Φως σε φόντο λευκό: Όταν οι λέξεις της Ιστορίας τυφλώνουν (Μέρος 1ο)

Brueghel, Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου (1558).
Ο ίδιος ο Brueghel έχει αναφέρει για το έργο: «Ήταν άνοιξη. Ένας αγρότης εργαζόταν στο χωράφι του. Ένας βοσκός πρόσεχε τα πρόβατά του. Ένας ψαράς έπιανε ψάρια κοντά στην άκρη της θάλασσας. Όλα ίδρωναν στον ήλιο που έλιωνε τα φτερά από κερί. Στα ανοικτά των ακτών συνέβαινε μια βουτιά αρκετά απαρατήρητη. Αυτή ήταν ο πνιγμός του Ίκαρου». Με άλλα λόγια συμβαίνει ένα “ιστορικό γεγονός” ο πνιγμός του Ίκαρου. Το άιτιό του, ο ήλιος, είναι αυτός που ευνοεί και συνοδεύει, αλλά και ιδρώνει και κουράζει και τους υπόλοιπους, που αδιαφορούν για το ιστορικό γεγονός και δρουν, όπως κάθε μέρα, στον κυκλικό τους χρόνο.

Είναι βέβαιο πως ο καθένας μας, ουκ ολίγες φορές, θα έχει αναγνώσει, μία ή περισσότερες ιστορικές αναλύσεις που χρησιμοποιούν τον όρο «σκοταδισμός», αναφερόμενες σε εποχές, του μακρινού ή πρόσφατου παρελθόντος, όπου η ελεύθερη σκέψη κι η διάθεση για αποκάλυψη της αλήθειας διώκονταν και τιμωρούνταν. Πολλά είναι, επίσης, τα θύματα του σκοταδισμού, που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν, επειδή αποκάλυψαν μιαν αλήθεια ή πίστεψαν σε ιδέες που απελευθερώνουν. Το σκοτάδι είναι μια κατάσταση που εμποδίζει την όρασή μας να δει. Τουλάχιστον, όπως είναι η φυσιολογία μας ως σήμερα. Στο σκοτάδι δεν διακρίνουμε· όλα φαίνονται ίδια, χανόμαστε και δεν βρίσκουμε τον προσανατολισμό μας.

Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και φωταδισμό. Όταν το φως ξεπεράσει το επιτρεπτό για το μάτι μας όριο, μας τυφλώνει. Δεν μπορούμε να δούμε τίποτε, χάνουμε τον προσανατολισμό μας και ό,τι βλέπαμε με επαρκές φως στην πληρότητά του τώρα γίνεται λευκό σκοτάδι. Με τη μια ή την άλλη υπερβολή βρισκόμαστε στην «καρδιά του σκότους».

Επειδή ο κόσμος ποτέ δεν είναι ένας, δεν υπάρχει μια ιστορία που όλη η ανθρωπότητα ακολουθεί, αλλά συγχρονίζονται πολλές ιστορίες και πολλοί κόσμοι, ο σκοταδισμός κι ο φωταδισμός μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν, τρέφοντας συγχρόνως την καρδιά του σκότους. Έτσι, στο ίδιο έδαφος μπορεί να κινείται ένας φανατικός σκοταδιστής, που πιστεύει ότι πρέπει να σκοτώνει χιλιάδες «αλλόπιστους», για να φτάσει στον δικό του «Παράδεισο», με τον φανατικό φωταδιστή, που στο όνομα της ροής της πληροφορίας φτάνει σε βαθμό απανθρωπισμού.

Όσον αφορά τον σκοταδισμό, πολύ μελάνι έχει ήδη χυθεί κι εξακολουθεί να χύνεται. Για τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον φανατισμό του, για το πρόσημο που αυτός παίρνει, ανάλογα με την προέλευσή του κι άλλα παρόμοια. Ουκ ολίγοι είναι εκείνοι που στο όνομα του διεθνισμού και της εξάλειψης του ρατσισμού καταφεύγουν επί της ουσίας στον ρατσισμό απ’ την ανάποδη. Απ’ τη μια, λοιπόν, έχουμε ανθρώπους εξαθλιωμένους που χρήζουν βοηθείας, επειδή δεν θα καταφέρουν ποτέ να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Όπως έχουμε κι ανθρώπους που μένουν και πολεμούν τον σκοταδισμό. Απ’ την άλλη, έχουμε πολλούς που εκμεταλλεύονται με τον αθλιότερο τρόπο το ζήτημα του πολέμου της Συρίας καθαρά με εμπορικούς όρους.

Είναι ο χείριστος ρατσισμός να θέλει κανείς να απομυζήσει χρήματα, δουλεύοντας ή συντηρώντας ΜΚΟ που «στηρίζουν» μετανάστες και πρόσφυγες, όπως «στηρίζει» ένας αγελαδάρης το προσοδοφόρο του κοπάδι. Φιμώνει την αλήθεια, επειδή έχει καθαρό υλικό συμφέρον. Βρίσκει όφελος στον πόνο του άλλου. Απ’ την άλλη, εκτρέφει μια άκρως τεχνητή κατάσταση, μιας και με την ετικέτα του πρόσφυγα εισρέουν σε άλλες κρατικές οντότητες κι άνθρωποι, που στην καλύτερη περίπτωση θέλουν μερίδιο στο καταναλωτικό όνειρο της Δύσης. Στη χειρότερη θέλουν να διασπείρουν τρόμο και να εγκαθιδρύσουν με τη βία τις δικές τους συνήθειες. Όποιος μάλιστα παρατηρεί τέτοια φαινόμενα και δεν στέκεται αμήχανος, αντιμετωπίζεται ως ρατσιστής και φασίστας. Όποιος διανοείται να ορθώσει έστω και σκεπτικισμό απέναντι στο λίκνο του απόλυτου παραλογισμού, τον τρώγει η κινηματική μαρμάγκα, συνεπικουρούμενη από τους ελεεινούς του δημοκρατικού «τόξου» και λοιπών «ευαισθητοποιημένων» σκυβάλων. Αυτομάτως κατατάσσεται στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αντίπαλα στρατόπεδα έχουν οι πόλεμοι. Τουτέστιν, το κλίμα είναι πολεμικό. Όπως αναφέραμε, κι ο πλέον αγαθοπροαίρετος σκεπτικισμός οδηγείται με συνοπτικές διαδικασίες στο «αντιρατσιστικό» ικρίωμα.

Οι πόλεμοι τρέφονται και υποδαυλίζονται από το σκοταδισμό. Κάθε είδους διάκριση, που βάζει ταμπέλες δίχως να σχετίζεται με την αλήθεια είναι σκοταδισμός. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως σκοταδισμός είναι, εν γένει, η μη-αλήθεια και, βεβαίως, συμπεριλαμβανομένης της παραποίησης αυτής, της κάθε μικρής ή μεγάλης φενάκης, που μας περιβάλει. Με βάση τα ανωτέρω, δεν χωρά αμφιβολία πως η πολιτική, ως η απόλυτη μη-αλήθεια, αλλά ενίοτε και χάλκευση αυτής, κατά το δοκούν, αποτελεί ιστορικά το λίκνο του σκοταδισμού. Σε έναν υποτιθέμενο πάλι αντίποδα βρίσκεται ο φαινομενικά ελεύθερος λόγος, που στα χρόνια της απεριόριστης ροής της πληροφορίας και του παγκόσμιου «ιστού» μας πήρε και μας τύλιξε· είναι η υπερβολική δόση μας. Μας τυφλώνει από το πολύ φως.

Απ’ τη μια, ένεκα ότι όλοι θέλουμε να μιλήσουμε για όλα, είτε τα γνωρίζουμε είτε όχι, απ’ την άλλη, επειδή έγινε μέσο εκτόνωσης κι όχι επικοινωνίας, το διαδίκτυο υπερφορτώθηκε από κάθε είδους σαθρότητα. Δεν μιλάμε πλέον για υπερπληροφόρηση απλώς, αλλά για υπερκαταναλωτισμό πληροφορίας. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο καθένας μας έχει μετατρέψει τον εαυτό του σε πληροφορία. Κάθε τι που κάνουμε μετατρέπεται σε δεδομένο (data). Ό,τι βλέπουμε, ακούμε, λέμε, νιώθουμε. Συσσώρευση αισθήσεων και συναισθημάτων υπό μορφή δεδομένων, ή, ευστοχότερα, το άψυχο κι αναίσθητο αντικαθρέπτισμα αυτών. Αναρίθμητα «ανθρωπο-δεδομένα», μηδενικά κι άπειρα ταυτοχρόνως, στο απόλυτο τίποτα της ψηφιακής πλάνης.

Γίναμε οι ίδιοι πληροφορίες. Και είμαστε πολλοί. Και πράττουμε πολλά. Παλιά μάς παρακολουθούσαν, για να μάθουν τι κάνουμε. Τώρα τα αποκαλύπτουμε οι ίδιοι. Τώρα είμαστε οι ίδιοι η αποκάλυψη. Η ζωή μας δεν υπάρχει καν, αν δεν αποκαλυφθεί στον παγκόσμιο ιστό. Και έτσι φτάσαμε στον φωταδισμό, όπου όλα βγαίνουν στο φως σε τέτοιο βαθμό, που μας τυφλώνουν εξ ίσου. Όσο σκοταδισμό έχει αυτός ο κόσμος, άλλο τόσο δεν του λείπει κι ο φωταδισμός του. Μας τύφλωσαν ομοίως.

Κάποιος ίσως αναρωτηθεί: μα ο κόσμος πάει μπροστά, έτσι είναι. Τα πράγματα εξελίσσονται. Για άλλη μια φορά η απάντησή μας θα είναι πως αν ο κόσμος αυτός, αν οι άνθρωποι είχαν εξελιχθεί στ’ αλήθεια, δεν θα χρειάζονταν συσκευές για να επικοινωνήσουν από απόσταση, να πετάξουν και να κολυμπήσουν μακριά· θα είχαν σε τέτοιο βαθμό διευρύνει τους πνευματικούς τους ορίζοντες που θα είχαν αλλάξει, ενδεχομένως, ακόμη και την υπάρχουσα φύση τους. Θα ήταν πράγματι κάτι άλλο. Κι ίσως κάποτε η ανθρωπότητα να ήταν προσανατολισμένη προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά, καθώς ο ορθολογισμός διαπότισε τα πάντα, οι προσπάθειες αυτές να χλευάστηκαν ως δεισιδαιμονίες.

Όμως, σήμερα οι φωταδιστές δεν επιδιώκουν να αναπτύξουν την φύση τους, εναρμονίζοντάς την με τον κόσμο που τους περιβάλλει, αλλά να την αντικαταστήσουν, επεκτείνοντάς την με τεχνητά εξαρτήματα και μηχανικά μέρη. Γι’ αυτούς είναι το ίδιο ίσως. Νομίζουν πως έτσι «προχωράει ο κόσμος». Αντιθέτως, όμως, έτσι γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτοι, ολοένα και πιο εξαρτημένοι από τη μηχανή. Ο άνθρωπος έφτασε στο σημείο, νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο απελευθερώνεται και διευκολύνεται, να δημιουργήσει ο ίδιος τους τεχνητούς αφέντες του.

Και τουλάχιστον, έως σχετικά προσφάτως, οι αφέντες ήταν άνθρωποι κι είχαν κοινή φυσιολογία με τους σκλάβους. Η απελευθέρωση των σκλάβων ήταν ανθρώπινη υπόθεση, ακόμη κι αν οδήγησε σε πολλά λάθη. Τώρα οι αφέντες είναι πρωτίστως μηχανές, που σιγά-σιγά μετατρέπουν και τους δούλους τους καθ’ εικόνα τους. Και τότε η ελευθερία, φτιαγμένη καθώς είναι στα ανθρώπινα μέτρα, δεν θα έχει καν νόημα μεταξύ των μηχανών. Διαθέτουμε όλα τα ελαττώματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Είμαστε ατελείς, πονάμε και γερνάμε, πεθαίνουμε και γεννάμε. Κυρίως είμαστε ενσυνείδητοι, όντας άνθρωποι. Και για τον λόγο αυτόν, ακόμη κι ένα ανθρώπινο ον με κονιορτοποιημένη, ακόμη και νεκρή συνείδηση, διέθετε, τουλάχιστον, ως παιδί, την δυνατότητα, να την αναπτύξει. Μια μηχανή δεν θα αποκτήσει ποτέ συνείδηση, όσο κι αν εξελίξουν οι όποιοι οσφυοκάμπτες τεχνολόγοι τη λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη, επειδή δεν είναι φτιαγμένη για αυτό τον σκοπό, δεν της χρειάζεται.

Το διαδίκτυο των πραγμάτων (the internet of things) είναι εδώ στον αιώνα του φωταδισμού, μας γεμίζει με πράγματα που με ένα κουμπί στο κινητό μας ενεργοποιούνται από απόσταση, μας εξασφαλίζουν χρόνο, που αφιερώνουμε στο να υπηρετούμε αυτά τα ίδια τα πράγματα, εκπίπτοντας στην κόλαση του Σισύφου, να μεταφέρουμε δεδομένα στην ανηφόρα της τεχνολογίας, που θα μας τα ακυρώνει διαρκώς, θα μας ξαναγυρνάει πάλι πίσω, επειδή δεν είμαστε αρκετά εξελιγμένοι τεχνολογικά, θα πρέπει να μάθουμε κι άλλα κι άλλα, διασφαλίζοντάς μας την αιωνιότητα, αφού θα παραμείνουμε ως ολογράμματα στο επέκεινα της ροής πληροφοριών.

Όλοι οι προερχόμενοι από την τεχνολογία κίνδυνοι επισημαίνονταν από παλιά. Όμως, όπως το βατραχάκι στην κατσαρόλα, συνηθίσαμε το νερό να ζεσταίνεται σιγά-σιγά και τώρα που βράζει, δεν το αισθανόμαστε. Τώρα πια είναι «απαραίτητο» κι «αναγκαίο» να συντηρούμε διαδικτυακές ταυτότητες, που χρειάζονται την ίδια τη ζωή μας ως πληροφορίες, για να τραφούν. Σε λίγο το ανθρώπινο είδος θα μοιάζει με όλα αυτά τα εξαφανισμένα είδη που ο άνθρωπος εξαφάνισε. Θα υπάρχουν μόνο σε ψηφιακή μορφή, σε κάποιο ξεχασμένο βίντεο, που θα μαρτυρά πως κάποτε υπήρξαν· αλλά μόνο οι μηχανές θα είναι εκεί, για να το δουν. Κι ο άνθρωπος θα είναι το πρώτο –κι ίσως το μόνο– είδος που μόνο του εξαφάνισε τον εαυτό του. Γιατί κάτι χάνεται, κάτι εξαλείφεται, όταν εξαλείφεται η ίδια η ουσία του.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Both comments and trackbacks are currently closed.