«… Και τί πειράζει αν ένα παιδί δεν μπορεί να γράψει;»

Η εξάπλωση του κορωναϊού δημιούργησε τις προϋποθέσεις της ανάπτυξης και καθολικής –σε πολλές περιπτώσεις– εφαρμογής της τηλεργασίας και τηλεκπαίδευσης. Δυο σχετικά σύγχρονες μέθοδοι με τις οποίες, μέσω της χρήσης τεχνολογίας, υποκαθίσταται σε σημαντικό βαθμό η φυσική παρουσία του εργαζόμενου/μαθητή στον εργασιακό/σχολικό χώρο.

Όπως σε κάθε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, έτσι και τώρα το Κράτος μηχανεύεται τρόπους για το πως θα επωφεληθεί ώστε οι «έκτακτες» χρήσεις να γίνουν μόνιμες. Δεν θα έλειπε από αυτή τη συνθήκη φυσικά η εκπαίδευση, ως ένας πάρα πολύ σημαντικός θεσμός για το Κράτος. Οι τελευταίες ανακοινώσεις και συζητήσεις από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας έδειξαν ξεκάθαρα την επιλογή του «δράττοντος την ευκαιρία».

Αλλά, εάν στο Υπουργείο μπορεί να καταλογιστεί πονηρία προθέσεων, στο «εκπαιδευτικό κίνημα» διακρίνεται μια μονοδιάστατη αντίδραση στις επιβουλές της Πολιτείας. Σίγουρα είναι οξύμωρο και περίεργο, η υπουργός Παιδείας η οποία διαθέτει μεγάλη εμπειρία στη σύνταξη «σφιχτών» νομικών κειμένων, εγγράφων και πράξεων, να καταθέτει σχέδιο νόμου που έμπαζε από παντού. Και που έπρεπε να επιστρατευτούν πρώην πρυτάνεις και ανώτατες αρχές για να τοποθετηθούν. Δεν πιστεύουμε ότι αποτελούσε αβλεψία αλλά μια συνειδητή επιλογή διαχείρισης καταστάσεων και αντιδράσεων. Και σε αυτό το σημείο η πλειονότητα του εκπαιδευτικού χώρου επικεντρώνεται μονάχα στο σοβαρό ζήτημα των καμερών. Μετά τις ήξεις-αφήξεις της κυβέρνησης, μιας συχνής τακτικής κατά την περίοδο της καραντίνας, και τις πιέσεις που ασκήθηκαν σε εκπαιδευτικούς από ορισμένα περιφερειακά εκπαιδευτικά συμβούλια για χρήση σύγχρονης τηλεκπαίδευσης και πλατφόρμας, το μπαλάκι πετάχτηκε και στους γονείς, οι οποίοι, εννοείται, δεν θα μπορούσαν να είχαν ομοιόμορφη και ενιαία άποψη, αλλά που διακρίθηκαν σε πολλές περιπτώσεις από ανταγωνιστικά κριτήρια και όχι ουσίας. Επιχειρήματα της μορφής «γιατί τα ιδιωτικά σχολεία κάνουν σύγχρονη από την αρχή;» ή «γιατί το χ,ψ σχολείο κάνει και εμείς δεν κάνουμε;» εμφανίστηκαν στους ενδογονειακούς διαλόγους.

Σε κάθε περίπτωση η τηλεκπαίδευση ήρθε για να μείνει, όπως και τόσα άλλα. Αυτό που απομένει είναι η μορφή της και η έκταση της χρήσης της. Και σε αυτό οφείλουμε όλοι να είμαστε ξεκάθαροι και σαφείς. Είναι μεγάλο το εύρος των επιπτώσεων της τηλεκπαίδευσης στα παιδιά, που πρέπει να αναδειχθεί. Δεν είναι μόνο οι περιπτώσεις της «αφυδατωμένης» διδασκαλίας ή της αυτολογοκρισίας του εκπαιδευτικού, για την οποία γίνεται, εύστοχη, αναφορά. Πρόκειται, κυρίως για τις επιπτώσεις της ψηφιακής χρήσης στην ανάπτυξη του παιδιού τόσο στο συναισθηματικό πεδίο όσο και στο λογικό-μαθησιακό. Εάν κάποιοι πιστεύουν ότι επειδή το word και η ηλεκτρονική αλληλογραφία έχουν αντικαταστήσει το χειρόγραφο, και ότι η γραφή με την κλασσική έννοια αντικαθίσταται τότε ας αποχαιρετήσουν τον άνθρωπο-ον που γνωρίζουμε.

Ο γραπτός τρόπος επικοινωνίας στις μεγαλύτερες ηλικίες, γραπτός μεν αλλά όχι χειρόγραφος, δεν σημαίνει ότι πρέπει να επεκταθεί και στις μικρότερες ηλικίες. (Όποιος έχει αρκετό καιρό να γράψει κείμενο/γράμμα με χαρτί και με μολύβι θα διαπιστώσει δυσκολίες που δεν τις φανταζόταν). Τα τελευταία άρθρα παγκοσμίως έχουν επισημάνει τις ανησυχίες των ειδικών υγείας σχετικά με τις γραφοκινητικές δεξιότητες των παιδιών. Αναφέρουν πως τα παιδιά όλο και περισσότερο δυσκολεύονται να κρατήσουν μολύβια και μαρκαδόρους, εν μέρει επειδή χρησιμοποιούν περισσότερο την τεχνολογία.

Οι λόγοι είναι συγκεκριμένοι και έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη του εγκεφάλου και των γνωσιακών ικανοτήτων στα παιδιά. Η γραφή είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη ενός αριθμού ανθρώπινων δεξιοτήτων, όπως η συγκέντρωση, η μνήμη, η οργάνωση και η μεθοδολογία. Χωρίς την απαραίτητη ψυχοκινητική ανάπτυξη που σχετίζεται με τη γραφή, τα παιδιά έχουν μικρότερη ικανότητα αφομοίωσης των αντικειμένων. Η γραφή αποτελεί, λοιπόν, πρόδρομος της εκμάθησης. Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, δισεκατομμύρια συναπτικές συνδέσεις σχηματίζονται στον εγκέφαλο και η γραφή, όπως το παιχνίδι και ο χειρισμός αντικειμένων διεγείρει την εγκεφαλική δραστηριότητα και την ανάπτυξη αυτών των συνδέσεων.

Επί πλέον, η γραφή βοηθά στον συντονισμό των μυικών κινήσεων και προάγει την επιδεξιότητα, τον ακριβή κινητικό έλεγχο και συντονισμό του χεριού, της παλάμης ή των δακτύλων για την πραγματοποίηση μικρών ή περίπλοκων κινήσεων. Ορισμένοι ειδικοί έχουν επίσης συνδέσει τις δεξιότητες γραφής με την ικανότητα ανάγνωσης.

Η Laura Dinehart, επίκουρη καθηγήτρια στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, σε δημοσίευση της το 2014 τονίζει ότι «το γράψιμο μπορεί να υποστηρίζει θεμελιώδεις δεξιότητες οι οποίες είναι απαραίτητες για τη μετέπειτα ακαδημαϊκή λειτουργία». Η κ. Dinehart αναφέρεται στην έρευνα παιδιών ηλικίας τεσσάρων και πέντε ετών, τα οποία έγραφαν γράμματα με το χέρι τους και στα οποία βρέθηκε ότι ενεργοποιούνταν περιοχές στον εγκέφαλό τους, οι οποίες προσδιορίζονται ως «κύκλωμα ανάγνωσης». Στην πραγματικότητα, το γράψιμο των γραμμάτων ενεργοποιούσε αυτές τις περιοχές του εγκεφάλου περισσότερο από την ιχνηλασία[1] ή την πληκτρολόγηση των γραμμάτων.

Στις ηλικίες μεταξύ 12 και 18 μηνών το παιδί προσπαθεί τις πρώτες του μουτζούρες και χρησιμοποιεί φυσικά όλο του το χέρι. Σε αυτό το στάδιο η κίνηση του χεριού ξεκινάει από τον ώμο ή των αγκώνα, οπότε το παιδί κουνάει όλο το χέρι. Αρχικά μπορεί να κρατάει το μαρκαδόρο κάνοντας το χέρι του μπουνιά και αναφέρεται ως παλαμιαία σύλληψη. Στα δύο περίπου έτη, μπορεί να αλλάξει την λαβή του έτσι ώστε ο δείκτης να δείχνει προς τη μύτη του γραφικού εργαλείου. Από τα τρία έως τα τέσσερα έτη το παιδί πιθανά θα ξεκινήσει να πειραματίζεται με διάφορα είδη «τριποδικής» σύλληψης. Στη τριποδική σύλληψη, το παιδί χρησιμοποιεί μόνο 3 δάχτυλα για να ελέγξει το εργαλείο γραφής, κρατώντας το κυρίως με τον αντίχειρα και το δείκτη, ενώ το στηρίζει στο μέσο. Καθώς το παιδί αποκτά περισσότερο έλεγχο, θα προχωρήσει σε μία πιο λειτουργική σύλληψη. Αυτή η σύλληψη σχετίζεται με την ακρίβεια. Βασικά το παιδί μπορεί να είναι ικανό να κινήσει τα δάχτυλα του ανεξάρτητα και να χαράσσει γραμμές προς όλες τις κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένων και των διαγώνιων. Η ικανότητα οπτικοκινητικού συντονισμού απαιτεί από το οπτικό σύστημα να συντονίσει τις πληροφορίες που λαμβάνονται από τα μάτια ώστε να ελέγξει, να οδηγήσει και να κατευθύνει τα χέρια στην ολοκλήρωση μιας δραστηριότητας. Και πάλι, αυτή η καθοδήγηση χρειάζεται την ανάπτυξη των αδρών κινήσεων, όπως το πιάσιμο και η διαβάθμιση του ελέγχου του χεριού. Η ανάπτυξη του εγκεφάλου συνεχίζεται, λοιπόν, στα παιδιά του δημοτικού σχολείου και επικεντρώνεται στο μετωπιαίο φλοιό. Ο αριθμός των συνάψεων στις απολήξεις των νευρώνων αυξάνεται, δημιουργώντας περισσότερες συνδέσεις ανάμεσα στους νευρώνες, ενώ αυξάνεται επίσης και η απόδοση των χημικών νευρομεταδοτών, που προωθούν τις νευρικές ωθήσεις από τον ένα νευρώνα στον άλλο. Οι αλλαγές που συντελούνται στον παιδικό εγκέφαλο δημιουργούν αναπόφευκτα αλλαγές και στον τρόπο σκέψης των παιδιών.

Ο Piaget υποστήριξε ότι το κλειδί των αυξημένων γνωστικών ικανοτήτων, που παρατηρούνται στη μέση παιδική ηλικία, βρίσκεται στην αποκρυστάλλωση μιας νέας μορφής σκέψης, την οποία ονόμασε συγκεκριμένες νοητικές πράξεις Αυτές οι νοητικές πράξεις ονομάζονται συγκεκριμένες καθώς σχετίζονται άμεσα με απτά αντικείμενα και σκέψεις για αντικείμενα και όχι με αφηρημένες προτάσεις ή πιθανές μελλοντικές καταστάσεις. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, το πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί να παίζει με αντικείμενα, να πιάνει το μολύβι, να χειρωνακτεί και πόσο εντελώς διαφορετικό είναι για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του η θέαση και η χρήση οθόνης. Ακόμη και εάν γράφει ή ζωγραφίζει μέσω της οθόνης και της χρήσης των δαχτύλων του απουσιάζει πλήρως η γραφοκινητική δεξιότητα, που απαιτείται, με τη χρήση μολυβιών και μαρκαδόρων και η αντίστοιχη εγκεφαλικά νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη.

Είναι σύνηθες, ερευνητές-ψυχολόγοι να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, μέσω πολλών εργασιών και μελετών, στην επίδραση των ψηφιακών μέσων στην ορθή ανάπτυξη των παιδιών. Προβλήματα στη γλωσσική επικοινωνία, την κοινωνικοποίηση και τις κοινωνικές δεξιότητες, την επίτευξη απλών κινήσεων συντονισμού, όπως το δέσιμο των κορδονιών, αποτελούν μερικά από τα θέματα που προκύπτουν από την πολύωρη χρήση ψηφιακών μέσων-οθονών.

Η ερευνήτρια Σέρι Μάντιγκαν, Πανεπιστήμιο Κάλγκαρι, σε έρευνα που πραγματοποίησε σε αρκετά μεγάλο δείγμα παιδιών, έδειξε τις αρνητικές επιπτώσεις των οθονών επισημαίνοντας ότι εάν τα νήπια βλέπουν κάποιον σε οθόνη να παίζει με τα τουβλάκια, δεν τα βοηθά να κάνουν το ίδιο. Δεν παρακινούνται δηλαδή σε κίνηση και δράση μέσω της διαδικασίας της μίμησης απλά παρακολουθούν παθητικά. Να επισημανθεί ότι, ακόμη και εάν κάποιος είναι επιφυλακτικός ως προς τις αρνητικές επιδράσεις των οθονών, η αφιέρωση αρκετού χρόνου σε αυτές συνεπάγεται ότι τα παιδιά χάνουν χρόνο εξάσκησης σωματικών και νοητικών δεξιοτήτων καθώς και διαπροσωπικών επαφών. Η απόσπαση προσοχής και συγκέντρωσης από τα παιδιά των «δυτικών» κοινωνιών, σε ρυθμούς αρκετά ταχείς, δεν εμφανίζεται σε αντίστοιχα μεγέθη σε κοινωνίες-κοινότητες ψηφιακά αναλφάβητες.

Ο φαύλος κύκλος της έντασης της ψηφιοποίησης γίνεται φανερός σε εκπαιδευτικά συστήματα όπως των ΗΠΑ, όπου επιχειρείται η προσέλκυση και η προσοχή των μαθητών μέσω του διαδικτύου και άλλων πολυμέσων. Μέσω αυτών, όμως, διοχετεύεται έτοιμη γνώση μέσα σε λίγα κλικ, εύχρηστα copy-paste, τα οποία δεν προάγουν την βαθύτερη κατανόηση και μελέτη των κειμένων και μιας ενδελεχούς έρευνας. Αυτό το μοντέλο το οποίο έχει επικριθεί από ευρύτερο φάσμα επιστημόνων, συστημικών και μη, επιχειρείται να εγκαθιδρυθεί με σταθερά και επίμονα βήματα, στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα. Τί και εάν μέχρι προ-κορωναϊού, σχεδόν όλοι τάσσονταν με σκεπτικισμό τουλάχιστον στην πολύωρη χρήση οθονών; Τώρα σύσσωμοι τάσσονται υπέρ της τηλεκπαίδευσης σε όλες τις ηλικίες. Και η κριτική, που στην πλειονότητα ασκείται, είτε από αντιπολίτευση είτε από εκπαιδευτικούς και συνδικαλιστές, δεν στοχεύει στα σοβαρά ζητήματα της νοητικής και συναισθηματικής ανάπτυξης των παιδιών, τα οποία απειλούνται αλλά σε ζητήματα επιτήρησης, ελέγχου και αξιολόγησης. Σημαντικά μεν, αλλά εξ ίσου και πλέον σημαντικά είναι και τα ζητήματα νοητικής και συναισθηματικής ανάπτυξης των παιδιών. Εάν το παιδί χάσει τον αυθορμητισμό του και την χειροπιαστή ενασχόληση του με μολύβια, μαρκαδόρους και μπογιές τότε απλά θα μεγαλώσει ο επόμενος νευρωσικός καταναλωτής, στεγνός από κριτική σκέψη, υποτελής και χειραγωγίσιμος.

Γνωρίζουμε πολύ καλά και τον ρόλο του σχολείου και το πόσο σημαντικός θεσμός είναι για τη λειτουργία και τη συνέχεια του Κράτους και των εξουσιαστικών σχέσεων. Η αντίθεση στις ψηφιακές πλατφόρμες δεν μπορεί να επικροτεί τις κλασσικές μεθόδους σχολικής εκπαίδευσης ως ορθές πρακτικές μεταλαμπάδευσης της γνώσης. Ειδικά σε ένα σχολείο που οι έννοιες εμπειρία, συνεργασία, κοινωνική αλληλεπίδραση, βιώματα, σπανίζουν για να δώσουν την θέση τους στον ανταγωνισμό, την ιδιώτευση, την επιδερμική γνώση και την παπαγαλία. Πρόκειται για ένα σχολείο που δεν θα έπρεπε να υπάρχει είτε με είτε χωρίς κάμερες, στο οποίο όποιος διδάσκει έξω από το πλαίσιο μπορεί και να «τσαλακωθεί». Και σε αυτή τη περίπτωση ισχύει αυτό που παλαιότερα αρκετοί έλεγαν υποκριτικά: «όποιος δεν παρανομεί δεν φοβάται τις κάμερες». Ακριβώς, όποιος δάσκαλος λέει το μαθηματάκι με το «σεις» και το «σας» των κρατικών εγχειριδίων don’t worry….

Αλλά είπαμε: «Και τι πειράζει αν ένα παιδί δεν μπορεί να γράψει;», να πληκτρολογεί είναι το θέμα! Και μετά από μερικές δεκαετίες: «και τι πειράζει αν ένα παιδί δεν μπορεί να μιλήσει;»- να τσατάρει είναι το θέμα!

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 205, Ιούνιος 2020

[1].  Πρόκειται για την μέθοδο εκμάθησης της γραφής και ανάπτυξης των σχεδιαστικών και ζωγραφικών δεξιοτήτων των μικρών παιδιών..

 

Both comments and trackbacks are currently closed.