Σφραγισμένο κιβώτιο

Μέσα του σφραγίζονται δόγματα και συνήθειες

παράλληλες, παράνομες, παράλογες αλήθειες

Βράζουν αποστήματα με αίματα νοθευμένα

Τρέμεις μην ανιχνευτούν τα νέα σου πεπραγμένα

 

Πίστη τυφλή, πίστη χωλή, πίστη χωρίς ελπίδα

Μια μαχαιριά, μια τουφεκιά και νους χωρίς πατρίδα

Σ’ ένα αεροστεγές κιβώτιο κείται η ζωή σου όλη

Δεν έχεις όνομα, ούτε χωριό: σαν να ‘πεσε πανώλη

 

Τα νανουρίσματα ηχούν σαν τύμπανα πολέμου

Σφυροκοπούνε στο κουτί ιδέες του ανέμου:

εκείνες που ορκίστηκες ποτέ μην παραβείς

μία-μία τις αθέτησες και τώρα προχωρείς

 

Ιερό είναι το φορτίο μας, τους ώμους μας λυγίζει

Τι νόημα έχει η ζωή όταν την αγάπη απελπίζει;

Ποια είναι η αξία μας σαν η ματιά στενεύει

και δεν μπορεί ελεύθερα το δίκιο να γυρεύει;

 

Ζωή σα φαγωμένο σανίδι στη σκηνή

σαν αστείο κακόγουστο που αναζητά ακροατή

Αμφιβάλλω αν υπήρξαμε τόσον καιρό

Αόρατοι στέκουμε σε δρόμο μισό

 

Επιστρέφω εν σώματι στον τόπο του εγκλήματος

σε χώρο άγνωστο, ανίερο ενός μυστηρίου παθήματος

Χάθηκαν οι μισοί, κάποιοι θα σβήσουν στο δρόμο

Φτιάχνουμε υλικό στης διαδρομής τον τόμο

 

Βασανίζω το μυαλό στου ήλιου τη σκιά (μια-δυο-τρεις:

μετρώ τις αχτίδες πάνω στην πληγή).

Θα ‘ρθεις να με βρεις;

Μεταμορφώνεται ο άνθρωπος στης αποστολής την ακτή

Διάολε: η ζωή κρέμεται από μια αόρατη κλωστή

 

Φίλε μου έμπιστε, μέσα στο κιβώτιο κρύβονται ιδανικά

Απροστάτευτα τα κεφάλια μας χάσκουν ηδονικά

Μιας βέργας το τσάκισμα ακούς, ξεσπάς:

«Φτάνει πια!» φωνάζεις

Ξύνεις τις γωνίες με φαγωμένα νύχια.

Μόνος, πεζός και διψασμένος, φτωχός και

προδομένος: πιο ελεύθερος μου μοιάζεις

 

Μια σφαίρα στην καρδιά ή λίγο πιο ψηλά

Εκεί που ονειρεύομαι (που πιο πολύ πονά)

Εκεί στοχεύουν πάντοτε τα σκοτεινά μυαλά

Εκεί που θέλει δύναμη να κουβαλάς δίχως φτερά

 

Η μοίρα κατευθύνεται από απρόσωπα γραφεία

Σαν άλογα καλπάζουμε προς άγνωστη πορεία

Σκυφτοί πάνω από χαρτιά τζογάρουν τις ζωές μας

Αρχειοθετούν αλφαβητικά τις άμοιρες πνοές μας

 

Ζωές μυστικές, ποτήρι στεγνό, κι ένα κιβώτιο ρηχό

Ψάχνω απαντήσεις να βρω με το σκοτάδι βοηθό

«Αφήστε με τα μάτια μου να κλείσω,

να ξεκουράσω το μυαλό»

(Απαγορεύεται: φοβούνται μήπως κάτι θυμηθώ)

 

Πικρά σαν δάφνη τις σκέψεις αναμασώ

Χάνω τα λόγια, το ρυθμό

«Ορκίζομαι τυφλά να υπηρετώ…»

ποιον τελικά; απορώ

 

Θα ζήσω όσο χρειαστεί, ρολόι δεν κρατώ

Μέγα το δίλημμα και της ανάγκης η πειθώ

Μάταιος κόπος αν ξεκινούσα απ’ την αρχή

(στο τέλος βρίσκεται της μέσης η προβολή)

 

Γέννημα-θρέμμα του ονείρου,

του εφιάλτη, της ομηρίας

Γέννημα-θρέμμα μάνας γης και μιας αγνής ιδεολογίας

Οι φίλοι ξεχνούν με τον καιρό:

οι εχθροί όμως θυμούνται

Για ασήμαντες αφορμές γραπτά παραποιούνται

 

Ας ησυχάσω πια κι εγώ: αρκετά έχω πει ως τώρα

Χρόνια να έχω δε χωρούν τα όσα φέρνει η ώρα

Μικρύνανε οι άνθρωποι. Τα όνειρα θεριέψαν

Κοφτές ανάσες χθεσινές το σήμερα μαντέψαν

 

Φοράς λευκά κρινάκια στους μαύρους καρπούς

φυγάδεψες την ύλη σε άνομους καιρούς

Της γης δεν χορταίνει ποτέ η κοιλιά

Στης άνοιξης την πόρτα σφίγγει η θηλιά

 

Ένα κομμένο χέρι στέκει αφηρημένο

σαν οπτασία κρέμεται: σχεδόν παραδεισένιο

Διαμελισμένα κορμιά, γυμνά κουφάρια και ουλές

κοριοί και βδέλλες γλύφουν ανοικτές πληγές

 

Άδεια η ψυχή, παγωμένη η ματιά

Κουβάρι το ψέμα, πίσσα στη στεριά

Αντιλαμβάνεσαι πως εξουσία σημαίνει κλειδί

(υπηρέτης, αρχηγός, άνθρωπος, θάνατος, ουσία, ζωή)

 

Πάνω σε τάφους και συντρίμμια χορεύουν οι θεσμοί

Με απολογίες στα δόντια αναγνωρίζονται οι νεκροί

Αδιάφορα κι ασύμφορα προβάλουν της μνήμης τα κενά

Σαν βράχος η θλίψη στο στέρνο κυλά

ophelia

 

Both comments and trackbacks are currently closed.