Μαθητικός «εγκλεισμός»

«…Πιστεύω πως το πνεύµα σου είναι ελεύθερο από προλήψεις, που προσπάθησαν να σου χαράξουν στην ψυχή, πιστεύω πως ο διάβολος δεν σε τροµάζει και πως δεν προσέχεις τις φλυαρίες των «παπάδων» και, το πιο σπουδαίο ακόµα, πως δεν είσαι κανένας από τους γελοίους κοµψευόµενους νέους –τα καταστρεπτικά αυτά φρούτα κοινωνίας σάπιας– που τριγυρνάνε στους δρόµους µε τα γελοία τους παντελόνια και µε τα µαϊµουδίστικα µούτρα τους, και που σ’ αυτήν την ηλικία δεν επιθυµούν τίποτε άλλο από την απόλαυση…» (Πιοτρ Κροπότκιν, ‘’Προς τους νέους’’)

Με το που άρχισε η σχολική χρονιά τα σχολεία σε όλη τη χώρα βρέθηκαν σε έναν μαθητικό αναβρασμό. Πάνω από 700 καταλήψεις έγιναν μέσα στην τελευταία εβδομάδα, χιλιάδες μαθητές βγήκαν στους δρόμους σε δεκάδες πόλεις, από την Κομοτηνή μέχρι την Κρήτη και από το κέντρο της Αθήνας ως και τα νησιά. Οι μαθητές στα σχολεία κάνουν Συνελεύσεις, συζητούν, αγωνίζονται, δημιουργούν καταλήψεις, αποχές και βγαίνουν στους δρόμους, ζητώντας να μην έχουν το πρόσθετο άγχος για την υγεία τη δική τους και των οικογενειών τους, επιπρόσθετο σ΄ αυτό το οποίο τους κατακλύζει, έτσι κι αλλιώς, η σχέση τους με το σχολείο-εξεταστικό κέντρο.

Μπορεί να χύνεται άφθονο μελάνι για να περιγραφεί το κόστος το οποίο επωμίζονται οι οικογένειες τόσο στην έναρξη όσο και κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, ωστόσο το κόστος της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι διπλό. Μετράται αφ’ ενός στο πορτοφόλι της κάθε οικογένειας, το οποίο αδειάζει για να αντεπεξέλθει στα έξοδα της υπάρχουσας Παιδείας και αφ’ ετέρου στις συνειδήσεις των μαθητών κάθε ηλικίας, όπου ο κρατικός μηχανισμός με πλαίσια νόμων και πειθαρχικών ποινών, χώρους διαλλείματος οι οποίοι συνήθως θυμίζουν προαύλια φυλακών, κτιριακούς χώρους όμοιους περισσότερο με ανακαινισμένο στρατόπεδο συγκέντρωσης και με επιτηδευμένο τρόπο εκμάθησης, αποσκοπεί να τις φέρει στα μέτρα του. Απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα όπου από τα πρώτα χρόνια, από το νηπιαγωγείο ακόμη, είναι κομμένο και ραμμένο στη διευκόλυνση της δημιουργίας του αυριανού πειθήνιου ανθρώπου, το σύνολο των μαθητών, γονέων, εκπαιδευτικών, αλλά και το σύνολο των ανθρώπων οφείλει να μην παραμένει αδιάφορο και συγκαταβατικό.

Ακόμη και στο υπάρχον περιβάλλον για να λειτουργήσει στοιχειωδώς, ένα σχολείο χρειάζονται μερικά βασικά πράγματα. Όπως για παράδειγμα, αίθουσες, παράθυρα στους χώρους που γίνεται το μάθημα, προσωπικό για την καθαριότητα του, δάσκαλοι, βιβλία και πολλά αλλά. Όμως, στην παρούσα φάση και με βάση την υπουργό παιδείας αλλά και όλα τα ΜΜΕ, το μόνο που χρειάζονται για να ανοίξουν είναι η ΜΑΣΚΑ και φυσικά ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ. Σύμφωνα με τον Καρδιολόγο Φαίδωνα Βόβολη: ένας άνθρωπος υγιής δεν χρήζει μάσκας, πολλώ δε μάλλον ένα μικρό παιδί. Το τι μπορεί να προκαλέσει μια μάσκα είναι γνωστό σε όλη την ιατρική κοινότητα. Από μικρές δερματίτιδες, σταφυλοκοκκίωση έως πονοκεφάλους από την έλλειψη επαρκούς οξυγόνωσης. Τα πτύελα επικάθονται της μάσκας, όπου μπορεί να έχουμε μεγαλύτερη διάδοση του ιού μέσω των βρώμικων μασκών. Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας είναι σαφής: οι κάτω των δώδεκα δεν χρήζουν μάσκας, οι άνω των δώδεκα συζητάμε για σύσταση μάσκας. Η Ισπανία και η Γαλλία θα χρησιμοποιούν μάσκα. Η Ισπανία από έξι και η Γαλλία από έντεκα θα χρησιμοποιούν μάσκα, οι άλλες χώρες μπαίνουν χωρίς μάσκα, παρά μόνον στους προαύλιους χώρους και μόνο.

Από την άλλη πλευρά, πληροφορούμαστε από την συνομοσπονδία γονέων τα εξής: Στην Ελλάδα έχουμε 13.000 σχολικές μονάδες, για αυτά τα κτήρια διαθέτουμε 9.500 υπαλλήλους στην καθαριότητα, όπου οι 4.000 δουλεύουν μόνο 3 ώρες με βάση την σύμβαση τους. Εκατοντάδες σχολικές αίθουσες στεγάζονται σε κοντέινερ. Επίσης, 250.000 μαθητές πηγαίνουν καθημερινά με λεωφορεία στο σχολείο. Παρ’ όλο που τα συγκεκριμένα λεωφορεία θα έχουν 100% πληρότητα, δεν χρησιμοποιούνται οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι ώστε να επανδρωθούν νέα λεωφορεία και να αποσυμφορηθεί η κατάσταση. Εκείνο το οποίο «προέχει» είναι η διάθεση μάσκας, δηλαδή υποταγή στα κελεύσματα της εξουσίας.

Ο τρόπος με τον οποίο θα ήθελαν να επιβάλλουν την μάσκα και ό,τι άλλο κυβερνητικό μέτρο θέλουν είναι πάντα ο αυταρχικός. Με απουσίες από το μάθημα θα αντιμετωπίζονται περιπτώσεις μαθητών οι οποίοι δεν θα φορούν μάσκες. Επί πλέον, οι ανήλικοι θα παραμένουν σε ειδικό χώρο μέχρι να τους παραλάβουν οι κηδεμόνες τους, στους οποίους θα επισημαίνεται η αναγκαιότητα χρήσης της μάσκας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι “απείθαρχοι” μαθητές θα “πιέζονται” αφόρητα να φορούν μάσκες από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα μέσω της απουσίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους νόμους τους, επαρκής χαρακτηρίζεται η φοίτηση μαθητών/τριών εφ’ όσον το σύνολο των απουσιών τους δεν υπερβαίνει τις εκατόν δεκατέσσερις (114), ενώ ανεπαρκής χαρακτηρίζεται η φοίτηση μαθητή/τριας που σημείωσε πάνω από εκατόν δεκατέσσερις (114) απουσίες. Οι μαθητές/τριες των οποίων η φοίτηση χαρακτηρίζεται ανεπαρκής είναι υποχρεωμένοι/ες, ως γνωστόν, να επαναλάβουν την φοίτηση τους στην ίδια τάξη.

Από την άλλη μεριά, η τηλε-εκπαίδευση δεν είναι διαδεδομένη ακόμη, μεγάλο μειονέκτημα αποτελεί η περιορισμένη ή η πιο απρόσωπη επαφή μεταξύ διδάσκοντα και διδασκομένων, όπως και μεταξύ των μελών μιας ομάδας, μιας ψηφιακής τάξης. Ουσιαστικά ο μαθητής μόνος και αποξενωμένος μπροστά σε μια παγερή οθόνη, θα ακούει και θα βλέπει το μάθημα του, μακριά από συμμαθητές και ιδασσκοντες σε μία περιορισμένη και πολύπλευρα αλλοτριωμένη σχέση.

Η ουσιαστική επαφή χάνεται και δίνει την θέση της στην διεπαφή μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστήρα. Αυτές οι καταστάσεις οδηγούν στην πλήρη αποξένωση και απομόνωση. Ένα επί πρόσθετο αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης αφού τα τεχνολογικά μέσα αποτελούν “παράδεισο” όλων των ειδών διαφημίσεων, των παρεμβολών στη σκέψη και του αποπροσανατολισμού.

Πιο έντονα βιώνουν τον εγκλεισμό τα παιδιά με μαθησιακά προβλήματα.

Από την πλευρά της, η Ελένη Μπόντη, ειδική παιδαγωγός, επίκουρη καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ (Α’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική ΑΠΘ, ΓΝΘ Παπαγεωργίου), μιλάει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για το πώς επηρεάζει ο εγκλεισμός τα παιδιά που παρουσιάζουν ειδικές διαταραχές μάθησης, λόγου και διάσπασης προσοχής. «Όλες οι παραπάνω ιδιαιτερότητες είναι φυσικό να εντείνονται σε μια κατάσταση «εγκλεισμού» στο σπίτι. Τα παιδιά με προβλήματα διάσπασης προσοχής και υπερκινητικότητας είναι βέβαιο ότι θα βιώνουν τη διαφορετική αυτή συνθήκη με πολύ πιο έντονο τρόπο, ενώ πολλά από τα υπάρχοντα «συμπτώματά» τους είναι πιθανό να ενταθούν». Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι σε καμμία περίπτωση δεν θα πρέπει να προσπαθήσουν να «εκμεταλλευτούν» οι γονείς τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών για την κάλυψη μαθησιακών κενών, καθώς «αυτό θα δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερο άγχος και εκνευρισμό στα παιδιά, αφού θα βιώσουν ακόμα πιο αρνητικά τον εγκλεισμό, σαν μια μορφή «τιμωρίας» με επιπλέον διάβασμα».

Εκούσια ή ακούσια, ο εγκλεισμός στους μαθητές έχει πλέον γίνει βίωμα και φυσικό επακόλουθο. Κάθε μορφής εγκλεισμού θα βρίσκει το όποιο ελεύθερο πνεύμα να εναντιώνεται, να αντιδρά και να βρίσκεται απέναντι στην καταπίεση που γεννάται. Η απομόνωση και ο αποκλεισμός από την φυσική, ανθρώπινη επαφή, θα επιφέρει δυσβάστακτες ανακατατάξεις στο κοινωνικό σύνολο. Εκτός όλων αυτών, παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εγκλεισμός σε κάθε του μορφή είναι βασανιστήριο. Η νέα μορφή επικοινωνίας, που διαμορφώνεται με ηλεκτρονικές βάσεις, θα είναι ελλιπής. Σε κάθε εγκλεισμό, ανεξαρτήτως την μορφή και τον χώρο, ο νους του κάθε ανθρώπου θα αποζητά στιγμές από το παρελθόν και θα προσπαθεί να προσαρμοστεί στο παρόν. Τα κυρίαρχα συναισθήματα είναι κατά βάση ο θυμός και ο φόβος. Οι καταλήψεις ήρθαν σαν πρωτοβρόχια να θυμίζουν ότι όσο και να προσπαθούν με κάθε επιβαλλόμενο μέσο να περάσουν τις «λογικές» για τυφλή υπακοή στους νόμους και τα διατάγματα, τόσο θα βρίσκουν απέναντί τους την αυθόρμητη εναντίωση προς αυτούς.

Σε κάθε μορφή κοινωνικού ξεσπάσματος θα γεννάται η άναρχη σκέψη, όσο και αν τα ΜΜΕ και τα παρωχημένα κόμματα της αριστεράς τρέχουν να καπελώσουν την ορμητικότητα των νεαρών μαθητών. Δεν περίμεναν κανένα κόμμα ή πολιτικό για να κάνουν κατάληψη, για να εναντιωθούν απέναντι στο σχολείο-φυλακή. Μπροστά στον εγκλεισμό και την απομόνωση, μέσα σε ένα «λευκό» μαθητικό κελλί, ανάμεσα από οθόνες όλων των μεγεθών και των αποχρώσεων, θα ακμάσει η σκέψη για ζωή και ελευθερία. Το όραμα για μια ελεύθερη μάθηση, η βαθιά επιθυμία της γνώσης που έρχεται αβίαστα και η ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους και το περιβάλλον, θα ξαναβρεθούν στο επίκεντρο. Αυτή την φορά, όχι παραβιάζοντάς το, αλλά αγκαλιάζοντας ό,τι εκείνο προσφέρει απλόχερα μέσα από την καθημερινή επαφή και επιμελή φροντίδα του.

Χ. Μ.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 208, Οκτώβριος 2020
Both comments and trackbacks are currently closed.