Οι Αναρχικοί του Μιλάνο (1920-1942)

Στο Μιλάνο, ένα παραδοσιακό προπύργιο του μαρξιστικού σοσιαλισμού, οι αναρχικοί δεν είχαν ποτέ αποτελέσει σημαντική δύναμη. Μόνο από το 1920 και χάρη στην θερμαινόμενη ατμόσφαιρα της Κόκκινης Μπιενάλε, στη δημοσίευση της καθημερινής εφημερίδας Umanità Nova την οποία ίδρυσε ο Errico Malatesta και στην απομάκρυνση από την πόλη της ηγεσίας της ιταλικής συνδικαλιστικής ένωσης (USI), οι αναρχικοί του Μιλάνο άρχισαν να ζουν μια περίοδο ευρείας επιρροής και αποδοχής, επιρροή που γρήγορα έπεσε μετά τo τέλος των καταλήψεων των εργοστασίων. Η έντονη καταστολή που ακολούθησε την κατακραυγή από τις βομβιστικές επιθέσεις στο Θέατρο Diana (στις 23 Μαρτίου 1921), μαζί με την ανεξέλεγκτη βία των φασιστών, έπληξαν σοβαρά το κίνημα.

Από τον Μάρτιο στη Ρώμη μέχρι τους «Ειδικούς» Νόμους

Ο Μάρτιος στη Ρώμη έφερε μια νέα πνοή στα γεγονότα. Τον Φεβρουάριο του 1923, η Pagine Libertarie (μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε ο Carlo Molaschi τον Ιούνιο του 1921) έκλεισε, η αστυνομία κατέσχεσε όλα τα βιβλία από το Casa Editrice Sociale και το βιβλιοπωλείο Tempi Nuovi και πολλοί αγωνιστές αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους: μαχητές, όπως ο Molaschi, ο Giuseppe Monanni, ο Leda Rafanelli, ο γραφολόγος Zerboni, ο Fioravante Meniconi [μέλος του προσωπικού της Umanita Nova και συντάκτης προκήρυξης εκ μέρους των βομβιστών του Θεάτρου Diana] οι Mario Mantovani και Angelo Damonti, οι οποίοι ήταν επικεφαλής της Επιτροπής Υποστήριξης Πολιτικών Θυμάτων και άλλοι. Ακόμα και η USI ήταν τότε μόνο μια σκιά του πρότερου σχήματός της. Ο Armando Borghi υπενθύμισε: «Μόνο μερικοί από εμάς βρισκόμασταν στη βάση μας στη Via Achille Mauri. Δεν είχαμε ψευδαισθήσεις για μια αναζωπύρωση. Και δεν υπάρχει πιθανότητα να διατηρηθούν επαφές, ούτε καν ταχυδρομικώς. Ήταν ένα σημείο τιμής μεταξύ μας να πούμε ότι η USI “εξακολουθούσε να υπάρχει„». Οι πιο γνωστοί μαχητές βρίσκονταν υπό επιτήρηση και παρακολουθούνταν μέρα και νύχτα. «Ήταν σαν να υπήρχε συνεχώς μια σκιά πίσω μας…».

Ωστόσο, μέχρι το 1925, η καλλιτεχνικού περιεχομένου περιοδική έκδοση του Molaschi, L’Universita Libera, κυκλοφόρησε με επιτυχία, όπως και το επίσημο όργανο της USI, η Rassegna Sindacale, στο οποίο συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, ο Borghi, ο Nicola Modigno (πρώην γραμματέας της Andria Camera del Lavoro) και ο Alibrando Giovannetti. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί η κυκλοφορία του In Marcia, οργάνου του σιδηροδρομικού συνδέσμου που εκδόθηκε από τον Augusto Castrucci.

Οι «ειδικοί» νόμοι του Νοεμβρίου του 1926 απομάκρυναν κάθε παρατεταμένη δυνατότητα νόμιμης δράσης, αφήνοντας την παράνομη δράση ως τη μόνη επιλογή.

Αμείλικτη Καταστολή

Στις 11 Μαρτίου 1927, η αστυνομία συνέλαβε τους ηγέτες του USI, Giuseppe Papini, Nicola Modugno και Giu0seppe Gervasio, ενώ ανέμεναν συνάντηση με κομμουνιστές και ρεπουμπλικάνους σχετικά με πιθανή παράνομη επαδραστηριοποίηση του CGL. Τους οδήγησαν σε Ειδικό Δικαστήριο το οποίο τους καταδίκασε σε βαριές ποινές.

Το τεύχος 722 του Il Risveglio Anarchico της Γενεύης δημοσιεύει μια επιστολή από το Μιλάνο, του Leonida Mastrodicasa («Numitore») και με ημερομηνία 18 Ιουνίου 1927, που περιγράφει την κατάσταση στην πόλη:

«Στο διάστημα των δύο μηνών υπήρξαν τρεις συλλήψεις ανατρεπτικών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα συνολικά είκοσι ημέρες κράτηση. (…) Η συντριπτική πλειοψηφία των συντρόφων και των επαναστατών δεν έχει κανένα τρόπο να αποφύγει παρόμοιες συνέπειες, καθώς η κατάστασή τους ως υπόπτων και υποκειμένων υπό επιτήρηση, τους επιβάλλει καθημερινά απαγόρευση κυκλοφορίας και εγκλεισμό στο σπίτι από τις 9.00 μ.μ. μέχρι τις 7.00 π.μ., με ποινή φυλάκισης τριών μηνών να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους, καθώς και μια δικαστική απόφαση διαμονής, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι λείπουν κατά τη διάρκεια των πολλαπλών νυχτερινών επισκέψεων από την αστυνομία. Να προσθέσουμε σε αυτή την κατάσταση και το γεγονός ότι είναι σχεδόν συνεχώς σε ανεργία λόγω των απολύσεων που αυτοί οι όροι φυλάκισης συνεπάγονται … ».

Πολλές οικογένειες, ιδιαίτερα αυτές των φυλακισμένων, βρέθηκαν σε χειρότερη φτώχεια σε σχέση με πριν, δεδομένης της «ουσιαστικής αδυναμίας βοήθειας από συμπαθούντες ή ουδέτερα προσκείμενους, λόγω του κλίματος τρομοκρατίας που δημιουργήθηκε από την εκτεταμένη παρακολούθηση και το δίκτυο ρουφιάνων, εξαπλώνοντας έτσι την καχυποψία και το φόβο (…) ».

Πολλοί σπρώχτηκαν στην αυτοεξορία λόγω πείνας και παρενόχλησης. Ένα μικρό γραφείο στην Gorla, που ανήκε στον Gaetano Gervasio (οι φασίστες το ονόμαζαν «Κόκκινο Γραφείο») είχε γίνει η μόνη «σανίδα σωτηρίας» πολλών συντρόφων, για αναζήτηση καταλυμάτων και απασχόλησης.

Στις 20 Μαρτίου 1928, ο Raffaele Sclaudi, σιδηροδρομικός, σύρθηκε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου με την κατηγορία της κατοχής αντιφασιστικού υλικού. Αν και ο ίδιος έχει δηλώσει αναρχικός, ο Sclaudi καταδικάστηκε για «συμμετοχή στην PCI» [Partito Comunista d’ Italia, Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας].

Μια βόμβα στο Piazzale Giulio Cesare (μια ενέργεια που οργανώθηκε από τους ίδιους τους φασίστες) οδήγησε σε περαιτέρω πογκρόμ και μεταξύ αυτών που συνελήφθησαν ήταν ο Molaschi (όπως πάντα), ο Nello Giacomelli και οι αδελφοί Libero και Henry Molinari.

Τον Ιούλιο ο αναρχικός Γκάλλι από το Κλίβιο δολοφονήθηκε σε ξενοδοχείο στο Μιλάνο.

Παρά τα σοβαρότατα χτυπήματα που προκάλεσε η καταστολή, τα χτυπήματα κατά του καθεστώτος συνεχίστηκαν, αν και μάλλον περιορισμένα. Στα τέλη του 1928 ο περιβόητος επιθεωρητής Rizzo διάλυσε με επιτυχία ένα δίκτυο «Αναρχικής Αλληλοβοήθειας» που λειτουργούσε στο Μιλάνο και τη Βερόνα. Είχε δημιουργηθεί από τον Pietro Costa στο Μιλάνο και τον Ελβετό εργάτη σιδηροδρόμων Giuseppe Peretti, ο οποίος ταξίδευε σε άλλες χώρες συγκεντρώνοντας χρήματα για φυλακισμένους συντρόφους.

Αναφορικά με το Ειδικό Δικαστήριο, αυτό αποτελείται και από τους: Diego Guadagnini, από την Imola, που ζούσε έπειτα στο Μιλάνο, (συνεργάτης του Ermenegilda Villa), Romeo Asara από το Μιλάνο (ο οποίος ήταν ύποπτος για παραγωγή και διακίνηση πλαστών χαρτονομισμάτων), Guglielmo Cimoso, Angelo Rognoni (ο οποίος διάφυγε από σύλληψη), Umberto Biscardo από τη Βερόνα και από την Carrara, Gino Bibbi (ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους «ιθύνοντες» αυτού του Δικαστηρίου).

Προσπάθειες για δράση

Το 1930, η αστυνομία διαπίστωσε κάποια κλιμάκωση της αναρχικής δραστηριότητας που περιστρέφεται γύρω από τo όνομα του Augusto Castrucci· ο Castrucci είχε λάβει ενεργό μέρος στη διοργάνωση της Ιταλικής Σιδηροδρομικής Ένωσης (FSI) και ήταν μέλος του γενικού συμβουλίου της από το 1914, ενώ το 1925, όπως είδαμε, ήταν ο διευθυντής της μηνιαίας έκδοσης In Marcia. Επίσης, η αστυνομία παρατήρησε ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση στις εγκαταστάσεις της Trattoria Toscana στο 26 Via Panfilo Castaldi και τον Απρίλιο μια έρευνα στα Τυπογραφεία Virgilia στο 92 Viale Abruzzi, που ανήκουν στους αδελφούς Baraldi, οδήγησε στην ανακάλυψη περίπου χιλίων προκηρύξεων για την Πρωτομαγιά, ζεστά-ζεστά από τα πιεστήρια. Η στοιχειοθεσία της προκήρυξης βρέθηκε «καλλιτεχνικά κρυμμένη σε ένα κουτί χαρακτήρων». Οι συντάκτες της προκήρυξης, εκτός από τον Castrucci, ήταν ο Ciro Baraldi και ο Armando Tisi.

Ο Baraldi, με φάκελο ως αναρχικός από το 1898, δραστηριοποιήθηκε στις αρχές του αιώνα, ειδικά ως εκδότης ελευθεριακών κειμένων, είχε πάει στο στρατόπεδο παρέμβασης το 1914, αλλά είχε επιστρέψει στο κίνημα μετά την εμφάνιση του φασισμού. Ο Tisi ήταν διοργανωτής στα συνδικάτα της Γένοβα και ενεργός αναρχικός αρθρογράφος, με το ψευδώνυμο «Scintilla» για την L’Agitazione στη Ρώμη και για την La Tribuna del Popolo στη Sampierdarena.

Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, μια ομάδα εργαζομένων της Alfa Romeo (σοσιαλιστές, αναρχικοί και δημοκράτες) συλλαμβάνεται για διανομή υλικού της Giustizia e Libertà (Δικαιοσύνη και Ελευθερία: αντιφασιστική αντιστασιακή οργάνωση που έδρασε από το 1929 έως το 1945).

Το 1931 πραγματοποιείται ένας αριθμός δράσεων (μια προκήρυξη τοποθετημένη στα κιγκλιδώματα της πόλης στο Limbiate, ένα πακέτο από φέιγ βολάν με αναρχικά συνθήματα ανακαλύφθηκε έξω από το αστυνομικό τμήμα της Porta Monforte).

Το 1933 αποκαλύπτεται παράνομη οργάνωση, που είχε ιδρύσει ο επαναστάτης συνδικαλιστής Michele Veglia, μαζί με σοσιαλιστές και αναρχικούς (μεταξύ των οποίων και οι Alfiero Guerra, G. Battista Ginelli και Luigi Villa). Σύμφωνα με την αστυνομική έκθεση, ο Veglia «είχε για αρκετό καιρό παράνομη αλληλογραφία με τον αναρχικό Amos Pagani και άλλους εξόριστους, μερικούς από τους οποίους συναντούσε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ustica και την Ponza.» Από αυτούς έπαιρνε περιστασιακά οικονομική ενίσχυση, καθώς και αντίγραφα των Giustizia e Liberta και Lotta Anarchica.

Η ομάδα, η οποία είχε περίπου 25 μέλη, είχε παρουσία στο Precotto, στο Sesto San Giovanni και στη Monza, ενώ διατηρούσε επαφές με μια ομάδα που είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί στη Porta Ticinese.

Είχε πρόσβαση σε ένα κυλινδρικό εκτυπωτικό μηχάνημα, με το οποίο είχε εκτυπώσει μια προκήρυξη και σχεδίαζε να τυπώσει μια εφημερίδα που θα ονομαζόταν Il Comunista.

Σε αυτό το σημείο πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε το θάνατο του συντρόφου Carlo Restelli, ο οποίος σκοτώθηκε μαζί με τον διακινητή Avellini προσπαθώντας να βγει από τη χώρα στις 5 Σεπτεμβρίου 1933.

Παράνομη έξοδος από τη χώρα

Οι αστυνομικές έρευνες ενισχύθηκαν το 1934 και οδήγησαν στην αποκάλυψη δύο λειτουργούντων δικτύων για τη διακίνηση ανθρώπων από τη χώρα. Το πρώτο δίκτυο, που διαλύθηκε τον Μάιο, με επικεφαλής τους Cesare Ragni, Camillo Caloni και Armando Papa (ο Papa ήταν ακόμα εξαιρετικά δραστήριος αγωνιστής, παρ’ όλο που ήταν σχεδόν εντελώς τυφλός). Ο επικεφαλής του δεύτερου δικτύου ήταν ο Alfredo Brocheri, ένας από τους πολλούς ξεχασμένους αγωνιστές της ελευθερίας. Αναρχικός από τα νιάτα του, αρνήθηκε να υποχωρήσει μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, αλλά είχε επίσης γίνει ενεργός διοργανωτής επιχειρήσεων ανθρώπων που διέφευγαν από τη χώρα. Πολλοί άνθρωποι διέφυγαν μέσω του λεγόμενου «σιδηροδρόμου Brocheri» – όπως οι Amleto Astolfi και Eugenio Macchi, για να αναφέρουμε μόνο δύο (ο Macchi είχε σκοτώσει έναν τελωνειακό αστυνομικό κατά τη διάρκεια μιας προηγούμενης αποτυχημένης προσπάθειας να εγκαταλείψει τη χώρα).

Ο Brocheri αλληλογραφούσε με τον Pietro Sini που είχε εξοριστεί στο Παρίσι. Όταν ο Michele Schirru ήρθε στην Ιταλία, φέρνοντας, μεταξύ άλλων, ένα χρηματικό ποσό που προοριζόταν για διωκόμενους, στάλθηκε από τον Sini στον Brocheri (τον οποίο όμως απέτυχε να εντοπίσει).

Ο Brocheri και ο Lodovico Corti πιάστηκαν μετά τη σύλληψη του Pietro Foglio, ο οποίος βρισκόταν σε αποστολή στη Γαλλία. Ο Brocheri μεταφέρθηκε στη φυλακή Regina Coeli στη Ρώμη όπου υπέστη τρομερά βασανιστήρια (μεταξύ άλλων χρησιμοποίησαν ένα σιδερένιο στεφάνι που τοποθέτησαν γύρω από το κεφάλι του και σιγά σιγά το έσφιγγαν) σε μια μάταιη προσπάθεια να τον κάνουν να μιλήσει.

Ο πόνος τον έκανε να χάσει το μυαλό του. Πέθανε στη φυλακή μερικά χρόνια αργότερα, με το μυαλό και το σώμα του διαλυμένα.

Όχι ότι ήταν ο μόνος που πέθανε στη φυλακή. Πρέπει να υπενθυμίσουμε, μεταξύ άλλων, τον Ettore Aguggini, τον Alghero και τον Giuseppe Boldrini, ο οποίος μεταφέρθηκε από μια φασιστική φυλακή κατευθείαν στο στρατόπεδο θανάτου του Mauthausen.

Μετά το 1934, τα αρχεία της αστυνομίας δεν κάνουν άλλη αναφορά σε οργανωμένη αναρχική παρουσία στο Μιλάνο. Μέχρι τότε οι μαχητές ήταν σχεδόν όλοι πίσω από τα κάγκελα, έγκλειστοι, εξόριστοι ή υπό στενή παρακολούθηση.

Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε καταρρεύσει κάθε επαφή. Το 1936 υπήρξαν αναφορές για απόπειρες δημιουργίας σύνδεσης μεταξύ του Amos Pagani (διαχειριστής της αναρχικής ομοσπονδίας που ζει στην εξορία στη Λωζάννη) και μερικών μαχητών που ζούσαν στο Μιλάνο: οι επαφές αυτές διακόπηκαν απότομα όταν απελάθηκε ο Pagani από την Ελβετία. Το 1938 δύο επιστολές που έστειλε κάποιος «Mario» από το Μιλάνο και απευθύνονταν σε κάποιον στο Παρίσι (κάποιον «κο Thiefant, κομμωτή, στην 337 Rue Belleville, Παρίσι 19») «αναχαιτίστηκαν»: ήταν αρκετά σαφές ότι επρόκειτο για αλληλογραφία μεταξύ ντόπιου και εξόριστου.

Επί πλέον, η αστυνομία ήταν πεπεισμένη (αν και μάλλον λανθασμένα) ότι ο Luigi Bertoni στη Γενεύη διατηρούσε επιτυχώς ακόμη επαφή με τους αναρχικούς του Μιλάνο.

Ο πόλεμος

Ενώ το 1938 τα ελευθεριακά κινήματα φαινόταν να έχουν διαλυθεί, τα άλλα αντιφασιστικά ρεύματα – οι σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές και η Giustizia e Libertà– δεν βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση. Η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο και οι αρχικές αντιδράσεις δημιούργησαν γενική συναίνεση και έδωσαν στην αντιπολίτευση νέα ώθηση. Ο πόλεμος ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής, τόσο που η δυσαρέσκεια να εξαπλωθεί στη χώρα σαν πετρελαιοκηλίδα, τα αντιφασιστικά κινήματα ξαναπήραν ζωή και αναδιοργανώθηκαν· οι παλαιότεροι μαχητές επανενεργοποιήθηκαν και στρατολογήθηκε «νέο ​​αίμα». Οι αναρχικοί πέρασαν και σε αυτή τη διαδικασία.

Φαίνεται ότι οι αγωνιστές του Μιλάνο δεν συμμετείχαν στις διάφορες παράνομες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Sestri Ponente και τη Φλωρεντία το 1942 και το 1943, αλλά σίγουρα υπήρχαν επαφές που κανόνιζε ο Pasquale Binazzi από τη La Spezia.

Το 1942 υπήρξε δραστηριότητα από μια παρτιζάνικη ομάδα [ante literam (‘‘πριν από την ύπαρξη της λέξης’’, δηλαδή πριν εγκαταλείψει το ιταλικό κράτος το φασισμό)], αποτελούμενη από τους Carrarans Belgrado Pedrini, Giovanni Zava και Gino Giorgio. Το τρίο δραστηριοποιούνταν στην Carrara, στη La Spezia και στο Μιλάνο, εκδίδοντας και κυκλοφορώντας έντυπο υλικό και διεξάγοντας ληστείες για αυτοχρηματοδότηση. Στο τέλος συνελήφθησαν μετά από αιματηρή ανταλλαγή πυροβολισμών με τη φασιστική αστυνομία.

Παρεμπιπτόντως, την άνοιξη του 1942 κυκλοφόρησε στο Μιλάνο ένα φυλλάδιο «Το Τραγούδι της Αναγέννησης», μια αντιφασιστική παρωδία του περίφημου «Lili Marlene». Οι στίχοι ήταν έργο του επαναστάτη συνδικαλιστή Antonio Moroni. Η εξαιρετικά επιτυχημένη παρωδία κοστίζει στον Αντόνιο και τον μικρό του γιο Alberto πέντε χρόνια φυλάκιση.

μετάφραση-απόδοση Π.

Από: Lettera ai Compagni (μηνιαίο δελτίο της FIAP Federazione Italiana di Associazioni Partigiane, Ιταλική Ομοσπονδία Παμματσιακών Συλλόγων), Ρώμη, Anno XVII, Νο 7 (Ιούλιος 1985) και Νο. 8 (Αύγουστος 1985). Μετάφραση: Paul Sharkey.

Πηγή: https://www.katesharpleylibrary.net/jq2cw6

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 199, Δεκέμβριος 2019
Both comments and trackbacks are currently closed.