Σκέψεις, στάση ζωής και έργα της Σιμώνης Βέιλ (Μέρος α΄)

Η Σιμώνη Βέιλ (Simone Weil) (1909-1943) θεωρείται μία από τις πιο ισχυρές διάνοιες του εικοστού αιώνα. Στα 34 χρόνια της ζωής της παραδίδει ένα τεράστιο γραπτό έργο, πρωτότυπο και ανατρεπτικό για την εποχή της. «Συχνά κάποιες σκέψεις της μοιάζουν με αστραπές και», γράφει ο Alain Supiot, «ακόμα κι αν μας ενοχλούν, ωστόσο, μας υποχρεώνουν να σκεφτούμε».

Πολύπλευρη με βαθιά καλλιέργεια και ευρυμάθεια, εκτιμά τον Πλάτωνα, τον Ρουσσώ, τον Μοντεσκιέ και απεχθάνεται τον Αριστοτέλη, τον «αιμοχαρή» Θεό της Βίβλου, την βιαιότητα της εξάπλωσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Προχωρεί σε μια συνολική αποκήρυξη της αποικιοκρατίας γκρεμίζοντας τον μύθο περί της οικουμενικής εκπολιτιστικής αποστολής των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων … τοποθετείται εναντίον τής βίας και κάθε είδους επιβολής και βάζει στον ίδιο παρονομαστή τους μπολσεβίκους με τους φασίστες, τον Στάλιν με τον Χίτλερ…

Προσωπικότητα με έμφυτη ανιδιοτελή καλοσύνη και ευγένεια· αδέξια, αλλά συγχρόνως με ισχυρό κριτικό πνεύμα και απίστευτη αυτοπεποίθηση, μπορεί να τα βάλει μόνη της εναντίον όλων… Στα γραπτά της επανειλημμένα εμβαθύνει στις ταραγμένες εποχές της ιστορίας χαρακτηρίζοντάς τες ως «θανάσιμο δηλητήριο», αιτία τρόμου, εξαθλίωσης και ξεριζώματος του λαού. (Ο Αλμπέρ Καμύ έχει επηρεαστεί, μετά το 1947, σε διάφορα έργα του (Πανούκλα κ.ά.), σχεδόν καθολικά από την Σ. Βέιλ).

Από νεαρή ηλικία γνωρίζει ελληνικά και σανσκριτικά. Μελετά την Μπαγκαβάτ Γκιτά και προσπαθεί να πλησιάσει την αρχαία ινδουιστική σοφία. Η αγωνιώδης πνευματική της αναζήτηση έχει απαρχές στους Πυθαγόρειους, τον Αναξίμανδρο, τον Πλάτωνα και γενικότερα στις αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφίες ενώ στα τελευταία 7 χρόνια της ζωής της αγγίζει τον μυστικό χριστιανισμό.

Είναι μέλος ομάδας ερευνητών μαζί με τον αδελφό της, πολυβραβευμένο μαθηματικό, Αντρέ Βέιλ. Αγαπά τη συμμετρία, τη γεωμετρία· θεωρεί ότι εκφράζουν την τάξη του σύμπαντος που την περιβάλλει. Ενημερώνεται για τις νέες εφευρέσεις της εποχής της και, καθώς είναι ιδιαίτερα διορατική, προειδοποιεί για τον Τεϋλορισμό και τις καταστροφές που θα επιφέρει η κακή χρήση τής διαρκώς εξελισσόμενης επιστήμης. Μάχεται δίπλα στους αναρχικούς στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο το 1936. Ασκεί κριτική στον μαρξισμό, τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Αγωνίζεται για τον καθαρό ανιδιοτελή ουμανισμό, για την αποκατάσταση των ορθών σχέσεων και της αλληλεγγύης ανάμεσα στους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Σιμώνη Βέιλ, γεννήθηκε στο Παρίσι στις 3 Φεβρουαρίου 1909, από αγνωστικιστές γαλλοεβραίους γονείς. Έξι μηνών υπέστη σοβαρή σκωληκοειδίτιδα στην οποία οφείλει την κακή υγεία που τη συνοδεύει σε όλη τη ζωή της. Σπουδάζει στο λύκειο Henri IV και στην École Normale Supérieure από όπου το 1931, αποφοιτά με άριστα έχοντας πτυχίο «Γενικής Φιλοσοφίας και Λογικής». Ονομάζεται «Κόκκινη Παρθένος» ή «Άρης» λόγω των ριζοσπαστικών απόψεών της και της ενεργού κοινωνικής της δράσης. Γράφει: «κάθε ανθρώπινη ομάδα που ασκεί εξουσία δεν έχει σαν στόχο την ευτυχία των υπεξούσιων αλλά την αύξηση της ισχύος της. Αυτό είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για κάθε εξουσία». Διδάσκει ως καθηγήτρια σε διάφορα Λύκεια της Γαλλικής επαρχίας όπου οι «αρμόδιοι» την μεταθέτουν λόγω της «ακρότητας» των ιδεών της, απομακρύνοντάς την από την κεντρική σκηνή. Γαλλίδα, εβραία και χριστιανή, διανοούμενη, επιστήμονας, παιδαγωγός, φιλόσοφος και εργάτρια, αγρότισσα, συνδικαλίστρια, αναρχική, αναρχοχριστιανή και αγωνίστρια. Εργάζεται σε εργοστάσια της Renault κ.α. για να βρεθεί κοντά στους εργάτες και να βιώσει τις δυσκολίες τους μέσα από τις ίδιες συνθήκες ζωής. Επικοινωνεί και ταυτίζεται μαζί τους.

Μετά τον καθολικό αποκλεισμό της (1940) από τα σχολεία της χώρας εξ αιτίας των φυλετικών νόμων της κυβέρνησης του Vichy[1], εργάζεται, παρά την κλονισμένη της υγεία, σαν αγρότισσα στα χωράφια, μέχρι το 1942 (33 ετών) που μεταναστεύει με την οικογένειά της στις ΗΠΑ· εκεί, εκτός των άλλων, γνωρίζεται και συναναστρέφεται με τους «κοινωνικά απόκληρους» του Χάρλεμ. Το 1943, εποχή που ξεσπά η αντίσταση στη Γαλλία ενάντια στη Γερμανική κατοχή και την κυβέρνηση του Vichy, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ευρώπη, συγκεκριμένα στην Αγγλία, όπου εντάσσεται στην οργάνωση «France libre» αναπτύσσοντας αντιστασιακή δράση μέχρι τον (μετά από λίγους μήνες) θάνατό της.

Η Σιμόν Βέιλ θα συμφωνούσε σε πολλά με τους αναρχικούς, παρ’ ότι οι αναρχικοί δεν θα συμφωνούσαν σε όλα μαζί της… Τα γραπτά της βρίθουν οραματισμών και αντιφάσεων επειδή αναζητά γύρω και μέσα της διαρκώς τα διαφορά κομμάτια της αλήθειας… Όμως ένα πνεύμα ανεξάρτητο και θαρραλέο, δεν μπορεί παρά να εμπνέει σεβασμό και εκτίμηση σε όλους όσους αγαπούν να αναζητούν την ελευθερία της σκέψης.

Τα βιβλία της

Τα περισσότερα από τα γραπτά της Σ. Βέιλ δεν έτυχαν αρκετής προσοχής κατά την διάρκεια της ζωής της. Κάποια από αυτά εκδόθηκαν μετά τον θάνατό της. Έτσι παρατηρούμε στις δεκαετίες πλέον του 1950 και του 1960 το έργο της να γίνεται διάσημο στην ηπειρωτική Ευρώπη και σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο. Η σκέψη της συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης. Μια έρευνα καταγράφει ότι μεταξύ του 1995 και του 2012 δημοσιεύονται πάνω από 2.500 επιστημονικά έργα και μελέτες για την Βέιλ και το έργο της. Ο Αλμπέρ Καμύ την έχει χαρακτηρίσει ως «το μοναδικό μεγάλο πνεύμα της εποχής μας».

Κράτος – κόμματα – πολιτική

Η Σ.Β. επιτίθεται σε οποιαδήποτε ιδιοποίηση του κράτους καθώς και στις σφαγές που διαπράττονται στο όνομά του. Παλεύει για την απόρριψη και κατάργηση των πολιτικών κομμάτων ως θεσμούς και φορείς που καθώς ασκούν εξουσία περιορίζουν και δολοφονούν την αίσθηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης … Γράφει: «αν ήταν να ανατεθεί η οργάνωση της δημόσιας ζωής στον διάβολο, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να επινοήσει έναν πιο έξυπνο μηχανισμό (από αυτόν του κόμματος ή και της οργανωμένης θρησκείας)»[2]. Βλέπει δύο μορφές οργάνωσης: αυτές που εργάζονται για πλουτισμό και συμφέροντα και αυτές που δρουν ανιδιοτελώς και βασίζονται σε ιδέες. Είναι πολύ πιο μπροστά από την εποχή της. Η πάλη της, στις αρχές του 1900, για κατάργηση των πολιτικών κομμάτων τα οποία όπως γράφει η ίδια «σαν λέπρα αρρωσταίνουν τη σκέψη και τη λογική», και η αποστροφή της στην πολιτική και τους πολιτικούς, φαίνεται να βρίσκει αναγνώριση περίπου 100 χρόνια μετά, μέσα από την δυσπιστία και κάποτε απέχθεια, των απλών ανθρώπων προς τα κόμματα και τους πολιτικούς.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της «Για την κατάργηση των κομμάτων»

«Η Μεταρρύθμιση και ο ουμανισμός της Αναγέννησης, διπλό προϊόν αυτής της εξέγερσης, συνέβαλαν τα μέγιστα στη δημιουργία του πνεύματος του 1789 ύστερα από αιώνες ωρίμανσης. Από εδώ προήλθε ύστερα από ένα διάστημα n δημοκρατία μας, θεμελιωμένη στο παιχνίδι των κομμάτων, καθένα από τα οποία είναι μια μικρή κοσμική Εκκλησία, οπλισμένη με την απειλή του αφορισμού. Η επίδραση των κομμάτων έχει μολύνει ολόκληρη τη διανοητική ζωή της εποχής μας»

[…] Αληθεύει ότι τα κόμματα μιλούν για εκπαίδευση σε αυτούς που προσέρχονται, συμπαθούντες, νέους, καινούργιους οπαδούς. Αυτή η λέξη είναι ψέμα. Πρόκειται για προγύμναση έτσι ώστε να ετοιμάσουν τον πιο αυστηρό έλεγχο που θα ασκήσει το κόμμα στη σκέψη των μελών του.

[…] όποιος εισέρχεται σε ένα κόμμα υιοθετεί πειθήνια την πνευματική στάση που θα εκφράσει αργότερα λέγοντας: «Όντας μοναρχικός, όντας σοσιαλιστής, σκέφτομαι ότι…». Είναι τόσο αναπαυτικό! Γιατί αυτό δεν είναι σκέψη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναπαυτικό από το να μη σκέφτεσαι.

[…] Φτάσαμε στο σημείο να μη σκεφτόμαστε σχεδόν καθόλου, σε κανέναν τομέα, παρά να παίρνουμε θέση «υπέρ» ή «κατά» μιας γνώμης. Έπειτα αναζητούμε επιχειρήματα, ανάλογα με την περίπτωση, είτε υπέρ είτε κατά. Είναι ακριβώς σαν να μεταθέτουμε την προσχώρηση σε ένα κόμμα.

[…] Παντού σχεδόν -συχνά και για καθαρά τεχνικά προβλήματα- η διεργασία της υπεράσπισης, το να πάρουμε θέση υπέρ ή κατά, υποκατέστησε τη διεργασία της σκέψης. Είναι κάτι σαν λέπρα, που προέρχεται από τα πολιτικά περιβάλλοντα και που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, προσβάλλοντας τη σκέψη σχεδόν στο σύνολό της. Είναι αμφίβολο αν μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτή τη λέπρα, που μας σκοτώνει, αν δεν κάνουμε την αρχή καταργώντας τα πολιτικά κόμματα.

[…] κάθε άτομο και κάθε υποκείμενο συνθλίβεται μέσα στους ιεραρχικούς τους μηχανισμούς ώστε να απαιτείται πάντα να μιλάει κάποιος άλλος εξ ονόματός αυτών, κάποιος που εκφράζει τη «γενική βούληση».

[…] Για να εκτιμήσουμε τα πολιτικά κόμματα σύμφωνα με το κριτήριο της αλήθειας, της δικαιοσύνης, του δημοσίου καλού, αρμόζει να αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε τα ουσιαστικά τους γνωρίσματα. Μπορούμε να απαριθμήσουμε τρία:

Ένα πολιτικό κόμμα είναι μια μηχανή κατασκευής συλλογικού πάθους.

Ένα πολιτικό κόμμα είναι ένας οργανισμός καμωμένος να ασκεί συλλογική πίεση στη σκέψη καθενός ανθρώπου που αποτελεί μέλος του.

Πρώτος σκοπός, και σε τελική ανάλυση ο μοναδικός, κάθε πολιτικού κόμματος είναι να ενδυναμώνεται το ίδιο, και τούτο χωρίς κανένα όριο.

[…] Καμιά ορισμένη ποσότητα εξουσίας δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί πραγματικά ως επαρκής για το κόμμα, προπαντός από τη στιγμή που θα αποκτηθεί. Το κόμμα βρίσκεται όντως, ένεκα της απουσίας σκέψης, σε συνεχή κατάσταση ανικανότητας, που την αποδίδει πάντα στην ανεπάρκεια της εξουσίας που διαθέτει.

[…] η υλική ανάπτυξη του κόμματος καθίσταται μοναδικό κριτήριο, και σε σχέση μ’ αυτό καθορίζονται το καλό και το κακό για κάθε πράγμα. Ακριβώς σαν το κόμμα να ήταν ένα ζώο στη βοσκή και ο κόσμος να είχε δημιουργηθεί για να το τρέφει.

Το τριπλό αυτό χαρακτηριστικό δείχνει ότι κάθε κόμμα είναι ολοκληρωτικό από φύση και πρόθεση. […]

 […] Η τεχνητή συγκρότηση σε κόμματα έχει συμπέσει τόσο λίγο με πραγματικές συγγενικές απόψεις, που ένας βουλευτής μπορεί να διαφωνεί σε όλες τις συγκεκριμένες στάσεις με ένα συνάδελφο του ίδιου κόμματος και να συμφωνεί με βουλευτή άλλου κόμματος. […] Πόσες φορές στη Γερμανία, στα 1932, ένας κομμουνιστής και ένας ναζιστής, κουβεντιάζοντας στο δρόμο, έπαθαν σκοτοδίνη όταν διαπίστωσαν ότι συμφωνούν σε όλα!

[…] Η συλλογική πίεση ασκείται στο μεγάλο κοινό μέσω της προπαγάνδας. Ο ομολογημένος στόχος της προπαγάνδας είναι να πείσει και όχι να φωτίσει. Ο Χίτλερ είδε πολύ καλά ότι η προπαγάνδα είναι πάντα μια απόπειρα υποδούλωσης των πνευμάτων. Όλα τα κόμματα ασκούν προπαγάνδα. Εκείνο που δεν θα ασκούσε, θα εξαφανιζόταν λόγω του γεγονότος ότι την ασκούν τα υπόλοιπα.

[…] Τα κόμματα είναι οργανισμοί σχηματισμένοι δημόσια και επίσημα κατά τρόπο που να σκοτώνουν μέσα στην ψυχή την έννοια του αγαθού, της αλήθειας και της δικαιοσύνης.

[…] στις μέρες μας η προσπάθεια για δικαιοσύνη και αλήθεια εκλαμβάνεται ως ανταποκρινόμενη σε μια «προσωπική άποψη».

[…] Υπάρχει μια απάντηση: Η αλήθεια είναι οι σκέψεις που αναφύονται στο πνεύμα ενός σκεπτόμενου δημιουργήματος, δοσμένου μοναδικά, ολοκληρωτικά, αποκλειστικά στον πόθο της αλήθειας. […]

Εργασία

Η Βέιλ ως ευαίσθητη ερμηνευτής της εποχής της, θεωρεί ότι ένα από τα σοβαρά προβλήματα των απλών ανθρώπων, είναι η εργασία. Γνωρίζει από πρώτο χέρι τις δύσκολες συνθήκες που βιώνει ο εργάτης στο εργοστάσιο. Διακρίνει τις πληγές που ανοίγει στην ψυχή η διαρκής μονότονη επανάληψη των κινήσεων, η υποχρεωτική ανωνυμία του, η εξαναγκαστική υπακοή στις εντολές και στον απόλυτο συγχρονισμό στην αλυσίδα παραγωγής, που τον σφίγγει ασφυκτικά, …

Στο βιβλίο της «Στοχασμοί για τις αιτίες της ελευθερίας και της κοινωνικής καταπίεσης»[3] διακρίνει σαφώς την οικονομική εκμετάλλευση από την καταπίεση στην εργασία… θεωρεί την δεύτερη πιο σημαντική ως προς τις επιπτώσεις της. Επικρίνει τον Μαρξ στο ότι, από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και την καταπίεση, συγκρατεί μόνον την οικονομική πλευρά, την απόσπαση της υπεραξίας… Σύμφωνα με την Βέιλ, η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η συλλογική διαχείρισή της και η ανάπτυξη των θεοποιημένων παραγωγικών δυνάμεων όχι μόνο δεν καταργούν την υποδούλωση του εργάτη στην επιχείρηση αλλά αντίθετα την επιτείνουν. Για να καταλήξει η ίδια σε μια ακόμα πιο ριζική αμφισβήτηση του Μαρξ και του μαρξισμού: «Η λέξη επανάσταση είναι λέξη για την οποία σκοτώνουμε, για την οποία πεθαίνουμε, για την οποία στέλνουμε τις λαϊκές μάζες στον θάνατο, μα που δεν έχει κανένα περιεχόμενο».

Εμβαθύνοντας ακόμα περισσότερο στην έννοια της επανάστασης και με την πεποίθηση ότι «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα» γράφει: «[…] Η επανάσταση δεν είναι ο θρίαμβος του ανορθολογικού, είναι ο θρίαμβος του ορθολογικού· δεν είναι καταστροφή, είναι μεθοδική δράση με την οποία οφείλουμε να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε τις ζημιές· δεν είναι απελευθέρωση των ενστίκτων και ιδιαίτερα εκείνων που θεωρούνται παθολογικά, είναι ανώτερη ηθικότητα» […] «Δεν μπορούμε να είμαστε επαναστάτες αν δεν αγαπάμε τη ζωή».

Όσον αφορά τα αποτελέσματα της καταπίεσης στα παιδιά που σύρονται βίαια στην καταναγκαστική εργασία διακόπτοντας το σχολείο η Σ. Βέιλ σημειώνει τα εξής:

[…] «Πρέπει κατ` αρχάς να μπει τέλος στον κλονισμό που υφίσταται ο πιτσιρικάς που στα δώδεκα ή δεκατρία του χρόνια βγαίνει από το σχολείο και μπαίνει στο εργοστάσιο. […] Από τη μια μέρα στην άλλη καταντά ένα συμπλήρωμα μηχανής, κάτι λιγότερο από ένα αντικείμενο, και κανείς δεν νοιάζεται καθόλου αν υπακούει κάτω απ’ την παρόρμηση των πιο ταπεινών κινήτρων, αρκεί να υπακούει. Οι περισσότεροι εργάτες σχημάτισαν, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή της ζωής τους, την οδυνηρή αίσθηση ότι δεν υπάρχουν πλέον … […] Αυτός ο πρώτος κλονισμός, που υφίστανται τόσο νωρίς, αφήνει συχνά ανεξίτηλα σημάδια. Μπορεί να καταστήσει οριστικά ανέφικτη την αγάπη για την εργασία» […]

Αυτή ακριβώς η αγάπη για εργασία εμπνέει την Βέιλ:

«Είναι εύκολο να καθορίσουμε τη θέση που πρέπει να κατέχει η χειρωνακτική εργασία σε μια σωστά διαρθρωμένη κοινωνική ζωή. Πρέπει να είναι το πνευματικό της κέντρο. […] Η χειρωνακτική εργασία […] είναι, μετά το θάνατο […] η τελειότερη μορφή της αρετής της υπακοής. […] Τα Μυστήρια, θρησκεία ολόκληρης της προ ρωμαϊκής αρχαιότητας, στηρίζονταν εξ ολοκλήρου πάνω στις συμβολικές εκφράσεις της σωτηρίας της ψυχής, τις οποίες πήραν από τη γεωργία. Ο ίδιος συμβολισμός υπάρχει στις παραβολές του Ευαγγελίου. […] Ο Προμηθέας είναι ακριβώς η διαχρονική προβολή του Χριστού, ένας εσταυρωμένος και λυτρωτής Θεός που ήρθε να ρίξει μια φωτιά πάνω στη γη».

Αναρχία και ζωή

[1]. Κυβέρνηση του Βισύ: η φιλογερμανική κυβέρνηση που σχηματίστηκε στη Γαλλία κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μετά την εισβολή της Γερμανίας και τη συνθηκολόγησή της από τον Ιούλιο του 1940 μέχρι τον Αύγουστο του 1944. Αυτήν την τετραετία ο αντισημιτισμός φτάνει στο αποκορύφωμά του με αποτέλεσμα την εξόντωση 80.000 από τους περίπου 330.000 Εβραίους της χώρας κατά το διάστημα 1940-1944.

[2]. Simone Weil, On the Abolition of All Political Parties – Για την Κατάργηση των Κομμάτων.

[3]. Simone Weil, «Στοχασμοί για τις αιτίες της ελευθερίας και της κοινωνικής καταπίεσης», εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2017.

Both comments and trackbacks are currently closed.