Σκέψεις, στάση ζωής και έργα της Σιμώνης Βέιλ (Μέρος β΄)

Λάτρης της αρχαιοελληνικής γραμματείας

«Είναι λυπηρό που τα ελληνικά θεωρούνται ως ένα μάθημα λογιότητας για ειδικούς. Αν σταματούσαμε να εξαρτάμε τη μελέτη των ελληνικών από εκείνη των λατινικών, και αν η μόνη μας επιδίωξη ήταν να καταστήσουμε το παιδί ικανό να διαβάσει εύκολα και με ευχαρίστηση ένα απλό ελληνικό κείμενο με μια μετάφραση δίπλα, θα μπορούσαμε να διαδώσουμε ευρύτατα, μια μικρή γνώση των ελληνικών, ακόμα και πέρα από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κάθε παιδί λίγο προικισμένο θα μπορούσε να έρθει σε άμεση επαφή με τον πολιτισμό από τον οποίο αντλήσαμε ακόμα και τις έννοιες της ομορφιάς, της αλήθειας και της δικαιοσύνης»

«Ο κύκλος, κατά τους Έλληνες, ήταν η εικόνα του Θεού. […] Το ορθογώνιο τρίγωνο είναι η δεξαμενή όλων των αναλογικών μέσων όρων. […] Η γεωμετρία […] είναι σαν τα κρυπτογραφημένα γράμματα. […] Το μέλημα του συμβόλου εξαφανίστηκε εντελώς από τη σημερινή επιστήμη».

Και συνεχίζει με κάποια υπερβολή μέσα στον ενθουσιασμό της…

«Όσο για τις πρακτικές εφαρμογές, αν η ελληνική επιστήμη δεν παρήγαγε πολλές, αυτό δεν οφείλεται στο ότι δεν ήταν ικανή να το πράξει, αλλά στο ότι οι Έλληνες επιστήμονες δεν το ήθελαν. Αυτοί οι άνθρωποι, φαινομενικά πολύ καθυστερημένοι σε σχέση μ’ εμάς, όπως αρμόζει σε ανθρώπους που έζησαν πριν από είκοσι πέντε αιώνες, φοβόνταν τις συνέπειες τεχνικών επινοήσεων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους τυράννους και από τους κατακτητές. [1]

Σοβιετική Ρωσία

«Ο μύθος της σοβιετικής Ρωσίας είναι ανατρεπτικός στον βαθμό που μπορεί να δώσει στον κομμουνιστή χειρώνακτα που απέλυσε ο αρχιεργάτης την αίσθηση ότι, παρ’ όλα αυτά, πίσω από αυτόν, υπάρχει ο Κόκκινος Στρατός και το Μαγκνιτογκόρσκ, επιτρέποντάς του έτσι να διατηρήσει την υπερηφάνειά του. Ο μύθος της ιστορικά αναπόφευκτης επανάστασης διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο, αν και με πιο αφηρημένο τρόπο: όταν είσαι εξαθλιωμένος και μόνος, δεν είναι λίγο να έχεις την Ιστορία στο πλευρό σου».

Φασισμός – Χιτλερισμός

Από το βιβλίο της «Στοχασμοί για τις απαρχές του χιτλερισμού»[2]

Η Σ. Βέιλ θεωρεί ως αίτια του χιτλερισμού:

α) την αρχή της ισχύος και του μεγαλείου θέτοντας ως ιστορικό παράδειγμα την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και

β) την αρχή του έθνους που συντάσσεται κυρίως με τον συγκεντρωτισμό, την γραφειοκρατία και τον μιλιταρισμό του κράτους.

Στις πρώτες σχεδόν σελίδες η Βέιλ δηλώνει: «Η χιτλερική Γερμανία δεν έμοιαζε τόσο με την προ δύο χιλιάδων ετών Γερμανία όσο με τη Ρώμη. […] Οι Ρωμαίοι […] επιστράτευσαν με επιτυχία, συστηματικότητα, υστεροβουλία και προμελέτη μέσα στυγνής βαρβαρότητας, εναλλάσσοντάς τα ή συνδυάζοντάς τα με αναίσχυντη διπροσωπία και υποκριτική προπαγάνδα. Με άκαμπτη βούληση θυσίαζαν τα πάντα στον βωμό του γοήτρου· ήταν μονίμως ασυνθηκολόγητοι στο πρόσωπο του κινδύνου και δυσανεκτικοί στον οίκτο ή σε οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο συναίσθημα. Γνώριζαν πώς να μετέλθουν τον τρόμο ώστε να αλλοιώσουν τις ίδιες τις ψυχές των αντιπάλων τους· πώς να τους υπνωτίσουν με ψεύτικες ελπίδες πριν τους υποδουλώσουν με τη βία των όπλων. Τέλος, εφάρμοζαν την πολιτική του μεγάλου ψεύδους με τέτοια δεξιοτεχνία, ώστε να την επιβάλουν και στις επόμενες γενιές· αυτό το ψέμα το πιστεύουμε μέχρι σήμερα».

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέσω των κατακτητικών πολέμων της δεν κυριαρχεί και λεηλατεί μόνο, αλλά συγχρόνως, προσπαθεί να καταστρέψει και να ξεριζώσει τους πολιτισμούς των λαών που υποδουλώνει. Επί προσθέτως, επιβάλει μία κρατική τυραννική εξουσία που θεοποιεί τον αυτοκράτορα. Μια μορφή εξουσίας που ο Λουδοβίκος 14ος, ο Ναπολέων και πιο πρόσφατα ο Χίτλερ αντέγραψαν παρακινούμενοι από μια ανάγκη για «μεγαλείο» που αγγίζει την τρέλα:

«Ποιός φταίει, αν ο Χίτλερ δεν διέκρινε άλλον τρόπο μεγαλείου εκτός από το έγκλημα; […] Η ειδωλολατρεία είναι μια πανοπλία· εμποδίζει τον πόνο να εισέλθει στην ψυχή. Ό,τι κι αν επιβάλουμε στον Χίτλερ, αυτό δε θα τον εμποδίσει να αισθάνεται ότι είναι ένα μεγαλειώδες πλάσμα. Και προπαντός, αυτό δε θα εμποδίσει, σε είκοσι, πενήντα, εκατό ή διακόσια χρόνια, ένα μικρό αγόρι μοναχικό ή ονειροπόλο, από Γερμανία ή όχι, να πιστεύει ότι ο Χίτλερ υπήρξε ένα μεγαλειώδες πλάσμα, […] και να επιθυμεί με όλη του την ψυχή μια παρόμοια μοίρα. Σ` αυτή την περίπτωση, ο Θεός να φυλάει τους σύγχρονούς του.»[3] Ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Τρώων, επισημαίνει η Weil, διεξήχθη για τη διεκδίκηση ενός συμβόλου, της Ελένης· στο σύγχρονο συγκρουσιακό σκηνικό «τον ρόλο της Ελένης διαδραματίζουν λέξεις που ξεκινούν με κεφαλαίο γράμμα» – για παράδειγμα, Έθνος, Καπιταλισμός, Κομμουνισμός, Δημοκρατία, Τάξη».[4]

«Η ιδέα της Ευρώπης, της ευρωπαϊκής ενότητας, συνέβαλε πολύ στην επιτυχία της προπαγάνδας των συνεργατών των Γερμανών τον πρώτο καιρό».[5]

Στο βιβλίο της «Ιλιάδα» αναφέρεται στην βία: «Η ικανότητά της να υποβαθμίζει τον άνθρωπο σε αντικείμενο είναι διττή και η άσκησή της δίκοπο μαχαίρι. Τόσο ο θύτης όσο και το θύμα μετατρέπονται σε πέτρα –στον ίδιο βαθμό– ακόμα κι αν καταλήγουν έτσι με διαφορετικό τρόπο».[6]

«Σήμερα, η επιστήμη, η ιστορία, η πολιτική, η οργάνωση της εργασίας, ακόμα και η θρησκεία, στο βαθμό που έχει στιγματιστεί από τη ρωμαϊκή βεβήλωση, δεν προσφέρουν τίποτα στο μυαλό των ανθρώπων εκτός από ωμή βία. Αυτός είναι ο πολιτισμός μας. Είναι ένα δέντρο που βγάζει τον καρπό που του αξίζει».[7]

Αποικιοκρατία

«Πρέπει να σταματήσει το τρομερό ξερίζωμα που εξακολουθούν να προκαλούν οι αποικιακές μέθοδοι των Ευρωπαίων».

[…] Το 1789 η Γαλλία έγινε η ελπίδα των λαών. […] αλλά στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, όταν έγινε αντιληπτό ότι η Ευρώπη δεν είναι ο κόσμος, και ότι υπάρχουν πολλές ήπειροι σ’ αυτόν τον πλανήτη, η Γαλλία ξαναβρήκε την επιθυμία ενός οικουμενικού ρόλου… Αλλά το μόνο που κατόρθωσε ήταν να δημιουργήσει μια αποικιοκρατική Αυτοκρατορία μιμούμενη εκείνη των Άγγλων και μέσα στην καρδιά πολλών εγχρώμων, το όνομά της είναι σήμερα συνδεδεμένο με συναισθήματα τα οποία δεν αντέχουμε να σκεφτούμε».[8]

Στον πρόλογο ενός δοκιμίου πάνω στο ευρύτερο ζήτημα της γαλλικής αποικιοκρατίας η Βέιλ επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα της δύναμης και της εξουσίας: «Τα προβλήματα που απορρέουν από την αποικιοκρατία μπορούν να περιγραφούν, πάνω απ’ όλα, βάσει συσχετισμών ισχύος».

«Δεν ήταν [το Ανάμ][9] μια ειρηνική, ενωμένη, καλώς οργανωμένη χώρα με αρχαίο πολιτισμό διαποτισμένο με κινεζικές, ινδουιστικές και βουδιστικές επιρροές; Στη χώρα τους, συγκεκριμένα, υφίσταται μια δημοφιλής ιδέα την οποία αποκαλούν κάρμα. Πρόκειται για μια έννοια πανομοιότυπη με τη δυστυχώς λησμονημένη από μας ελληνική ιδέα της θείας δίκης, της αυτόματης, δηλαδή, τιμωρίας της απουσίας μέτρου». [10]

Σε επιστολή που στέλνει στις αρχές του 1940 στον Jean Giraudoux[11] η Weil αναφέρεται στις βορειοαφρικανικές αποικίες της Γαλλίας, κάνοντας μια σημαντική αντιπαραβολή με άλλο ένα γεγονός από την αρχαιότητα: «Αγνοείτε πως μετά τον τελευταίο πόλεμο οι Άραβες και οι μαύροι έπεσαν θύματα της ακόρεστης εξερεύνησης της Αφρικής; Πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εμείς εκπολιτίσαμε τους Άραβες, τον λαό που κράτησε για μας ζωντανή την [αρχαία] ελληνική παράδοση κατά τον Μεσαίωνα;»

Στην ίδια επιστολή αποδοκιμάζει τη βία της γαλλικής αποικιοκρατίας στην Τυνησία:

«Δεν διαβάσατε στις εφημερίδες για την απεργία που ξέσπασε πριν από έναν χρόνο σε ένα ορυχείο της Τυνησίας, όταν κατά την περίοδο της νηστείας του Ραμαζανιού οι αρχές επιχείρησαν να υποχρεώσουν τους μουσουλμάνους εργάτες στον ίδιο φόρτο εργασίας; Υπάρχει άλλος τρόπος ν’ αποδεχτούν οι μουσουλμάνοι τέτοια, και άλλα παρόμοια, πράγματα αν δεν τους επιβληθούν με τη βία;»[12]

Πράγματι, η στάση των Γάλλων οδηγεί τους τυνήσιους σε μαζική εξέγερση στα ορυχεία η οποία κατεστάλη βίαια από τις αποικιακές δυνάμεις το 1937. Η Βέιλ στο άρθρο της «Blood Is Flowing in Tunisia» (Αίμα ρέει στην Τυνησία) δηλώνει τους φόβους της ότι «η Γαλλία μετατρέπεται σε μια νέα Ρώμη».

Ένοπλη Μαχητής με τους αναρχικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο το 1936

Ο Καμύ απέδιδε στην Σ. Βέιλ, την εξής φράση: «Κάθε φορά που προτείνουμε την υπεράσπιση μιας σωστής υπόθεσης με τα όπλα, πατάμε τα πόδια μας σε άγνωστο πεδίο».

Παρά την απέχθειά της για τον πόλεμο, η Σιμόν Βέιλ παρουσιάζεται ως εθελοντής στην Ισπανία και στέκει στο πλευρό των αναρχικών στην Φάλαγγα Ντουρούτι εναντίον του Φρανκικού καθεστώτος. […] Παρακάτω μερικά αποσπάσματα από σημειώσεις της που παρουσιάζονται στο βιβλίο «Το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας»[13]. Εκτός των άλλων καταθέτει ότι στη θύελλα του εμφύλιου «[…] εξαφανίζεται κάθε κριτήριο με το οποίο θα μπορούσες να κρίνεις πράξεις και θεσμούς».

[…] «Τον Ιούλη του 1936 (27 ετών) βρισκόμουν στο Παρίσι. Δεν αγαπώ τον πόλεμο. Εκείνο όμως που μου φαινόταν πιο φρικτό σε κάθε πόλεμο είναι η κατάσταση όσων μένουν στα μετόπισθεν. Όταν αναγκάστηκα να δω πώς εγώ, κι ας ήταν παρά τη θέλησή μου, έπαιρνα ηθικά μέρος σ’ αυτό τον πόλεμο, που σημαίνει πως κάθε ώρα, κάθε μέρα έπαιρνα θέση για τη νίκη των μεν και για την ήττα των δε, αναγκάστηκα να πω πως το Παρίσι, όσο με αφορά, ήταν μετόπισθεν. Πήρα το τρένο για τη Βαρκελώνη, για να πάω σαν εθελόντρια. Αυτό ήταν στις αρχές Αυγούστου 1936.

[…] Περίμενα μερικές μέρες στη Βαρκελώνη, μετά στην ύπαιθρο, στην Αραγονία, στην όχθη του Έβρου, δεκαπέντε χιλιόμετρα από τη Σαραγόσα, στην ίδια θέση που πριν λίγο οι μονάδες του Γιαγκύες πέρασαν τον ποταμό. Μέσα στο παλάτι του Σίτγκες, που σήμερα χρησιμεύει σαν νοσοκομείο. Μετά πάλι στη Βαρκελώνη. Όλα μαζί περίπου δυο μήνες.

[…] Λόγω ενός ατυχήματος[14], εγκατέλειψα την Ισπανία παρά τη θέλησή μου. Είχα την πρόθεση να ξαναγυρίσω. Παραιτήθηκα απ’ αυτήν μόνη μου. Δεν αισθανόμουν καμμιά εσωτερική ανάγκη να πάρω μέρος σ’ έναν πόλεμο που δεν έφερνε αντιμέτωπες, όπως είχα σκεφτεί στην αρχή, πεινασμένες αγροτικές μάζες με τους τσιφλικάδες και τους συμμάχους τους, τους παπάδες, αλλά έθετε σε αντιπαράθεση τις ευρωπαϊκές δυνάμεις μεταξύ τους: Ρωσία, Γερμανία και Ιταλία. […]

Η άλλη όψη

[…] Μια μικρή διεθνής ομάδα από 22 πολιτοφύλακες, απ’ όλες τις δυνατές χώρες, συνέλαβε μετά από μια εύκολη μάχη, στην Αραγονία, ένα δεκαπεντάχρονο νεαρό που πολεμούσε από τη μεριά των φασιστών. Έτρεμε ακόμη γιατί είχε δει τους συντρόφους του να πεθαίνουν δίπλα του. Στην πρώτη ανάκριση, ανέφερε ότι είχε μπει με τη βία στο στρατό του Φράνκο. Τον έψαξαν. Πάνω του βρήκαν ένα εικονισματάκι της Παναγίας και μια ταυτότητα της φάλαγγας. Στάλθηκε στον Ντουρούτι που, αφού του ανέπτυξε για αρκετή ώρα τα προτερήματα των αναρχικών ιδανικών, τον έβαλε να διαλέξει ή να πεθάνει ή να μπει αμέσως στις γραμμές εκείνων που τον είχαν συλλάβει και να αγωνιστεί ενάντια στους παλιούς συντρόφους του. Ο Ντουρούτι έδωσε στο παιδί είκοσι τέσσερις ώρες καιρό να σκεφτεί. Ο νεαρός είπε όχι και εκτελέστηκε. […]

Σίγουρα ο Ντουρούτι ήταν από άλλη άποψη θαυμάσιος άνθρωπος. Ο θάνατος όμως αυτού του νεαρού δεν έπαψε να μου βαραίνει τη συνείδηση, παρ’ όλο που τον πληροφορήθηκα πολύ αργότερα. […]

Μια άλλη περίπτωση. Σ’ ένα χωριό, που οι κόκκινοι και οι λευκοί το κατέλαβαν, το έχασαν, το ξανακατέλαβαν και πάλι το ξανάχασαν δεν ξέρω πόσες φορές, οι κόκκινοι πολιτοφύλακες βρήκαν στο χωριό, όταν πια είχε περάσει στα χέρια τους, σ’ ένα υπόγειο, μια χούφτα ταραγμένες, φοβισμένες κι αποσκελετωμένες φιγούρες. Ανάμεσά τους τρεις ή τέσσερις άντρες. Οι πολιτοφύλακες έκαναν τούτη τη σκέψη: το γεγονός ότι αυτοί οι νέοι άντρες δεν μας ακολούθησαν στην τελευταία μας υποχώρηση, αλλά περίμεναν τον ερχομό των φασιστών, μπορεί να σημαίνει μονάχα πως κι οι ίδιοι είναι φασίστες. Αυτός ήταν αρκετός λόγος για να τους εκτελέσουν στο λεπτό. Στους άλλους έδωσαν να φάνε και φάνηκαν πολύ ανθρώπινοι.

[…] Τί συνέβη λοιπόν; Αυτοί οι πάμπτωχοι υπέροχοι γεωργοί της Αραγονίας, που κάτω από τόσες ταπεινώσεις είχαν διατηρήσει την περηφάνια τους, δεν ήταν για τους πολιτοφύλακες από την πόλη ούτε καν αντικείμενο περιέργειας. Χωρίς επιθέσεις, ασχημονίες ή προσβολές –εγώ πάντως δεν αντιλήφθηκα κάτι τέτοιο, και ξέρω ότι στις φάλαγγες των αναρχικών υπήρχε η ποινή του θανάτου για ληστεία ή βιασμό– μια άβυσσος χώριζε τους στρατιώτες από τον άοπλο πληθυσμό. Μια άβυσσος το ίδιο βαθιά όσο και ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Αυτό ήταν εύκολο να το καταλάβεις από τη συνεχώς ταπεινή, υποτακτική και φοβισμένη στάση των χωρικών και από τη φυσικότητα, την ανωτερότητα και την καταδεκτικότητα των άλλων.

[…] Εξαναγκασμός και αυθορμητισμός, ιδανικό και αναγκαιότητα ανακατεύονται τόσο πολύ, που όχι μόνο στις αντικειμενικές καταστάσεις, αλλά και στη συνείδηση αυτών που είναι ανακατεμένοι σαν δρώντα πρόσωπα ή σαν παρατηρητές αυτών που συμβαίνουν, γεννιέται μια απέραντη σύγχυση.

Εκεί βρίσκεται μάλιστα και ο πραγματικός χαρακτήρας, και ίσως το χειρότερο κακό του εμφυλίου. Αυτό είναι το πρώτο συμπέρασμα που βγαίνει, από μια γρήγορη εξέταση αυτών που έγιναν στην Ισπανία. Αυτό το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται ακόμα περισσότερο με αυτά που ξέρουμε για τη ρώσικη επανάσταση.

Δεν είναι αλήθεια ότι η επανάσταση γεννά αυτόματα μια ψηλότερη, καθαρότερη και εντονότερη συνείδηση της κοινωνικής διαδικασίας. Το αντίθετο συμβαίνει, τουλάχιστον όταν η επανάσταση παίρνει τη μορφή του εμφύλιου πολέμου. Στη θύελλα του εμφύλιου χάνεται κάθε σχέση ανάμεσα στις αρχές και στην πραγματικότητα. Εξαφανίζεται κάθε κριτήριο, με το οποίο θα μπορούσες να κρίνεις πράξεις και θεσμούς. Η αλλαγή της κοινωνίας γίνεται παιχνίδι απλών συμπτώσεων. […]

Θα σοκάρω πολλούς καλούς συντρόφους. Ξέρω ότι θα προκαλέσω σκάνδαλο. Αλλά όταν επικαλείσαι την ελευθερία, πρέπει να έχεις το θάρρος να λες αυτό που σκέφτεσαι, ακόμη και όταν δεν ευχαριστείς κανέναν.

Παρακολουθούμε όλοι, μέρα με τη μέρα, με κρατημένη την ανάσα, τον αγώνα που γίνεται στην άλλη μεριά των Πυρηναίων. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε τη δική μας μεριά. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να βγάλουμε διδάγματα από μια εμπειρία που τόσοι εργάτες και αγρότες πληρώνουν με το αίμα τους.

Τέτοια εμπειρία υπήρξε ξανά στην Ευρώπη: η ρώσικη. Και εκείνη κόστισε πολύ αίμα.

Ο Λένιν ζητούσε τότε μπροστά σε όλο τον κόσμο ένα κράτος, όπου δεν θα υπήρχαν αστυνομίες, στρατοί και γραφειοκρατίες που θα ξεχώριζαν από τον πληθυσμό. Όταν όμως αυτός και οι δικοί του πήραν την εξουσία, ξανάφτιαξαν στη διάρκεια ενός μεγάλου και επίπονου εμφύλιου την πιο καταπιεστική γραφειοκρατική, στρατιωτική και αστυνομική μηχανή, που γνώρισε και υπέστη ένας δυστυχισμένος λαός.

Ο Λένιν ήταν αρχηγός ενός πολιτικού κόμματος, ενός μηχανισμού για την κατάκτηση και άσκηση της εξουσίας. Πολλοί αμφέβαλαν τότε για την ειλικρίνεια και τη δική του και των συντρόφων του. Επικρατούσε τέλος πάντων η γνώμη ότι ανάμεσα στους στόχους που διακήρυσσε ο Λένιν και στη δομή του κόμματος του υπήρχε μια αντίφαση.

Αντίθετα δεν μπορείς να έχεις αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των αναρχικών συντρόφων μας στην Καταλανία. Και όμως, τι διαδραματίζεται στην Ισπανία, μπροστά στα μάτια μας; Βλέπουμε να αναπτύσσονται μορφές καταναγκασμού και έχουμε περιπτώσεις απανθρωπιάς που έρχονται σε αντίθεση με τα ανθρώπινα και φιλελεύθερα ιδανικά των αναρχικών. Οι αναγκαιότητες του εμφυλίου και η ατμόσφαιρά του παίρνουν το πάνω χέρι, πέρα από τα ιδεώδη για τα οποία άρχισε ο εμφύλιος.

[…] Το συμβούλιο άμυνας της Generalidad, όπου οι σύντροφοί μας της FAI ασκούν διοικητικές λειτουργίες, έχει διατάξει να χρησιμοποιείται στην πολιτοφυλακή ο παλιός στρατιωτικός ποινικός κώδικας.

Και στα εργοστάσια επίσης επικρατεί καταναγκαστικό καθεστώς. Η καταλανική κυβέρνηση, όπου οι σύντροφοί μας κατέχουν τα κύρια οικονομικά υπουργεία, μόλις τώρα διέταξε τους εργάτες να κάνουν απλήρωτες υπερωρίες τόσες όσες η κυβέρνηση θεωρεί αναγκαίες. Ένα άλλο διάταγμα προβλέπει ότι κάθε εργάτης που δεν πραγματοποιεί τη νόρμα του θα θεωρείται στασιαστής και θα του συμπεριφέρονται ανάλογα. Αυτό σημαίνει, εντελώς απλά, χρησιμοποίηση της θανατικής ποινής στη βιομηχανική παραγωγή […]. (Σιμόν Βέιλ – Σημειώσεις από το μέτωπο)

Αναρχία και ζωή

[1]. Σιμόν Βέιλ, «Ανάγκη για ρίζες»: Μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία της Σιμόν Βέιλ σε μετάφραση Μαρίας Μαλαφέκα το οποίο κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Κέδρος. Στη Γαλλία –αν και το βιβλίο είχε ολοκληρωθεί από την Σιμόν Βέιλ, το 1943, λίγους μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό της–, εκδόθηκε από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Gallimard, μόλις το 1949, με τίτλο: L’ enracinement. Εκείνα τα χρόνια υπεύθυνος εκδόσεων ήταν ο Άλμπερ Καμύ. Δύο χρόνια αργότερα μεταφράστηκε στα αγγλικά με πρόλογο του T. S. Eliot με τίτλο: The need of roots.

[2]. Weil, «The Great Beast: Some Reflections on the Origins of Hitlerism» (Το Μεγάλο Θηρίο. Στοχασμοί για τις απαρχές του χιτλερισμού, 1939-1940).

[3]. Simon Weil, «Lenracinement» – Ανάγκη για Ρίζες.

[4]. Simone Weil, «The Power of Words», στο Simone Weil: An Anthology, επιμ. Siân Miles (Λονδίνο: Virago Press, 1986), σ. 238-58.

[5]. Simon Weil, Η Βαρύτητα και η Χάρη, μετ. Αντιγόνη Βρυώνη, Αθήνα, εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη, 1989.

[6]. Simon Weil, «The Iliad, or the Poem of Force».

[7]. Simon Weil, «L’ enracinement» – Ανάγκη για Ρίζες

[8]. Ο.π.

[9]. Το Ανάμ είναι ιστορική γεωγραφική περιοχή της ΝΑ Ασίας, στο κεντρικό Βιετνάμ.

[10]. Simone Weil, «New Facts about the Colonial Problem in the French Empire», στο Simone Weil on Colonialism.

[11]. Simon Weil, «Letter to Jean Giraudoux», στο Simone Weil on Colonialism.

[12]. O.π.

[13]. Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Το Σύντομο Καλοκαίρι της Αναρχίας.

[14]. Μύωψ και πάντα απορροφημένη στους στοχασμούς της, ρίχνει ένα ταψί με βραστό λάδι πάνω στο πόδι της.

Both comments and trackbacks are currently closed.