Luigi Camillo Berneri, 1897-1937

Η ζωή του διάσημου ιταλικού αναρχικού,

ο οποίος δολοφονήθηκε από τους κομμουνιστές

κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου

BerneriΟ Luigi Camillo Berneri γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1897 στην Lodi, στη Λομβαρδία της Βόρειας Ιταλίας. Ο πατέρας του ήταν τοπικός δημόσιος υπάλληλος. Η μητέρα του, Adalgisa Fochi, ήταν δασκάλα σε δημοτικό σχολείο, ενώ συμμετείχε και σε συνέδρια και προγράμματα για την προώθηση της παιδείας. Ο πατέρας της συμμετείχε στα κόκκινα πουκάμισα του Garibaldi[1], ενώ ο παππούς της ήταν μέλος της μυστικής κοινωνίας των «Carbonari»[2] και οπαδός του Mazzini[3].

Ο Camillo είχε μια πολυτάραχη παιδική ηλικία. Ο υποσιτισμός τον έφερε κοντά στον θάνατο μόλις λίγες μέρες αφού η οικογένειά του μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου η μητέρα του άρχισε να γράφει για ένα εκπαιδευτικό περιοδικό. Το 1904 βρισκόταν στο Παλέρμο της Σικελίας, όπου προσβλήθηκε από τύφο. Το 1905, έζησε στις πόλεις Cesena και Forlí στη Romagna, την «πιο κόκκινη» και πιο δημοκρατική περιοχή στο βασίλειο. Στο Varallo Sesia διαγνώστηκε με εντερίτιδα.

Η πολιτική δραστηριότητα για τον Camillo Berneri ξεκινά με τη μετάβασή του στο Reggio Emilia.

Ήταν ήδη μέλος της Ιταλικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας Νεολαίας (FGS) όταν, το 1912, διοργάνωσαν το συνέδριό τους στην πόλη του, μία από τις πρώτες στην Ιταλία που κυβερνιόταν από αριστερή διοίκηση. Ο Berneri ήταν μέλος της «πολιτιστικής» τάσης, δηλαδή προωθούσε τη σημασία του Κόμματος ως όχημα για τον πολιτιστικό διαφωτισμό του λαού, προκειμένου να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Την 1η Φεβρουαρίου 1914, έγραψε το πρώτο του άρθρο για τη «L’ Avanguardia» (με τίτλο «Τα ψέματα της Παλαιάς Διαθήκης»), ένα κείμενο γεμάτο επιθέσεις εναντίον του κλήρου, στο στυλ του νεαρού Μουσολίνι, ο οποίος ήταν ακόμα σοσιαλιστής εκείνη την περίοδο. Ο Lido Caiani, ο συντάκτης της L’ Avanguardia, δεν ακολουθούσε πλέον τον Μουσολίνι, ο οποίος προωθούσε μια «παρεμβατική» στάση (δηλαδή, υπέρ της κήρυξης πολέμου στην Αυστρία-Ουγγαρία), πριν από τον Μπερνέρι, και με τη βοήθεια του Amadeo Bordiga [ο οποίος θα βρεθεί στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCd’I) το 1921], κατορθώνει να τον βγάλει από την εφημερίδα.

Οι συγκρούσεις του Berneri με το Σοσιαλιστικό Κόμμα ακολούθησαν τις ταραχές στο Reggio Emilia που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης που διοργάνωσε ο Cesare Battisti, πρώην σοσιαλιστής υπέρ της παρέμβασης από το Trento. Η επίσημη θέση του Κόμματος για τον πόλεμο έγινε αμφίσημη, «ούτε στήριξη ούτε σαμποτάζ». Όμως ο Μπερνέρι, όντας απολύτως ενάντια στον πόλεμο, εγκατέλειψε την Κεντρική Επιτροπή της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας του Reggio Emilia και προχώρησε σε επαφές με τον Torquato Gobbi, έναν εικοσάχρονο αναρχικό βιβλιοδέτη. Ο Berneri γνώρισε και παντρεύτηκε την Giovanna Caleffi, μια έξυπνη και εργατική δεκαεξάχρονη αναρχική. Θα γινόταν σύντροφός του για όλη του τη ζωή, εμπνέοντας τον να γράψει: «Ένα χαρέμι ​​δεν έχει ποικιλία σε σύγκριση με μια γυναίκα την οποία αγαπάς βαθιά».

Ο Berneri, αναρχικός πλέον, αρχίζει να αναστατώνει το στράτευμα, ακόμη και μεταξύ των αξιωματικών, γεγονός για το οποίο φυλακίζεται στην Pianosa, κοντά στην Νήσο Έλβα.

Μετά το τέλος του πολέμου, συναντά τον Errico Malatesta, ο οποίος μόλις έχει επιστρέψει από την εξορία, και συνεργάζεται μαζί του στην «Umanità Nova». Συνεργάζεται, επίσης, σε μη αναρχικά αντι-εξουσιαστικά περιοδικά, όπως το «Rivoluzione Liberale» του Piero Gobetti (του οποίου ο ιδρυτής θα πεθάνει εξόριστος στο Παρίσι μετά από συμπλοκή με φασίστες). Στη Φλωρεντία επισκέπτεται τον Piero Calamandrei (αργότερα αντιναζί και «πατέρα» του ιταλικού δημοκρατικού συντάγματος) και τους Nello και Carlo Rosselli, με τους οποίους παρακολούθησε τις πανεπιστημιακές διαλέξεις του Gaetano Salvemini. Όλοι τους συμφώνησαν για μια πολιτική επιμονής και αποφασιστικότητας απέναντι στις επιθέσεις των φασιστικών ομάδων. Ο Berneri πήγε επίσης στα μαθήματα ψυχανάλυσης του Bonaventura, κάτι που θα του χρησιμεύσει στη συγγραφή ενός δοκιμίου για την ψυχολογία του Benito Mussolini.

Έπρεπε να εγκαταλείψει τη Φλωρεντία λόγω φασιστικών διώξεων και έτσι αποσύρεται στην Ούμπρια για να διδάξει σε σχολή κατάρτισης εκπαιδευτικών. Όμως, λόγω του ότι συνεχίζει να εκφράζει τις απόψεις του, εξαναγκάζεται να φύγει στην Γαλλία με τη γυναίκα και τις κόρες του.

Εκδιώκεται και από τη Γαλλία ως «επικίνδυνος αναρχικός» και στη συνέχεια εκδιώκεται από το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο, τη Γερμανία και την Ισπανία. Σε εκείνο το σημείο, μη μπορώντας να εκδιωχθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, επιστρέφει νομίμως στη Γαλλία.

Τη δεκαετία του 1930 στο Παρίσι ζούσε από ένα μικρό κατάστημα, όπου υποδεχόταν τους πιο επικηρυγμένους ιταλούς εξόριστους, ενώ έκανε εργασίες αρχειοθέτησης σε βιβλιοθήκες και εφημερίδες για λογαριασμό του Salvemini, του αντιφασίστα καθηγητή του.

Προβλήματα προέκυψαν όταν ο Guido Miglioli, ένας αντιφασίστας καθολικός, του γνώρισε και εγγυήθηκε για κάποιον Ermanno Menapace. Ο Menapace, ωστόσο, δεν ήταν αντιφασίστας εξόριστος, αλλά ένας επικίνδυνος πράκτορας της OVRA, της μυστικής πολιτικής αστυνομίας του φασιστικού καθεστώτος. Ο χαφιές εκμεταλλεύτηκε τις διαφωνίες που είχαν προκύψει μεταξύ Berneri και Giuseppe Donati, δίνοντας στον Berneri χρήματα για να τον βοηθήσει να δημοσιεύσει κείμενα εναντίον του Donati, ενός καθολικού αντιφασίστα που είχε κατηγορήσει το καθεστώς για τις δολοφονίες του Matteotti και του Giovanni Minzoni, ενός παπά ενορίας από την Argenta. Ο Donati προσεγγίστηκε επίσης από έναν χαφιέ της OVRA, ο οποίος, με τη σειρά του, επιδοτήθηκε στη συγγραφή κειμένων του εναντίον του Berneri.

Η κατάσταση έγινε πιο περίπλοκη όταν ο Carlo Rosselli και ο Emilio Dolci κατάφεραν να δραπετεύσουν από τις ιταλικές φυλακές και να φτάσουν στο Παρίσι. Μια σειρά από βομβιστικές επιθέσεις εκδηλώθηκαν στη Νίκαια και σε μπαρ στις Κάννες. Η ευθύνη αποδόθηκε στο φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρούσε ότι θα κατηγορούνταν οι αναρχικοί, αναγκάζοντας τη γαλλική κυβέρνηση να τους επαναπατρίσει. Εν τω μεταξύ, ο Camillo Berneri προετοίμαζε μια «επίθεση» στον Alfredo Rocco, τον άνθρωπο πίσω από τον διαβόητο Ποινικό Κώδικα Rocco[4], κατά την επίσκεψή του στις Βρυξέλλες. Ο Menapace το κανόνισε ώστε ο Berneri να συλληφθεί στο Βέλγιο, έχοντας στην κατοχή του ένα πιστόλι και κάποιες φωτογραφίες του Υπουργού Δικαιοσύνης Rocco. Έτσι συνελήφθη, και ο Menapace επέστρεψε στη Ρώμη. Στο δικαστήριο στις 22 Φεβρουαρίου 1930, οι φίλοι του Berneri αθωώθηκαν, αλλά ο ίδιος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, ενώ ο Menapace καταδικάστηκε «ερήμην» σε δύο χρόνια, δεδομένου ότι έγινε δεκτό ότι υποκίνησε το όλο γεγονός. Μόλις επέστρεψε στην άλλη πλευρά των γαλλο-βελγικών συνόρων, ο Berneri πέρασε από μια δεύτερη δίκη για τα ίδια γεγονότα και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο και δύο μήνες. Του δόθηκε αμνηστία στις 14 Ιουλίου 1931 και εκδιώχθηκε από τη χώρα, αλλά, καθώς είχε ήδη κηρυχθεί ανεπιθύμητος («persona non grata») στις γύρω χώρες, ο Berneri ήταν και πάλι σε θέση να μείνει στο Παρίσι.

Η ζωή του στο Παρίσι συνεχίστηκε με τη συγγραφή κειμένων και την προσπάθεια μεταστροφής ιταλών εξόριστων σε αναρχικούς. Την εποχή εκείνη η κόρη του παντρεύτηκε τον άγγλο αναρχικό Βέρνον Ρίτσαρντς, ο οποίος στη συνέχεια έγραψε ένα κείμενο για τον Μαλατέστα και πήρε μέρος στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο.

Τα πολυάριθμα ελευθεριακά του άρθρα σε πληθώρα ευρωπαϊκών και βορειοαμερικανικών εντύπων δείχνουν πόσο παραγωγικός ήταν ως συγγραφέας ο Berneri. Μεταξύ των πιο αξιοσημείωτων έργων του είναι οι μελέτες του για την ψυχολογία του Μουσολίνι, όπου ο «Duce» δεν θεωρείται ως θεατρικός ανόητος αλλά ως πονηρός πολιτικός που ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει θεατρικά κόλπα για να υποτάξει τις μάζες (αντίθετα με τον Gramsci, που είδε στον δικτάτορα τον καραγκιόζη, και όχι τον πολιτικό). Ένα άλλο σημαντικό θέμα ήταν ο αντισημιτισμός, ο οποίος αναλύθηκε όχι μόνο στο «El delirio racista» (Ρατσιστικός παραλογισμός) και στο «Le Juif antisemite» (Εβραϊκός αντισημιτισμός), αλλά σε πολλά γράμματα σε φίλους. Ανέλυσε το «αυτο-μίσος» που εξέφρασαν πολλοί μαρξιστές Εβραίοι και επιτέθηκε στον ίδιο τον Μαρξ για την αμηχανία του για το εβραϊκό ζήτημα. Προβλέποντας το Ολοκαύτωμα, ο Berneri έγραψε: «Ο αντισημιτισμός θα είναι μια από τις αγαπημένες μορφές ηλιθιότητας της ανθρωπότητας για κάποιο χρονικό διάστημα». Η συμπάθειά του για τους Εβραίους οφείλεται στη γοητεία που είχε για όσους δεν είχαν χώρα· έγραψε ότι «οι άνθρωποι χωρίς πατρίδα είναι οι πλέον κατάλληλοι για να σχηματίσουν τις βάσεις της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας». Δυστυχώς, οι φασίστες Εβραίοι στο Τορίνο, οι οποίοι, ένα χρόνο αργότερα, θα υπομείνουν τους ιταλικούς νόμους περί φυλής του 1938, επιτέθηκαν στον «αντι-σημίτη του Le Juif» στο περιοδικό τους «La Nostra Bandiera».

Η θεωρητική επίθεση του Berneri στην έννοια του κράτους ήρθε με τον προσδιορισμό της γραφειοκρατίας ως εργαλείο καταπίεσης του συγκεντρωτικού κράτους, αστικού ή σοβιετικού. Αυτό οδήγησε, αναπόφευκτα, σε μεγάλη διαμάχη μεταξύ του ιδίου και του Τρότσκι. Ο Τρότσκι είδε τη σοβιετική γραφειοκρατία ως «ιστορικό παράλογο»· για τον Berneri δεν ήταν παράλογο, αλλά φυσικό επακόλουθο της προσπάθειας διατήρησης του κρατικού συστήματος, η οποία δεν είχε οδηγήσει τη σοβιετική κοινωνία να είναι «αταξική», αλλά σε μια διαίρεση μεταξύ προλετάριων και αυταρχικών γραφειοκρατών.

Στις 12 Ιουλίου 1936, τα νέα σχετικά με το «πραξικόπημα» στην Ισπανία έφθασαν στο Παρίσι. Με το σύνθημα «Σήμερα η Ισπανία, αύριο η Ιταλία» στα χείλη τους, οι Ιταλοί αντιφασιστές ήταν έτοιμοι να φύγουν. Στις 25, ο Berneri έφθασε στην Καταλονία με φορτίο όπλων και πυρομαχικών. Του προσφέρθηκε αμέσως θέση στο Συμβούλιο Οικονομίας, αλλά αρνήθηκε μόλις διαπίστωσε ότι είχε να κάνει με ένα υπουργείο κυβέρνησης.

Ο Berneri, αντίθετα, διοργάνωσε μια συγκέντρωση από 100.000 ανθρώπους στην Plaza de los Toros, στη Βαρκελώνη, φέρνοντας μαζί του τους χαιρετισμούς των Ιταλών αναρχικών και την αλληλεγγύη τους στην Καταλωνική επανάσταση.

Έτσι, με τον Angeloni και τον de Santillán (από τη CNT-FAI), οργάνωσε μια ιταλική αναρχική ομάδα μέσα στο σχηματισμό Francisco Ascaso στο στρατόπεδο Pedralbes (μετονομάστηκε σε «Bakunin») και στις 19 Αυγούστου άφησε τα εκλεκτά πλήθη της Βαρκελώνης για το μέτωπο της Αραγωνίας. Στις 21 Αυγούστου έφτασαν στο Vicien και κατέλαβαν την πεδιάδα Galocha, κυριαρχώντας στο δρόμο μεταξύ Huesca και Saragossa. Στις 23 Αυγούστου πήρε μέρος στις σκληρές συμπλοκές στο «γυμνό βουνό», όπου πέθαναν οι αναρχικοί Angeloni, Perrone και Centrone, ο Angelone τραγουδώντας την Διεθνή (Internationale). Αλλά τα επιτιθέμενα εθνικιστικά στρατεύματα είχαν τελείως απομακρυνθεί. Λόγω προβλημάτων με την όραση και την ακοή του, ο Berneri στάλθηκε πίσω από το μέτωπο και επέστρεψε στη Βαρκελώνη.

Στη Βαρκελώνη προσπάθησε να προειδοποιήσει τους πολίτες για τις σημαντικές συνέπειες των επικείμενων φασιστικών αποβάσεων στις Βαλεαρίδες Νήσους, έκανε προπαγανδιστική δουλειά, επιτέθηκε στην κυβέρνηση της Μαδρίτης για την πολιτική του συμβιβασμού που έβλαπτε την Καταλανική αυτονομία και επέκρινε τη διφορούμενη συμπεριφορά της Γαλλικής και της Αγγλικής κυβέρνησης. Έγραψε για το «Guerra di Classe» και επισκεπτόταν συχνά το «Amigos de Durruti».

Όταν ξέσπασαν συγκρούσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το σπίτι του, όπου ζούσε με άλλους αναρχικούς, δέχθηκε επίθεση στις 4 Μαΐου 1937. Όλοι τους χαρακτηρίστηκαν «αντεπαναστάτες», αφοπλίστηκαν, τους αφαιρέθηκαν τα χαρτιά και τους απαγορεύθηκε η έξοδος από το σπίτι. Στους δρόμους έπεφταν ακόμα πυροβολισμοί όταν, στις 5 Μαΐου 1937, έμαθαν από την Ιταλία το θάνατο του Αντόνιο Γκράμσι σε φασιστική φυλακή. Στη συνέχεια, αφού έγραψε την τελευταία του επιστολή στην κόρη του, την τελευταία συναισθηματική του διαθήκη, ο Berneri βγήκε και περπάτησε προς το ραδιόφωνο της Βαρκελώνης, όπου μνημόνευαν το θάνατο του Gramsci, ο οποίος είχε γράψει στο «Ordine Nuovo»:

«Δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να είναι εχθροί των αναρχικών· οι εχθροί έχουν αντικρουόμενες, αντιφατικές ιδέες, όχι απλώς διαφορετικές».

Αφήνοντας το ραδιόφωνο της Βαρκελώνης, ο Berneri ξεκίνησε για την Plaça de la Generalitat, όπου άρχισαν να του φωνάζουν ορισμένοι σταλινικοί. Πριν μπορέσει να γυρίσει και να κοιτάξει, άνοιξαν πυρ με πολυβόλα, και άφησαν το νεκρό σώμα του εκεί στο δρόμο.

(Συντάχθηκε από τον Toni, μεταφράστηκε από τα ιταλικά από τον David Short. Επεξεργάστηκε από το libcom.)

Σημειώσεις

[1] Γκαριμπάλντι: Αριστερός ιταλός ηγέτης της εθνικής απελευθέρωσης

[2] Οι Carbonari ήταν μυστικές επαναστατικές οργανώσεις – εταιρείες που ιδρύθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα.

[3] Mazzini: Ρεπουμπλικανός εθνικιστής ηγέτης.

[4] Ισχύει ακόμα σήμερα.

Μετάφραση – απόδοση Π.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 201, Φεβρουάριος 2020
Both comments and trackbacks are currently closed.