Σκέψεις, στάση ζωής και έργα της Σιμώνης Βέιλ (Μέρος γ΄)

Δικαιώματα και Υποχρεώσεις

Μετά τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που υπογράφηκε από την πρώτη γαλλική εθνοσυνέλευση στις 26 Αυγούστου το 1789, όλες οι επαναστάσεις, οι περισσότεροι πόλεμοι και τα περισσότερα αποτρόπαια εγκλήματα στην ανθρωπότητα, σύμφωνα με την Βέιλ, βασίστηκαν στο όνομα των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι όπως αυτά τα Δικαιώματα τότε, δεν ίσχυαν για όλους τους κατοίκους της γαλλικής επικράτειας, με τον ίδιο τρόπο δεν ισχύουν ακόμα και σήμερα για όλους τους κατοίκους του πλανήτη.

Γράφει στο βιβλίο της «Το πρόσωπο και το Ιερό»:

 […] «Για να κατανοήσουμε τί είναι ένα δικαίωμα, πρέπει πρώτα να αποδεχτούμε ότι η ύπαρξή μας ως έμφρονα και σκεπτόμενα όντα χαρακτηρίζεται από την επίγνωση της υπαρξιακής μας υποχρέωσης απέναντι στην αιώνια ιδέα αυτού που είμαστε: του ανθρώπου».

 […] «Σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κάτι ιερό. Αυτό όμως δεν είναι το πρόσωπό του. Ούτε είναι το ανθρώπινο πρόσωπο. Το ιερό είναι αυτός ο ίδιος, αυτός ο άνθρωπος, απλούστατα»

[…] «Στο βάθος της καρδιάς κάθε ανθρώπου, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τον τάφο, υπάρχει κάτι που, παρ’ όλη την εμπειρία των εγκλημάτων που έχουμε διαπράξει, υποστεί και δει, προσδοκά ακατανίκητα να του κάνουν καλό και όχι κακό. Αυτό ακριβώς πριν απ’ όλα είναι το ιερό σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Το καλό είναι η μόνη πηγή του ιερού. Το μόνο ιερό είναι το καλό και ό,τι σχετίζεται με το καλό».

Υπογραμμίζει ότι το πρωτείο που έχει δοθεί στο Δικαίωμα είναι λανθασμένο και θα πρέπει να ακολουθήσει η υποταγή του Δικαιώματος στην αιώνια Υποχρέωση του ανθρώπου απέναντι στην ιδέα του ανθρώπου, δηλαδή την υποχρέωση της προστασίας της ανθρώπινης αξίας.. Αυτή η Υποχρέωση θα πρέπει να δεσμεύει άτομα, συλλογικότητες, χώρες …

[…] «Ίδιες υποχρεώσεις δεσμεύουν όλα τα ανθρώπινα όντα […] Κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να τις αποφύγει χωρίς να διαπράξει έγκλημα»

[…] «Μόνο η υποχρέωση μπορεί να ξεφύγει από κάθε οριοθέτηση. Η θέση της είναι σε μια περιοχή που βρίσκεται έξω από κάθε περιορισμό – γιατί βρίσκεται υπεράνω αυτού του κόσμου. Οι άντρες του 1789 δεν αναγνώρισαν την πραγματικότητα μιας τέτοιας περιοχής. Γι’ αυτούς η μοναδική πραγματικότητα ήταν τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων. Γι’ αυτό βασίστηκαν επάνω σε μια έννοια του δικαιώματος. Όμως ήθελαν ταυτόχρονα να θεσπίσουν αρχές που θα ίσχυαν άνευ όρων. Αυτή η αντίφαση τούς οδήγησε σε μια σύγχυση ιδεών και γλώσσας, μια σύγχυση που είναι μια από τις κύριες αιτίες της σημερινής πολιτικής και κοινωνικής σύγχυσης».

[…] «Είναι επομένως μια αιώνια υποχρέωση απέναντι στον άνθρωπο το να μην τον αφήνουμε να υποφέρει από πείνα, όταν έχουμε την ευκαιρία να τον βοηθήσουμε»…

[…] «…μεταξύ των αναγκών (είναι και αυτές που) […] αφορούν στην προστασία ενάντια στη βία, της κατοικίας, της ένδυσης, της θέρμανσης, της υγιεινής, της φροντίδας σε περίπτωση ασθένειας.» [1]

Επιστήμη

Αυτό που είναι ιερό στην επιστήμη, είναι η αλήθεια. Αυτό που είναι ιερό στην τέχνη είναι η ομορφιά.

Η αλήθεια και η ομορφιά είναι απρόσωπη. Όλα αυτά είναι πολύ προφανή.

«Ο πραγματικός ορισμός της επιστήμης είναι η μελέτη της ομορφιάς του κόσμου»

Για να διαπιστώσει:

«Σήμερα, η επιστήμη, η ιστορία, η πολιτική, η οργάνωση της εργασίας, ακόμα και η θρησκεία, στον βαθμό που έχει στιγματιστεί από τη ρωμαϊκή βεβήλωση, δεν προσφέρουν τίποτα στο μυαλό των ανθρώπων εκτός από ωμή βία. Αυτός είναι ο πολιτισμός μας. Είναι ένα δέντρο που βγάζει τον καρπό που του αξίζει».

Εβραία και Χριστιανή

Οι γονείς της Σιμόν Βέιλ ήταν εβραίοι. Το 1935 ταξιδεύει στην Πορτογαλία, και συγκλονίζεται καθώς ακούει τις γυναίκες των ψαράδων να τραγουδούν για τον Χριστό που, –όπως υποστήριζαν με το τραγούδι τους–, όχι μόνο δεν αδιαφορεί για τους αδύνατους και τους κοινωνικά αποκλεισμένους αλλά καθαγιάζει τις δυσκολίες, τον μόχθο και τις αδυναμίες τους αναγνωρίζοντάς τα ως αρετές και οδούς δικαίωσης των απανταχού αναξιοπαθούντων.

Λίγο αργότερα, το 1937, 28 ετών, (ασθενής με φυματίωση), η Βέιλ επισκέπτεται την Ασίζη. Όπως περιγράφει η ίδια: «Εκεί ολομόναχη στο μικρό ρομαντικό παρεκκλήσι του ΧΙΙ αιώνα της Σάντα Μαρία των Αγγέλων, ασύγκριτο θαύμα αγνότητας, όπου ὁ Άγιος Φραγκίσκος πολύ συχνά προσευχόταν, κάτι πολύ πιο δυνατό από μένα μ’ ανάγκασε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να γονατίσω…».

Ωστόσο, αν και στα τελευταία χρόνια της ζωής της, φαίνεται να έλκεται από τις χριστιανικές ιδέες, παραμένει αβάπτιστη και ανένταχτη στους κύκλους της Εκκλησίας. Δεν υποστηρίζει κανενός είδους οργάνωση βασισμένης σε απαράβατους κανόνες «θεϊκής προέλευσης». Αντίθετα η ίδια τονίζει: «[η] πλήρης και απεριόριστη ελευθερία έκφρασης για κάθε είδους γνώμη, χωρίς τον παραμικρό περιορισμό ή δέσμευση, αποτελεί ύψιστη ανάγκη για την καλλιέργεια υψηλής νοημοσύνης».[2]

Γνωρίζοντας αρκετά την ιστορική πορεία της Χριστιανικής Εκκλησίας, καταδικάζει σε επιστολές της προς διάφορους κληρικούς, τον ρόλο της ως μηχανισμό επιβολής και εξουσίας:

«Το κίνητρο της σκέψης δεν είναι πια η άνευ όρων και καθορισμών επιθυμία της αλήθειας, αλλά η επιθυμία συμμόρφωσης με μια εκ των προτέρων θεσμοθετημένη διδασκαλία. […]

Το γεγονός ότι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός κατέπνιξε έτσι σε τόσο ευρεία κλίμακα το πνεύμα της αλήθειας –και αν δεν το κατάφερε ολοκληρωτικά με την Ιερά Εξέταση, τούτο οφείλεται στο ότι η μυστική (εμπειρία) πρόσφερε ένα ασφαλές καταφύγιο– αποτελεί τραγική ειρωνεία. Το έχουν παρατηρήσει επανειλημμένα. Εκείνο που έχουν παρατηρήσει λιγότερο είναι μια άλλη τραγική ειρωνεία. Ότι το κίνημα εξέγερσης ενάντια στην κατάπνιξη των πνευμάτων υπό το καθεστώς της Ιεράς Εξέτασης προσανατολίστηκε έτσι ώστε να εξακολουθήσει το έργο της κατάπνιξης».

Ελευθερία και Κοινωνική Καταπίεση[3]

[…] Ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου τίποτα δεν είναι στο μέτρο του ανθρώπου. Υπάρχει μια τερατώδης δυσαναλογία μεταξύ του σώματος του ανθρώπου, του πνεύματος του ανθρώπου και των πραγμάτων που συγκροτούν σήμερα τα στοιχεία της ανθρώπινης ζωής. Τα πάντα βρίσκονται σε ανισορροπία και καμμιά κοινωνική κατηγορία, ομάδα ή τάξη ανθρώπων δεν ξεφεύγει εντελώς από αυτήν. […]

Η αντιστροφή της σχέσης μεταξύ μέσων και σκοπών, η οποία σε κάποιο βαθμό αποτελεί το νόμο κάθε καταπιεστικής κοινωνίας, είναι πλέον ολοκληρωτική και εκτείνεται παντού. Ο επιστήμονας δεν καταπιάνεται με την επιστήμη προκειμένου να καταφέρει να δει καθαρότερα τη σκέψη του, αλλά αποβλέποντας στην επίτευξη εκείνων των αποτελεσμάτων, που θα επιβεβαιώσουν την ήδη συγκροτημένη επιστήμη. Οι μηχανές δεν λειτουργούν για να βοηθούν τον άνθρωπο να επιβιώνει αλλά, απεναντίας, έχουμε φτάσει στο σημείο να μην αφήνουμε ανθρώπους να επιβιώσουν αν δεν γίνουν υπηρέτες των μηχανών.

[…] Όταν ο άνθρωπος έχει εξανδραποδιστεί σε τέτοιο βαθμό, οι αξίες δεν μπορούν πλέον να θεμελιωθούν πουθενά και έτσι, στην πραγματικότητα, τίποτα δεν μπορεί να αξιολογηθεί.

[…] Γι’ αυτό, είναι απατηλή η ιδέα ότι ο σημερινός πολιτισμός παράγει από μόνος του τους ίδιους τους νεκροθάφτες. Πώς είναι δυνατόν η σκλαβιά να γεννήσει ελεύθερους ανθρώπους; Ποτέ στην ιστορία ένα δουλοκτητικό καθεστώς δεν έπεσε από τους ίδιους τους δούλους. Η αλήθεια, απεναντίας, είναι ότι η δουλεία αποκτηνώνει τον άνθρωπο μέχρι του σημείου που δεν τον νοιάζει πια που είναι δούλος. Η αλήθεια είναι, ότι την ελευθερία την αισθάνονται πολύτιμη μόνον εκείνοι που είναι πραγματικά ελεύθεροι, εκείνοι που την έχουν πραγματικά γευτεί. Και η αλήθεια είναι, ότι ένα καθεστώς ολότελα απάνθρωπο, όπως το δικό μας, όχι μόνο δεν διαπλάθει ανθρώπους ικανούς να χτίσουν μια ανθρώπινη κοινωνία, μα και πλάθει τους υποτελείς του, όλους τους υποτελείς του, καταπιεστές και καταπιεζόμενους, σύμφωνα με το δικό του απάνθρωπο πρότυπο.

[…] Κι όπως ξέρουμε, στις μέρες μας οι απόπειρες αποβλάκωσης των ανθρώπων έχουν στη διάθεσή τους πανίσχυρα μέσα για να σπείρουν την ασάφεια και τον παραλογισμό. Ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιον ότι δεν μπορεί να κατορθώσει κάποιος, ακόμα κι αν έχει όλα τα μέσα επικοινωνίας στη διάθεσή του: να μεταδώσει ευρύτατα ιδέες σαφείς, συλλογισμούς με στέρεη βάση και μια καθαρή ματιά σε όσα συμβαίνουν.

[…] Συνολικά, η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα μοιάζει αρκετά με αυτή των ταξιδιωτών, που δεν έχουν ιδέα για το πού βρίσκονται ενώ τρέχουν ολοταχώς μ’ ένα αυτοκίνητο χωρίς οδηγό σε μια κακοτράχαλη γη. Πότε άραγε θα επέλθει η πρόσκρουση εκείνη, που θα θέσει στη συνέχεια το ζήτημα να δοκιμάσουμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο και διαφορετικό; Μπορεί σε κάποιες δεκαετίες, ή και αιώνες. Δεν έχουμε κανένα δεδομένο για να το πούμε με ακρίβεια».

Το τέλος της

Οι καταγραφές για τα αίτια του θανάτου της διαφέρουν ανάλογα με τις …πολιτικές σκοπιμότητες του εκάστοτε γράφοντος. Φαίνεται ότι, και φυσικά προς τιμήν της, δεν εκτιμούν όλοι την Σιμόν Βέιλ… Σύμφωνα, λοιπόν, με κάποιους, θάνατο τής προκαλεί η φυματίωση από την οποία πάσχει, για κάποιους άλλους πεθαίνει από …νευρική ανορεξία ή κατ΄ άλλους λόγω της επιλογής της να τρέφεται μόνο με … φως και ήλιο…

Το 1943 εισάγεται στο σανατόριο Kent της Αγγλίας ύστερα από μια έξαρση της φυματίωσης. Λίγους μήνες μετά, ο γιατρός βγάζει πόρισμα ότι πέθανε από ανακοπή λόγω υποσιτισμού…

Σύμφωνα με καταγραφές, δεν δεχόταν να πάρει περισσότερη τροφή ως ένδειξη συμπαράστασης στους, υπό την Γερμανική κατοχή, συμπατριώτες της που λιμοκτονούσαν προσπαθώντας να επιβιώσουν με στις μικρές μερίδες φαγητού που μοιράζονταν στα συσσίτια[4].

Αναρχία και Ζωή

Το κείμενο Σκέψεις, στάση ζωής και έργα της Σιμώνης Βέιλ, δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 200, Ιανουάριος 2020

[1]. Simon Weil, «Lenracinement» – Ανάγκη για Ρίζες

[2]. ό.π.

[3]. Σιμόν Βέιλ, «Στοχασμοί πάνω στα αίτια της ελευθερίας και της κοινωνικής καταπίεσης» – (1934)

[4]. Προφανώς, οι Γάλλοι αντιστασιακοί αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα στον αγώνα τους κατά των Γερμανών. Τα δύο κυριότερα, ωστόσο, ήταν οι ελλείψεις σε τρόφιμα και μεταφορικά μέσα. Οι κατοχικές δυνάμεις είχαν κατάσχει μεγάλο ποσοστό της γαλλικής παραγωγής τροφίμων, κάτι που δημιουργούσε πρόβλημα, όχι μόνο στους αντάρτες, αλλά γενικότερα στον άμαχο πληθυσμό. Τα τρόφιμα διανέμονταν στο λαό σε συσσίτια, ενώ οι περιοχές όπου η έλλειψη ήταν μικρότερη, συνήθως στην ύπαιθρο, είχαν μετασχηματιστεί σε κέντρα μ αύρων αγορών. Οι Βρετανοί προμήθευαν τους Γάλλους με όπλα και χρήματα, αλλά όχι με εδώδιμα.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.