Το μανιφέστο των δεκαέξι

Το κείμενο αυτό, γραμμένο από τους Π. Κροπότκιν (1842-1921) και Ζ. Γκράβ (1854-1939) και συνυπογεγραμμένο από τους υπόλοιπους[1], χαρακτηρίστηκε αμφιλεγόμενο, γιατί σε κάποια σημεία του φαίνεται να υποστηρίζει τις συμμαχικές δυνάμεις της εποχής της Πρώτης Παγκόσμιας Ανθρωποσφαγής και να αντιτίθεται μόνο στο γερμανικό κράτος. Βεβαίως, ένα τέτοιου είδους συμπέρασμα είναι εύκολο να προκύψει μέσα από μία μονοδιάστατη αντίληψη, επειδή η δίκαιη και σωστή τοποθέτηση επί αδιαμφισβήτητων γεγονότων, για την στάση και τον χαρακτήρα της μίας πλευράς των αντιμαχομένων εξουσιαστικών δυνάμεων του πολέμου αυτού, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην –και αυτομάτως– τοποθέτηση με την άλλη πλευρά. Εκτός αυτού η ειρηνιστική κίνηση από την μία πλευρά ενισχύει την άλλη εξουσιαστική μερίδα. Ας μη λησμονείται πως οι «ειρηνιστές»-αντιπολεμιστές μπολσεβίκοι χρηματοδούνταν από τον Κάϊζερ για να υπονομεύσουν το ηθικό των ρώσσων στρατιωτών παραδίδοντάς τους βορά στα κανόνια του γερμανικού κράτους και εν τέλει να υφαρπάξουν την εξουσία προσφέροντας, εν συνεχεία, δωρεές-ανταλλάγματα στην Γερμανική Αυτοκρατορία με την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Η αναρχική ιδέα δεν υλοποιείται όταν πολεμάται το ένα κράτος και μέσω αυτής της πολεμικής ενισχύεται ένα άλλο. Υπάρχουν, βέβαια, στο κείμενο και αναφορές για την στάση των συμμαχικών δυνάμεων (οι υπογραμμίσεις στο κείμενο είναι δικές μας). Το μανιφέστο[2], σε πολλά σημεία του, ουσιαστικά μιλά για αφύπνιση των γερμανών εργατών ενάντια στο κράτος τους και δεν απεμπολεί τα αναρχικά ιδεώδη. Η συντριβή της επιθετικότητας ενός κράτους είναι πρωταρχικό καθήκον των εξουσιαζόμενων από αυτό. Όταν αυτή η δράση των εξουσιαζόμενων εκλείπει και –το χειρότερο– όταν αυτοί εκπληρώνουν τις θελήσεις των εξουσιαστών τους, τότε η επίτευξη ειρήνευσης είναι ανέφικτη. Σε κάθε περίπτωση ας βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα.

Ο Κάιζερ Γουιλιέλμος επιθεωρεί το στράτευμα

Οι φωνές που απαιτούν να επικρατήσει άμεσα η ειρήνη αυξάνονται από διάφορες πλευρές. Υπήρξαν αρκετές αιματοχυσίες, λένε, αρκετή καταστροφή και είναι καιρός να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Περισσότερο από οποιονδήποτε, και για μεγάλο χρονικό διάστημα, εμείς και οι εκδόσεις μας είμαστε ενάντια σε κάθε επιθετικό πόλεμο μεταξύ λαών και παίρνουμε θέση ενάντια στον μιλιταρισμό, ανεξάρτητα από ποιά στολή, είτε αυτοκρατορική, είτε δημοκρατική, υποστηρίζει. Επομένως, θα είμαστε ευτυχείς να δούμε τους όρους αυτής της ειρήνης να συζητηθούν –αν αυτό είναι δυνατό– από τους Ευρωπαίους εργάτες, που θα συγκεντρωθούν σε ένα διεθνές συνέδριο. Ειδικά, επειδή ο γερμανικός λαός αφέθηκε να εξαπατηθεί τον Αύγουστο του 1914, και αν πραγματικά πίστευε τότε ότι κινητοποιήθηκε για την υπεράσπιση της επικράτειάς του, έκτοτε είχε τον χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι έκανε λάθος που ξεκίνησε έναν επεκτατικό πόλεμο.

Πράγματι, οι Γερμανοί εργάτες, τουλάχιστον στα περισσότερο ή λιγότερο προχωρημένα[3] σωματεία τους, πρέπει να είναι πλέον σε θέση να καταλάβουν ότι τα σχέδια για εισβολή στην Γαλλία, το Βέλγιο και την Ρωσία είχαν από καιρό ήδη προετοιμαστεί και πως, το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός δεν ξέσπασε το 1875, το 1886, το 1911 ή το 1913, οφείλεται στο ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν ήταν ευνοϊκές, και στο ότι οι στρατιωτικές προετοιμασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί επαρκώς ώστε να υπόσχονται την νίκη στην Γερμανία. (Υπήρχαν στρατηγικές γραμμές που έπρεπε να ολοκληρωθούν, να γίνει επέκταση στο κανάλι Kiel και να τελειοποιηθούν τα όπλα της μεγάλης πολιορκίας). Και τώρα, μετά από είκοσι μήνες πολέμου και τρομερών απωλειών, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι οι κατακτήσεις του γερμανικού στρατού δεν μπορούν να διατηρηθούν, ειδικά επειδή πρέπει να αναγνωρίσουν την αρχή (που έχει ήδη αναγνωριστεί από την Γαλλία το 1859, μετά από την ήττα της Αυστρίας) ότι ο πληθυσμός κάθε περιοχής θα πρέπει να εκφράσει τη συγκατάθεσή του όσον αφορά την προσάρτηση.

Εάν οι Γερμανοί εργάτες άρχιζαν να αντιλαμβάνονται την κατάσταση όπως την αντιλαμβανόμαστε και εμείς, και όπως είναι ήδη κατανοητό από μια μικρή μειονότητα των σοσιαλδημοκρατών τους –και αν μπορούσαν να εισακουστούν από την κυβέρνησή τους– θα μπορούσε να υπάρξει κοινό έδαφος για την έναρξη συζητήσεων με στόχο την επίτευξη της ειρήνης. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να δηλώσουν ότι αρνούνται απόλυτα να κάνουν προσαρτήσεις ή να τις εγκρίνουν. Ακόμη, θα πρέπει να δηλώσουν ότι αποκηρύσσουν την απαίτηση για είσπραξη «συνεισφορών» από τα έθνη στα οποία εισέβαλλαν, ότι αναγνωρίζουν το καθήκον του γερμανικού κράτους να επισκευάσει, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό, τις υλικές ζημιές που προκλήθηκαν από την εισβολή του σε γειτονικά κράτη και ότι δεν απαιτούν να επιβάλλουν όρους οικονομικής υποταγής, στο όνομα των εμπορικών συνθηκών. Δυστυχώς, μέχρι στιγμής δεν βλέπουμε συμπτώματα αφύπνισης, υπό αυτήν την έννοια, του γερμανικού λαού.

Κάποιοι μίλησαν για την διάσκεψη του Zimmerwald, αλλά από αυτό το συνέδριο έλλειπε ένα ουσιαστικό στοιχείο: η εκπροσώπηση των Γερμανών εργατών. Υπήρξε επικρότηση στην περίπτωση ορισμένων ταραχών στη Γερμανία, λόγω του υψηλού κόστους των τροφίμων. Αλλά ξεχνάμε ότι τέτοια γεγονότα συνέβαιναν πάντα εν μέσω μεγάλων πολέμων, χωρίς να επηρεάζουν τη διάρκειά τους. Επίσης, όλες οι ρυθμίσεις που έγιναν αυτή την στιγμή από την γερμανική κυβέρνηση, αποδεικνύουν ότι προετοιμάζει νέες επιθέσεις την ερχόμενη άνοιξη. Αλλά, καθώς, επίσης, γνωρίζει ότι την άνοιξη οι Σύμμαχοι θα αντιταχθούν σε αυτά τα σχέδια με νέους στρατούς, με νέο εξοπλισμό, και με ένα πυροβολικό πολύ πιο ισχυρό απ’ ότι πριν, η γερμανική κυβέρνηση μεθοδεύει, επίσης, την διασπορά διχόνοιας μεταξύ των συμμαχικών πληθυσμών. Και χρησιμοποιεί γι’ αυτό τον σκοπό ένα μέσο τόσο παλιό όσο ο ίδιος ο πόλεμος: αυτό της διάδοσης μιας φήμης για επικείμενη ειρήνη, στην οποία, μεταξύ των αντιπάλων, αντιτίθενται μόνο οι στρατοί και οι προμηθευτές τους. Αυτό ήταν που έκανε ο Bülow, με τους γραμματείς του κατά την τελευταία παραμονή του στην Ελβετία.

Αλλά με ποιες προϋποθέσεις προτείνει να ολοκληρωθεί η ειρήνη;

Η Neue Zuercher Zeitung πιστεύει ότι ξέρει –και η επίσημη εφημερίδα, η Nord-deutsche Zeitung δεν το διαψεύδει– ότι το μεγαλύτερο μέρος του Βελγίου θα εκκενωθεί, αλλά υπό τον όρο να δεσμευτεί ότι δεν θα επαναλάβει αυτό που έκανε τον Αύγουστο του 1914, όταν αντιτάχθηκε στο πέρασμα των γερμανικών στρατευμάτων. Ποιες θα είναι αυτές οι δεσμεύσεις; Τα βελγικά ανθρακωρυχεία; Το Κονγκό; Κανείς δεν λέει. Απαιτείται ήδη μια μεγάλη ετήσια συνεισφορά. Η περιοχή που κατακτήθηκε στην Γαλλία θα αποκατασταθεί, καθώς και το τμήμα της γαλλόφωνης Λωρραίνης. Αλλά σε αντάλλαγμα, η Γαλλία θα μεταβιβάσει στο γερμανικό κράτος όλα τα ρωσικά δάνεια, η αξία των οποίων ανέρχεται σε δεκαοκτώ δισεκατομμύρια. Την καταβολή του ποσού των δεκαοκτώ δισεκατομμυρίων θα πρέπει να την αποπληρώσουν οι Γάλλοι εργάτες γης και οι Γάλλοι βιομηχανικοί εργάτες, καθώς αυτοί πληρώνουν τους φόρους. Δεκαοκτώ δισεκατομμύρια για να αγοράσουν πίσω δέκα περιοχές, που, με την εργασία τους, είχαν γίνει τόσο πλούσιες και πολυτελείς, οι οποίες, όμως, θα τους επιστραφούν κατεστραμμένες και ισοπεδωμένες.

Σε σχέση με ό,τι πιστεύεται στην Γερμανία για τις συνθήκες της επερχόμενης ειρήνης, ένα είναι βέβαιο: ο αστικός τύπος προετοιμάζει το έθνος για την ιδέα της καθαρής και απλής προσάρτησης του Βελγίου και των περιοχών που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της Γαλλίας. Και, στην Γερμανία, δεν υπάρχει δύναμη ικανή να αντιταχθεί σε αυτό. Οι εργάτες που θα έπρεπε να είχαν υψώσει τις φωνές τους ενάντια στην κατάκτηση εδαφών, δεν το κάνουν. Οι συνδικαλισμένοι εργάτες αφέθηκαν να τους οδηγήσει ο ιμπεριαλιστικός πυρετός, και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, πολύ αδύναμο για να επηρεάσει τις αποφάσεις της κυβέρνησης σχετικά με την ειρήνη –ακόμη και αν αντιπροσωπεύεται από μια συμπαγή μάζα– βρίσκεται, διαιρεμένο, πάνω σε αυτό το ζήτημα, σε δύο εχθρικά κόμματα, και η πλειοψηφία του κόμματος συμπορεύεται με την κυβέρνηση. Η γερμανική αυτοκρατορία, γνωρίζοντας ότι οι στρατοί της βρίσκονται, για δεκαοκτώ μήνες, μόλις 90 χλμ. έξω από το Παρίσι, και που υποστηρίζεται από τον γερμανικό λαό στα όνειρά της για νέες κατακτήσεις, δεν καταλαβαίνει γιατί δεν πρέπει να επωφεληθεί από τις ήδη κατακτημένες περιοχές. Πιστεύει ότι είναι ικανή να υπαγορεύει συνθήκες ειρήνης που θα της επιτρέψουν να χρησιμοποιήσει τα νέα δισεκατομμύρια που θα της καταβληθούν ως συνεισφορές, για την κατασκευή νέων εξοπλισμών, προκειμένου να επιτεθεί στη Γαλλία όταν το κρίνει σκόπιμο, να πάρει τις αποικίες της, καθώς και άλλες επαρχίες, και να μην χρειάζεται πλέον να φοβάται την αντίσταση της Γαλλίας.

Μιλώντας για ειρήνη αυτήν την στιγμή, παίζουμε ακριβώς το παιχνίδι του γερμανικού υπουργικού κόμματος, του Bülow και των αντιπροσώπων του. Από την πλευρά μας, αρνούμαστε απόλυτα να μοιραστούμε τις ψευδαισθήσεις ορισμένων συντρόφων μας σχετικά με τις ειρηνικές διαθέσεις εκείνων που κατευθύνουν το πεπρωμένο της Γερμανίας. Θα προτιμούσαμε να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο κατά πρόσωπο και να αναζητήσουμε τί μπορούμε να κάνουμε για να τον αποτρέψουμε. Αν αγνοήσουμε αυτόν τον κίνδυνο είναι σαν να τον αυξάνουμε.

Έχουμε βαθιά συνείδηση ότι η γερμανική επιθετικότητα ήταν μια απειλή –μια απειλή που πραγματοποιήθηκε τώρα– όχι μόνο ενάντια στις ελπίδες μας για χειραφέτηση, αλλά και ενάντια σε όλη την ανθρώπινη εξέλιξη. Γι’ αυτό τον λόγο εμείς, οι αναρχικοί, οι αντι-μιλιταριστές, οι εχθροί του πολέμου, οι παθιασμένοι αντάρτες της ειρήνης και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, είμαστε στο πλευρό της αντίστασης και γι’ αυτό δεν αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να διαχωρίσουμε τη μοίρα μας από αυτή του υπόλοιπου λαού. Δεν είναι απαραίτητο να επιμείνουμε ότι θα προτιμούσαμε να δούμε τον ίδιο τον λαό να φροντίζει για την υπεράσπισή του. Και μιας και αυτό ήταν αδύνατο, δεν θα υπήρχε τίποτα άλλο από το να υποστούμε αυτό που δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Και με εκείνους που πολεμούν πιστεύουμε ότι, εκτός κι αν ο γερμανικός πληθυσμός, επιστρέφοντας στις πιο λογικές έννοιες της δικαιοσύνης και του δικαίου, αρνηθεί επί τέλους στο εξής να υπηρετήσει ως όργανο το έργο της παν-γερμανικής πολιτικής κυριαρχίας, δεν θα μπορούμε να μιλήσουμε για ειρήνη. Χωρίς αμφιβολία, παρά τον πόλεμο, παρά τις δολοφονίες, δεν ξεχνάμε ότι είμαστε διεθνιστές, ότι θέλουμε την ένωση των λαών και την εξαφάνιση των συνόρων. Αλλά επειδή θέλουμε τη συμφιλίωση των λαών, συμπεριλαμβανομένου και του γερμανικού λαού, πιστεύουμε ότι πρέπει να αντισταθούν στην Γερμανία-κατακτητή που αντιπροσωπεύει την καταστροφή όλων των ελπίδων μας για απελευθέρωση.

Το να μιλήσουμε για ειρήνη, την στιγμή που το κόμμα το οποίο για σαράντα πέντε χρόνια έχει καταστήσει την Ευρώπη ένα τεράστιο, εδραιωμένο στρατόπεδο, και που είναι ακόμη σε θέση να υπαγορεύσει τις συνθήκες της ειρήνης αυτής, θα ήταν το πιο καταστροφικό λάθος που θα μπορούσαμε να διαπράξουμε. Για να αντισταθείς και να καταρρίψεις τα σχέδια του κόμματος αυτού, πρέπει να προετοιμάσεις τον δρόμο για τον γερμανικό λαό που παραμένει λογικός και να του δώσεις τα μέσα για να απαλλαγεί από αυτό το κόμμα. Αφήστε τους Γερμανούς συντρόφους μας να καταλάβουν ότι αυτό είναι το μόνο επωφελές αποτέλεσμα και για τις δύο πλευρές και ότι είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε μαζί τους.

28 Φεβρουαρίου 1916

Υπό την πίεση των γεγονότων να δημοσιευθεί αυτή η δήλωση, όταν κοινοποιήθηκε στον γαλλικό και ξένο τύπο, μόνο δεκαπέντε σύντροφοι, των οποίων τα ονόματα ακολουθούν, ενέκριναν το κείμενο[4]: Christian Cornelissen, Henri Fuss, Jean Grave, Jacques Guérin, Pierre Kropotkine, A. Laisant, F. Le Lève (Lorient), Charles Malato, Jules Moineau (Liège), Antoine Orfila[5] (Hussein Dey, Algérie), Marc Pierrot, Paul Reclus, Ph. Richard (Algeria), Tchikawa (Japan), W. Tcherkesoff.

μετάφραση-απόδοση Π.

Πηγή: libertarian-labyrinth.org

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 206, Ιούλιος-Αύγουστος 2020

[1]. Όπως αναφέρεται στο τέλος της Διακήρυξης, αυτή υπογράφηκε από 15 λόγω των επειγουσών συνθηκών για την δημοσίευσή της.

[2]. Μετά την δημοσιοποίησή του προσυπογράφηκε από εκατό περίπου αναρχικούς, οι μισοί από τους οποίους ήταν Ιταλοί.

[3]. Όσον αφορά τη σκέψη τους [στμ.].

[4]. Το όνομα του James Guillaume, παρά το ότι ήταν σύμφωνος με το πνεύμα της Διακήρυξης, δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς που την υπέγραψαν στην αρχή.

[5]. Από λάθος, η περιοχή Hussein Dey, είχε χωριστεί από το όνομα του Antoine Orfila με αποτέλεσμα αυτή να εμφανίζεται ως το όνομα ενός από αυτούς που υπόγραψαν.

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: