ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΧΑΝΕΤΑΙ

τίποτε-δε-χάνεται

Μτφ. Γιάννης Καυκιάς εκδ. Πόλις / σελ. 385 Ιούνιος 2020

Τον έλεγαν Σαΐντ. Ήταν δεκαπέντε χρονών, σκοτώθηκε πολύ κοντά στο κοινωνικό κέντρο. Ένας απλός έλεγχος ταυτότητας, που είχε άσκημη κατάληξη. Όπως συμβαίνει πολύ συχνά. Τα φιλαράκια που πλακώνουν. Το πρώτο μπουκάλι που πετιέται, τα τόσα άλλα που ακολουθούν. Οι νύχτες που διαδέχονται η μία την άλλη υπό το φως των αστυνομικών προβολέων, των φλας από τις κάμερες και των πυρπολημένων οδοφραγμάτων. Ο πατέρας μου που απευθύνει εκκλήσεις για ηρεμία όπως όλοι οι κοινωνικοί παιδαγωγοί. Κανένας δεν τους ακούει. Και γιατί θα έπρεπε να τους ακούσουν; Οι διαδρομές είναι παράλληλες. Δεν διασταυρώνονται. Ποτέ. Και δεν το κατάλαβε. Ούτε αυτός, ούτε οι συνάδελφοί του.

Ο 11χρονος Ματιά μεγαλώνει μέσα σε σιωπές, που κάνουν ακόμη περισσότερο αφόρητο το μίσος, την λύπη, αλλά και τις ενοχές, που σημαδεύουν το περιβάλλον του. Όλα μοιάζουν να διαλύονται μέσα στην απόγνωση, την τρέλα, τα θαμμένα μυστικά. Και πάλι οι σιωπές. Στους τοίχους της μικρής πόλης τα συνθήματα ζητούν Δικαιοσύνη με κόκκινα γράμματα δίπλα στο πρόσωπο του 15χρονου Σαΐντ: η τάξη δολοφόνησε τον Σαΐντ.

Ο δολοφόνος αστυνομικός αθωώνεται σε μια πόλη, που βουλιάζει σιγά σιγά στην παραίτηση, που καταβροχθίζει λεπτό το λεπτό, μέρα με την μέρα κάθε ίχνος αθωότητας, που υποτίθεται μπορεί να «ανήκει» στους νέους: σχολείο, κομμένο σχολείο, κλοπή αυτοκινήτου ή κάτι παρόμοιο, φυλακή, αποφυλάκιση, ανεργία, αφραγκία, γαλέρα δίχως τέλος, ξανά κλοπή αυτοκινήτου ή κάτι παρόμοιο, ξανά φυλακή, με ποινές ολοένα και πιο βαριές όσο περνούν τα χρόνια

Οι σειρήνες των περιπολικών σχίζουν την σιωπή των δρόμων και γαλαζωποί φάροι φωτίζουν(;) το σκοτάδι κατά την διάρκεια της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, οι μπάτσοι παρακολουθούν κάθε «ύποπτη» κίνηση, μετά αναλαμβάνουν οι κοινωνικοί λειτουργοί, μετά ο δικαστής ανηλίκων, ο επιτηρητής αναστολών… Ο 11χρονος Ματιά χαμογελάει: τίποτα δεν αλλάζει ποτέ. Όλα αναπαράγονται ασταμάτητα. Τίποτε δεν χάνεται, τίποτα δεν δημιουργείται. Όλα μεταβάλλονται και πάντα με τον ίδιο τρόπο, και μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα…

Οι «ήρωες» της Cloé Mehdi, καταραμένοι, αχνές φιγούρες, που κινούνται δίχως αύριο σε μια γκρίζα πόλη, που παλεύουν με τους εφιάλτες τους, αναμετριούνται με τα βλέμματα και τις σιωπές, αυτοκτονούν ή προσπαθούν να το κάνουν, «επισκέπτες» των δημόσιων ψυχιατρείων με τους ίδιους λευκούς διαδρόμους τις ίδιες λευκές μπλούζες, ισορροπούν προς στιγμή δίχως «ζώνη» ασφαλείας, ζητούν εξηγήσεις, σηκώνονται νιώθουν άτρωτοι, αντικρύζουν τα φαντάσματά τους για να βουτηχτούν και πάλι στην άβυσσο.

Το παρελθόν μέγγενη αληθινή, όσο και αν κρύβεται πίσω από μισόλογα και σιωπές, που σηκώνονται ξανά και ξανά σαν τοίχοι, γιατί κάθε σιωπή κρύβει και μια ταπείνωση, και μια υποταγή, μια απώλεια την οποία διαδέχεται η επόμενη και μετά η επομένη…

Και το πρόσωπο του Σαΐντ σβήνεται από τους τοίχους της πόλης και αυτή τη φορά κανένας δεν προσπαθεί να τον ξαναζωγραφίσει…

Το παρελθόν, όμως, ακόμα και νεκρό δεν είναι ποτέ θαμμένο…

Έρχεται η στιγμή, που μπαίνουν στον χορό για να σπάσουν την σιωπή, οι άνθρωποι της γειτονιάς, οι μάνες, οι αδερφές, οι φίλοι… Η Τζίνα η αδερφή του Ματιά, η Αμελιά η μητέρα του, ο κηδεμόνας του ο 24χρονος Ζε, η σύντροφος του Ζε η Γκαμπριέλ, ο νεαρός Καρίμ και ο φίλος του ο Ναδίρ, η Σιχάμ η αδελφή του Σαΐντ.

Και το δίχτυ απλωμένο πάνω από την άβυσσο…

Και προχωράς, μαριονέτα του εαυτού σου, των δικών σου, του κόσμου σου, προχωράς, κάνοντας το ένα βήμα μετά το άλλο, πάντα ίσια μπροστά, δεν μπορείς να στηρίξεις κανέναν γιατί είσαι υποχρεωμένος να τεντώσεις τα χέρια στο πλάι για να ισορροπείς, υπάρχουν τόσοι άλλοι άνθρωποι πίσω σου, μπροστά σου, δεν μπορείς ούτε να βραδύνεις, ούτε να ταχύνεις το βήμα, όλη η ανθρωπότητα προχωράει πάνω σ’ αυτό το τεντωμένο σχοινί και το παραμικρό παραπάτημα θα μπορούσε να είναι μοιραίο, για σένα, και γι’ αυτούς που προηγούνται κι αυτούς που ακολουθούν, ορίστε όλο σου το δίλλημα.

Και όμως κάποιοι, κάποιες σκέφτονται την ανταπόδοση, να τα κάψουμε όλα δεν γίνεται αλλιώς, λέει η Τζίνα προαναγγέλλοντας την κάθαρση(;) και αργότερα με το όπλο στο χέρι, πρέπει να σταματήσει αυτή η κατάσταση, πρέπει επιτέλους να κάνει κάποιος κάτι. Οτιδήποτε. Έστω και αν δεν χρησιμεύει σε τίποτα

….Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν μέχρι τα ξημερώματα. Οι ταραχές ξέσπασαν μετά τον θάνατο ενός εικοσιδυάχρονου, του Σελίμ Σαντζιάκ, τουρκικής καταγωγής, σε συνθήκες που παραμένουν αδιευκρίνιστες

Είμαι καλά κραυγάζει ο Ματιά, τ’ ορκίζομαι, η βρωμιά του κόσμου δεν μπορεί να με αγγίξει. Έχω το απόρθητο τείχος μου…

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.