Λεβ Τσερνίι

Ο Λεβ Τσερνίι [Lev Chernyi (=μαύρος λέων)] ήταν Ρώσος ατομικιστής αναρχικός –θεωρητικός, ακτιβιστής και ποιητής– και ένας από τους πρωτοστάτες της Τρίτης Ρωσικής Επανάστασης*. Ο Τσερνίι αποφυλακίστηκε το 1917, όντας μέχρι τότε πολιτικός κρατούμενος του τσαρικού ρωσικού καθεστώτος και γρήγορα εξελίχτηκε σε έναν από τους βασικούς αγωνιστές του ρωσικού αναρχισμού. Μετά από σφοδρές εκ μέρους του καταγγελίες σε αναρχικά έντυπα ενάντια στη νέα κυβέρνηση των μπολσεβίκων, και έχοντας συμμετάσχει σε διάφορες μυστικές αντιστασιακές κινήσεις, ο Τσερνίι συλλαμβάνεται από την Τσεκά κατηγορούμενος για παραχάραξη και εκτελείται στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 χωρίς να περάσει από δίκη.

Τα πρώτα χρόνια, η φιλοσοφία του και η φυλάκιση

Ο Τσερνίι γεννήθηκε με το όνομα Πάβελ Ντιμίτριεβιτς Τουρτσάνινωφ και ο πατέρας του ήταν συνταγματάρχης. Χαρακτηρίζεται ως «περιθωριακός διανοούμενος», τον οποίο ο αναρχικός ιστορικός Πωλ Άβριτς συγκρίνει με τον Βολίν. Ο Τσερνίι υποστήριζε μια νιτσεϊκού τύπου ανατροπή των αξιών της αστικής ρωσικής κοινωνίας και απέρριπτε τις εθελοντικές κοινότητες του αναρχοκομμουνιστή Πιότρ Κροπότκιν ως απειλή για την ελευθερία του ατόμου. Σε ένα βιβλίο του με τίτλο «Συλλογικός Αναρχισμός» («Associational Anarchism»), που εκδόθηκε το 1907, ο Τσερνίι υποστήριζε την «ελεύθερη συνένωση των ανεξάρτητων ατόμων». Μελετητές όπως ο Πωλ Άβριτς και ο Άλαν Άντλιφ, υποστηρίζουν ότι το όραμά του για την κοινωνία είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τους ατομικιστές αναρχικούς Μαξ Στίρνερ και Μπέντζαμιν Τάκερ. Μετά την έκδοση του βιβλίου του, ο Τσερνίι φυλακίστηκε στη Σιβηρία από το τσαρικό ρωσικό καθεστώς για τις επαναστατικές δραστηριότητές του.

Επιστροφή στη Μόσχα και εναντίωση στους Μπολσεβίκους

Επιστρέφοντας από τη Σιβηρία το 1917, ο Τσερνίι έχει μεγάλη απήχηση ως ομιλητής στους εργάτες της Μόσχας. Εκείνη την εποχή ήταν ένας από τους κορυφαίους ατομικιστές αναρχικούς της Ρωσίας και ένας από τους βασικούς ιδεολόγους του αναρχισμού. Ήταν ο γραμματέας και ο κύριος θεωρητικός της Ομοσπονδίας Αναρχικών Ομάδων της Μόσχας, η οποία σχηματίστηκε τον Μάρτιο του 1917, μετά την παραίτηση του Τσάρου Νικολάου Β’, και στόχευε κυρίως στην προπαγάνδιση των αναρχικών ιδεών στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα της Μόσχας.

Παρά την προσωπική γνωριμία του με τον Λεβ Κάμινιεφ και άλλους μπολσεβίκους ηγέτες, σε ένα συλλαλητήριο στις 5 Μαρτίου 1918, ο Τσερνίι καταγγέλλει τη νέα Ρωσική Σοβιετική Δημοκρατία, δηλώνοντας ότι για τους αναρχικούς το σοσιαλιστικό κράτος είναι εξίσου εχθρικό με το προηγούμενο αστικό κράτος και υπόσχεται ότι θα «παραλύσει τον κυβερνητικό μηχανισμό». Όντας ένθερμος υπερασπιστής τής κατάληψης των ιδιωτικών οικιών, ο Τσερνίι καταφέρεται διαρκώς ενάντια στο κράτος από τις σελίδες της αναρχικής εβδομαδιαίας εφημερίδας Αναρχία (Anarkhiia), προτείνοντας λεπτομερείς τρόπους αποκέντρωσης της παραγωγής, καθώς και την «πλήρη απουσία εσωτερικών δομών εξουσίας». Την άνοιξη του 1918, οι αναρχικές ομάδες της Ομοσπονδίας της Μόσχας σχηματίζουν ένοπλους πυρήνες ως αντίδραση στην αυξανόμενη καταστολή κάθε είδους αντίστασης και ελεύθερης έκφρασης. Οι πυρήνες αυτοί ονομάζονται Μαύροι Φρουροί και είναι οι πρόδρομοι του αναρχικού Μαύρου Στρατού που πολέμησε ενάντια στους μπολσεβίκους στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Τη νύχτα της 11ης Απριλίου, η Τσεκά (σοβιετική μυστική αστυνομία) εισβάλλει σε ένα κτίριο που είχε καταλάβει η Ομοσπονδία Αναρχικών Ομάδων της Μόσχας, με επίσημη δικαιολογία την σύλληψη και την απόδοση κατηγοριών σε αναρχικούς για συμμετοχή σε «ληστρικές συμμορίες». Βρέθηκαν, όμως, αντιμέτωποι με την ένοπλη αντίσταση των Μαύρων Φρουρών και, στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν περίπου σαράντα αναρχικοί ενώ, στη συνέχεια, οδηγήθηκαν στις φυλακές περίπου πεντακόσιοι.

Σύλληψη και εκτέλεση

Αφού βοηθά στη δημιουργία μιας αντιστασιακής ομάδας το 1918, το επόμενο έτος ο Τσερνίι προσχωρεί σε μια άλλη ομάδα, τους Αντιστασιακούς Αναρχικούς (Underground Anarchists). Η οργάνωση αυτή, η οποία είχε δημιουργηθεί από τους Καζιμίρ Κοβαλιέβιτς και Πιότρ Σομπαλιέφ, εξέδωσε δύο τεύχη μιας εφημερίδας μεγάλου μεγέθους με εμπρηστικό προπαγανδιστικό περιεχόμενο, όπου κατήγγελλαν την κομμουνιστική δικτατορία ως τη χειρότερη τυραννία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1919, μαζί με κάποιους ερυθρούς αριστερούς σοσιαλ­δημοκράτες, οι Αντιστασιακοί Αναρχικοί ενεργοποιούν βόμβες στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης της ολομέλειας. Δώδεκα κομμουνιστές σκοτώνονται και άλλοι πενήντα πέντε τραυματίζονται, μεταξύ των οποίων και ο εξέχων θεωρητικός των μπολσεβίκων και αρχισυντάκτης της Πράβδα, Νικολάι Μπουχάριν. Ο Τσερνίι τίθεται υπό κράτηση, μαζί με την Φάνια Μπαρόν, με την κατηγορία της παραχάραξης. Τον Αύγουστο του 1921, η Ισβέστια της Μόσχας δημοσιεύει μια επίσημη ανακοίνωση για δέκα «αναρχικούς ληστές» –μεταξύ των οποίων και ο Τσερνίι– οι οποίοι είχαν τουφεκιστεί δίχως να περάσουν από ακροαματική διαδικασία και δίχως να παραπεμφθούν σε δίκη. Ωστόσο, ο ιστορικός του αναρχισμού Πωλ Άβριτς υποστηρίζει ότι ο Τσερνίι εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο εκείνου του έτους και όχι τον Αύγουστο. Παρ’ όλο που δεν συμμετείχε ο ίδιος στην επίθεση με βόμβες εναντίον των κεντρικών γραφείων του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Τσερνίι ήταν ιδανικός υποψήφιος για στήσιμο σκευω­ρίας λόγω της συμμετοχής του στους Αντιστασιακούς Αναρχικούς. Οι κομμουνιστές αρνήθηκαν να παραδώσουν για ενταφιασμό τη σορό του στην οικογένειά του και ποτέ δεν έπαψαν να κυκλοφορούν φήμες ότι στην πραγματικότητα είχε πεθάνει από τα βασανιστήρια.

(*) Πρόκειται για εξεγέρσεις και σαμποτάζ από αναρχικούς και αριστερούς κοινωνικούς επαναστάτες ενάντια στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων, που ξεκίνησαν λίγο μετά τον Οκτώβρη του 1917, συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, και κράτησαν ως και τα πρώτα χρόνια του σοβιετικού καθεστώτος.

 Μετάφραση – απόδοση Ε.

Both comments and trackbacks are currently closed.