ΤΟ ΑΛΥΤΟΝ(;) ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΝΟΜΟΥ ΠΟΛΙΤΗ…

«Ἄλυτον δι’ ἡμᾶς αἴνιγμα εἶναι πῶς ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὁ φιλόνομος, ὁ νηφάλιος, ὁ πρακτικός, ὁ οὐδενὸς ἄλλου κατὰ τὴν ὀξύτητα τοῦ πνεύματος ὑστερῶν καὶ ἄριστος τῶν ἰδίων του ὑποθέσεων οἰκονόμος, ἀπεδείχθη ἀδεξιώτερος παντὸς ἄλλου διαχειριστὴς, ἀνίκανος νὰ ἐπιβάλη εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ συμφέροντος τῶν πολλῶν καὶ οὐχὶ τῶν ὀλίγων, πρόθυμος εἰς κατάποσιν παντὸς δολώματος, ἀνεπίδεκτος σωφρονισμοῦ ὑπὸ τῆς πείρας, ἐπιλήσμων πάσης συμφορὰς καὶ πρὸς οὐδὲν ἄλλο ἱκανὸς παρὰ μόνον νὰ παρασύρεται καὶ ἔπειτα νὰ μετανοῆ, νὰ κράζη «Ἥμαρτον» τύπτων τὸ στῆθος καὶ νὰ ὑποπίπτει μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν αὕτην ἁμαρτίαν, […]ἔξυπνον τέλος πάντων καὶ ἀγαθόν, πιστεύομεν, ἀλλ’ ἀνίκανον νὰ ἀνδρωθῆ παιδίον.» Εμμ. Ροΐδης, Η Πολιτική εν Ελλάδι ρητορεία

Είμαστε βέβαιοι, ότι πρέπει να σκάνε στα γέλια οι άρχοντες οι τοπικοί, οι άρχοντες οι περιφερειακοί και οι κεντρικοί και οι επιτελικοί, οι άρχοντες της κυβερνήσεως και της αντιπολιτεύσεως στα σουαρέ τους με την μαζική ανοησία, που δέρνει τους υποτελείς τους, που παρακαλάνε τους ζάμπλουτους καταστροφείς τους να τους σώσουν τη ζωή και να τους δώσουν μερικά ψίχουλα με απλωμένο χέρι σαν ζήτουλες.

Η μια καταστροφή μετά την άλλη, μεσούσης της περίεργης αυτής «πανδημίας», που αντί οι ασθενείς να ψάχνουν τους γιατρούς γίνεται κυρίως το αντίθετο κι ακόμα βρισκόμαστε στον μήνα Οκτώβριο. Ακόμα και ο περιλάλητος «θεός της Ελλάδας» αγανάκτησε, τα μάζεψε και έφυγε.

Οι πρώτοι, οι καταστροφείς, ζουν ζωή χαρισάμενη όπως πάντα. Βρίσκονται σε μόνιμες διακοπές από τότε που χρεωκόπησαν τη χώρα, γλεντούν σαν να μην υπάρχει αύριο σπαταλώντας τα τελευταία περισσεύματα από τα άδεια κρατικά ταμεία, πηγαίνουν στο θέατρο, παρευρίσκονται στα κοσμικά κέντρα και φωτογραφίζονται τρισευτυχισμένοι και ανέμελοι. Την επόμενη μέρα θαυμάζουν τους εαυτούς τους, πόσο καλοντυμένοι και κομψοί δείχνουν στα ολοσέλιδα αφιερώματα των περιοδικών και των κοινωνικών δικτύων. Όσο υπάρχει «ευρωπαϊκή βοήθεια», το προτεκτοράτο μας θα έχει αέρα στα πανιά του και τα έξοδά τους θα είναι όλα πληρωμένα. Οι γόνοι συνεχίζουν τις σπουδές και τα ταξίδια τους στους πολυτελείς προορισμούς του εξωτερικού, προετοιμαζόμενοι για να κληρονομήσουν τις θέσεις και τα αξιώματα.

Οι δεύτεροι; Δείτε το μαύρο τους το χάλι. Όσοι κακορίζικοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις τελευταίες καταστροφές, θρηνούν τσαλαβουτώντας μέσα στα λασπόνερα για μέρες, επειδή τους παράτησαν στη μοίρα τους οι προύχοντες της Καρδίτσας και του επιτελικού κράτους των Αθηνών. Τους ψήφισαν και τους ξαναψήφισαν, και εδώ θα είμαστε, πάλι θα τους ξαναψηφίσουν.

Οι υπόλοιποι σηκώνουν κι αυτοί το σταυρό τους, στριμώχνονται στις στάσεις των λεωφορείων και στους σταθμούς του μετρό, και τα βαγόνια μετατρέπονται συχνά σε ρινγκ για τη μάσκα, που δεν φοράει ένας νεαρός ή για τις “αποστάσεις που δεν τηρούνται”, στριμωγμένοι όλοι σαν τις σαρδέλες και σε κατάσταση λιποθυμίας. Και για να μας αποτρελάνουν εντελώς πρέπει να εφαρμόζεται και το «απαγορεύονται οι συναθροίσεις άνω των εννέα ατόμων». Κι όμως, πέφτουν στα γόνατα μπροστά στον βαθύπλουτο υπουργό μεταφορών της γνωστής πολιτικής δυναστείας των Καραμανλήδων (που δεν έχει καταδεχτεί να μπει ποτέ του σε δημόσιο μεταφορικό μέσο ούτε για τις ανάγκες της πολιτικής του καμπάνιας) να τους λυπηθεί και να αγοράσει λεωφορεία και τρένα. Τί να τους πείς;

Μοιρολόϊ και για τις μάσκες, που υποχρέωσε η κυβέρνηση να φορούν τα παιδάκια στα σχολεία για να μην κλείσει τις τάξεις. Τις θέλουμε δωρεάν, είπαν κλαίγοντας οι ζητιάνοι, τι σας κοστίζει μωρέ; Αγανάκτησαν οι αξιωματούχοι με τις μεμψιμοιρίες και έδωσαν διαταγή να δοθούν μεν δωρεάν μάσκες στα παιδάκια, αλλά να είναι μεγάλες σαν τραπεζομάντηλα για να ταπεινώσουν τους γονείς. Δωρεάν δεν θέλατε;

Η ίδια κατάσταση στα νοσοκομεία, που έχουν αρχίσει να ασφυκτιούν. Να φανταστείτε ότι υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι η κυβέρνηση θα αυξήσει τις κλίνες για να προστατεύσει τη «δημόσια υγεία», από τους ίδιους πολιτικούς, που είχαν ψηφίσει και υπογράψει τη λεηλασία των κρατικών υποδομών υγείας. Απορούμε και εμείς σαν τον Ροΐδη, μα καλά δεν πήραν χαμπάρι ότι η χώρα πτώχευσε το 2010; Ότι τα πρώτα χρόνια δεν ήταν τα πιο δύσκολα, αλλά αυτά που έρχονται, καθώς η χώρα ρημάζει χρόνο με το χρόνο;

Δύο εικόνες, δύο κόσμοι. Από τη μία το ξεφάντωμα, η ξεγνοιασιά και η σιγουριά για το μέλλον, βρέξει χιονίσει, από την άλλη τα σκοτεινιασμένα βλέμματα, η απελπισία, οι παραλυμένοι από το φόβο άνθρωποι, που δεν ξέρουν τί τους ξημερώνει.

Και ακόμα δεν χειμώνιασε.

Λ.

Both comments and trackbacks are currently closed.