Φοβάμαι, άρα υπάρχω

Η ασθένεια της ευυπόληπτης καρμανιόλας προς τέρψη της οφθαλμοφανούς εξαπάτησης συναντάται σε κάθε εποχή (για να μην πούμε πως προηγείται της εποχής της). Πρόκειται για ασθένεια μακροχρόνια και υποτροπιάζουσα. Μερικά από τα συμπτώματα που έχουν αναφερθεί στα γεωγραφικά μήκη και πλάτη της γης είναι μούδιασμα, αδιαφορία, αστάθεια, έλλειψη επικοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον, αίσθηση εγκατάλειψης, δυσφορία, ακράτεια, εγωκεντρισμός, τάσεις αυτοκαταστροφής και διαφυγής από την πραγματικότητα.

Τα άτομα που πάσχουν από την παραπάνω νόσο συνήθως ζούνε σύμφωνα με όσα τους έχουν πει κι όχι με όσα τους ταιριάζουν. Για την ακρίβεια δεν μπήκαν καν στον κόπο να αναζητήσουν τι είναι αυτό που τους ταιριάζει και κυρίως ποιοι είναι. Συμπεριφέρονται στη ζωή όπως σε ένα ρούχο που το φοράνε καθημερινά μέχρι τη στιγμή που θα το βαρεθούνε και θα το πετάξουν ενώ θα μπορούσαν να το χαρίσουν.

Οι άνθρωποι στις μοντέρνες κοινωνίες έχουν την τάση να βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά στην κινούμενη άμμο της καταναλωτικής συνήθειας πιστεύοντας πως με αυτό τον τρόπο θα καταφέρουν να γεμίζουν τα κενά που χάσκουν σαν κρατήρες μέσα στην ψυχή τους. Μέσα από την άρνηση αντιμετώπισης των προβλημάτων τους διακόπτουν τη φυσική εξέλιξη του είναι τους κατακερματίζοντας την όποια ευνοϊκή αντιπαράθεση με τον εαυτό τους. Αρέσκονται να τους ακούν κι όχι να ακούνε, μεταφέροντας το βάρος της υπόστασής τους στην πιο εύκολη λύση των πάντων: ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της ζωής αντί να τις γράψουν. Είναι κάτι σαν νοητική ανεπάρκεια. Είναι τόσο θλιβερό κι επικίνδυνο να αντιλαμβάνεσαι τις δυνατότητες που κρύβει ένας άνθρωπος και να μην επιθυμεί να συντελέσει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής του αναζήτησης.

Οι κοινωνίες αφαιμάζουν καθημερινά τους ανθρώπους, τους πνίγουν με νόμους θεϊκούς, τους εξουσιάζουν με τη δύναμη των όπλων, τους αλλοιώνουν με παρανοϊκές φοβίες, τους αποθαρρύνουν να ακολουθήσουν κάθε τι νέο και διαφορετικό, τους «τελειοποιούν» σε αντικείμενα δίχως πνοή και σθένος, δίχως όραμα και ζωή. Κανένας νόμος έως τώρα δεν κατάφερε να νικήσει την αδικία. Η αδικία θα σταματήσει μόνο όταν και εάν το επιτρέψει ο άνθρωπος με τη στάση του και την άφοβη κρίση του να εξηγήσει πρώτα τον κόσμο μέσα του κι ύστερα έξω από το κουβούκλιό του.

Η ομορφιά της ζωής είναι να ψάχνεις στα πιο σκοτεινά σημεία (σου) με συντροφιά τους χτύπους της καρδιάς σου και την πεποίθηση πως κάπου εκεί έξω σε περιμένει το φως. Αντί να γινόμαστε αυταρχικοί και μίζεροι ας οραματιστούμε τον άνθρωπο που θα ζει ελεύθερος. Αντί να τρέμουμε στην ιδέα πως αύριο θα χαθούμε ας μάθουμε να ζούμε την κάθε μέρα με τα πάνω και τα κάτω της. Αντί να δημιουργούμε ένα ψεύτικο προφίλ ας μιλήσουμε αληθινά για τα θέλω μας. Αντί να θεοποιούμε καταστάσεις και ανθρώπους ας ρίξουμε μια ματιά στον ουρανό κι ύστερα ας κοιτάξουμε τον κόσμο γύρω μας. Όλα μας ενώνουν με όλους: από την ανάσα μέχρι τον τρόπο που κινούμαστε.

Φρόντισαν να μας πείσουν πως είμαστε καλύτεροι ή χειρότεροι συγκριτικά με τους άλλους. Αφού κάλυψαν τις δικές τους ανάγκες με ψέματα και συμβιβασμούς ήρθαν ύστερα να μας χωρίσουν σε τάξεις και να μας δώσουν τίτλους κι υποσχέσεις. Το κύριο μέλημα των ισχυρών ανέκαθεν ήταν να πείσουν τον άνθρωπο πως είναι ανίσχυρος και ανίκανος έτσι ώστε να εγκαθιδρύσουν τη δυναστεία τους πίνοντας και τρώγοντας από εκείνα που δεν τους ανήκουν. Κι ο όχλος πάντα εκεί: ανέκφραστος κι ακούραστος να περιμένει να έρθουν καλύτερες μέρες (λες και πρόκειται για ένα ακόμη καταναλωτικό προϊόν που αγοράζεται με πίστωση). Χρόνια πάσχοντες από «κάτι» που δεν το γνωρίζουν αλλά ούτε και διατίθενται να το γνωρίσουν.

Κανείς δεν θα προλάβει να αποκτήσει όσα του αναλογούν γιατί πολύ απλά τίποτα (και κανένας) δεν μας ανήκει. Έχουμε τη συνήθεια να μιλάμε με υπονοούμενα αποφεύγοντας συστηματικά να πούμε με δυο λέξεις τι είναι αυτό που ζητάμε από τον άλλο και αν μπορεί και θέλει να μας το δώσει. Πχ ζητάμε από κάποιον να μας αγαπά, να μας φροντίζει και να μας υποστηρίζει χωρίς να λάβουμε υπόψη μας εάν αυτός ο κάποιος έχει τη δυνατότητα ή την επιθυμία να το πράξει. Οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες και τούτο οφείλεται στην επιβεβλημένη κοινωνική «ηθική» που σκοπό έχει να διαλύσει κάθε τι όμορφο και φυσικό μετατρέποντάς το σε άλλη μια κοινωνική ανταλλαγή με σκοπό το κέρδος και τη διατήρηση των νόμων προσφοράς και ζήτησης.

Με δυο λόγια: πουλάμε και αγοράζουμε συνειδήσεις, άτομα, σχέσεις, ζωή. Ακόμη και με το θάνατο διαπραγματευόμαστε (λες και υπάρχει περίπτωση να τον αποφύγουμε). Τάζουμε και υποτάσσουμε. Και για να τα έχουμε καλά με όλους και να (απο)δείξουμε και την ευαισθησία μας αφιερώνουμε κι από μια μέρα στην παγκόσμια ηλιθιότητα κι ανοχή. Τι να πεις; Στα ημερολόγια, εκτός των συνηθισμένων ημερών θα αναφέρονται και οι ειδικές παγκόσμιες μέρες να υπενθυμίζουν στο κοινό το γελοίο του πράγματος και το μεγαλείο του θαύματος να αντικατοπτρίζεται (η ανέχεια, η πείνα, οι αρρώστιες, η βία, ο εθελοντισμός, η αλληλεγγύη), η αληθινή μορφή των πραγμάτων στον καθρέφτη της φιλήσυχης-φιλάνθρωπης κοινωνίας. Πίσω από κάθε τραγικό γεγονός βρίσκεται η σιωπηλή διαμαρτυρία και η ηχηρή αδιαφορία, η άγνοια και η ηθική της υποκρισίας και της αναμφίβολης υποταγής στην παράδοση του αλάθητου, αλώβητου και του άβατου της οικογενειακής ευτυχίας.

Πόσα στόματα μένουν κλειστά; Πόσα θύματα προσφέρονται στο βωμό της διαστροφικής αποκλειστικότητας και κτητικότητας; Αριθμημένα ζωντανά πτώματα τυλιγμένα με απόγνωση ποζάρουν μπροστά από βιτρίνες εξερευνώντας με τα άδεια τους μάτια το κύμα της ζωής. Άλλο ένα θύμα, άλλο ένα όνομα, άλλη μια ιστορία με ανώνυμους πρωταγωνιστές. Όσο εμείς συνεχίσουμε να δρέπουμε τις δάφνες μας και να υπολογίζουμε την αξία μας καταμετρώντας φίλους, χρήματα, περιουσίες και γνώσεις, τόσο θα τρέχουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς αυτό που τρέμουμε και να κατονομάσουμε: το θάνατο. Όσο απομακρυνόμαστε από πράγματα, καταστάσεις, ανθρώπους τόσο η διαδρομή προς την αλήθεια (μας) ξεκαθαρίζει.

Ξεχάσαμε να ακούμε τους ήχους στις ιστορίες που μας διηγούνται. Για να δούμε μια εικόνα δεν αρκεί να φανταστούμε μόνο τα χρώματα ή τις φυσιογνωμίες: πρέπει να φανταστούμε και τους ήχους. Οι ήχοι της ζωής δεν θα μας ξεγελάσουν όσο οι εικόνες: από το βουβό κλάμα μέχρι το ανυπόφορο γέλιο ή το τρίξιμο των δοντιών. Οι ήχοι ασφυκτιούν μέχρι τη στιγμή που θα απελευθερωθούν στο σύμπαν.

Κανονικότητα δεν είναι τα σκατά που μας υποχρέωσαν να ζήσουμε ούτε τα κούφια λόγια των πνευματικών. Κανονικότητα δεν είναι να γνωρίζεις τα πάντα αλλά όσα χρειάζονται στον καθένα μας για να ζήσει αρμονικά με τη φύση. Κανονικότητα δεν είναι να δουλεύουμε χωρίς να απολαμβάνουμε ή να απολαμβάνουμε μόνο εμείς με τους δικούς μας κι οι υπόλοιποι να πεθαίνουν από πείνα. Κανονικότητα δεν είναι να παράγουμε πολιτισμό δημιουργώντας πλανήτες από σκουπίδια και λύματα αλλά να εκφραζόμαστε μέσα από τα τραγούδια, τις τέχνες, τη ζωγραφική, την ποίηση, ανακαλύπτοντας τον μοναδικό κόσμο που βρεθήκαμε να ζούμε. Κανονικότητα δεν είναι να απολογούμαστε για τις επιλογές μας αλλά να τις στηρίζουμε.

Καλλωπίζοντας ένα σαθρό σύστημα κι αποδίδοντάς του μαγικές δυνάμεις δεν καταφέρνεις τίποτα άλλο από το να το συντηρείς και να το κληροδοτείς στους επόμενους. Μια μισογκρεμισμένη γέφυρα δεν θα αντέξει το βάρος σου όσο προσεκτικά κι αν τη διασχίσεις. Κόσμος περιμένει υπομονετικά έξω από καταστήματα και τράπεζες, έξω από θεματικά πάρκα και ναούς. Κόσμος περιμένει την επόμενη βδομάδα, τον επόμενο χρόνο, την αύξηση των εσόδων του, μια αγκαλιά, έναν φίλο, τον έρωτα, μια καλή χειρονομία, μια κουβέντα, ένα ραντεβού, κόσμος στημένος έξω από συσσίτια, κοιμητήρια, ουρητήρια. Κόσμος έξω από το γνώριμο στήνεται και στήνει ανθρώπους σε ουρές για να περάσει η ώρα του χωρίς σκέψεις και προβληματισμούς για το αύριο.

Όλα ξεκίνησαν από ένα κουτί: όσο μικραίνει το κουτί τόσο μεγαλώνει η απογοήτευση και η δυστυχία του κόσμου. Πανικόβλητοι τρέχουν και δε φτάνουν. Μικροκαμωμένοι άνθρωποι καλούνται να λύσουν το μυστήριο της ζωής και την εξήγηση του θανάτου. Κανείς δεν παρατηρεί τα φύλλα των δέντρων που αλλάζουν χρώμα το φθινόπωρο.

Ένας κόσμος πληροφορεί και πληροφορείται με υπερβολικό υλικό. Πού να βρεθεί χρόνος για επικοινωνία και σχέσεις; Όλα στο πόδι, όλα στο μικροσκόπιο της κατανάλωσης. Όλοι εξετάζουν κι εξετάζονται σε μαθήματα έκτακτης ανάγκης. Η ανάγκη να ζήσεις αναβάλλεται επ΄ αόριστον. Κάνεις γύρους από κεκτημένη ταχύτητα. Όταν σταματήσεις να τρέχεις τότε θα βρεθείς αντιμέτωπος με την άλλη όψη του νομίσματος και τότε θα χρειαστεί να αναθεωρήσεις, αλλά μη φοβάσαι, υπάρχει λύση και για αυτό: κάνε πως κοιμάσαι κι αν δυσκολεύεσαι υπάρχουν και τα χάπια. Χάπι για την αυπνία, χάπι για τη βουλιμία, χάπι για την κατάθλιψη, χάπι για τη λίμπιντο, χάπι για την καθυστέρηση του γήρατος, χάπι για να μην πάρεις άλλα χάπια, χάπι για να ξεχνάς, χάπι για να θυμάσαι, χάπι για καλή φυσική κατάσταση και γερά κόκκαλα, χάπι για να είσαι πάντα σε ετοιμότητα στις καθημερινές δυσκολίες, χάπι για τη δυσκοιλιότητα, χάπι για την απώλεια συγκέντρωσης, χάπι για τη διαφορετικότητα, χάπι για την εγκληματική αδιαφορία, χάπι για να είσαι φρόνιμος, χάπι για να αλλάζει η διάθεσή σου ανάλογα με την περίσταση.

Ανάμεσα σε τόσες γλώσσες καμμία δεν ταιριάζει με εκείνη που τροφοδοτείται από την ορμή μας να δραπετεύσουμε από το μαγικό κουτί και να ζητιανέψουμε λίγη από τη σοφία της φύσης και την ομορφιά του να είσαι (εσύ) όπως σε φαντάστηκες. Ο κόσμος μας είναι αυτό που βλέπουμε κι αυτό που ακούμε: ούτε μικρός ούτε μεγάλος, ούτε φιλικός ούτε αφιλόξενος, ούτε φτωχός ούτε πλούσιος, ούτε αφέντης ούτε δούλος. Η μανία του ανθρώπου να θεωρεί τον εαυτό του ιδιοκτήτη (άψυχων κι έμψυχων) ή αθάνατο έχει θεμελιώσει τη μονολιθική τάση τού διαίρει και βασίλευε. Μοναδικοί και μοναχικοί ως όντα, ιδιόμορφοι κι απρόβλεπτοι, συντροφικοί κι αλληλέγγυοι, ασταθείς και περίεργοι, άλλοτε με φιλικές κι άλλοτε με εχθρικές διαθέσεις, αναλύουμε τις σταγόνες και πνιγόμαστε στον ωκεανό.

Κάποτε σκεφτόμασταν, σήμερα καταναλώνουμε. Οι σκέψεις τράπηκαν σε φυγή, τα όνειρα μολύνθηκαν από τον ιό της αισχροκέρδειας. Κάλπικοι ισχυρισμοί αποκτούν υπόσταση με την αμέριστη συμπαράσταση τοκοφόρων ελπιδοφόρων υποκατάστατων. Με άδειες κλεψύδρες χρονομετρούμε τα βήματά μας στην επιφάνεια της ύλης. Πόσο δύσκολο είναι να ξυπνήσεις ένα πρωί να κοιτάξεις τη μέρα είτε με συννεφιά είτε με ήλιο και να τραβήξεις κατευθείαν το δρόμο σου προς τη σπηλιά του ανώνυμου πλήθους; Να μείνεις για λίγη ώρα κοντά στις κινούμενες κούκλες και να αφουγκραστείς μαζί τους την αναπνοή της ζωής, του χνώτου, και της έκρηξης που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή από τα χιλιάδες συναισθήματα που προβάλλουν μέσα από τα μάτια μας κι ας κάνουμε τα πάντα για να τα καμουφλάρουμε και να τα κρύψουμε από εμάς και τους γύρω μας. Πόσες μέρες και νύχτες μας μένουν; Κανείς δεν γνωρίζει.

Γιατί θα πρέπει να ζούμε σαν τα αρνητικά ενός φιλμ κι όχι σαν ζωντανές φιγούρες που αντιμετωπίζουμε με θάρρος τον ψεγαδιασμένο εαυτό μας; Το να ζεις παριστάνοντας κάτι που δεν είσαι μόνο αρνητικό φορτίο θα έχει για τη ζωή (τόσο τη δική μας όσο και των άλλων). Ας σπάσουμε σιγά σιγά τους κρίκους της αόρατης αλυσίδας που πνίγει το άτομό μας κι ας απελευθερωθούμε από τα δεσμά των κοινωνικών αμφιέσεων. Στη ζωή θα πληγωθούμε και θα πληγώσουμε, θα διαφωνήσουμε, θα απομακρυνθούμε ή θα έρθουμε πιο κοντά με κάποιους, θα ονειρευτούμε, θα (εξο)οργιστούμε. Αργά ή γρήγορα θα φανερωθούν όλα εκείνα που φοβόμασταν να αντιμετωπίσουμε. Κάθε μας φοβία –παλιά ή καινούρια– πρέπει να μας προβληματίζει, να μας ωθεί να βρούμε τρόπους εξόδου από αυτήν κι όχι να μας κρατά υποχείρια σε καταστάσεις που δεν οδηγούν πουθενά.

Η αναρχία σίγουρα έχει άλλο νόημα κι εξήγηση για τον καθένα. Σε ένα σημείο που θα συμφωνήσουμε (θεωρώ) οι περισσότεροι είναι η αγάπη για τη ζωή και για να μπορέσουμε να συμβιώσουμε και να ζήσουμε θα πρέπει να είμαστε ελεύθεροι επομένως να μη φερόμαστε ως αυριανοί εξουσιαστές. Όταν αγαπάς τη ζωή αυτομάτως αφαιρείται κάθε στοιχείο εκμετάλλευσης κι εξουσίας πάνω σε άλλους. Μέσα από τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία της αναρχίας ξετυλίγεται το κουβάρι της γνώσης και του σεβασμού για τη φύση και για κάθε πλάσμα που ζει σε αυτή. Το να συμπεριφερόμαστε υπεροπτικά δεν θα μας οδηγήσει στην ελευθερία, αλλά στη σκλαβιά. Κι όπως έχει αποδειχθεί από την έως τώρα ιστορική πορεία του ανθρώπου θα υποστούμε το μεγαλύτερο κακό που δεν είναι άλλο από τη χρονοτριβή και την υποταγή μας σε κάτι που κανείς δεν δύναται να εξηγήσει την ύπαρξή του αλλά παραμένει ο κυριότερος λόγος φυλάκισής του σε (μικρά-μεγάλα) μαγικά κουτιά (από όπου κι αν προέρχονται).

«Εμείς οι αναρχικοί δεν θέλουμε να απελευθερώσουμε τους ανθρώπους. Θέλουμε οι άνθρωποι να απελευθερώσουν τους εαυτούς τους». Ερρίκο Μαλατέστα

Ophelia

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 213, Μάρτιος 2021
Both comments and trackbacks are currently closed.