Για μια ουτοπική κοινωνία

Τα σημάδια είτε σωματικά είτε ψυχικά διεγείρουν τις αναμνήσεις και μας προστατεύουν από την επανάληψη των αιτιών εκείνων που μας οδήγησαν εκούσια ή ακούσια στο βωμό της λογικής και της εξάρτησής μας από άτομα και προκαταλήψεις που δεν ευσταθούν σε συναισθηματικό επίπεδο παρά μόνο στη σφαίρα του παραλογισμού υπέρ της επιβαλλόμενης έννομης τάξης και ζωής που ασκείται στον άνθρωπο πιέζοντάς τον σε καταστάσεις καταστολής του ίδιου του του εαυτού ή ακόμη και των οικείων του.

Οι ατομικές εξεγέρσεις συμβάλλουν στην κατάλυση κάθε κοινωνικής υποταγής. Ξεκινάμε από κάπου για να φτάσουμε κάπου και στη διαδρομή συνειδητοποιούμε πως δεν υπάρχει συγκεκριμένο σημείο που να ικανοποιεί την περιέργειά μας ή να καταστεί αρκετό ώστε να κορέσει την όρεξή μας για περιπέτεια. Η παραίτησή μας από την ικανοποίηση υλικών ή πνευματικών απολαύσεων θα χαρακτηριζόταν ως άρνηση της μη υποφερτής ζωής μας ή ακόμη και το αντίθετο: ως αποδοχή μιας θλιβερής πραγματικότητας την οποία βιώνουμε και από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.

Υπάρχει τρόπος να ξεφύγει κανείς από τη φτώχεια και τον έλεγχο της ζωής του από παράγοντες άυλους; Πώς άραγε να νιώθει ένας άνθρωπος που καθημερινά έχει να αντιμετωπίσει από τη μία την ανάγκη να δουλέψει για να επιβιώσει και από την άλλη τα δεσμά ενός προγράμματος που του επιβάλλανε χωρίς καν να ερωτηθεί; Πόσο άδικο αλήθεια να προσφέρεις και να μην αναγνωρίζεσαι. Χαρακτηρίζοντας έναν χώρο ως κίνημα αυτομάτως ο πρώτος συνειρμός έχει να κάνει με την κίνηση, επομένως τη ζωή. Στη μακρόχρονη πορεία της ζωής μας συναντούμε άτομα που ενώ διακηρύττουν την ελευθερία και αναγνωρίζονται ως κύριοι εκφραστές και υποστηρικτές της παρατηρούμε πως με την πάροδο των χρόνων αρκετοί από αυτούς «μεταφέρουν» τις απόψεις τους ξανά μέσα σε αυστηρούς ιδεολογικούς κλωβούς επιχειρηματολογώντας πως με αυτό τον τρόπο θα προσελκύσουν κι άλλους «οπαδούς» στον κινηματικό χώρο. Από πότε η ιδεολογία της αναρχίας επιζητά οπαδούς κι όχι συντρόφους; Ή ακόμα καλύτερα, εραστές της αναρχίας; Άτομα που με τις πράξεις τους από τις πιο απλές έως τις πιο δύσκολες αναμορφώνουν μέρα με τη μέρα την ουσία, περιβάλλοντας με αγάπη την οποιαδήποτε κοινή σκέψη γύρω από την αναρχία. Τι σημαίνει τελικά για τον καθένα μας η αναρχία και πώς ολοκληρώνεται πέρα από τη θεωρία; Αρκετοί αρκούνται στη θεωρία φροντίζοντας επιδεικτικά να απέχουν παρασάγγας από την πρακτική εφαρμογή ή υλοποίηση των στόχων. Δεν θα προέτρεπα κανέναν να αποχωρήσει από την κοινωνία που ζούμε ακολουθώντας έναν ασκητικό δρόμο (δίχως επιστροφή).

Στην ουσία καλούμαστε να βαδίσουμε ένα μοναχικό δρόμο ως συμπληρωματικό κομμάτι του εαυτού μας και ως καταφύγιο που θα μας προστατεύει από τη βουή του όχλου όταν κληθούμε να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις για το ποιοι είμαστε και πώς οραματιζόμαστε την επόμενη μέρα. Αγωνιζόμαστε για την επόμενη μέρα δουλεύοντας (σ)το «τώρα». Η μακροπρόθεσμη απόδοση καρπών ενός αγώνα δεν πρέπει να λειτουργεί ως αποτρεπτικός/ανασταλτικός παράγοντας αλλά αντιθέτως να προωθεί τις ιδέες μας παρόλες τις δυσκολίες, χλευασμούς, κυρώσεις που θα υποστούμε ως άνθρωποι και κυρίως ως ιδεολόγοι οραματιστές. Η αλληλεπίδραση μεταξύ μας οφείλει να βγει έξω από τους τοίχους της μειονότητας, να διευρύνουμε μια στάση φιλική και συντροφική απέναντι σε μια κοινωνία θωρακισμένη από προκαταλήψεις και απομακρυσμένη από τον άνθρωπο και τις αξίες του.

Δυστυχώς ως κοινωνίες έχουμε μεταφράσει τις αξίες σε αριθμούς άλλοτε με αρνητικό κι άλλοτε με θετικό πρόσημο. Όταν φυλακίζεις την ατομική ελευθερία απαγορεύοντας σε ένα άτομο να διάγει την προσωπική του ζωή, όπως αυτό την κατανοεί και τη διαμορφώνει τότε η ελευθερία παύει να υφίσταται ως αξία. Συχνά λέμε πως οι ιδέες δεν φυλακίζονται, φυλακίζονται, όμως, ακόμη και στις μέρες μας άνθρωποι που έχουν το θάρρος να βγουν μπροστά και να απαιτήσουν το δικαίωμα στην ισότητα και την ίδια την ύπαρξη. Περνάνε οι μέρες μας κι εμείς τρέχουμε πίσω τους αντί να διαλύσουμε τις ψευδαισθήσεις που μας κρατάν αιχμάλωτους σε μια διαρκή ανταλλαγή ανούσιων πληροφοριών και κακεντρεχών συμπεριφορών. Αποσυρόμαστε από το προσκήνιο αντί να παραβιάσουμε όλους τους κανόνες που σκοπό έχουν την εξομάλυνση της αδικίας και της ανυπόφορης πνιγηρής κατάστασης που μας οδηγεί ξανά και ξανά στη δίνη του παραλόγου.

Η γέννηση μιας ιδέας δεν έχει καταγωγή: γεννιέται τόσο στο φως όσο και στο σκοτάδι, μες στη φτώχεια και μες στην ευημερία, γεννιέται από απλούς ανθρώπους ή από άτομα που ποτέ τους δεν ταξίδεψαν πέρα από τον τόπο τους, από ανθρώπους που δεν γνώριζαν καν γραφή κι ανάγνωση, από κατατρεγμένους ή αστούς. Το κοινό όλων αυτών των (περαστικών) ανθρώπων είναι η αγάπη για τη ζωή και η αφοσίωση στην αναζήτηση της γνώσης, είναι εκείνη η σπίθα που σε κάνει να ονειρεύεσαι με ανοιχτά μάτια και τις νύχτες να αναθεωρείς ή να αμφισβητείς όσα έχεις μάθει –είτε με την προτροπή άλλων είτε με δική του πρωτοβουλία– όχι αποκλειστικά για να τα καταργήσεις αλλά να τα βελτιώσεις. Το όραμα λειτουργεί ως προπομπός της ύπαρξης χορηγώντας στο άτομο την απαραίτητη τροφή ώστε να αναπτυχθεί και να μεστώσει στον κόσμο της πραγματικότητας. Η ελπίδα από την άλλη λειτουργεί πολλές φορές ως παγίδα –αναβάλλοντας τους στόχους μας, προκαλώντας σύγχυση στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και δυσλειτουργία στην ανάλυση της σκέψης με αποτέλεσμα τη μειωμένη δόση πρόσληψης του οράματος– άλλοτε εγκαταλείποντας το άτομο στην «τύχη» του κι άλλοτε ενθαρρύνοντάς το να καταφύγει στο φαύλο κύκλο αυταπατών και ψευδαισθήσεων.

Πόσες φορές δεν ελπίσαμε ή δεν ευχηθήκαμε σε καλύτερες μέρες; Ξεχνάμε πως τις τύχες μας τις έχουμε στα χέρια μας κι αν πρόκειται να αλλάξει το παραμικρό στη ζωή μας τούτο θα οφείλεται στις δικές μας ενέργειες κι όχι στη (δια)μεσολάβηση θεών και κυβερνήσεων. Οι ιδέες αναιρούν στην ουσία τις όποιες διαφορές μεταξύ μας φιλτράροντας τις εχέμυθες σκέψεις μας, αναπτύσσοντας τον κοινό/συλλογικό νου, δημιουργώντας ευκαιρίες, ανατρέποντας φόβους, εξιλεώνοντας την ίδια τη ζωή, απομυθοποιώντας τη στυγνή πραγματικότητα, ανακτώντας δυνάμεις από «αμελητέες» ή «αόρατες» αφορμές κι αιτίες. Η επιρροή μιας τυφλής κοινωνίας δεν (θα) φέρει ποτέ ωφέλιμα αποτελέσματα παρά θα αναστέλλει με τρόπο τοξικό την όποια προσπάθειά μας στην επίτευξη ενός κόσμου λιγότερο ξένου προς τη φύση (μας), λιγότερο παθητικού και φοβικού, και περισσότερο ουτοπικού απεγκλωβισμένου από τη συνήθεια και την αδιαφορία. «Νομίζουμε πως είμαστε ο τόπος και η αλήθεια είναι πως είμαστε μόλις το τοπίο», Νικάνορ Πάρρα.

Ophelia

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 209, Νοέμβριος 2020

 

Both comments and trackbacks are currently closed.