Κυριαρχία και Κοινωνικοί Αγώνες

Από την προεπαναστατική περίοδο
έως τις προσπάθειες συγκρότησης
εθνικού κράτους.

Ομάδα Ενάντια στη Λήθη
έκδοση Αναρχική Αρχειοθήκη / Αθήνα 1996 / σελ. 430

Είναι αλήθεια ότι, σήμερα, υπάρχει μια πολύ πλούσια βιβλιογραφία για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει τις γνώσεις του, στα ψιλά γράμματα και τις μη κυρίαρχες όψεις της ιστορίας, σε αυτό που ονομάζεται «1821». Ασφαλώς η έρευνα και η ανάλυση δεν σταματά ποτέ στη δημόσια ιστορία, δεν είναι μια στατική και πεπερασμένη διαδικασία. Αυτή η πληθώρα μονογραφιών, βιβλίων και έρευνας για τη μη κυρίαρχη όψη της ιστορίας (με εξαίρεση τα απομνημονεύματα των συμμετεχόντων στην επανάσταση του ’21 τα οποία απαρτίζουν μια ξεχωριστή κατηγορία) ξεκίνησε με ελάχιστες απόπειρες, όπως του Γ. Κορδάτου –η οποία είχε ασφαλώς προσανατολισμένη ταξική οπτική και προσέγγιση– το 1924, του Γ. Σκαρίμπα με το βιβλίο του «Το 1821 και η Αλήθεια» τη δεκαετία του ’70, για να φτάσουμε στην πρόσφατη σε εμάς εποχή με πλήθος εργασιών. Πολλές από αυτές τις εργασίες είχαν ως κίνητρο την καλύτερη κατανόηση των γεγονότων του 1821, σε μια προσπάθεια διεύρυνσης της αντίληψης της ταυτότητας και του συλλογικού των Ελλήνων. Πέρα από τον ρόλο της Εκκλησίας, των Φαναριωτών και άλλες σημαντικές κατηγορίες που είχαν θιχτεί, αναπτύχθηκε έρευνα για την ευρεία συμμετοχή αλλόγλωσσων οπλαρχηγών και αγωνιστών, όπως οι αρβανίτες, ή τα περίφημα «καπάκια», οι συμφωνίες και διαπραγματεύσεις, δηλαδή, μεταξύ οπλαρχηγών και Οθωμανών αξιωματούχων, καταδεικνύοντας την πολυδιάστατη όψη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ένα από τα πρώτα τεκμηριωμένα βιβλία, με ευρεία χρήση πλήθους πηγών, παραθεμάτων και σημειώσεων, εξέτασης και ανάλυσης των ιστορικών γεγονότων που προηγήθηκαν της επανάστασης του 1821 και μέχρι την συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους αποτελεί το βιβλίο που εκδόθηκε από την Αναρχική Αρχειοθήκη, πριν από 25 χρόνια, και συγκεκριμένα το 1996. Μια προσπάθεια της Ομάδας Ενάντια στη Λήθη που φέρει τον τίτλο: «Κυριαρχία και Κοινωνικοί Αγώνες στον “Ελλαδικό Χώρο”».

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της έκδοσης: «Ο δικός μας σκοπός, ως αναρχικών, δεν είναι να γράψουμε μια δήθεν αντικειμενική ιστορία γιατί τέτοια δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ίσως ποτέ. Γιατί δεν κατέχουμε ούτε κάποια αλάνθαστη μέθοδο ανάλυσης των υπαρκτών γεγονότων, ούτε το κλειδί που θ’ απελευθερώσει την κοινωνική αλήθεια που κρατούν δέσμια μέσα στις αλυσίδες του κυριαρχικού χρόνου, τον οποίο θεωρούν σαν ιστορία της ανθρωπότητας οι κρατιστές (…) Ούτε φιλοδοξούμε, βέβαια, μ’ αυτή την εργασία ν’ αποκτήσουμε το ρόλο του ειδήμονα, του ιστορικού, ο οποίος, στις περισσότερες περιπτώσεις, προκειμένου ν’ αποδείξει την ορθότητα της αντίληψης του για την λεγόμενη ιστορική κίνηση και να προσαρμόσει τα γεγονότα στο προκατασκευασμένο κυριαρχικό όραμα, που υπηρετεί, δεν διστάζει να πλαστογραφήσει, να παραχαράξει, να στρεβλώσει ή ακόμη και να επινοήσει.(…) Αυτή μας η προσπάθεια βρίσκεται, εκ των πραγμάτων, σε αντίθεση με την ιστορία που παρουσιάζουν οι εξουσιαστές και τα όργανα τους και η οποία είναι διαποτισμένη από την ιδεολογία της κυριαρχίας, που, όπως κάθε ιδεολογία, όντας βαθύτατα εξουσιαστική, αποτελεί μια αφαίρεση της πραγματικότητας, κατασκευάζοντας ψεύτικες συνειδήσεις. Αυτού του είδους η συνείδηση δεν πλασάρεται μόνο μέσα από την ιστορία αλλά κι από παραϊστορικούς παράγοντες (λογοτεχνία, τέχνη, ποίηση κ.λπ.)».

Αλήθεια, πόσο διεισδυτική θα ήταν η πεποίθηση του Έλληνα για το «κρυφό σχολειό» εάν δεν υπήρχε η εικόνα του ομότιτλου πίνακα του Γύζη στα σχολικά εγχειρίδια για δεκαετίες; Για να ισχυροποιηθούν οι μύθοι ως συνειδήσεις στους υπηκόους είναι σχεδόν επιτακτική η χρήση της εικόνας, παλαιότερα ήταν ένας πίνακας ζωγραφικής σήμερα είναι ένα video ή μια photo. Άλλωστε, όπως είχε γράψει και ο Σκαρίμπας, με μια δόση υπερβολής αλλά πάντα επίκαιρος, και παρατίθεται στο πρόλογο του βιβλίου: «Ούτε η πανούκλα, ούτε η χολέρα κάμαν τόσο κακό στην Ανθρωπότητα, όσο οι ιστορικοί και η ιστορία». Συνεπώς, για την αποτελεσματικότητα της κυριαρχίας απαραίτητοι πλασιέ είναι και ένα κομμάτι των ιστορικών και ένα κομμάτι των καλλιτεχνών.

Η βαλκανική χερσόνησος είναι ένας σχετικά περιορισμένος γεωγραφικά χώρος, αλλά με πλούσιο μωσαϊκό φυλών και εθνοτικών ομάδων με δεκάδες ομιλούμενες γλώσσες και διαλέκτους μέχρι σχετικά πρόσφατα, που ετεροκαθορίζονται θρησκευτικά, κυρίως ως χριστιανοί ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι και με έντονα τα χαρακτηριστικά της μετακίνησης και των ξένων εισβολών, τα οποία προσδίδουν αρκετές επιφυλάξεις στη χρήση και στην έννοια του «ελλαδικού χώρου». «Μεγάλες μάζες αγνοούν, επί αιώνες, ακόμα και τη σημασία των λέξεων «Έλλην» και «Ελλάς»(…) και οι κάτοικοι της δεν ονομάζονται Έλληνες, αλλά “Ρωμαίοι” και “Ρωμηοί”» (σελ.26 του βιβλίου, Κυριαρχία και Κοινωνικοί Αγώνες στον “Ελλαδικό Χώρο”). Δεν αγνοούν καθόλου, όμως, τον κοινοτικό βίο, ο οποίος έπαιξε «τον πλέον καταλυτικό συντελεστή για την ανάπτυξη της ανθρώπινης δημιουργικότητας, την κοινότητα». «Στον αγώνα που ανέπτυξαν οι διάφορες ανθρώπινες ομάδες για την ύπαρξη και τη διαβίωση τους, αλλά και για την αντιμετώπιση των διάφορων μορφών κυριαρχίας, ο συντελεστής αυτός υπήρξε πάντοτε παρών με καθοριστικές συνέπειες για την εξέλιξη πλήθους γεγονότων» (σελ. 47, ό.π.). «Η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα, η αλληλοβοήθεια μακριά από τα υλικά οφέλη συναντιέται παντού(…) Πρόκειται γι΄ αυτό τον παράγοντα που ένωνε οθωμανούς, αρβανίτες, ρωμηούς κ.ά. στον κοινό πόθο για ελευθερία και δημιουργικότητα, που τους ξεσήκωσε αμέτρητες φορές ενάντια στους δυνάστες, που δημιούργησε τις ομάδες των κλεφτών και που κατέληξε στην κοινωνική επανάσταση του 1821» (σελ.55, ό.π.).

Είναι ο κοινοτικός βίος που αποτέλεσε αναπόφευκτα έναν από τους πλέον εχθρικούς συντελεστές για την κυριαρχία και γι’ αυτό αμέσως μετά τη συγκρότηση του εθνικού κράτους «το πρώτιστο μέλημα των τυράννων ήταν η προσπάθεια κατάργησης του κοινοτικού στοιχείου, τόσο νομοθετικά όσο και με διάφορα άλλα μέσα». Έχει φυσικά ενδιαφέρον η στάση της οθωμανικής εξουσίας η οποία στηρίζει μεν το κοινοτικό σύστημα, στο βαθμό που αυτό, όμως, εξυπηρετούσε στην είσπραξη των φόρων. Άλλωστε βασικό τους μέλημα ήταν να μπαίνει χρήμα στα ταμεία και δευτερευούσης (σημασίας είχαν) ζητήματα προσηλυτισμού, εκπαίδευσης κ.ά. Οι τακτικοί φόροι ήταν δύο, ο «κεφαλικός» και η «δεκάτη» και ήταν κατανεμημένοι συλλογικά και όχι ατομικά, ανά περιοχή, επάγγελμα, αγροτική παραγωγή και λαμβάνοντας υπ’ όψη και τη θρησκευτική πίστη. Οι φόροι καθορίζονται από την κεντρική διοίκηση μετά των υπολογισμό των κρατικών αναγκών, βάσει ενός απλού διανεμητικού συστήματος που έφτανε ως την κατανομή του, κατά περιοχές και τιμάρια, μέχρι και το τελευταίο χωριό, με βάση τις τοπικές δυνατότητες. «Έτσι, ο φόρος δεν έχει προσωπικό χαρακτήρα σε κανένα επίπεδο και οι κάτοικοι των περιοχών, των νομών, των επαρχιών και των χωριών είναι συλλογικώς υπεύθυνοι».

Όπως πολλάκις έχουμε διαπιστώσει, πρακτικές που εμφανίζονται ως μοντέρνες στη σύγχρονη εποχή, έχουν κάνει την εμφάνιση τους αιώνες πριν, στη συνέχεια μένουν στην αφάνεια για να επαναχρησιμοποιηθούν όταν η εξουσία και η κυριαρχία τις αναζητήσει. Όπως γνωρίζουμε, οι τράπεζες –στο σύγχρονο καπιταλισμό– έχουν πουλήσει τα «κόκκινα» δάνεια σε εισπρακτικές εταιρείες-funds, οι οποίες με κάθε τρόπο και μέσο προσπαθούν να κατασπαράξουν ό,τι μπορούν από τους δανειζόμενους. Ας δούμε τι έκαναν στην «καθυστερημένη» οθωμανική αυτοκρατορία τον 18ο αι.: «Από μια εποχή και μετά επικράτησε το σύστημα ενοικίασης των φόρων. Κατά το σύστημα αυτό ο ενοικιαστής των φόρων κατέβαλε εκ των προτέρων στην κεντρική διοίκηση το ποσό και εξασφάλιζε το δικαίωμα είσπραξης των φόρων από την αντίστοιχη περιοχή. Όπως ήταν επόμενο, ο κάθε ενοικιαστής φόρων αύξανε τα ποσά για την κάθε περιοχή, έτσι που να εισπράττει όχι μόνο το ποσό που είχε δώσει για την ενοικίαση αλλά και να αποκομίζει όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος».(σελ. 73, ό.π.). Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι υπήρχε μια αβάσταχτη φορολογική καταπίεση του φτωχού πληθυσμού. Η πολλαπλή εισπρακτική επίθεση ξεκινά από την κορυφή της οθωμανικής πυραμίδας μέχρι τους κοτζαμπάσηδες, την εκκλησία και λοιπές χριστιανικές ομάδες εξουσίας, οι οποίες φρόντιζαν, να αποκομίσουν τα μέγιστα οικονομικά οφέλη για λογαριασμό τους.

Έχει καταγραφεί, από τον καθηγητή Μ. Ουρσένιους στο Journal of Modern Greek and Byzantine Studies, ότι τα παράπονα των κληρικών το 1675 προς την Πύλη δεν αφορούσαν θέματα βίαιου εξισλαμισμού ή κακομεταχείρισης του ποιμνίου τους αλλά «το μόνο που φαίνεται να τους ενδιαφέρει είναι τα δικά τους, κυρίως οικονομικά, συμφέροντα.(…) Η άπληστη συμπεριφορά των ρασοφόρων προκαλούσε την αγανάκτηση ακόμα και πασάδων, γιατί όξυνε τον κοινωνικό ανταγωνισμό, αναγκάζοντας τους να εμφανίζουν το διαλλακτικό τους προσωπείο» (σελ. 81, ό.π.). Τα ίδια και χειρότερα λαμβάνουν χώρα και κατά την προεπαναστατική περίοδο, όπως για παράδειγμα το 1807, όταν ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, με αφορμή μια αναταραχή στο Αιγαίο, λόγω του νέου ρωσοτουρκικού πολέμου, απευθυνόμενος στους νησιώτες με εγκύκλιο θα γράψει: «…μὴ τολμήσετε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ δεχθῆτε ποτέ τοὺς ὑπεναντίους καὶ ἐχθρούς κατά τῆς κραταιᾶς βασιλείας». Τον ίδιο χρόνο, όταν η Κωνσταντινούπολη θ’ απειληθεί απ’ τον αγγλικό στόλο, ο ίδιος «…κρατώντας την ποιμαντορική του ράβδο, ηγήθηκε χιλίων εργατών που βοήθησαν στην οικοδόμηση των οχυρώσεων εναντίον των δυτικών εισβολέων». Αργότερα, το 1821, όπως είναι γνωστό, θα αφορίσει τους πρωταγωνιστές της παραδουνάβιας επιχείρησης και τους εξεγερμένους του Μωρηά, σε μια ύστατη προσπάθεια αναχαίτησης του επαναστατικού χειμάρρου που προχωρούσε πλημμυρίζοντας ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.

Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά-πυκνά σχετικά με το 1821, είναι «τι είδους επανάσταση ήταν; Εθνική, κοινωνική ή και τα δύο;» Πριν απαντηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα είναι σκόπιμο να αναφέρουμε, ότι οι ευρωπαϊκές κυρίαρχες εξουσιαστικές ομάδες προσανατολίζονταν από καιρό στο «σπάσιμο» των αυτοκρατοριών, που υπήρχαν στον ευρωπαϊκό χώρο, και στην ανάδυση των εθνικών κρατών. Οι λόγοι ήταν πολλοί: οικονομικοί, εμπορικοί, μετάβασης από ένα σύστημα εξουσίας σε ένα άλλο που να πληροί καλύτερα τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονταν. Αυτές ήταν οι κυρίαρχες επιλογές και επιδιώξεις. Από την άλλη πλευρά, οι εξεγέρσεις και επαναστάσεις των χωρικών και αγροτών, για παράδειγμα, επ’ ουδενί είχαν ως στόχο τη δημιουργία ενός έθνους-κράτους. Δεν μπορούσαν ούτε καν να το αντιληφθούν ως δομή, όχι να το επιδιώξουν κιόλας. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η απελευθέρωσή τους και η αποτίναξη ενός σκληρού και καταπιεστικού καθεστώτος. Εκείνη που επιδίωκε την δημιουργία ενός ελληνικού έθνους-κράτους ήταν χωρίς αμφιβολία η ανασυγκροτούμενη τάξη κυριαρχίας, ουσιαστικά η τάξη των εμπόρων, η οποία, με την κατασκευή και επιβολή νέων θεσμών, θα χρησιμοποιήσει ως συνεκτική ιδεολογία την εθνική. «Ωστόσο, η χάραξη του φαύλου κύκλου των συνεχών συγκροτήσεων και ανασυγκροτήσεων εθνικών κρατών δεν θα κατορθωθεί, φυσικά, με “αστικές” και “εθνικές” επαναστάσεις, αλλά χάρη σε μια ποικιλία βίαιων ή «ειρηνικών» επεμβάσεων στο κυριαρχικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.(…) η συγκρότηση του ελληνικού κράτους θα επιτευχθεί χάρη σ’ ένα πλέγμα κυριαρχικών δραστηριοτήτων που θα απαρτίσουν: η «αστική» επιχείρηση των Φιλικών στις ηγεμονίες, η οικειοποίηση και εκτροπή της επανάστασης των ραγιάδων του «ελλαδικού χώρου» απ’ τις χριστιανικές ηγετικές ομάδες και η πολύτροπη παρεμβατική πολιτική των ευρωπαίων κυριάρχων» (σελ.276, ό.π). Αυτή ήταν, λοιπόν, η μια όψη του 1821, με την αστική-εθνική ιδεολογία παρούσα από τους παροικιακούς χώρους. Η άλλη όψη αφορά την ανατρεπτική δραστηριότητα των καταπιεσμένων του «ελλαδικού» χώρου, όπως άλλωστε έχει καταγραφεί και στα απομνημονεύματα του υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, Φωτάκου, όπου γράφει: «η αληθινή αιτία (εννοεί της επανάστασης) είναι η απελπισία των Ελλήνων οίτινες κλεισθέντες ολόγυρα υπό των τυράννων» και του Φιλήμονα, υμνητή των Υψηλάντηδων, «…οι Έλληνες αδύνατο να υποφέρωσι πλέον μιαν κατάστασιν δουλείας και δουλείας τόσον επονείδιστου, εκίνησαν την επανάστασιν των, και όχι αυτή καθ’ εαυτήν η εταιρεία» (σελ.279,ό.π.).

Τα κίνητρα, τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις ήταν σαφώς διαφορετικά αλλά ο εχθρός ήταν κοινός, η αποτίναξη για τους μεν και η αντικατάσταση για τους δε, του οθωμανικού ζυγού. Οι εξεγερμένοι μπορεί να αποτίναξαν τον τούρκο δυνάστη αλλά σύντομα κατάλαβαν ότι η νέα εξουσία, φορώντας ένα άλλο προσωπείο, ήρθε για να τους αλλάξει την περπατησιά, να γίνει πιο δυτική, πιο νεωτερική. Πολύ γλαφυρά αναφέρεται σε αυτό το δίπολο Εθνική/Κοινωνική Επανάσταση, ο Γ. Σκαρίμπας: «Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμά του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το «κατεστημένο» του διαφέροντα. – Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν πάει να πεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…» (Γ. Σκαρίμπας, Το 1821 και η Αλήθεια, Κάκτος, 1975).

Ας ελπίσουμε και ας πιστέψουμε, λοιπόν, ότι η επόμενη επανάσταση που θα αναλάβει δράση στη βαλκανική χερσόνησο δεν θα ξεγελαστεί και θα οδεύσει μέχρι τέλους στην κοινωνική απελευθέρωση. Για την δημιουργία ενός ελεύθερου κοινοτικού βίου της υπαίθρου!

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Σημείωση: Το βιβλίο διατίθεται από την Αναρχική Αρχειοθήκη

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 213, Μάρτιος 2021
Both comments and trackbacks are currently closed.