο γιός του να μην τιμωρηθεί και η καθηγήτρια να απολυθεί. Ήταν συνεπής στις πρακτικές και απόψεις του. Τα Κολλέγια υπάρχουν από και για την ελίτ. Απλά φανέρωσε περισσότερο τον χαρακτήρα του.

Και όπως έχουμε ξαναπεί εξουσιαστικές σχέσεις και συμπεριφορές αναπτύσσονται σε πολλά πεδία των ανθρώπινων σχέσεων και μέσω της χρήσης συναισθηματικών εκβιασμών. Όταν κάποιος, όμως, έχει πλήρως συνειδησιακά απαξιώσει την ιεραρχία και τον πλούτο, δεν νιώθει ούτε φθόνο ούτε μίσος για κάτι που το θεωρεί περιττό στις ανθρώπινες σχέσεις. Το ότι κάποιος βρίσκεται από την πλευρά των καταπιεσμένων δεν σημαίνει ότι δεν εκδηλώνει «ξένες» συμπεριφορές που αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά αλλά και την ποιότητα τού συνεχούς αγώνα. Βέβαια, η αλλοίωση είναι προϊόν ενός πολυεπίπεδου σχηματισμού που διαρκώς ανανεώνεται και εξελίσσεται, αφού πρώτα έχουν κυριαρχήσει στις κοινωνικές σχέσεις η έπαρση, ο ανταγωνισμός και η αλαζονεία. Γι΄ αυτό η διαδρομή προς την ελευθερία είναι δύσκολη και δύσβατη. Και όσοι επιδεικνύουν μια αντικρατική/αντιεξουσιαστική στάση και μόνο, δεν σημαίνει ότι αντιλαμβάνονται την αναρχική θεώρηση και στάση ζωής. Απλά αποτελούν ένα υποσύνολο δράσεων και μόνο αυτό.

Στα τέλη Νοέμβρη του 2019, «ΤΟ ΒΗΜΑ» κυκλοφόρησε με συνέντευξη της Άλκης Ζέη, που έφερε τον τίτλο: «Αυτά τα παιδιά που πετάνε τις μολότοφ τα λυπάμαι». Διαβάσαμε το σύνολο της συνέντευξης, της συγγραφέως και ο τίτλος του δημοσιεύματος προέκυψε από το παρακάτω απόσπασμα. «Τότε στο Πολυτεχνείο ήταν παιδιά άοπλα που είχαν απηυδήσει με τη δικτατορία και πραγματικά αγωνίζονταν για να πέσει. Δεν καταλαβαίνω γιατί στην επέτειο του Πολυτεχνείου πρέπει να γίνονται επεισόδια. Αυτά τα παιδιά που πετάνε τις μολότοφ, που καίνε τα αυτοκίνητα, που σπάνε τις βιτρίνες τα λυπάμαι, γιατί δεν έχουν καμμία ιδεολογία. Νομίζουν ότι αυτό είναι επανάσταση, να σπάσω μια βιτρίνα, ένα αυτοκίνητο. Και τι θα γίνει; Τότε οι φοιτητές πραγματικά πίστευαν ότι θα πέσει η δικτατορία, όπως και έγινε». Κυρίως το Πολυτεχνείο ήταν «ένα γεγονός ενωτικό, που ανήκει σε όλες τις παρατάξεις».

Χωρίς να θέλουμε να μπούμε στην ουσία των λεγομένων της Άλκης Ζέη για το Πολυτεχνείο και την Αριστερά με τις πρακτικές της, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε και επισημάνουμε τη φράση της «γιατί δεν έχουν καμμία ιδεολογία». Δηλαδή η λογοτέχνης με πάσα ειλικρίνεια δηλώνει ότι εάν ο αγώνας σου εμπεριέχει και τη βία, αλλά τα κίνητρα σου είναι καθαρά θεωρητικά και ιδεολογικά τότε όλα είναι μια χαρά. Διαφορετικά εντάσσεσαι στην περίπτωση της εναντίωσης σε κάτι καταπιεστικό που ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να φέρει και στοιχεία έπαρσης και αλαζονείας στο μικροκλίμα και στη μικροκοινότητα των λεγόμενων «μπαχαλάκηδων». Εννοείται ότι μια εξεγερτική σύγκρουση δεν είναι προνόμιο των λόγιων και των ιδεολογικά καθαρών μόνο αλλά και πολλών άλλων ανθρώπων που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Και αυτή είναι η γοητεία και η ομορφιά του αγώνα για όσους σταθερά συμμετέχουν. Το προβληματικό υπάρχει όταν εμφανίζονται στοιχεία εθιμικής και επετειακής βίας, που προσφέρονται και εξαντλούνται μόνον ως ασκήσεις εκτόνωσης.

Έχει ενδιαφέρον όμως, επί τη ευκαιρία, να ρίξουμε μια ματιά στο έργο της Άλκης Ζέη και τις εξουσίες που αναδεικνύονται εντός του. Μέσα από τα έργα της και τους ρόλους που φωτίζει, φαίνονται ξεκάθαρες σχέσεις εξουσίας των παιδιών, μαθητών από τους γονείς και δασκάλους. Την άσκηση εξουσίας των ενηλίκων στα παιδιά όπως αυτή απαντάται σε πολλά από τα έργα της. Όπως επίσης και συστήματα κυριαρχίας μεταξύ ερωτικών συντρόφων και συγκεκριμένα από τον άνδρα. «Οι νόμοι των ενηλίκων αποτελούν αναντίρρητη υποχρέωση των παιδιών, ασχέτως του δικαίου ή άδικου χαρακτήρα αυτών. Η ηλικία και η δύναμη που αυτή υποδηλώνει αποτελεί ένα κριτήριο το οποίο καθορίζει την απονομή δικαιοσύνης κατά τις καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις των χαρακτήρων. Η εξουσία που ασκείται αυταρχικά από τους ενηλίκους στα ανήλικα μέλη τής οικογένειας, κλονίζει την ομαλή ένταξη των παιδιών σε μία κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης. Μια σειρά συμπεριφορών των ενηλίκων καταδεικνύουν τον εξουσιαστικό χαρακτήρα των σχέσεών τους με τα παιδιά. Οι επιτακτικές συμβουλές των μεγάλων, οι συνεχείς απαγορεύσεις που επεκτείνονται σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων των παιδιών εκλαμβάνονται από τους ανηλίκους ως καταδυνάστευσή τους. Η αδυναμία των παιδιών να αντιδράσουν καταδεικνύει τη θέση ισχύος των ενηλίκων σε σχέση με τα παιδιά. Γεγονός που γίνεται εμφανές όταν οι απαγορεύσεις τις οποίες θέτουν οι ενήλικοι για τα παιδιά, δεν ισχύουν για τους ίδιους». (Σχέσεις εξουσίας στο έργο της Άλκης Ζέη, Μεταπτυχιακή διατριβή Κων. Μυλωνά, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων).

Επί πλέον, η συγγραφέας προβαίνει σε εκτεταμένες αναφορές για τη ζωή των πολιτικών προσφύγων, αφού και αυτή έζησε αρκετά χρόνια στην Σοβιετική Ένωση. «Αν και τα παλαιότερα έργα της συγγραφέως δεν επεκτείνονται σε μία αναλυτική περιγραφή των συνθηκών ζωής στα κομουνιστικά κράτη, στα έργα τής τελευταίας εικοσαετίας (σ.σ. μετά το 1990), γίνονται εκτεταμένες αναφορές σε λεπτομέρειες τής καθημερινής ζωής οι οποίες αποδομούν την ωραιοποιημένη εικόνα παλαιότερων έργων. Μερικοί από τους πολιτικούς πρόσφυγες διακρίνονται να αναρωτιούνται και να αμφιβάλλουν για την ορθότητα των πράξεών τους οι οποίες τους οδήγησαν στην Τασκένδη. Η απολυτότητα με την οποία αναφέρονταν σε πράξεις που τελούνταν σύμφωνα με τις ιδεολογικές πεποιθήσεις τους, αρχίζει σταδιακά να φθίνει. Εντοπίζεται έλλειψη συντροφικότητας και όξυνση των διαφωνιών ανάμεσα στους πρόσφυγες. Οι συντηρητικές πρακτικές και οι μικροαστικές συμπεριφορές είναι εμφανείς στα κείμενα όπου η Ζέη περιγράφει την κοινωνία της Τασκένδης. Δεν παραλείπονται οι αναφορές στα εγκλήματα του σταλινικού κράτους».

Θα σημειώσουμε, πάντως, ότι όσο το καθεστώς εμφανιζόταν ισχυρό άρα κυρίαρχο μόνο ωραιοποιημένες εικόνες είχαν τα έργα της Ζέη για το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Γι’ αυτό άλλη αξία έχει όταν ο Μπακούνιν προειδοποιούσε και ο Χρόνης Μίσσιος αποκάλυπτε βιογραφικά και λογοτεχνικά εγκαίρως τις κομμουνιστικές κακοτοπιές και σταλινικές θηριωδίες, από τις μεταγενέστερες και εκ του ασφαλούς αποτυπώσεις και περιγραφές. Όταν το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης κατέρρευσε πολλοί ξαφνικά ελάλησαν. Άλλωστε δεν υπήρχαν πια χρηματοδοτήσεις, υποτροφίες και βραβεύσεις από ΄κει πέρα. Αλλά η απόκρυψη, μερική ή συνολική, της πραγματικότητας από την συγγραφέα για μερικές δεκαετίες αποτελεί και αυτή μια μορφή διαχείρισης και διαμεσολάβησης.

Αλλά τι λέμε τώρα, εδώ ολόκληρος Χωμενίδης, έγραψε συλλήβδην και γενικευμένα με απαξιωτικές λέξεις γι’ αυτούς που διασκέδαζαν με τον Μικρούτσικο, γράφοντας μισές αλήθειες αλλά ξεχνώντας τις υπόλοιπες. Είναι, πράγματι, μακρινός ο χρόνος από τότε που έγραφε τους λόγους του Γ.Α. Παπανδρέου και ως λογογράφος επιδίωκε να εξαπατήσει το κομματικό και ψηφοφορικό κοινό. Να ασκεί κοινωνική κριτική και εκείνος που αποτελούσε λογογράφο του ΓΑΠ, μάλλον αποτελεί τουλάχιστον φάρσα. Σε κάθε περίπτωση, όλα είναι δυνατά, ακόμη και όταν κάποιος αρθρογραφεί δήθεν ενάντια στην εξουσία και στο μερακλίδικο κοινό που η ίδια δημιούργησε. Μπορεί η φάτσα του να είναι χειρότερη και από την ίδια. Γιατί διακατέχεται από το φθόνο, την αλαζονεία και την έπαρση. Έτσι και αλλιώς ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι φίλος μου… Για τους αναρχικούς τουλάχιστον.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 201, Φεβρουάριος 2020
Both comments and trackbacks are currently closed.