Κυρώσεις και «πράσινα άλογα»

Παράλληλα με το θέρος του καλοκαιριού αναπτύχθηκε δημοσιογραφικά αλλά και κυβερνητικά η διπλωματία των κυρώσεων έναντι της Τουρκίας. Τα εγχώρια MME στην πλειονότητα τους, μέσα από μια κλασικά μονόπλευρη και μονοδιάστατη λογική, επικροτούσαν εξ αρχής τις αναμενόμενες– κατά αυτά– επιβαλλόμενες κυρώσεις από την ΕΕ έναντι της Τουρκίας. Την ίδια ώρα, που παχυλοί τίτλοι για ανατολίτικα παζάρια του Ερντογάν έκαναν την εμφάνιση τους, κλείνονταν τα ντηλς για αγορά αεροσκαφών και λοιπού υλικού μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Ταυτόχρονα, λοιπόν, με την διπλωματία και τις διαπραγματεύσεις, τις αερομαχίες και την ανάπτυξη του στόλου στο Αιγαίο, κλείνονται και οι δουλειές αρκετών δις. Άλλωστε η συσχέτιση της διπλωματίας με το εμπόριο είναι αδιάρρηκτη.

Η διπλωματία, έτσι όπως εμφανίζεται σήμερα, έχει τις καταβολές της στην ιταλική χερσόνησο του 15ου αιώνα μχχ, αλλά η καταγωγή της μπορεί να εντοπιστεί στις σχέσεις μεταξύ των «Μεγάλων Βασιλιάδων» της Εγγύς Ανατολής κατά τη δεύτερη –ή προγενέστερα– χιλιετία πχχ. Τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης ήταν η εξάρτηση των επικοινωνιών από τους αγγελιοφόρους και τα καραβάνια των εμπόρων, καθώς και η διπλωματική ασυλία που προβλεπόταν σε συνήθεις κώδικες φιλοξενίας και η τήρηση των Συνθηκών υπό τον φόβο των θεών.

Στο σύστημα των ελληνικών πόλεων-κρατών του 4ου και 5ου αιώνα πχχ, οι συνθήκες συνεπικουρούσαν στην ανάπτυξη μιας πιο εκλεπτυσμένης διπλωματίας. Η διπλωματική ασυλία, ακόμη και του αγγελιοφόρου κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέστη κατοχυρωμένος κανόνας, οπότε και άρχισαν να εμφανίζονται μόνιμες αποστολές, αν και επικεφαλής τους τοποθετούνταν ένας πολίτης της χώρας που τις φιλοξενούσε, ο πρόξενος.

Στη συνέχεια, στη Μεσαιωνική Ευρώπη, η εξέλιξη της διπλωματίας επηρεάστηκε αρχικά από το Βυζάντιο αλλά κυρίως από τη Βενετία, η οποία έθεσε νέα κριτήρια τεχνικής επάρκειας. Παρά το γεγονός ότι στη βυζαντινή αυτοκρατορία εντοπίζονται τα πρώτα ίχνη μιας εξελιγμένης διπλωματικής υπηρεσίας, έστω και αν δεν ήταν ειδικευμένη, οι απεσταλμένοι στην αυλή του Βυζαντίου δεν είχαν την εξουσία να διαπραγματευτούν πολιτικές υποθέσεις. Στη Δύση οι βασιλιάδες διαπραγματεύονταν γενικά μέσω συναντήσεων κορυφής ή με τη μεσολάβηση πρεσβειών και πληρεξουσίων που συναντιούνταν στα σύνορα μεταξύ των κρατών. Η έντονη διπλωματική δράση την οποία ανάπτυξε ο Πάπας εκείνη την εποχή, είτε για να προστατεύσει τα συμφέροντα της εκκλησίας, είτε ως μεσολαβητής μεταξύ άλλων ηγεμόνων, δημιούργησε ένα ισχυρό δίκτυο πολιτικοθρησκευτικών σχέσεων.

Η σημερινή διπλωματία ως δομή μέσω μόνιμων αντιπροσωπειών που επιφορτίζονται με τη διατήρηση σταθερών σχέσεων και αποτελούνται από δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, πραγματοποιήθηκε κυρίως στην Ιταλία του 15ου αιώνα. Σε αυτό συνετέλεσε, η χρόνια ένταση των πολιτικών σχέσεων και οι οικονομικοί ανταγωνισμοί μεταξύ των δυνάμεων της Βενετίας, Γένοβας, Φλωρεντίας, Ρώμης κ.ά. Με την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και την ταυτόχρονη επέκταση του τραπεζικού συστήματος, οι ιταλικές πόλεις-κράτη επέκτειναν τις μόνιμες διπλωματικές αντιπροσωπείες και εκτός ιταλικής χερσονήσου προστατεύοντας και ενισχύοντας τα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών.

Αλλά διπλωματία και προπαγάνδα συχνά-πυκνά βαδίζουν μαζί, με την υποστήριξη φυσικά και των μμε. Ο αρχικός όρος της προπαγάνδας συναντάται σε Ιερά Σύνοδο του 17ου αι. με σκοπό να περιγράψει έναν νεοφερμένο θεσμό του Βατικανού για τη διάδοση της πίστης μέσω ιεραποστολών στο εξωτερικό. Τα σύγχρονα κράτη προπαγανδίζουν τα συμφέροντα τους μέσω διαφόρων καναλιών διάδοσης, όπως πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, χρήση ψηφιακών μέσων και δικτύων, πέραν των συμβατικά συνηθισμένων.

ι Noam Chomsky και Edward Herman έχουν περιγράψει τη στενή σχέση μεταξύ των μεταπολεμικών οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων των Η.Π.Α. και της εξέλιξης της γενικής ιδέας της «σοβιετικής απειλής». Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η «σοβιετική απειλή» είχε σκοπό να εξασφαλίσει την υποστήριξη του αμερικανικού λαού για όσα φανταζόταν ως δαπανηρή και μη απαραίτητη στρατιωτική περιπέτεια. Για να αιτιολογηθεί μια παρέμβαση των Η.Π.Α. σε υποθέσεις άλλου κράτους «απαιτούνταν» ένας εχθρός. Παρ’ όλο που η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ουσιαστικά ποτέ σε θέση να παίξει το ρόλο που προπαγάνδιζαν οι θιασώτες του ψυχρού πολέμου, ο μυστικοπαθής χαρακτήρας της κομμουνιστικής κυβέρνησής της την έκανε ένα βολικό αντικείμενο για προπαγάνδα. Το ίδιο αλλά με διαφορετικές αφετηρίες ισχύει από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή η Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιούσε τις απειλές των ΗΠΑ για να πειθαναγκάζει τους πολίτες της αλλά και μια σειρά χωρών-δορυφόρων της. Συνεπώς και οι δύο μεγάλες δυνάμεις αποκόμιζαν από κοινού οφέλη από την ανάπτυξη και συντήρηση του «ψυχρού πολέμου». Σε μικρότερη κλίμακα, το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους ανταγωνισμούς μεταξύ των κρατών όπως Ελλάδας-Τουρκίας.

Παράλληλα, δεδομένη πρέπει να θεωρείται για τα κράτη και την πολιτική τους τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Πρόσφατα η Γαλλία, δια του υπουργού Ευρωπαϊκών Σχέσεων, προέτρεψε την κυπριακή κυβέρνηση να μη συνδέει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Λευκορωσίας με τις ενέργειες κατά της Τουρκίας εξ αιτίας της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, την ίδια στιγμή που τα ελληνικά ΜΜΕ παρουσιάζουν τη γαλλική κυβέρνηση με φωτοστέφανο και υποστηρικτή των ελληνικών θέσεων. Κοινά συμφέροντα, κοινές θέσεις. Σταθερά καιροσκοπική πολιτική από όλα τα κράτη τα οποία προσπαθούν με κάθε μέσο να προστατέψουν τα οικονομικά συμφέροντα των εταιρειών τους, είτε λέγεται ΤΟΤΑL, είτε Deutche Bank. Έπρεπε να περάσουν κοντά δύο μήνες για να ανακαλύψουν οι δημοσιογράφοι των ελληνικών ΜΜΕ ότι το ζήτημα των κυρώσεων έναντι της Τουρκίας είναι πάρα πολύ δύσκολο λόγω της εμπλοκής σημαντικών ευρωπαϊκών τραπεζών και όχι μόνο.

Η Τουρκία είναι μακράν ο πλέον σημαντικός οικονομικός εταίρος για τη Γερμανία πέραν της Κίνας, τόσο λόγω των άμεσων επενδύσεων στην οικονομία της όσο και του εμπορικού ισοζυγίου μεταξύ των δύο χωρών. Σε μια πρόσφατη μελέτη για το θέμα των συνεπειών μιας κατάρρευσης στην τουρκική οικονομία επιβεβαιώνεται ότι οι συνέπειες για τη γερμανική οικονομία θα ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Παράλληλα ισπανικές τράπεζες έχουν αυξήσει σημαντικά την έκθεση της συμμετοχής τους στο τουρκικό τραπεζικό σύστημα, το οποίο παρουσίαζε, λόγω των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης σημαντικά περιθώρια κερδοφορίας, παρ’ ότι υπήρχαν αρνητικές ενδείξεις για την τουρκική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Ρίσκαραν, όπως ρίσκαραν προ 15ετίας οι γερμανικές-γαλλικές τράπεζες στο ελληνικό χρέος, αλλά βγήκαν αλώβητες, αφού το ιδιωτικό χρέος με πολιτικές αποφάσεις μετακυλίστηκε στους πολίτες. Σήμερα αναγνωρίζεται ότι μια κατάρρευση στο τουρκικό ιδιωτικό χρέος θα δρομολογούσε μεγάλης έκτασης κινδύνους και για το ισπανικό τραπεζικό σύστημα, με συνέπειες διασποράς στην Ευρωζώνη, ενώ οι παγκόσμιες τράπεζες είχαν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2020 δάνεια προς το τουρκικό κράτος ή τις τουρκικές επιχειρήσεις που κυμαίνονταν στα 154 δις ευρώ. Το 1/3 αυτού του χρέους αφορά ισπανικές τράπεζες.

Πέραν αυτών, είναι γνωστή η διαρκής εμπορική σύνδεση της Γερμανίας με την Τουρκία, η οποία ξεκινά από τα μέσα του 19ου αιώνα και φθάνει ως τις ημέρες μας. Η ίδρυση τραπεζών, η κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου, όπως και διάφορες αντιπροσωπείες, είναι μερικές από τις δουλειές τις οποίες ξεκίνησαν οι δυο αυτοκρατορίες, η γερμανική και οθωμανική και συνεχίστηκαν στα αντίστοιχα μετεξελισσόμενα κράτη, με το rebranding (τον επαναπροσδιορισμό) τον οποίο έκαναν τα κέντρα εξουσίας τον 19ο και 20ο αιώνα τεμαχίζοντας τις αυτοκρατορίες σε εθνικά-κράτη, παρουσιάζοντας μια νέα συσκευασία του ίδιου προϊόντος, που μετεξελίσσεται και ανανεώνεται, αλλά στον πυρήνα της παραμένει αναλλοίωτο εδώ και πολλούς αιώνες.

Συνεπώς όσοι μιλάνε και γράφουν για κυρώσεις απέναντι σε κράτη, θα πρέπει να έχουν υπ’ όψιν τους ότι οι κυρίαρχοι διεθνείς εξουσιαστικοί θεσμοί και μηχανισμοί δεν ενδιαφέρονται ούτε για την αυταρχικότητα των προέδρων και δικτατόρων, ούτε για τη δημοκρατία, αλλά μονάχα για την συνέχιση και διακράτηση της οικονομικής τους ισχύος. Όταν κλείνονται deals, βαίνουν όλα καλώς για την ελίτ. Σε διαφορετική περίπτωση ξεκινά η προπαγάνδα και τα «παπαγαλάκια». Και στην περίπτωση της Τουρκίας, που όπου εμπλέκεται και η Ελλάδα και «η ανάταση του έθνους», η χαιρέκακη επιβολή κυρώσεων εμφανίζεται ως η συμμετοχή των ξένων στο δίκαιο αγώνα του ελληνικού κράτους. Ματαιότητα. Πέραν της αναποτελεσματικότητας του μέσου, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων κατά τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις διαχρονικά, δεν έχουν υπάρξει ουσιαστικά μεταβολές στην άσκηση πολιτικής. Η χρήση τους πραγματώνεται μόνο και εφ’ όσον όλες οι οικονομικές και γεωστρατηγικές πολιτικές των ισχυρών συνασπισμένων-μελών το επιτρέπουν. Και στην περίπτωση της ΕΕ, κάτι τέτοιο δεν ισχύει ούτε αυτή τη φορά…

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 208, Οκτώβριος 2020

Both comments and trackbacks are currently closed.