Νικήτας Σταματελόπουλος, ὁ Τουρκοφάγος (1787 – 1849)

Μία εξέχουσα προσωπικότητα στὴν ὁποία ὀφείλομεν νὰ παραχωρήσωμε

μία ἀμετακίνητη θέσι στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας

«Ἐγεννήθηκα εἰς ἕνα χωριὸ Μεγάλη Ἀναστάσοβα[1] ἀποδῶθε ἀπὸ τοῦ Μυστρᾶ πρὸς τὴν Καλαμάτα. Ὁ προπάππος μου ἦτον Προεστὸς καὶ ὁ πατέρας μου ἔφυγε δεκαέξι χρόνων καὶ ἐπῆγε μὲ τὰ στρατεύματα τὰ Ρούσικα στὴν Πάρο καὶ ἦτον πολεμικός. Τὸν ἐσκότωσαν εἰς τὴν Μονεμβασίᾳ μαζὶ μὲ ἕναν ἀδελφὸ καὶ μ’ ἕναν κουνιάδο μου. Ἀπὸ ἕνδεκα χρόνων, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, ἔσερνα ἄρματα[2]».

Ἔτσι ἀρχίζει τὰ ἀπομνημονεύματά του ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικώτερους καὶ γενναιότερους ἀγωνιστὲς τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ὑπῆρξε ἀκαταμάχητος πολεμιστὴς καὶ κατὰ τὶς μάχες στὶς ὁποῖες συμμετεῖχε εἶχε ἐξολοθρεύσει μεγάλο ἀριθμὸ τούρκων[3].

Ὁ παπποῦς τοῦ Νικηταρᾶ, ὁ γερο-Νικήτας, μαζὶ μὲ τὸν γιὸ του Σταματέλλο κυνηγημένοι καὶ ἐπικηρυγμένοι ἀπὸ τοὺς τούρκους, κατέφυγαν καὶ εγκαταστάθηκαν στὸ χωριὸ Τουρκολέκα τοῦ Δήμου Φαλαισίας τῆς ἐπαρχίας Μεγαλουπόλεως, τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀσφαλὲς λημέρι γιὰ τοὺς διωκόμενους κλέφτες. Ὡς ἐκ τούτου, τὰ παιδικά του χρόνια τὰ ἔζησε στὸ χωριὸ τοῦ πατέρα του καὶ λόγῳ αὐτῆς τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ δόθηκε ἀρχικὰ τὸ ἐπώνυμο Τουρκολέκας. Τελικά, τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο συνδέθηκε ἐπισήμως ἦταν Σταματελόπουλος[4].

Ἑνδεκάχρονος, βγῆκε στὸ ἁρματωλίκι, στὰ ἀχνάρια τοῦ πατέρα του. Στὴν ἴδια ἡλικία ἐντάχθηκε στὸ «μπουλούκι» τοῦ περίφημου κλέφτη Ζαχαριᾶ Μπαρμπιτσιώτη[5]. Ἀπὸ αὐτὸν ἔμαθε τὰ μυστικὰ τῆς πολεμικῆς τέχνης, ξεχωρίζοντας γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν εὐρωστία του. Ἦταν ψηλός, μελαχρινός, πρῶτος στὸ ἅλμα καὶ γρήγορος στὸ τρέξιμο. Ἡ στενὴ σχέσις τοῦ Ζαχαριᾶ μὲ τὸν Νικηταρᾶ, ἐπισφραγίσθηκε στὸν γάμο του μὲ τὴν κόρη τοῦ Ζαχαριᾶ, Ἀγγελίνα.

Ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Κολοκοτρώνη (ἡ μητέρα του ἦταν ἀδελφὴ τῆς συζύγου τοῦ Κολοκοτρώνη) καὶ πολύτιμος συνεργάτης του στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν τούρκων κατακτητῶν. Το 1806, κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τῶν κλεφτὼν καὶ τῶν ἁρματωλῶν τῆς Πελοποννήσου, ὁ Νικηταρᾶς μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη καταφεύγουν στὴν Ζάκυνθο. Κατατάσσονται στὸν Ρωσσικὸ στρατὸ καὶ παίρνουν μέρος στὴν ἐκστρατεία τῶν συμμαχικῶν πό­λεων τῆς Ἰταλίας ἐναντίον τοῦ Ναπολέοντα. Ἔκτοτε, χρονολογούνται καὶ οἱ δεσμοί του μὲ τὴν Ρωσσία.

Μετὰ τὴν παραχώρησι τῶν Ἑπτανήσων στὴ Γαλλία, τὸν Ιούλιο τοῦ 1807 καταφεύγει μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη στὴ Σκιάθο καὶ συμμετέχει ὡς κουρσᾶρος στὴν δρᾶσι τοῦ θρυλικοῦ Μαύρου Στόλου[6]. Τὴν ἄνοιξι τοῦ 1808 σπεύδει μαζὶ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη σὲ βοήθεια τοῦ ἀνυπότακτου Τουρκαλβανοῦ φίλου τους Ἀλῆ Φαρμάκη ἐναντίον τοῦ Βελῆ Πασᾶ, γιοῦ τοῦ περιβόητου Ἀλῆ τῶν Ἰωαννίνων. Μὲ χιλιάδες στρατὸ ὁ Βελὴς πολιορκεῖ, χωρὶς επιτυχία, γιὰ 65 ἡμέρες τὸν Πῦργο τοῦ Ἀλῆ Φαρμάκη στὸ Μοναστηράκι Ἀρκαδίας.

Ἀκολούθως, κατατάσσεται ὡς ἀξιωματικὸς στὰ Ἑλληνικὰ συντάγματα των Ἑπτανήσων καὶ διακρίνεται στὴν κατάληψι τοῦ «διαβολικοῦ» κάστρου τῆς Λευκάδας, τὸ ὁποῖο κατεῖχαν οἱ Γάλλοι, τὸν Μάρτιο-Ἀπρίλιο τοῦ 1810.

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1816, οἱ Τοῦρκοι συλλαμβάνουν στὰ Βάτικα τῆς Λακωνίας τὸν πατέρα του Σταματέλλο, τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη καὶ τὸν κουνιάδο του Ἀναγνώστη, γυιὸ τοῦ καπετὰν Ζαχαριᾶ, τοὺς κόβουν τὰ κεφάλια καὶ τὰ στέλνουν στὴν Τρίπολη στὸν Τοῦρκο διοικητή.

Ἰδοὺ πῶς περιγράφει ὁ Νικηταρᾶς, στὰ ἀπομνημονεύματά του, τὸν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του Γιάννη:

«Εἰς τὸν ἀδελφόν μου προβάλλουν ν’ ἀλλάξει τὴν πίστιν.

–“Θὰ πάω ἐκεῖ ποὺ πάγει ὁ πατέρας μου.”

– “Κάθισε νὰ σὲ κάμωμε Τοῦρκο.” (Τοῦ δείχνουν τὸν πατέρα του σκοτωμένον) – “Γίνου τοῦρκος.” (Τὸ παιδὶ κάμνει τὸν σταυρό του. Ἔγινε ἀπὸ τὸ αἷμα του σταυρός. Πῆραν τὰ κεφάλια τους στὴν Τριπολιτσᾶ)».

Ἡ σφαγὴ ἔγινε ἔξω ἀπὸ τον Ἱερὸ Ναὸ του «Ἑλκομένου Χριστοῦ» στὴν παλαιὰ Μονεμβασία[7].

Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1818 ἐπιστρέφει στὴν Πελοπόννησο καὶ στὶς 18 Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου χρόνου μυεῖται στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀπὸ τὸν παλιό του φίλο Ἡλία Χρυσοσπάθη. Ἔτσι ἦλθε ἡ σειρά του νὰ κατηχεῖ ἄλλους: «Ἐγὼ χειροτόνησα τοὺς καλογήρους», καυχᾶται ὁ ἴδιος.

Ἀκόμη, συμμετεῖχε στὴν ἐκστρατεία τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ κόσμου ἐν ὄψει τοῦ ἐπερχόμενου ἀγῶνα, μὲ περιοδεῖες γιὰ ἕνα διάστημα στὴν Πελοπόννησο, μαζὶ μὲ τὸν Αναγνωσταρᾶ καὶ τὸν Δ. Πλαπούτα.

Ὁ Νικηταρᾶς εἶναι αὐτὸς ποὺ καταλάγιασε τὴν ἔχθρα καὶ συμφιλίωσε τὸν Αναγνωσταρᾶ μὲ τὸν Γρηγόριο Δικαῖο (Παπαφλέσσα). Ἔτσι, ὁμοθυμαδὸν ἦλθαν καὶ οἱ τρεῖς στὴ Μονὴ Μαρδακίου γιὰ νὰ προετοιμάσουν τὴν ἐπανάστασι.

Μία συμπλοκὴ μὲ Τούρκους στὴν Ἀλωνίσταινα θὰ τὸν ἀναγκάση νὰ καταφύγη καὶ πάλι στὴ Ζάκυνθο, ὅμως τόν Φεβρουάριο τοῦ 1821 ἐπιστρέφει στὸ Μωριά, γιὰ νὰ ξεκινήσει τὴν ἀπαράμιλλα ἐπικὴ πορεία του.

Ἡ παρουσία καὶ ἡ δρᾶσις του καθ’ ὅλην τὴν δεκαετία τοῦ 1820 εἶναι ἀδιάλειπτος. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Νικηταρᾶς καὶ οἱ μάχες γιὰ την ἐλευθερία συνδέονται ἄρρηκτα. Εἶναι πρωτοστατοῦσα μορφὴ στὸν ἀγῶνα. Ἔτσι ἔχει κατακτήσει ἕνα μοναδικὸ προνόμιο: εἶναι ὁ ἀγωνιστὴς ὁ ὁποῖος ἄνοιξε τὴν αὐλαία τῆς Ἐπαναστάσεως τὴ νύκτα τῆς 16ης πρὸς 17η Μαρτίου 1821, συμπλεκόμενος μὲ μία ὁμάδα τούρκων ἔξω ἀπὸ τὴν Καλαμάτα καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ὁποῖος ἔριξε τοὺς τίτλους τέλους της μὲ τὶς τελευταῖες ντουφεκιὲς στὴ μάχη τῆς Πέτρας τῆς Βοιωτίας, τὴν 12η Σεπτεμβρίου 1829.

Ἡ Καλαμάτα ἀπελευθερωμένη στὶς 23 Μαρτίου τοῦ 1821 θὰ ὑποδεχθῆ τὸ Νικηταρὰ μαζὶ μὲ τοὺς Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα, Ἀναγνωσταρᾶ καὶ Μούρτζινο μέσα σὲ κλῖμα ἄκρατου ἐνθουσιασμοῦ.

Στὴν μάχη τοῦ Βαλτετσίου τῆς Ἀρκαδίας, τὴν 12η-13η Μαΐου τοῦ1821, ὁ Νικηταρᾶς ἐπικεφαλῆς σώματος 200 ἀνδρῶν καὶ εὑρισκόμενος στὰ Δολιανὰ κατώρθωσε νὰ ἀποκρούση νικηφόρα τὴν ἐπίθεσι ἕξη χιλιάδων τούρκων, οἱ ὁποῖοι διέθεταν καὶ κανόνια. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἦταν οἱ τοῦρκοι οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἀπὸ τὸ χέρι του ἐκείνη τὴν ἡμέρα, οἱ συμμαχητές του ἔδωσαν σ’ αὐτὸν τὴν προσωνυμία Τουρκοφάγος, μὲ τὴν ὁποία ἔγινε πασίγνωστος.

 Ὁ Φωτᾶκος γράφει χαρακτηριστικά: «Ὁδηγούμενος πάντοτε ὑπὸ τοῦ θείου του Θ. Κολοκοτρώνη, εὑρέθη εἰς Βαλτέτσι κατὰ τὴν πρώτην ἐκεῖ γενομένην μάχην. Ἀφοῦ δὲ οἱ τοῦρκοι μᾶς ἐκυνήγησαν, μᾶς ἐπῆραν τὸ χωριὸ καὶ μᾶς ἔκαυσαν καὶ ἕνα μέρος σπίτια, ἡμεῖς πάλιν τοὺς ἐκυνηγήσαμεν ὅτε ὁ Νικήτας καταδιώκων τοὺς τούρκους ἐφώναξε: ‘‘Σταθῆτε, Περσιανοί, νὰ πολεμήσωμεν!’’».

Ἀπὸ ἐκείνης δὲ τῆς ἡμέρας οἱ Ἕλληνες ἔλεγον τοὺς τούρκους Περσιανούς, διότι καὶ ἀνέκαθεν ὑπῆρχεν ἰδέα πατροπαράδοτος εἰς τοὺς Ἕλληνας ὅτι οἱ τοῦρκοι κατάγονται ἀπὸ τὴν Περσίαν καὶ τὴν Κόκκινην Μηλιὰν ὡς ἔλεγον[8]».

Ὁ Νικηταράς πεζομαχῶν μὲ τὸ τούρκικο ἱππικό

Τὸ κυνηγητὸ τῶν καβαλαραίων ἀπὸ τὸν Νικηταρὰ στάθηκε ἀφορμὴ νὰ ἐξαπλωθῆ στὰ στρατόπεδα ἡ φήμη γιὰ τὴν γρηγοράδα του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πεζομάχησε μὲ ἐχθρικὸ ἱππικὸ στὸν κάμπο τῆς Τεγέας, γεγονὸς ὅμοιο τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε γίνει μέχρι τότε ἀπὸ  Ἕλληνες.

Τὸν Δεκέμβριο τοῦ ’21 συμμετέχει στὴν πολιορκία τοῦ Ναυπλίου, ὅπου ἐκινδύνευσε σοβαρὰ νὰ αἰχμαλωτισθῆ ἀπὸ τοὺς τούρκους. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1822 μὲ 700 ἀγωνιστὲς παίρνει μέρος στὴν μάχη τῆς Στυλίδας καὶ τῆς Ἁγίας Μαρίνας στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀνδρούτσου.

Στὴν Ἀνατολικὴ Στερεά, οἱ ἐπαναστατημένοι Ἀθηναῖοι τὸν ἐξέλεξαν ἀρχηγό τους. Ὅμως, λόγω τοῦ ὅτι ὑπῆρξε δυσφορία ἐκ μέρους τῶν Μαυρομιχαλαίων[9] ἔφυγε γιὰ τὴν Λειβαδιά, διότι δὲν ἤθελε νὰ δημιουργῆ προβλήματα καὶ ἔριδες. Βοήθησε τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο στὴν προσπάθειά του νὰ ἀνακαταλάβη τὴν πόλι. Μάλιστα, ἑδραιώθηκε μεταξύ τους μία δυνατὴ φιλία ὥστε ἔγιναν σταυραδέρφια[10].

Μεγάλη ἦταν ἡ συμβολή του κατὰ τὴν εἰσβολὴ τοῦ Δράμαλη καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα πανωλεθρία του στὰ στενὰ τῶν Δερβενακίων, ὅπου καὶ πάλι προκάλεσε μεγάλες ἀπώλειες στοὺς Τούρκους (συνολικά ὑπῆρξαν τρεῖς χιλιάδες νεκροί) στὴν χαράδρα τοῦ Ἁγίου Σώστη[11] (26 Ἰουλίου 1822) καὶ μετὰ στὸ Ἀγιονόρι (28 Ἰουλίου 1822) μαζὶ μὲ τὸν Νικήτα Φλέσσα.

Κατόπιν, ἐπέστρεψε στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ βοηθήση τὸν Κολοκοτρώνη στὴν συνεχιζόμενη πολιορκία τῆς Τρίπολης. Ὅταν ἡ πόλις ἔπεσε, οἱ Ἕλληνες τὴν λαφυραγώγησαν καὶ μοίρασαν τὰ λάφυρα. Μεταξὺ τῶν ἐλαχίστων οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν ἦταν καὶ ὁ Νικηταράς. Διότι, παρὰ τὴν ἔμφυτη πολεμικότητά του ὁ Νικηταρᾶς ἀνέδειξε σὲ πολλὲς περιπτώσεις ὅτι παρέμενε ἀνθρωπιστής, μέσα στὴ σκληρότητα τοῦ ἀγώνα γιὰ ἐλευθέρωση. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ στάσις του, κατὰ τὴν ἅλωσι τῆς Τριπολιτσᾶς (23/09/1821) ὅπου ἔκανε τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἀποτρέψη τὴν σφαγὴ τοῦ μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ καὶ δίκαια ἐξαιρέθηκε ἀπὸ τοὺς παρόντες Φιλέλληνες ἀπὸ κάθε κατηγορία σφαγῆς ἤ λαφυραγωγίας. Γι’ αὐτό, ὅπως καὶ γιὰ ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις, ὁ Τυρταῖος τοῦ Ἀγώνα, ὁ Τσοπανᾶκος τὸν ἐγκωμίασε: «…στὰ λάφυρα δὲν ἅπλωσε. Φάνηκε Λυκοῦργος νέος, νομοθέτης καὶ γενναῖος…».

Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μετὰ τὴν μάχη στὰ Δερβενάκια. Τὰ λάφυρα συγκεντρώθηκαν σὲ τεράστιους σωρούς. Καπετάνιοι καὶ στρατιῶτες μαζεύτηκαν γιὰ τὴν μοιρασιά. Κάποιοι πρόσεξαν ὅτι ἕνας συναγωνιστής τους ἔλειπε ἀπὸ τὴν συντροφιά. Ἦταν ὁ Νικηταρᾶς! Παρὰ τὴν ἄρνησί του νὰ πάρει κι αὐτὸς κάποια λάφυρα, στὸ τέλος καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπιμονὴ τῶν συντρόφων του, πῆρε μία σέλα, μία ταμπακέρα ξυλόγλυπτη κι ἕνα σπαθί. Τὴν σέλα χάρισε ἀμέσως σὲ ἕναν συμπολεμιστὴ καὶ φίλο του. Τὴν ταμπακέρα, τὴν ἔστειλε στὴν γυναίκα του Ἀγγελίνα μὲ τὸ σημείωμα «Τὴν στέλνω σὲ σένα πού ἀγαπῶ ὕστερα ἀπὸ τὴν Πατρίδα. Λάβε την γιὰ νὰ μὲ θυμᾶσαι». Τὸ ξίφος τὸ ἔστειλε στὴν Ύδρα γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ στόλου. Οἱ πρόκριτοι, ὅμως, τοῦ νησιοῦ, τὸ ἐπέστρεψαν λέγοντας ὅτι τὸ σπαθὶ αὐτό, μόνον ὅταν τὸ κρατεῖ τὸ χέρι τοῦ Νικηταρᾶ ἔχει ἀξία. Ἡ ἀφιλοκέρδεια καὶ ἡ ἀνιδιοτέλεια τοῦ Νικηταρᾶ ἔμεινε παροιμιώδης. Ποτὲ δὲν ζήτησε καὶ ποτὲ δὲν πῆρε.

Νικηταρᾶς – Ἀρβανίτης:
«Ὠρέ, ἐγὼ εἶμαι στρατιώτης κι ὄχι δήμιος»

Ἀξιοσημείωτο εἶναι, ἐπίσης, καὶ τὸ ἀκόλουθο γεγονός. Μετὰ τὴ νίκη στὰ Δερβενάκια ὁ Κολοκοτρώνης στρατοπέδευσε στὸ Ἄργος καὶ ὁ Νικηταρᾶς ἔμεινε πίσω μὲ τοὺς ἄνδρες του γιὰ νὰ ελέγξη μήπως οἱ Τοῦρκοι ἐπιχειρήσουν αἰφνιδίως νέα ἐπίθεσι. Σὲ μία περιπολία, μέσα σὲ μία λόχμη βρῆκε ἕνα τραυματισμένο Ἀλβανό, ὁ ὁποῖος τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν ἀποτελειώση μὲ τὸ σπαθί του, καθὼς δὲν μποροῦσε ἄλλο νὰ ὑποφέρη τοὺς πόνους. Ὁ Νικηταρᾶς περήφανα τοῦ ἀπάντησε: «Ὠρέ, ἐγὼ εἶμαι στρατιώτης κι ὄχι δήμιος», καὶ τὸν πῆρε στὴν πλάτη του γιὰ νὰ τὸν μεταφέρη στὸν γιατρὸ τοῦ στρατοπέδου. Μόλις ὁ ἥρωας πλησίασε τὶς ἑλληνικὲς θέσεις οἱ στρατιῶτες του τὸν ἐπευφημοῦσαν φωνάζοντας τὸ ὄνομά του. Τότε ὁ Ἀλβανὸς ἔσκυψε καὶ ρώτησε τὸν σωτήρα του τί σχέσι εἶχε μὲ τὸν περίφημο, τὸν τρομερὸ Νικηταρᾶ. Καὶ ὅταν κατάλαβε ποιός ἦταν, ἔβγαλε ἕνα μικρὸ λεπίδι καὶ τρέμοντας ἀπὸ συγκίνηση ἔκοψε ἕνα βόστρυχο ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τοῦ Νικηταρᾶ σὰν κειμήλιο γιὰ τὴ γενναιοψυχία του[12].

Δὲν ἦταν φίλαρχος, γιὰ αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκε μὲ ὑψηλὸ φρόνημα καὶ ἀξιοπρέπεια τὸν παραμερισμὸ τοῦ Ὀδυσσέα Ανδρούτσου καὶ τὴν ἀνάληψι ἀπὸ τὸν ἴδιο τῆς ἀρχηγίας τῶν στρατευμάτων τῆς Ἀνατολικῆς Στερεᾶς, τονίζων πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἀρείου Πάγου: «Ἡ ανάμιξη τῶν πολιτικῶν στὶς στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις θὰ εἶναι καταστροφικὴ γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀγώνα.»

Ὅταν ἄρχισαν οἱ ἐμφύλιες διαμάχες τὸ 1823, τάχθηκε –ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο– μὲ τὸ μέρος τοῦ θείου του Κολοκοτρώνη καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Κουντουριώτη. Παρ’ ὅλη τὴν ὑποστήριξί του πρὸς τὸν Κολοκοτρώνη, τήρησε μετριοπαθῆ στάσι καὶ δὲν πῆρε μέρος στὶς μάχες οἱ ὁποῖες ἔγιναν, ἐνῶ μὲ παρεμβάσεις του προσπαθοῦσε νὰ συμφιλιώση τὰ πράγματα. Συγκεκριμένα, ὅταν ξέσπασε ὁ Ἐμφύλιος μεταξὺ Πελοποννησίων καὶ Ρουμελιωτῶν πολιτικῶν, ὁ Νικηταρᾶς συγκεντρώνει στὸ Ἀνάπλι τοὺς βουλευτὲς καὶ τοὺς λέει: «Τὸ Γένος θέλει ὅ,τι θέλομεν ἐμεῖς οἱ Στρατιωτικοὶ καὶ πάρετε τὰ μέτρα σας οἱ Πολιτικοί. Δὲν ὑποφέρεσθε πλέον διὰ τὴν διχόνοιάν σας, μὲ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀφανίσετε τὸ Γένος. Ἀπὸ αὐτὰ πού ἀκούω καὶ βλέπω, θὰ γίνει ἀφεύκτως Γκοβέρνο Μιλιτάρε (Στρατιωτικὴ Κυβέρνησις)»!…

Μετὰ τὴν ἐπικράτησι τῶν Κυβερνητικῶν καὶ ἀφοῦ εἶχε κηρυχθεῖ ἀντάρτης, ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβῆ στὸ Μεσολόγγι, ὅπου ἐντάχθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Δ. Μακρῆ. Κλείστηκε στὴν πολιορκουμένη πόλι καὶ πολέμησε κατὰ τοῦ Κιουταχῆ, στὴν δεύτερη πολιορκία.

Ὅταν χορηγήθηκε ἀμνηστεία, ἐν ὄψει τῆς εἰσβολῆς τοῦ Ιμπραήμ, ἐπέστρεψε στὴν Πελοπόννησο ἐπικεφαλῆς στρατιωτικοῦ τμήματος καὶ ἔλαβε μέρος σὲ πολλὲς μάχες. Παράλληλα, ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψη τὸ «Ψήφισμα τῆς Ὑποτέλειας» (1825) τὸ ὁποῖο προέβλεπε τὴν ἀναγνώρισι τῆς Μεγάλης Βρετανίας ὡς μοναδικῆς προστάτιδος δυνάμεως τῆς Ἑλλάδος[13].

Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1826 μὲ συμπολεμιστή του τὸν Γεώργιο Καραϊσκάκη, ἔλαβε μέρος, μὲ 800 παλικάρια, στὴ νικηφόρα μάχη τῆς Ἀράχωβας.

Παροιμιώδης ἦταν ἡ ὀλιγάρκεια καὶ ἡ ὑπερηφάνεια του ὅπως στὴν περίπτωσι κατὰ τὴν ὁποία ὁ Γάλλος στρατηγὸς Μαιζών, ὅταν ἐπιτηροῦσαν τὴν ἀποχώρησι τῶν στρατευμάτων τοῦ Ιμπραὴμ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, θέλησε νὰ τὸν περιποιηθῆ, ὁ περήφανος ὁπλαρχηγὸς ἀρνήθηκε λέγων ὅτι δὲν τοῦ ἔλειπε τίποτε καὶ ὅτι ἡ Ἑλλάδα μποροῦσε νὰ θρέψη τοὺς στρατιῶτες της, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἔκρυβε μὲ ἐπιμέλεια τὸ δοχεῖο μὲ τὶς λίγες ἐλιές του!

Τὸ 1829, ὁ Νικηταρᾶς μὲ συνέταιρο τὸν Ἀρχιμανδρίτη Πύρρο τὸν Θετταλό, ἱδρύουν χαρτοποιεῖο στὸ Ἄργος, «πρὸς ἔπαινον τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄφελος τῶν Ἑλλήνων», καταβάλλοντες 3.000 γρόσια ἕκαστος. Κατασκευάζουν χίλια περίπου φύλλα χαρτιοῦ. Τὰ χρήματα, ὅμως, τελειώνουν κι ἔτσι οἱ ἐργασίες σταματοῦν. Τόσον ὁ Καποδίστριας ὅσο καὶ ὁ Ὄθων, ἀργότερα, ἀρνοῦνται νὰ συνδράμουν στὴ ἐπανεκκίνησι τῶν ἐργασιῶν. Ἡ ἐπιχείρησις χαρτοποιΐας λήγει ἄδοξα. Ἄς ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τόσον κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Καποδίστρια, ὅσον καὶ αὐτὴ τοῦ Ὄθωνος ὑπῆρξε ὑποστηρικτὴς τοῦ ρωσικοῦ κόμματος, τῶν λεγόμενων Ναπαίων[14].

Παρὰ τοὺς ὅποιους τίτλους τοῦ ἀπονέμονταν κατὰ τοὺς χρόνους συστάσεως τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους στὴν οὐσία ὁ κατατρεγμός του ἦταν διαρκής.

Κατὰ τὴν Βαυαροκρατία, δὲν συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὶς πολιτικὲς διαμάχες, εἶχε ὅμως ἐκδηλώσει σαφῶς τὴν ἀντίθεσί του πρὸς τοὺς Βαυαρούς. Ἔτσι, μετὰ τὴν ἄφιξι τοῦ ‘Ὄθωνος ἔζησε ἀπομονωμένος. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὑπέστη πολλὲς διώξεις.

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1833 συνελήφθη μαζὶ μὲ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς γιὰ συνωμοσία ἐναντίον τοῦ Ὄθωνος καὶ φυλακίσθηκε γιὰ μικρὸ διάστημα στὸ Παλαμήδι. Μερικούς μῆνες μετὰ, τὸν Μάϊο τοῦ 1834, οἱ Κολοκοτρώνης καὶ Πλαπούτας δικάσθηκαν καὶ καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο. Σὲ ἕναν περίπατο τοῦ Τερτσέτη καὶ τοῦ Πολυζωίδη, ἀμέσως μετὰ τὴν πολύκροτη δίκη τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τὴν πεισματικὴ ἄρνησι τῶν δύο δικαστῶν νὰ τὸν καταδικάσουν, ὁ λαὸς τοῦ Ναυπλίου ἔσπευσε νὰ τοὺς εκφράση τὴν εὐγνωμοσύνη του καὶ τὸν θαυμασμὸ του γιὰ τὴν στάσι τους. Ξαφνικὰ μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος ξεπρόβαλε ὁ Νικηταρᾶς, πλησίασε τὸν Πολυζωΐδη καὶ τοῦ εἶπε δακρυσμένος: «Πρόεδρε μὲ τὴν ἡρωϊκή σου διαγωγὴ μοῦ πῆρες τὶς δάφνες τῶν Δερβενακίων».

Μετὰ τὴν ἐξέγερσι στὴ Μεσσηνία τὸν Αὔγουστο τοῦ 1834, συνελήφθη καὶ φυλακίστηκε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν βαυαρικὴ Ἀντιβασιλεία.

Τὸ 1839 συνελήφθη, μὲ τὴν ἄδικη κατηγορία τῆς συνωμοσίας, ὡς μέλος τῆς «Φιλορθόδοξης Ἑταιρείας» ἡ ὁποία στρεφόταν ἐναντίον τοῦ Ὄθωνος. Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὸ ἀνώνυμο καὶ ἀχρονολόγητο ὑπόμνημα μὲ τὸν τίτλο: «Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα συσταθείσης φιλορ[θο]δόξου ἑταιρίας», «σκοπὸν εἶχε ν’ αντικρούση τὰς εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἐκτεινομένας προόδους τῶν βιβλικῶν ἑταιρειῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς». Τὸν ἐμφάνισαν, μάλιστα, σὰν στρατιωτικὸ ἀρχηγὸ τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶχε ὡς στόχους τὴν ἀπελευθέρωσι τῶν ὑπόδουλων περιοχῶν καὶ τὴν στήριξι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Φυλακίστηκε στὸ Παλαμήδι, καὶ στὴ συνέχεια δικάστηκε (προσήχθη στὴ δίκη καθιστὸς λόγω ἀδυναμίας), στὶς 11 Ἰουλίου 1840, ἀλλὰ λόγω ἐλλείψεως στοιχείων ἀθωώθηκε.

Ὅμως, ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μὲ τὴν προσυπογραφὴ τοῦ Ὄθωνος τὸν φυλάκισε στὴν Αἴγινα. Ἀπὸ τότε ἄρχισε τὸ μαρτύριό του. Βρέθηκε κλεισμένος σὲ ἕνα δωμάτιο γεμάτο ὑγρασία, ἄρρωστος καὶ μὲ τὸν Βαυαρὸ γιατρὸ νὰ ἀρνεῖται πεισματικὰ νὰ δώση ἐντολὴ γιὰ μεταφορὰ του στὸ νοσοκομεῖο. Κάθε μέρα οἱ Βαυαροὶ δεσμοφύλακές του τὸν ἔβγαζαν στὸ δρόμο, τὸν χτυποῦσαν μὲ μπαστούνια καὶ τὸν περιγελοῦσαν μπρὸς στὰ μάτια τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν ἥρωά τους. Ἀνάμεσα στοὺς θεατὲς ἦταν καὶ ἡ δεύτερη κόρη του, ἡ ὁποία δὲν ἄντεξε νὰ βλέπη τὸν πατέρα της σὲ αὐτὴ τὴν κατάστασι καὶ τρελάθηκε, ἐνῶ αὐτὸς ἀρρώστησε μὲ ζάχαρο τὸ ὁποῖο τοῦ κατέστρεψε τὴν ὅρασι. Λόγω τῶν ταλαιπωριῶν καὶ φυλακίσεων ἡ ὑγεία του εἶχε κλονισθεῖ σοβαρά. Τελικὰ στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1841, διὰ προσωπικῆς ἀπειλητικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ἀμνηστεύτηκε καὶ ἀποφυλακίστηκε σχεδὸν τυφλός.[15]

Ἐν συνεχεία, ἀσθενὴς καὶ ταλαιπωρημένος ἔφθασε στὸ Ἄργος, στὸ σπίτι του. Μολονότι καμμία σχέσι δὲν εἶχε μὲ τὸν τόπο αὐτό, δέθηκε μαζί του. Ἐξ ἄλλου ἕνα ἀγρόκτημα στὴ θέση Σερεμέτι, κοντὰ στὰ ὅρια τοῦ Ἄργους πρὸς τὸ Ναύπλιο, ἦταν ὅλη του ἡ περιουσία.

Ὁ Νικηταρᾶς δὲν εἶχε ἄλλους πόρους δικούς του. Γιὰ νὰ ἀποξηράνη, νὰ ἐμπλουτίση καὶ νὰ καλλιεργήση τὴ γῆ του χρειάστηκε νὰ δανεισθῆ. Δανείσθηκε γιὰ νὰ φτιάξη τὸ σπίτι του. Δανείσθηκε, ἐπίσης, καὶ γιὰ νὰ συντηρήση τοὺς στρατιῶτες του τὸν καιρὸ τοῦ ἀγώνα. Οἱ τόκοι τὸν ἔπνιξαν. Παρὰ τὶς προσπάθειες, ὅμως, τοῦ ἴδιου καὶ τῆς οἰκογένειας του, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐντολὲς τῆς Κυβέρνησης γιὰ ἀναστολὴ τῶν διώξεων λόγω χρεῶν, τὸ κτῆμα στὸ Σερεμέτι τελικὰ δὲν σώθηκε, ἐκποιήθηκε.

Στὰ ἑπόμενα χρόνια εὐτύχησε νὰ τύχη κάποιας ἀναγνωρίσεως: Μετὰ τὴν Ἐπανάστασι τοῦ 1843 ὀνομάστηκε ὑποστράτηγος, ἐνῶ μετὰ τὴ συνταγματικὴ ἐξέγερση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε γερουσιαστής, θέση ἡ ὁποία τοῦ ἐπέφερε μία πενιχρὴ σύνταξη. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Νικηταρᾶς ἀποτραβήχτηκε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὸν Πειραιὰ καὶ ἔμενε σὲ ἕνα φτωχικὸ σπίτι.

Ἡ φτώχεια τοῦ σχεδὸν τυφλοῦ πλέον στρατηγοῦ ἦταν τόση, ὥστε ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ μὴν ἔχει χρήματα γιὰ νὰ ἀγοράσει οὔτε ψωμὶ γιὰ τὴν ἄρρωστη γυναίκα του (ἐκεῖνος μποροῦσε νὰ ἀντέξη τὴν πείνα περισσότερο). Τὸ χειρότερο ἦταν ὅτι τὸν εἶχαν ξεχάσει ὅλοι. Ἀκόμα κι στρατηγὸς Μακρυγιάννης ὁ οποῖος, πρὶν, τὸν εἶχε βοηθήσει.

Ἡ περιπέτειά του ἔφθασε στὰ αὐτιὰ τοῦ πρεσβευτὴ τῆς Ρωσίας, ὁ ὁποῖος ἐνημέρωσε σχετικὰ τὴν κυβέρνησί του, γιὰ τὸν μεγάλο αγωνιστὴ ὁ ὁποῖος ἔγινε ζητιάνος μὲ ἔγκρισι τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖο τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ζητιανεύη μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα, κάθε Παρασκευή[16], μαζὶ μὲ ἄλλους ζητιάνους κοντὰ στὸν χῶρο ὅπου τὸ 1892 κτίσθηκε ἡ ἐκκλησία τῆς Ευαγγελίστριας. Ἔτσι, κάποια στιγμὴ ἕνας ἀπεσταλμένος τῆς πρεσβείας βρέθηκε στὴ θέση ὅπου ζητιάνευε ὁ στρατηγός. Μόλις ὁ Νικηταρᾶς ἀντιλήφθηκε ποιὸς ἦταν, μάζεψε ἀμέσως τὸ ἁπλωμένο του χέρι!

– Τί κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ὁ ἀπεσταλμένος.

– Ἀπολαμβάνω τὴν ἐλεύθερη πατρίδα μου! ἀπάντησε περήφανα ὁ ἥρωας.

– Μὰ ἐδῶ τὴν ἀπολαμβάνετε καθισμένος στὸν δρόμο;

– Ἡ πατρίδα μοῦ ἔχει χορηγήσει σύνταξη γιὰ νὰ ζῶ καλά, ἀλλὰ ἐγὼ ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ παίρνω μία ἰδέα πῶς περνάει ὁ κόσμος, ἀντέτεινε ὁ περήφανος Νικηταρᾶς.

Εἶδε καὶ ἀπόειδε ὁ ξένος καὶ γύρισε νὰ φύγη χαιρετώντας εὐγενικά. Φεύγοντας, ὅμως, ἄφησε νὰ τοῦ πέσει ἕνα πουγκὶ μὲ χρυσὲς λίρες, ὥστε νὰ μὴν προσβάλη τὸν πάμφτωχο στρατηγό. Ὁ Νικηταρᾶς ἄκουσε τὸν ἦχο, ἔπιασε τὸ πουγκί, τὸ ψηλάφισε καὶ φώναξε στὸν ξένο:

– Σοῦ ἔπεσε τὸ πουγκί σου. Πάρτο γιὰ νὰ μὴν τὸ βρῆ κανεὶς καὶ τὸ χάσεις!

Ὁταν οἱ πιστωτές του βγάζουν σὲ πλειστηριασμὸ τὸ μοναδικό του περιουσιακὸ στοιχεῖο, τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι, πηγαίνει τυφλὸς στὸν πλειστηριασμὸ μὲ ἕνα σπαθί στὸ χέρι. Εἶναι τὸ μοναδικὸ λάφυρο τὸ ὁποῖο εἶχε δεχθεῖ νὰ πάρη μετὰ τὴ νίκη του στὰ Δερβενάκια. Ὅταν τὸν ἀντικρύζουν νὰ διαβαίνη στὴν αἴθουσα τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὅλοι μὲ σεβασμὸ καὶ ντροπὴ σιωποῦν. Ὁ Νικηταρᾶς ἀνεβαίνει στὸ βῆμα καὶ λέει: «Τελευταῖος πλειοδότης τὸ σπαθὶ τοῦ Νικηταρᾶ». Οἱ διεκδικητὲς ἀποσύρονται καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν πεθαίνει ἄστεγος στὸν δρόμο ὁ Τουρκοφάγος.

Τὸ σπαθὶ τοῦ Νικηταρᾶ στὸ Ἐθνικό Ἱστορικὸ Μουσεῖο

Ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ μαχητικότητά του ἔχουν τραγουδηθεῖ σὲ πολλὰ δημοτικὰ ἄσματα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ποιητές, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος[17], ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς καὶ ὁ Νίκος Γκάτσος[18].

Ὁ δὲ Κωστῆς Παλαμᾶς, τὸ 1930, ἀφιέρωσε ἐπίγραμμα στὸν Νικηταρᾶ:

Ἐδῶ στὴν πέτρ’ ἀσάλευτος

ὁ στρατηγὸς Νικήτας

ὁ Τουρκοφάγος ἀθλητὴς

τοῦ γένους νέος ἀκρίτας.

Πάντ’ ἀνθισμένη ἂς τὴν κρατᾶ

τὴν δάφνην τῶν Ἑλλήνων

καὶ στῶν πολέμων τὴν ἱερὴν φωτιὰ

καὶ στῶν κινδύνων.

Ἕναν πολὺ ὄμορφο χαρακτηρισμὸ γι’ αὐτὸν διασώζει ὁ Γ. Γαζής, γραμματέας τοῦ Καραϊσκάκη, στὸ «Λεξικὸν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἄλλα ἔργα»:

«Οὗτος ἦν ὁ ἥρως καὶ τὸ καύχημα τῆς Πελοποννήσου, οὐ μόνον διὰ τοὺς πολέμους καὶ ἀνδραγαθίας του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀρετάς του. Ἦν γὰρ ὁ ἀνὴρ ἀρειμάνιος, ἁπλοῦς καὶ ἄκακος, εἰλικρινὴς καὶ τίμιος, πιστὸς καὶ φιλότιμος, δίκαιος καὶ ἀμερόληπτος, πλούσιος καὶ πένης ὁ αὐτὸς διότι, ἐνῶ εἶχε τρόπους νὰ πλουτίση καὶ αὐτός, καθὼς ἄλλοι ὁπλαρχηγοὶ ἐπλούτησαν ἤ ἀπὸ πλεονεξίας καὶ ἁρπαγὰς, ἤ ἀπὸ λάφυρα καὶ τυχηρά, αὐτὸς κατεφρόνη καὶ λάφυρα καὶ ἐδίωκε τὸν ἐχθρόν, ἐπατούσε τὸν χρυσὸν διὰ νὰ κινήση τὸν ἐχθρόν, εὐχαριστούμενος νὰ ὀνομάζηται πένης ἔνδοξος παρὰ πλούσιος ἄδοξος. Διόπερ εἰς τὰς μάχας ὡς ἄλλος Ἐπαμεινώνδας, ὁ μὲν Νικήτας φερωνύμως ἐνίκα καὶ ἐθριάμβευεν, ἄλλοι δὲ φιλόπλουτοι ἐλαφυραγώγουν καὶ ἐθησαύριζον ἀπὸ τὰς νίκας τοῦ Νικήτα. Διὰ τοῦτο ὅμως θαυμαζόμενος ἀπέκτησε πλοῦτον καὶ θησαυρὸν ἀνεξάντλητον, τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ σέβας ὅλου τοῦ Πανελληνίου».

Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ ἀνυπέρβλητος ἀγωνιστὴς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, μὲ τὴ μοναδικὴ δρᾶσι καὶ τὴν ἀπαράμιλλη αὐτοθυσία! Ὁ Νικηταρᾶς ἐτάφη δίπλα στὸ Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στὸ πρῶτο νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν. Ὡστόσο, φαίνεται ὅτι ὁ θάνατος τῆς γυναίκας του καὶ τῶν παιδιῶν του καὶ ἡ ἔλλειψις στενῶν συγγενῶν καὶ ἄμεσων ἀπογόνων στάθηκε ἀφορμή νὰ μὴν ἐνδιαφερθῆ κάποιος γιὰ τὴν σωρό του!  Ἔτσι, μέχρι σήμερα παραμένει ἄγνωστος ὁ τάφος του ἢ ἡ τοποθεσία στὴν ὁποία εύρίσκονται τὰ ὀστά του.

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 214, Απρίλιος 2021

[1]. Μετονομάσθηκε σὲ Νέδουσα μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα τὸ 1927.

[2]. Γεώργιος Τερτσέτης, Ἀπομνημονεύματα Νικήτα τοῦ τουρκοφάγου, Μέρμηγκας, Ἀθήνα, 2009. Κάποια στιγμὴ τῆς καταγραφῆς τῶν ἀπομνημονευμάτων, ὁ Τερτσέτης τ}ον ρώτησε γιατὶ ἔμεινε φτωχός καὶ δὲν πῆρε ποτέ του λάφυρα ἂπὸ τὶς μάχες, ὁ Νικηταρᾶς ἀποκρίθηκε: «Πραματευτὴς δὲν ἤμουνα. Ἡ μοίρα μου τὸ θέλησε νὰ γίνω καπετάνιος. Μὰ δὲν θὰ ἤτανε σωστὸ νὰ κάμω πραμάτεια τὸ καπετανιλίκι μου γιὰ νὰ καζαντίσω!»…

[3]. Σὲ μία συνάντησί του μὲ τὸν Γερμανὸ φιλέλληνα C. F. Bojons τοῦ εἶπε πὼς εἶχε ἐξολοθρεύσει 300 Τούρκους μέσα σὲ ἕνα ἑξάμηνο. Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ ὄνομα τουρκοφάγος συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὸν τυραννοκτόνο. Δὲν αἰσθανόταν εὐχαρίστησι (τὸ αντίθετο μάλιστα συνέβαινε) καθὼς ἐσκότωνε τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἐλευθερίας, γι’ αὐτὸ, ὅπως ἀναφέρεται, στὴν μάχη τῶν Δερβενακίων, ἐνῶ πολεμοῦσε, ἐνθάρρυνε τὸν ἑαυτό του: «…Κουράγιο Νικήτα Τούρκους σφάζεις!».

[4]. Ἐπέλεξε τὸ ὄνομα Σταματελόπουλος (ὁ γυιὸς του Σταματέλλου) γιὰ νὰ τιμήση τὸν πατέρα του. Τὸ  αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ γυιός του Ἰωάννης· δὲν κράτησε τὸ οἰκογενειακὸ ὄνομα Σταματελόπουλος ἀλλά τὸ ἀγαπημένο προσωνύμιο τοῦ πατέρα του: Νικηταρᾶς.

[5]. Σὲ ἕνα σιδηρουργεῖο, στὸ ὁποῖο ἐργαζόταν, τὸν ἀπάντησε ὁ πρωτοκλέφτης Ζαχαριᾶς καὶ ἀφοῦ τὸν ἐρώτησε τίνος παιδὶ εἶναι τοῦ εἶπε: «Καλὰ ὁλόκληρος γίγαντας καὶ κάθεσαι ἐδῶ καὶ βαρᾶς ἀμόνια; Θα ἔρθης κοντὰ σὲ μένα».

[6]. Ἐπρόκειτο γιὰ στόλο 70 πειρατικῶν σκαφῶν, τὸν ὁποῖο συγκρότησαν ἁρματωλοὶ τοῦ Ὀλύμπου καὶ ὁρισμένοι Μακεδόνες καὶ Θεσσαλοί. Ὁ στολίσκος αὐτὸς ἔδρασε τὸ 1807 στὸν θαλάσσιο χῶρο τῶν Βορείων Σποράδων καὶ στὸν Θερμαϊκὸ μέχρι τὴ Λήμνο πρὸς βορρᾶ καὶ μέχρι τὸν Καφηρέα πρὸς νότο. Ὅλα τὰ πλοῖα ἦταν βαμμένα μαῦρα. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1808 τουρκικὸς στόλος, ἀποτελούμενος ἀπὸ φρεγάτες καὶ μπρίκια, ἐπιτέθηκε στὴ βάσι τῶν πειρατικῶν στὴ Σκιάθο. Ὁ τουρκικὸς στόλος ὑπέστη καταστροφή. Σὲ αὐτὴν τὴν ναυμαχία βοήθησε τοὺς Ἕλληνες καὶ μία παραπλέουσα ἀγγλικὴ πολεμικὴ φρεγάτα.

[7]. Κάθε χρόνο στὸ χωριὸ Τουρκολέκα τοῦ Δήμου Φαλαισίας, τῆς ἐπαρχίας Μεγαλουπόλεως, τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας, τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου νεομάρτυρα Ἰωάννη Τουρκολέκα, τοῦ ὁποίου ναὸς ὑπάρχει στὸ χωριό, ὅπου γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε ὁ σφαγιασθεὶς ἀδελφὸς τοῦ Νικηταρᾶ.

[8]. Φώτιος Χρυσανθόπουλος ἤ Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων Ἀνδρῶν, σελ. 93.

[9]. Οἱ ὁποῖοι μονίμως ἐπεδίωκαν νὰ ἔχουν ἀξιώματα, ἀπαιτοῦντες, ἔναντι τοῦ Κολοκοτρώνη, ἀκόμη καὶ τὴν ἀρχιστρατηγία τῆς Πελοποννήσου.

[10]. Ὅπως διηγεῖται ὁ Μακρυγιάννης, ἡ ἐντιμότητα τοῦ Νικηταρᾶ δὲν εἶχε μέτρο. Ὅταν πῆρε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κωλέττη νὰ πάη νὰ συναντήση τὸν Ὀδυσσέα Ανδροῦτσο στὸν Παρνασσὸ (Ἀνατολική Στερεά), ἔστειλε κρυφὰ ἀγγελιοφόρο στὸν Ὀδυσσέα ὁ Κωλέττης καὶ τοῦ ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ὁ Νικηταρᾶς νὰ σὲ σκοτώση καὶ νὰ πάρη τὸ στράτευμα. Ὅταν το ἔμαθε ὁ Ὀδυσσέας, ἔστησε μπλόκο καὶ ἔπιασε τὸν Νικηταρᾶ αἰχμάλωτο. Ἀφοῦ τὸν ἁλυσοδέσανε, τὸν πῆγαν στὴ σπηλιὰ ὅπου ἔμενε ὁ Ὀδυσσέας. Μόλις ἀντίκρυσε τὸν Ὀδυσσέα τοῦ εἶπε: «Τί καμώματα εἶναι αὐτὰ Δυσσέα;» Καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε τὸ ἱστορικὸ μὲ τὸν Κωλέττη. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Νικηταρᾶς: «Ἐπειδὴ καὶ στὸ μέλλον θὰ ἐπιχειρήσουν τὰ ἴδια, ἐγὼ προτείνω νὰ γίνουμε ἀδελφοποιτοί». Ὁ Ὀδυσσέας τὸν κοίταξε μὲ ντροπή, διότι μπορεῖ νὰ εἶχε σκοτώσει ἕναν φίλο του καὶ πολύτιμο ἀγωνιστῆ τοῦ ἔθνους. Παίρνει ὁ Νικηταρᾶς τὸ γιαταγάνι του καὶ χαράζει τὸ χέρι του νὰ τρέξη αἷμα. «Ἄν μὲ πιστεύεις κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο», τοῦ λέει. Τότε ὁ Ὀδυσσέας χαράζει τὸ χέρι του καὶ τὸ βάζει πάνω στὸ χέρι τοῦ Νικηταρᾶ κι ἔγιναν ἀδέλφια.

[11]. Φημολογεῖται ὅτι ὁ Νικηταρᾶς ἄλλαξε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μάχης τέσσερα σπαθιὰ καὶ ἀφοῦ τὰ τρία πρῶτα ἔσπασαν τὸ τέταρτο χρειάστηκε ἰατρικὴ βοήθεια, γιὰ νὰ ξεκολλήση ἀπὸ τὸ χέρι του, καθὼς εἶχε ὑποστεῖ βαριᾶς μορφῆς ἀγκύλωσι!

[12]. Τὸ 1876 οἱ γλύπτες ἀδελφοὶ Φυτάλη φιλοτέχνησαν ἕνα ἀνάγλυφο σύμπλεγμα, σὲ φυσικὸ μέγεθος, το ὁποῖο ἀναπαριστᾶ τὸν Νικηταρὰ φέροντα στὴν πλάτη του τὸν πληγωμένο Ἀλβανό. Ἡ δημοσίευσις τοῦ περιστατικοῦ ἔγινε στὸ περιοδικὸ Ἀθηναΐς .

[13]. Ἄς σημειωθῆ ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης τὸ εἶχε ὑπογράψει.

[14]. Τὸ Ρωσσικὸ κόμμα λεγόταν καὶ κόμμα τῶν Ναπαίων ἀπὸ κάποιον Κερκυραῖο ὀνόματι Νάπα, ὁ ὁποῖος ἦταν φανατικὸς ὑποστηρικτὴς τοῦ Καποδίστρια.

[15].  Ἰωάννης Σόλαρης, Νικηταρᾶς.

[16]. Αὐτὸς ὁ περιορισμός, ὀφειλόταν στὸ γεγονὸς τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ ζητιάνων, οἱ ὁποῖοι συνέρρεαν καθημερινά στὸν χῶρο.

[17]. Σὺ ἀρχαγγέλου ρομφαίαν ἔχων

Καὶ εἰς τὰς πτέρνας φέρων πτερά,

Ψυχὰς δὲν ἅρπαζες τῶν Τούρκων τρέχων

Εἰς τὰς σκηνάς των, Νικηταρᾶ;

(Ἀλέξανδρος Σοῦτσος, Τουρκομάχος Ελλάς)

[18]. Τσάμικος, στίχοι: Νίκος Γκᾶτσος, Μουσική: Μάνος Χατζηδάκις.

Both comments and trackbacks are currently closed.