Luther Standing Bear: Ιστορίες των Σιου

sioux1Οι ιστορίες και η εισαγωγή που ακολουθούν προέρχονται από το βιβλίο του Luther Standing Bear, Ιστορίες των Σιου. Ο Luther Standing Bear (Δεκέμβριος 1868-20 Φεβρουαρίου 1939), που ονομαζόταν και ÓtaKê ή Plenty Kill, γνωστός και ως Matȟό Nαžiŋ, ήταν αρχηγός των Ογκλάλα Λακότα, με την έννοια του ηγέτη, του ανθρώπου της ευθύνης, όπως άλλωστε συνέβαινε και στις περισσότερες φυλές των αυτοχθόνων Ινδιάνων. Αφιέρωσε τη ζωή του στην διατήρηση της κουλτούρας των Ογκλάλα Λακότα, καταγράφοντας πολλές προφορικές αφηγήσεις των προγόνων του, καθώς και τις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, λίγο πριν η απολίτιστη πραγματικότητα της φυλής του χαθεί για πάντα.

Ο λαός των Σιου έχει πολλές ιστορίες που λέγονταν από τους μεγαλύτερους της φυλής στους νεότερους. Πολλά γεγονότα και ιστορικά συμβάντα της φυλής αφηγούνταν ως ιστορίες και με αυτό τον τρόπο καταγράφηκε η ιστορία του λαού. Αυτές οι ιστορίες, ωστόσο, δεν λέγονταν με το σκεπτικό να εξαναγκάσουν τα παιδιά να μάθουν, αλλά για ευχαρίστηση και τις απολάμβαναν οι νέοι και οι γέροι εξίσου. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες επαναλαμβάνονταν πολλές φορές. Άλλες τις άκουγα να λέγονται σπάνια, αλλά τις θυμάμαι εξ’ ίσου καλά. Ίσως, επειδή ένα παιδί των Ινδιάνων είναι εκπαιδευμένο να χρησιμοποιεί τα αυτιά του προσεκτικά έτσι, που η μνήμη του να είναι τόσο αξιόπιστη.

Αυτές οι ιστορίες δεν λέγονταν στους καταυλισμούς μόνον κατά τη διάρκεια των μεγάλων χειμωνιάτικων νυκτών, αλλά σε κάθε περίσταση και σε κάθε τόπο, οποτεδήποτε κι οπουδήποτε ο αφηγητής και το κοινό είχαν τη διάθεση. Κάποιες φορές ήταν η Γιαγιά που καθόταν στο έδαφος, ίσως με ένα μικρό ραβδί ή ένα μολύβι στο χέρι, φτιάχνοντας σχέδια στη γη, καθώς έλεγε μια ιστορία που είχε γνωρίσει από τότε που ήταν παιδί. Τα παιδιά θα μαζεύονταν γύρω της, είτε ξαπλώνοντας είτε καθισμένα οκλαδόν στο έδαφος, ακούγοντας.

Κάποιες φορές ο παππούς ή ο προπάππος ήταν ο αφηγητής, καθώς καθόταν και κάπνιζε το μεσημέρι. Ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας πορείας, όταν όλοι απολάμβαναν την απογευματινή ξεκούραση και κάποιος είχε διάθεση για αστεία, θα μπορούσε να βρει μια σχετική ιστορία και να την απολαύσει. Έτσι, η αφήγηση ιστοριών ήταν κατάλληλη για τους Σιου κάθε στιγμή και όλες τις στιγμές.

Ο ονειρευτής του ελαφιού

Υπάρχει ένα μέρος, γνωστό σε όλους τους Σιου ως Το Ελάφι που Τρέχει. Ήταν σε αυτό το μέρος που ο Ονειρευτής του Ελαφιού με τις μυστηριώδεις και τις θεραπευτικές δυνάμεις του έστειλε το ελάφι, όταν το κρέας και τα δέρματα ήταν σε έλλειψη στον καταυλισμό. Εκεί οι κυνηγοί εύκολα σκότωναν όλα όσα χρειάζονταν για κρέας και δέρματα.

Το Ελάφι που Τρέχει ήταν ένα δασώδες μέρος στην όχθη του ποταμού. Αυτή η όχθη ήταν ψηλή και απότομη και στην κοίτη της ο ποταμός έτρεχε σκοτεινός και βαθύς. Κανένα ελάφι δεν θα περνούσε από αυτή την όχθη. Ένα στενό πέρασμα καθαρίστηκε από τα δάση μέχρι τον χώρο στην όχθη του ποταμού. Σε κάθε πλευρά του μονοπατιού το δάσος ήταν πυκνό και τα κλαδιά ήταν δεμένα και πλεγμένα, για να σχηματίζουν έναν αδιαπέραστο φράκτη, που από μέσα του δεν μπορούσε να περάσει το ελάφι. Δεν έμενε, έτσι, παρά μια είσοδος στην περίφραξη για αυτό. Μια μέρα πριν το ελάφι επρόκειτο να τρέξει στο Ελάφι που Τρέχει, ο ονειρευτής του ελαφιού εξαγνίστηκε στο υγρό του κατάλυμα. Τότε ζήτησε από το Μεγάλο Μυστήριο να στείλει το ελάφι στους ανθρώπους, καθώς χρειάζονταν κρέας και ρούχα.

Νωρίς το πρωί ο ονειρευτής του ελαφιού έστειλε δύο ανιχνευτές, που ο καθένας μετέφερε το μαγικό φάρμακο. Οι ανιχνευτές περπατούσαν στον μεγάλο κύκλο και όλα τα ελάφια μέσα σε αυτόν οδηγούνταν προς το μονοπάτι, που έφτανε στην περίφραξη. Αν ένα ελάφι πλησίαζε τα ίχνη του ανιχνευτή, δεν θα μπορούσε να διασχίσει και να βγει από τον κύκλο, λόγω του μαγικού φαρμάκου. Έτσι, σταθερά και σιγά-σιγά το ελάφι πήγαινε να τρέξει. Σύντομα, ένα κοπάδι από ελάφια θα έμπαιναν στην περίφραξη, έτσι που οι πολεμιστές θα είχαν ένα υπέροχο κυνήγι και θα πήγαιναν σπίτι τους πολύ κρέας και δέρματα για ενδύματα.

Η γυναίκα του χιονιού

Κάποιες φορές τα χωριά των Σιου ήταν πολύ μακριά, αν και ήταν απαραίτητο να επικοινωνούν μεταξύ τους. Σημαντικά μηνύματα έπρεπε κάποιες φορές να λαμβάνονται από μια περιοχή στην άλλη. Την καλοκαιρινή περίοδο το ταξίδι ήταν ευχάριστο, αλλά τον χειμώνα, όταν τα μονοπάτια και οι δρόμοι ήταν κλεισμένοι από το χιόνι και τα ζώα πεινούσαν, χρειαζόταν ένας γενναίος άντρας, για να μεταφέρει τις ειδήσεις.

Ο αγγελιαφόρος ήταν συνήθως ένας άνδρας συγχρόνως νέος και δυνατός και δεν τον ενοχλούσαν το χιόνι και το κρύο. Ήταν βέβαιος πως θα ήταν ευπρόσδεκτος σε κάθε χωριό και θα έτρωγε, θα διασκέδαζε και θα άκουγε με αγωνία τις ιστορίες που θα μάζευε για το ταξίδι του από χωριό σε χωριό. Συχνά του έδιναν τόσο πολύ αποξηραμένο κρέας, που δεν μπορούσε να το φάει όλο και κουβαλούσε ένα μακρύ μυτερό ραβδί, πάνω στο οποίο κάρφωνε το αποξηραμένο κρέας που του έδιναν. Κάποιες φορές έφτανε σπίτι με δυο-τρία τέτοια μακριά ραβδιά με αποξηραμένο κρέας.

Κάποια στιγμή, στο τέλος ενός μακρύ χειμώνα, ο Μεγάλη Γαλοπούλα, ένας αγγελιαφόρος, σταμάτησε για βραδινό γεύμα. Έδεσε το πόνυ του και έφτιαξε μέρος για φωτιά. Τα πάντα ήταν καλυμμένα με χιόνι, αλλά πήρε ένα ραβδί και χτύπησε τα κούτσουρα που κείτονταν στο έδαφος και έριξε το χιόνι από πάνω τους. Έπειτα, τα κύλησε στη φωτιά. Καθισμένος κοντά της, στέγνωνε τα μοκασίνια του κι έτρωγε το αποξηραμένο του κρέας και wasna[1], που έφερε στην τσάντα του. Ήταν ικανοποιημένος με το ταξίδι του, επειδή περνούσε καλά. Του είχαν τραγουδήσει, του είχαν προσφέρει γλέντι με φαγητό και του είχαν ζητήσει να πει ξανά και ξανά όσα συνέβησαν στο ταξίδι του και τα νέα από άλλα χωριά. Τα είχε απολαύσει όλα αυτά και είχε συγκεντρώσει περισσότερα νέα για να συνεχίσει στο επόμενο χωριό.

Το βράδυ όλο και σκοτείνιαζε και ο Μεγάλη Γαλοπούλα έψαξε για μεγαλύτερα κούτσουρα, για να διατηρήσει τη φωτιά και να βγάλει τη νύχτα. Ένα κούτσουρο φαινόταν να έχει καλές διαστάσεις, για να το κυλήσει στη φωτιά κι έτσι το χτύπησε με το ραβδί, να το καθαρίσει από το χιόνι. Ο Μεγάλη Γαλοπούλα ήταν γενναίος άνδρας, αλλά όταν το κούτσουρο που χτύπησε αναπήδησε με μια διαπεραστική κραυγή, φοβήθηκε τόσο που το βαλε στα πόδια.

Το χιόνι σκόρπισε προς όλες τις κατευθύνσεις, καθώς το κούτσουρο ανασηκώθηκε κι ένα ανθρώπινο πλάσμα τυλιγμένο σε δέρμα βούβαλου εμφανίστηκε μπροστά του. Γεμάτοι τρόμο, οι δυο άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Χωρίς να κατεβάσει την κουκούλα από το κεφάλι, ο Μεγάλη Γαλοπούλα δεν μπορούσε να δει ότι αυτό που είχε χτυπήσει ήταν μια γυναίκα. Μέσα στο σκοτάδι στέκονταν και κοιτάζονταν μεταξύ τους. Τότε η γυναίκα γέλασε: ήταν η Γυναίκα Αστέρι.

siouxΌταν ο Μεγάλη Γαλοπούλα και η Γυναίκα Αστέρι κάθισαν πλάι στη φωτιά, είπαν ο ένας στον άλλον για ποιον λόγο βρίσκονταν εκεί. Η Γυναίκα Αστέρι το είχε σκάσει από το χωριό της. Ο αδερφός της κανόνιζε να την παντρέψει με έναν άνδρα, που δεν αγαπούσε. Ο άνδρας είχε φέρει πολλά άλογα στον αδερφό της κι αυτός είχε μπει στον πειρασμό προσδοκώντας πλούτη. Έτσι, είπε στη Γυναίκα Αστέρι να ετοιμαστεί για τον γάμο της. Αυτή δεν επρόκειτο να το κάνει και το έσκασε. Είχε περπατήσει πολλά χιλιόμετρα και είχε ξαπλώσει κάτω να ξεκουραστεί. Η κουβέρτα της από βουβάλι την είχε κρατήσει ζεστή, μέχρι που το χιόνι έπεφτε απαλά και την κάλυψε.

Ο Μεγάλη Γαλοπούλα την πήρε μαζί του στο επόμενο χωριό και εκεί γιόρτασαν τον γάμο τους με την Γυναίκα Αστέρι.

Το μαγικό δέντρο

Ήταν κάποτε μια ορδή των Σιου, η οποία επρόκειτο να ενταχθεί σε μια άλλη μεγαλύτερη ομάδα. Το βράδυ στήθηκε ένας καταυλισμός πλάι στην όχθη ενός ποταμού που πέρασε από μια μεγάλη ανοιχτή καταπράσινη πεδιάδα.

Έγιναν προετοιμασίες για να περάσουν ξεκούραστα τη νύχτα. Μια από τις φοράδες δέθηκε σε έναν πάσσαλο και τα άλλα ζώα έμειναν κοντά, τρώγοντας χορτάρι που φύτρωνε άφθονο. Το φεγγάρι εμφανίστηκε και η νύχτα ήταν σχεδόν τόσο ανάλαφρη όσο η μέρα. Θα μπορούσε σχεδόν κανείς να δει τα αντικείμενα, αν έλαμπε ο ήλιος, επειδή η μεγάλη πεδιάδα ήταν άδενδρη.

Στη διάρκεια της νύχτας η ομάδα σηκώθηκε έπειτα από βαθύ ύπνο, ακούγοντας κορμούς να συντρίβονται και να σπάνε, σα να έπεφταν τεράστια δέντρα. Ο βρυχηθμός ήταν τρομακτικός και τα άλογα χτυπούσαν με το πόδι τους και έτρεχαν με φόβο, ενώ η δεμένη φοράδα έτρεχε κυκλικά γύρω από τον πάσσαλο, γυρνώντας γύρω από τον εαυτό της. Τα άμοιρα ζώα γούρλωναν τα μάτια τους για να δουν και τα αυτιά τους στέκονταν προς τα εμπρός, καθώς προσπαθούσαν να αφουγκραστούν τους φοβερούς ήχους.

Οι γενναίοι αναπήδησαν κι έπιασαν τα όπλα τους έτοιμοι ν’ ανέβουν στ’ άλογά τους. Κοιτάζοντας στην πεδιάδα, έμειναν έκπληκτοι, όταν είδαν ένα τεράστιο βαμβακόδεντρο να ξεπηδά από το έδαφος, σα να οδηγούνταν από έναν ισχυρό άνεμο, αν και δεν φυσούσε ούτε ένα ήπιο αεράκι. Από το βόρειο τμήμα της πεδιάδας ξεκινούσε μια πορεία, για να συντριβεί και να σπάσει τα κλαδιά προς τα νότια και πέρα από όσο έφτανε το μάτι. Οι γενναίοι κοίταξαν άφωνοι από την έκπληξη, καθώς το δέντρο στριφογύριζε ξανά και ξανά στην τρελή του πτήση. Γεμάτοι θαυμασμό, παρ’ όλο που δεν γνώριζαν όλα τα πράγματα που είναι δυνατά για το Μεγάλο Μυστήριο, που ζει και εργάζεται μέσα σε όλα τα πράγματα.

Το επόμενο πρωί, καθώς οι γενναίοι συνέχιζαν το ταξίδι τους, έφτασαν στο μονοπάτι του δέντρου. Κατά μήκος της πεδιάδας ο κύκλος του σημαδευόταν με κλαδιά και φύλλα που διασκορπίζονταν στο δρόμο του. Οι Σιου ακολούθησαν το μονοπάτι, που οδηγούσε σε έναν ποταμό κι εκεί βρήκαν το δέντρο. Στεκόταν ευθύ και χωρίς φύλλα, με σπασμένα κλαδιά, και τσακισμένο τον κορμό του. Αλλά οι ρίζες του είχαν ήδη πιαστεί στο έδαφος. Οι γενναίοι ήξεραν ότι το δέντρο είχε ταξιδέψει πολύ, για να ήταν το μόνο δέντρο του είδους του που είχε απομείνει. Τώρα ήταν ευχαριστημένο.

Οι δυνατές του ρίζες έφταναν βαθιά στη γη και τα κλαδιά του άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα. Τα άκρα του καλύφθηκαν με πράσινα και ασημένια μπουμπούκια. Σύντομα έγινε ένα όμορφο πράσινο δέντρο, με φύλλα που τρέμουν στο αεράκι και λάμπουν στον ήλιο.

Η πρώτη φωτιά

Ένας ανιχνευτής Σιου, κουρασμένος και βαρύς από το μακρύ ταξίδι, κάθισε στην πεδιάδα, για να ξεκουραστεί. Δίπλα του κειτόταν ένα πεσμένο φυτό γιούκα με τον μακρύ κορμό του απλωμένο στο έδαφος. Ο ανιχνευτής, δίχως να έχει κατά νου κάτι συγκεκριμένο, μάζεψε ένα μικρό κλαδί που βρισκόταν κοντά του και, τρίβοντάς το ανάμεσα στις παλάμες του και πάνω στη γιούκα, παρατήρησε να βγαίνει ένας λεπτός μπλε ατμός.

Αυτός ο ατμός μύριζε πολύ ευχάριστα, καθώς ανέβαινε στον αέρα και εξαφανιζόταν. Ο ανιχνευτής σκέφτηκε ότι, από τη στιγμή που ανέβαινε κι έφευγε από τα μάτια του, θα έπρεπε να πήγαινε στη γη των Ανθρώπων του Ουρανού. Ανεβαίνοντας τόσο ψηλά, θα μετέφερε, χωρίς αμφιβολία, ένα μήνυμα σε αυτούς που ζούσαν στον ουρανό.

Έτσι, ο ανιχνευτής έπαιζε, απολαμβάνοντας τα μπλε σύννεφα του καπνού, καθώς ανέβαιναν και εξαφανίζονταν στον αέρα. Μετά από λίγο, μια μικρή κόκκινη και πορτοκαλί φλόγα εμφανίστηκε από την άκρη του ραβδιού. Ήταν όμορφη και η θερμότητα που βγήκε μαζί της ήταν πολύ ευχάριστη. Καθώς τώρα τον ενδιέφερε πάνω απ’ όλα να συνεχίσει το ταξίδι του, ο ανιχνευτής παρατήρησε πως το ραβδί και το φυτό γιούκα μεταμορφώνονταν σε αυτήν την υπέροχη φλόγα που ξεπηδούσε κι έμοιαζε με όμορφο λοφίο, που όταν ξεθωριάζει απλώς μεταμορφώνεται σε άλλο εξ’ ίσου όμορφο. Πόσο παράξενο και πόσο όμορφο είναι, σκέφτηκε. Δεν ήθελε να χάσει ποτέ αυτό το όμορφο πλάσμα, ό,τι κι αν ήταν.

Έτσι, τάισε τη φλόγα με περισσότερο γιούκα και αυτή ζούσε και μεγάλωνε. Δεν μπορούσε να την αφήσει εδώ και να την χάσει. Παρ’ όλα αυτά, αποφάσισε να πάει σπίτι του επί τέλους. Έτσι, μετέφερε ένα καιόμενο ραβδί πίσω στο χωριό μαζί του και στο κέντρο, όπου όλοι θα μπορούσαν να τη δουν, την έκανε να μεγαλώσει με περισσότερο γιούκα. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού ήρθαν και κάθισαν, μαγεμένοι από όλο αυτό το θαύμα.

Αυτή η πανέμορφη κόκκινη φλόγα ζέσταινε τα χέρια και το σώμα, αλλά θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά, αν κάποιος καθόταν πολύ κοντά. Φαινόταν απαλή και σαν χάδι, αλλά πονούσαν τα δάχτυλά του, αν κάποιος προσπαθούσε να πιάσει και να κρατήσει τα υπέροχα φτερά της φωτιάς.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΙΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 179, Φεβρουάριος 2018

[1]. Ένα φαγητό που ετοίμαζαν οι ιθαγενείς από λιωμένες αποξηραμένες λωρίδες κρέατος που έκαναν πολτό και ανακάτευαν με λίπος και έπλαθαν σε μικρά κέικ.

Both comments and trackbacks are currently closed.