Αυτός που έσπασε τις βιτρίνες

του Δημήτρη Υφαντή

βιβλιοδιαδρομές-212

ΓΙΩΡΓΗΣ ΖΑΡΚΟΣ 54 ΗΜΕΡΕΣ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Εκδόσεις ΑΓΡΑ / 2020 / Σελ. 133

«Πριν σπάσο τα διο τζάμια που τόρα κατιγορούμε έσπασα πρότα το δεξί, μετά μια εβδομάδα το αριστερό κε μετά 15 μέρες κε τα διο μαζί».

Εξέχουσα φυσιογνωμία μεταξύ των λογοτεχνών του Μεσοπολέμου ο «ντανταϊστής» Γιώργης Ζάρκος. Ο άνθρωπος που τη δεκαετία του 1930 προέβη σε πρωτοφανείς για την εποχή ενέργειες, καθώς έσπασε κατ’ επανάληψη τις βιτρίνες του εκδοτικού οίκου «Πυρσός», οι ιδιοκτήτες του οποίου δημοσίευσαν έργο του, που τους είχε παραδώσει προς δημοσίευση, με το όνομα άλλου και όχι δικό του.

Εκτός αυτού, ο Ζάρκος σε συμβολικό επίπεδο, με τις απόψεις, τα κείμενα και τη δράση του, έσπασε πολλές ακόμη «βιτρίνες», όπως αυτές του ακαδημαϊσμού, της εξουσίας, της Δικαιοσύνης, των διωκτικών αρχών, των κομμάτων, των πολιτικών, του Τύπου, της Εκκλησίας, της φυλακής και βεβαίως του ψυχιατρείου.

Η ανυπότακτη και απείθαρχη στάση του αποτέλεσε την αφορμή του εγκλεισμού του, για πολιτικούς λόγους, στο ψυχιατρείο. Αυτούς τους λόγους, όπως και τις συνθήκες εγκλεισμού του πραγματεύεται το παρόν βιβλίο, βάσει τεκμηρίων, που εντοπίστηκαν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών, σε γραπτά κείμενα του συγγραφέα και στον Τύπο της εποχής.

Όσον αφορά τον Ζάρκο και την ιστορία του, μάλλον διεκδικεί πολλές «πρωτιές» και μοναδικότητες. Αποτελεί καταρχάς για την Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση εγκλεισμού σε ψυχιατρείο για πολιτικούς λόγους. Επακόλουθο αυτού ήταν να γίνει ο πρώτος που έγραψε και εξέδωσε βιβλία για τα σοβαρότατα προβλήματα του συστήματος-ψυχιατρείου και των τροφίμων του. Η απροκάλυπτη γραφή και το μαύρο χιούμορ που τον χαρακτήριζαν, έσπασαν τη σιωπή, την αδιαφορία τις «βιτρίνες» του ψυχιατρείου, θέτοντας σε αμφισβήτηση τις έως τότε συμβατικές αναφορές στο «τρελοκομείο» και στους «τρελούς». Βεβαίως, είναι ο μοναδικός στην εποχή του από το χώρο της Αριστεράς, που ασχολήθηκε επισταμένως με το θέμα, διατυπώνοντας απόψεις και προτάσεις. Μια Αριστερά που, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για αδιερεύνητους λόγους, δεν καταπιάστηκε με τους περιθωριοποιημένους ψυχικά πάσχοντες». (Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Δημήτρης Γ. Υφαντής στο πρόλογο της έκδοσης, στον ελλαδικό χώρο του 1930, μετά από πολέμους μιας δεκαετίας (1912-1922) σε μια εποχή σημαδεμένη, επίσης, από τις κοινωνικές εντάσεις, την οικονομική κρίση και την πολιτική αστάθεια, εμφανίζεται μια νέα γενιά καλλιτεχνών, κυρίως λογοτεχνών. Αυτή η γενιά «επηρεασμένη από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης, όπως επίσης και από τις ιδέες του σοσιαλισμού, της αναρχίας και της ψυχανάλυσης, αγωνιά, αναζητά, αμφισβητεί, δημιουργεί και δρα». Ανάμεσά τους άγνωστοι δημιουργοί, όπως ο Γιώργης Ζάρκος, με το έργο τους να μένει στην αφάνεια για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, στους πέντε δημοσιευμένους αυτή τη δεκαετία λίβελλους ο Ζάρκος, χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα, όχι μόνο κατήγγειλε την διαφθορά, αλλά επιτέθηκε με σφοδρότητα ασκώντας κριτική στον ακαδημαϊκό Γρηγόριο Ξενόπουλο, τον αρχηγό της Γενικής Ασφάλειας Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, στον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Νικόλαο Αβραάμ, στους κριτικούς Άλκη Θρύλο, Πέτρο Χάρη, και Ανδρέα Ζευγά. Ο Γιώργης Ζάρκος με έναν αυθεντικά ανατρεπτικό λόγο, μακριά και ενάντια από κάθε «καθωσπρεπισμό» ανατίναζε στην κυριολεξία κάθε σύμβαση μ’ έναν τρόπο, που μόνον ένας «τρελός» θα διανοούνταν να πράξει.

Και όπως παρατηρεί σαρκαστικά ο συγγραφέας, «οι τρελοί πηγαίνουν στο Δαφνί». Ο Γιώργης Ζάρκος, λοιπόν, πλήρωσε την στάση του αυτή: «Τα όργανα της εξουσίας και γενικότερα οι διώκτες του ποτέ δεν εξέλαβαν τις ιδέες του και τη στάση του ως εκκεντρικότητα ενός καλλιτέχνη, πράγμα που ο ίδιος άλλωστε απευχόταν, με αποτέλεσμα να πληρώσει, όπως και οι άλλοι κοινωνικοί αγωνιστές της εποχής του, το αναλογούν αντίτιμο, με διώξεις, ξυλοδαρμούς, καταδίκες, φυλακίσεις, εξορία, με αποσιώπηση και απαξίωση του έργου του». Ο Ζάρκος, όχι μόνο με τις ιδέες του αναιρούσε τους τότε κανόνες κράτους-πολίτη, αλλά και του «παιχνιδιού» μεταξύ διώκτη και διωκόμενου, δρούσε «κατά μόνας», δίχως πολιτική κάλυψη μειονεκτώντας φανερά, όπως και ο ίδιος αναγνώριζε σε μεταγενέστερα κείμενά του. Προκλητικός, βλάσφημος απέναντι στις αρχές, ανυποχώρητος, σε πλήρη αντίθεση με την κρατούσα πολιτική και ηθική της φρόνιμης και «γνωστικής» αριστεράς, επεδίωκε να «δίνει δικαιώματα» και όχι να κρύβεται ή να περνά απαρατήρητος, μόνος εναντίον όλων, δίχως να φοβάται να κουβαλήσει με κάθε κόστος το στίγμα του «διαφορετικού».

Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσής του, όπως παρατηρεί και ο συγγραφέας, είναι το γεγονός ότι η κατασταλτική μεθόδευση εκ μέρους του κράτους δεν περιορίστηκε στην ποινικοποίηση κάποιων ιδεών και ενεργειών του, αλλά βάδισε δίχως προσχήματα στην ιατρικοποίησή τους με την συναίνεση και τη συμμετοχή θεσμών και «λειτουργών» της ψυχικής υγείας.

Την ίδια αντιμετώπιση, όμως, είχαν και τα λοιπά περιθωριακά στοιχεία, οι μη «κανονικοί», οι «λαθραίοι», διάφοροι «ενοχλητικοί», οι «παραβατικοί», από τους οποίους «κινδύνευε» και «κινδυνεύει» το νομιμόφρων κοινωνικό σώμα.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι πριν και κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα εγκλείστηκαν στο Δρομοκαΐτιο Θεραπευτήριο επαίτες, άστεγοι, αλήτες, και λοιπά «κακοποιά στοιχεία», που σύχναζαν στο κέντρο της πόλης.

Όπως έγραφε ο «τρελός» Γιώργης Ζάρκος: «Είναι μα την αλήθεια πρόστυχο αυτό που κάνει το Κράτος. Θα ’τανε προτιμότερο να τους τουφεκίζανε τους «ανίατους» τρελούς παρά να τους τυραννούνε, ένα ή δύο, ή τρία χρόνια, μέχρι που τους πεθαίνουνε… ο κόσμος νομίζει ότι πεθαίνουνε μονάχοι τους, η αλήθεια όμως είναι πως το κράτος τους δολοφονεί με τον πιο άτιμο τρόπο, που μπορεί να γίνει δολοφονία. Ξεμπερδεύεται ένα ποσοστό που περισσεύει για να ζούνε οι άλλοι πιο ανθηρά […] Τη στενοχώρια αυτοί εδώ μέσα, τη λένε «τρέλα». Ρωτάνε κάθε τόσο: «Πως είναι ο τάδε ασθενής; Ησύχασε ή στενοχωριέται;» Αν του απαντήσει ο νοσοκόμος ότι στενοχωριέται, γράφει ο γιατρός στο δελτίο του: «η κατάσταση του εξακολουθεί να είναι η ίδια» […] Ένας καλός ψυχαναλυτής και ψυχίατρος μπορεί να είναι μόνον εκείνος που ’χει δυνατή και ανήσυχη ψυχή, που συγκινείται εύκολα, που η ψυχή του είναι πολύπλευρη, που έχει λογικό πολύ ανεπτυγμένο, που κατορθώνει να έχει ορθή κρίση και να μην υπερισχύει ούτε το λογικό ούτε το αίσθημα, αλλά να βρίσκονται σε αρμονία με μια συνεχή πάλη […] Τρέλα για να μπεις στο μυαλό των ανθρώπων και να θρονιαστείς για πάντα, και να τον κάνεις να σκέφτεται και να κινείται σαν κτήνος, στέλνεις πρώτα τη δυστυχία και του το λιώνει, του το κάνεις κιμά, λάσπη, χυλό από τα πολλά χτυπήματα […] Να τα διαβάσει ο κόσμος και να μάθει μια μεγάλη προστυχιά, μια μεγάλη ατιμία του Κράτους, μαντρωμένοι, που παρουσιαζότανε στην Κοινωνία ως Δημόσιο Ψυχιατρείο, όπως έγραφε και η τοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που ήτανε στη φάτσα καθώς μπαίνεις».

Η συγγραφή του συγκεκριμένου πονήματος από τον Δημήτρη Υφαντή βασίζεται στο πρωτογενές υλικό που έφερε στην επιφάνεια ο συγγραφέας, ύστερα από έρευνά του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Δαφνί (μητρώο ασθενών, φάκελος Ζάρκου), στα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής, στις λιγοστές βιβλιογραφικές πηγές και βέβαια στην μελέτη όλων των σωζομένων έργων του Γιώργη Ζάρκου και ιδιαίτερα των: Η Τρέλα σ’ όλα τα στάδια, και Ζωντανά Πτώματα.

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.